Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

Αντίστροφα

Θα αλλάξεις   λες  ..
θα πάψεις  πια να βλέπεις ..
θα κοιτάς μόνο 
όχι ..οχι δεν θέλεις άλλο πόνο

θα αλλάξεις ….

κεντάς τη μάσκα σου 
λίγο από το γκρίζο της υποκρισίας 
σκιά απ το λευκό της ανεμελιάς
άχρωμο  από το χρώμα της αδιαφορίας 
χρυσόσκονη  στο πλάνο της ψευτιάς
στα χείλη  το κραγιόν της προδοσίας 
στο μάγουλο  σαγήνη μιας ελιάς 
χαμόγελο σφιγμένο απ  άγιο δάκρυ
και βλέμμα της απόρθητης  φωτιάς 

θα μάθεις … να σεργιανάς 
κι ίσως να ενδώσεις στα τερτίπια της φθοράς 
θα μεγαλώσεις στα πίτουρα της βολεψιάς 
ο άνθρωπος του εγώ του τώρα θα ψευτοζείς 
θα γίνεις ένα χωρίς εσένα 
σε λιμάνια  που χουν  πλούσιους λωτούς
της λησμονιάς το  χέρι θα κρατάς 
και πια δε θα σε νοιάζει 
εσένα θα κοιτάς 
κοίτα …τι όμορφα χαμογελάς 

μα που πήγες ; που χάθηκες; για δε μιλάς;


     …. παράξενε εαυτέ μου !

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Κατάστημα παιχνιδιών '' Σεκέρ''

Και τι θαρρείς κερδίζουν
τα αραχνοΰφαντα μισόλογα όταν απέναντι 
ζαλίζεται ο ήλιος στα μάτια; 

Ήταν άλλη μια μέρα που τα πόδια του μετρούσαν 
πόσα φύλλα ακόμη του μένουν για να περάσει 
και τούτο το δρόμο.
Δούλευε χρόνια ο Μιχάλης τούτο το μικρομάγαζο 
που έκαμνε τις μικρές χαρές να γιομίζουν 

τα σεντούκια των ματιών τους ζωηράδα , 
σέρνοντας ακόμη και τα ρυτιδωμένα χέρια στο χορό 
των παιχνιδιών . Τόσα αλόγατα να τρέξουν, 

νεράιδες να ποτίσουν όνειρα,τρακτέρ να οργώνουν 
το φύτεμα της ομορφιάς,κουρδιστά βαπόρια 
που κύματα γύρευαν ,ουυυ μύρια ταξίδια 
που γραφαν σενάρια και ξόδευαν ρόλους 
Ήξερε ο Μιχάλης πως κόβονταν η δουλειά 
Τόσα μεγάλα τραστ βλέπεις , γυμνά έκοβαν 

τα σοκάκια για να πουλήσουν την φτήνια . 
Μπιρ παρα (τζάμπα)που έλεγε και η γιαγιά 
Και μήπως λογιάζονταν κανείς πόσο 

πληρώνουν τον μπιρ παρα 
Βολικά είναι έλεγε ο άλλος πας μέσα και βρίσκεις

τα πάντα .Λες κι άμα βρίσκεις τα πάντα βρίσκεις 
και τα λεφτά να τα αγοράσεις .
Το μάτι να χορταίνει Μιχάλη το μάτι 

να χει αυταπάτες ο νους .
Κι εκείνες οι κυλιόμενες σκάλες λες 

κι ανεβοκατέβαζαν ελπίδες 
μια στον πάτο μια στα υψη . 
Κι όταν ψηλά φτάναν πάντα ενα ίσωμα 
καμπούριαζε τις πλάτες .Δεν βαριέσαι .
Ωχου μην το λες τούτο τζάνουμ τι θα πει δε βαριέσαι 
Έτσι το ένα έτσι τ άλλο ξεχάσαμε τους μαχαλάδες

και γίναμε όλοι ένα παζάρι 
Αχ !! αυτά τα σοφά της γιαγιάς πως τα θυμόταν. 
Κι ήρθε σήμερα ο Κος Νίκος να του πει πως σιγά σιγά 
έπρεπε να αδειάζει το μαγαζί και να βρει κατι άλλο 
γιατί θα το δινε λέει σε μια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας 
να πάρει βρε αδερφέ και λίγο κύρος η γειτονιά 

και φυσικά το νοίκι θα ταν πιο σίγουρο . 
Αχ βρε Μιχάλη κουράστηκες του λεγε 

γιατί δεν κάνεις κάτι λίγο να ξαποστάσεις . 
Νοιαζόταν βλέπεις ο Κος Νίκος .
Χρόνια τώρα του τρωγε το μεδούλι 
μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει 
Μια του μήνα το νοίκι Μιχάλη έχουμε υποχρεώσεις .
Σταθερός ο Μιχάλης μη δίνει δικαιώματα 

σε κανένα παντζούρι να στραβοκοιτάξει .
Και τώρα στα πενήντα του έπρεπε να αρχίσει

απ την αρχή.Μακριά η σύνταξη με κομμένα δάχτυλα 
η άσφαλτος της άλλης δουλειάς 
Τελευταία μπέρδευε και τους τόνους δουλειά 

το λέγαν δουλεία ήταν κουβάρι ο τονισμός . 
Βαριόταν τις μισές κουβέντες 
κι έτσι τον έκοψε με ισο ύφος 
Εντάξει Κυριε Νίκο θα το αδειάσω το μαγαζί 

σαν χαλίκι η κουβέντα του εκοψε στα μισα 
τις γαλιφιές της επιφάνειας . 
Τούτα και τ άλλα σήμερα μοιραζόταν με την Μαρία

κι η μια λέξη έφερε την άλλη.Άδειαζαν τις τσέπες τους
κι ίδια όνειρα βγάζαν μέτραγαν τις μπόρες 
και πότε μια εδώ στάλα περίσσευε πότε εκεί . 
Ζύγιζαν τα χρώματα κι από το γκρι έβγαζαν το κίτρινο . 

Ξεμάκρυνε ο Κος Νίκος στα μπαούλα τους 
χώνονταν μωρά οι πεταλούδες . Όλα κεινα τα παιχνίδια
σιγά σιγά παίρναν πνοή . Ο μικρός ιππότης έπαιρνε το σπαθί
κι οι κούκλες μια νέα βιτρίνα άνοιγαν ας ήταν μικρή
τόσα πολλά θα της βάζαν. Τα μπαλόνια φούσκωναν 
τα στήθια τους να παίξουν οι ανάσες 
μισά μισά στου πηγαιμού το ρολόι δίναν .
Μονάχα ο χρόνος ήταν όλος δικός τους .

Πότε μάκρυναν τα χείλη του γέλιου 
πότε ένα ποτηράκι κρασί μεθούσε ολάκερο
τον κόσμο τους ,πότε μια ζεστή κουβέντα 
σκέπαζε τ αγιάζι του καιρού, μα άστραφτε τόσο ο ήλιος 
στα μάτια τους που νόμισες κι έσπειραν χελιδόνια 
στα χέρια τους . Τώρα μαζί θυμόταν την γιαγιά !
Σεκερ γιαβρουμ σεκερ ασκ σεκερ (ζάχαρη η αγάπη) . 



Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

Διάφανες γραμμές

Θα θελα να μπορούσα
να σου δώσω τα αστέρια
να μη σου λείψει ποτέ
ο χορός των άστρων
Να ανάβω το φεγγάρι
κάθε που θα αντικρίζει
το βλέμμα σου
να σεργιανώ
το σώμα σου σαν ηλιαχτίδα
μη και σου λείψει η ζεστασιά
Να φορώ το καπέλο του χρόνου
και στο γείσο να ναι
μόνο η άνοιξη να σου γελά
Να περπατώ στα πλακόστρωτα
του νου σου φυτεύοντας
πέργκολες με τριανταφυλλιές
Να μαι το καράβι σου
που ξέρει να μερευει θάλασσες
να δίδασκα κοράλλια να σου τραγουδούν
Να ήμουν λέει μπαλκόνι του ουρανού
να φτέρωνα τη μέρα
αηδόνια να σου τραγουδούν
και σαν πλαγιάσει η νυχτιά
την άρπα να χω αγκαλιά
κι απ τις χορδές της
κύματα σωρό σε ένα ρυθμό
νανούρισμα γλυκό να ακουστεί
να σβήνει κάθε γκρι
κεντώντας με χρυσή κλωστή
Μα ξέρεις ότι δικό
δικό μου έχω πιο πολύ
ειναι η ψυχή
κι αυτή σου την χαρίζω
να ναι στα στήθια σου διπλή !


Λίγο να πάψει το πολύ να ψάχνει το νόημα να δει

Κι ήρθαν εκείνα τα μπαλόνια να  μοιράσουν 
λίγα κορδόνια της χαράς .
Να ξεφτίσουν μια στάλα το φιλί της πίκρας ,
ντυμένα με μια φλούδα πορτοκαλιού 
Κοινωνική πολιτική το είπαν. 
Ελιές ελέους αντί του φαγητού. 
Μια κοινωνία χωρίς κοινωνό .
Η χώρα του λίγο . Λίγο Παιδεία , λίγο υγεία , 
λίγο ανθρωπιά , λίγο ουσία .
Γεμάτη επιδόματα ,κοινωνικά μερίσματα ,
μικρές αυταπάτες να ξεγελούν τον καιρό 
και γελούν το μέρισμα της δικαιοσύνης 
Κοινωνικό μέρισμα, κοινωνικό τιμολόγια,
κοινωνικές απάτες. Ποιόν πιότερο ωφελούν ;
τίνος το μέρισμα μοιράζουν;
Κι εκείνος που άνεργος βρέθηκε ευγνωμονεί εκείνον 
που του δειξε την πόρτα ανεργίας . 
Κι οι ρυτίδες που χρόνια στη σκάφη των χρόνων 
τα χέρια του μούλιασε χαρά του τάζει. 
Ο άλλος που βρέθηκε στην άκρη της βροχής
να χει το πιόμα της νερό,
φως μιας στιγμής του γράφει να θυμηθεί πως ζει .
Παραμονές Χριστουγέννων μια βόλτα στο κέντρο
της πόλης κι ένας Ιανός που αλλάζει πρόσωπο 
σε κάθε γωνιά . 
Λαμπιόνια και κουρασμένα μάτια 
Μελωδίες και γκρίζες σκέψεις . 
Ένα τραμπολίνο ζωής κέρασμα στη χαρμολύπη του καιρού.
Όχι κύριοι κοινωνική πολιτική δεν είναι ελεημοσύνη 
Δουλειά θέλει ο άνεργος , γέλιο χρωστάμε στο παιδί , 
κι ανάσα στα ολόλευκα μαλλιά που δικαιούνται . 
Δεν χορταίνει το τραπέζι με κάλπικα φλουριά . 
Και θα ρθουν να σου πουν μα αν έρθουν οι άλλοι 
θα κόψουν κι αυτά και θα ρθουν οι άλλοι
να διατυμπανίσουν καμένη γη πως βρήκαν 
και θα ρθουν,θα ρθουν ,κι εσύ πρέπει στο πίσω 
να γυρνάς να δεις η μέρα αν κυλά.
Κι η κοροϊδία καλά κρατεί κι η δικαιοσύνη 
κλεισμένη σε κλουβί,που κάποτε όνειρο είχε δει
πως λευτερη θα χει πνοή . 
Μα όσο πετούν πουλιά , όσο ένα παιδί πεινά 
σφύρα θα σπάει το σχοινί,
το αμόνι ήχους θα λαλεί κόκκινη γη να βρει .
Γεννιέται στο χώμα ένα λουλούδι να αρχίσει το τραγούδι. 
Κείνο αντίλαλος απ άκρη σ άκρη θα ακουστεί
να βρει σχισμή το γέλιο να καρπίσει αληθινά από ψυχή ! 

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Εγω δεν ειμαι ποιητής

Όχι φίλε 
μήτε ποιητής ειμαι 
μήτε καλλιτέχνης 
τα λόγια της ψυχής μου ακούω
κι ετσι ανεπαφα 
κρατώ τον ουρανό στα χέρια 
σπουδάζοντας τις ίνες 
μιας λευκής σελίδας 
με μόνη υπογραφή 
το μελάνι .. της καρδιάς μου !

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Σπόροι μιας χούφτας

Δυο τρια περιστέρια
και ο κύριος Πέτρος ανάμεσα να σκαλίζει
τα ψιχούλα τους .
Χορταίναν τα δάχτυλα του
ψωμί ελευθερίας και το σουσάμι τους,
σπόροι που γέλασαν φτερά
κι ανέβηκαν να ποτίσουν τον ήλιο.
Ανθρωποι πάνε γυρίζουν , μιλούν, γελούν
μα κείνος καρφωμένος στη χούφτα του έμενε.
Τούτη έσκαψε , γέννησε , ιδρωσε στα φώτα
γιόμισε ριχτάρια τους ρόζους
που φασκιώθηκαν πάνω της .
Καρπώθηκε μηλιές με κόκκινα φύλλα
κι άστραψε δυό φιλιά του τζαναμπέτη του καιρού
που στάλα μυαλό δεν έβαλε
κι ακόμα ενα παιδί τους δρόμους του κεντούσε
Τσαλίμια του καμε η ζωή και στέγνωνε
στη λακκα της τις βροχινές τις ωρες
Μα θες λιγο το άγουρο λίγο της γνώσης το φιλί
στο πρωτοφως της κάθε αυγής κείνο το χαμογέλιο
που έβγαινε απο ψυχή στο χέρι του κρατούσε
Να ταν η συντροφια με τ αστρα που μαθε να μιλά
με τα πουλιά να ταν η ρίζα του που απο σταχυ ειχε φανει
Ξεχύλισαν τα χρώματα απο την σκέψη της καρδιάς
κι έφτιαξε πίνακα τρανό να δενει γη και ουρανό
Άλογα ατίθασα να τρέχουν στο λιβάδι
με παπαρούνας τον ανθό με οδηγό τα δάχτυλα
έσβησε το σκοτάδι . Πέταξε χάμω πινελιές
να ανθίσουνε λουλούδια κι απο μιας νότας
το σκαλί μάζεψε άηχες φωνές τις έκανε τραγουδια.
Το τσίμπημα του φτερωτού που τέλιεωνε η ψίχα
του έσπασε το χρόνο και μια γλυκόπιοτη λαλιά
που ακουμπά στους ώμους ακόυστηκε να τον ρωτά
Πετρη μου σε ποια χωράφια τριγυρνάς κι ολο μιλούν
τα μάτια σου με νευματα χαράς;
Τούτη η χούφτα πια απλώθηκε σαν στέρνο που ψάχνει
την καρδιά κι ολάκερος εγινε μια αγκαλιά.
  Ποιός είπε πως τα όνειρα εχουνε μονο μια φωλιά
βαδίζουν στα νερά , στο λίχνο , στο ανεμάκι
στη ζεστασια τις καλαμιάς στη λίμνη της απανεμιάς
οταν γελά η ψυχή 'οπου και να κοιτάξεις

ροδίζει μια μανταρινιά .Φτάνει να βλέπεις
να ακούς ..μια χούφτα λεει τόσα πολλα!


Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

Λευκός καμβάς

Μην αφήσεις
τις λέξεις μου να χαθούν
κράτησε τες σαν να μουν εγώ
φυλαγμένες στο στέρνο σου
γίνε ο λευκός τους καμβάς
μέτρα τα γράμματα τους
κάθε ένα από αυτά
είναι κι ένα κομμάτι μου
η ψυχή μου τα μάτια μου
η θάλασσα που ονειρεύτηκα
το κύμα της που σαν άβγαλτο παιδί
πλατσούρισα μέσα του
ο ουρανός που σαν χελιδόνι
χώθηκα στην φωλιά του
άκουσε τις .. μιλάνε
για κεινα τα χώματα που ποτέ δε φίλησα
κι όμως πάντα πατούσα
τα μικρά λιβάδια που κρατούσα
στα χέρια μου ντυμένη γη
μην αφήσεις τις λέξεις μου να χαθούν
να σβήσουν στους αμέτρητους κόμπους της άμμου
κράτησε τες να μπορώ ακόμη κι αν λείπω
να μπορώ ..να σε βρω !



Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019

Πολύχρωμες γιρλάντες

Μιλούσες
κι ήμουν
τόσο αφημένη
στο τραγούδι
που δε άκουγα λέξεις
συνήλθα
μόνο
όταν σταμάτησες
είχα στην αγκαλιά μου
τις νότες των χειλιών σου!

Μπαλωματής

Χρόνια στο ράβε ξήλωνε, σε τούτη τη δουλειά
απ το πρωί ως τη νυχτιά σε ένα δοχείο τα καρφιά
ματώνανε τα δάχτυλα ,τρύπαγε η καρδιά
Σ 'άλλο την κόλλα που περνά,δεμένο με κλωστή
ένα ξυλάκι από δεντρί να μην ραγίζει η ψυχή
το γυάλισμα φανταχτερό,κέρδος χαμόγελο γλυκό
παράταση του έργου του σε χρόνο πικρό
Ήρθαν καινούργιες εποχές,του φέραν μπόρες συννεφιές
μόνος τις ώρες του περνά,κανείς δε δίνει σημασία πια
αμούστακο ήταν παιδί τώρα έχει χιόνια στα μαλλιά
αν ειναι η καρέκλα αδειανή,ή αν ακόμα εκείνος ειναι εκεί
παρέα με την μοναξιά,κι από το τζάμι να κοιτά
κάποιος διαβάτης αν περνά,μια καλημέρα να του πει
να πιει ζεστό ένα φιλί,μια αγκαλιά αληθινή
Μονάχα ο χρόνος που περνά
με σηκωμένο το γιακά του λέει μόνο ένα γεια
Μα ξάφνου ένα πρωινό με ένα χαμόγελο τρανό
φίλε του λέει σου φέρνω νέα διαλεχτά
ανάσα δε θα παίρνεις πια απ τη δουλειά
γύρισα πίσω τον καιρό το γέλιο σου πάλι να δω
Στα χέρια ακόμα τα κλειδιά , δίπλα του η ξιπασιά
τραυλίζοντας και σιγανά μια καλημέρα τον κερνά
αν το μπορείτε το φιόγκο μου κολλάτε να χαρείτε
ειναι η γόβα Ιταλική στη Νάπολη την είχα βρει
Λίγο πριν απ το γιόμα μπαίνει στητός ο εγωισμός
όχι πως το χρειάζομαι μα πριν να το πετάξω
χτυπάτε δυο καρφιά μέχρι να πάω στην αγορά
καινούργια να αγοράσω ..του λέει σκυθρωπά
Κόσμος .. κόσμος πολύς.. ο χρόνος πια κυλά
κοιτώντας χίλια πρόσωπα κι η ώρα γίνεται σταλιά
βαλάντια μαζεύονται αρκετά δε θα φοβάται πια
όταν στο σπίτι του γυρνά ψωμί στα χέρια του κρατά
Μα κείνο που τον τσάκισε κομμάτια έγινε η καρδιά
ήταν εκείνη η στιγμή που μπήκε μες το μαγαζί
μια μικρούλα ζωγραφιά με τα μαλλάκια της λυτά
δύο ματάκια άστρα λαμπερά με απορία να τον κοιτά
κι απ τη λευκή της τη φωνή μια νότα που γινε πληγή
''θα μου δώσετε καινούργια παπούτσια; ''ρωτά η μικρή
βγάζει η ψυχή του μια φωνή που ακούγεται σ όλη τη γη
γιατί ... γιατί το φτάσαμε ως εδώ , τώρα τι να απαντήσω εγώ;
Την παίρνει μόνο αγκαλιά της δίνει δυο γλυκά φιλιά
λίγο πιο πέρα και πριν τελειώσει η μέρα
της αγοράζει ένα ζευγάρι ροζ φτερά στα πόδια της τα φορά
Τα περιστέρια τα λευκά πετούν αγνά πάντα ψηλά
τι κι αν η τσέπη άδειασε ξανά
του φτάνουν λίγο νερό και μια μπουκιά
κι όταν τον χρόνο συναντά στα μάτια ίσα τον κοιτά
Κάνε τους μήνες σου μέρες που γρήγορα κυλούν
τις ώρες ...στιγμές σαν καταρράχτες να ξεσπούν
Δε θέλω πλούτη και λεφτά έχω διαμάντια στην καρδιά
μου τα έδωσε ένα παιδί με μια αγκαλιά κι ένα φιλί
στον ουρανό κοιτά ..ένα φεγγάρι του γελά
του τραγουδά .... ψιθυριστά ...μια λέξη .....''ανθρωπιά ''


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Μικρές κυκλάδες

Σκέψου ..σκέψου λέει 
να σβήναμε τις μελανιές 
αυτές κάτω απ το δέρμα 
Να κόβαμε τη γλώσσα 
των γκρίζων λόγων 
κι ύστερα να σπάζαμε
τα σχοινιά απ τα δέντρα 
να ξαλαφρώσει το δάσος.
Σκέψου 
να πετούσαν τα χρώματα 
να διάλεγαν μόνα το ταίρι τους 
Κι εμείς να ξυπνούσαμε το πρωί
γελώντας, τραγουδώντας 
έτσι .. γιατί 
κελαηδά στο μπαλκόνι ένα αηδόνι 
σήκωσε τα κεπέγκια ο φούρνος 
κι απ  τα μανίκια του 
μοιράζει το ψωμί 
γιατί πάνω απ την παντόφλα 
αμέριμνο περνά ένα μυρμήγκι 
καμαρώνοντας στις πλάτες 
τη σοδειά του 
στο τραπέζι μας εχει ένα πιάτο 
φράουλες κι από τον πάτο του
κρεμιέται ένας κήπος 
οι κούπες αδειάζουν τον καφέ 
στα χείλη μας ζεσταίνοντας 
τον ουρανίσκο που χει το γαλανό του
γιατί μέσα απ τις αράδες μας
χοροπηδά η άνοιξη 
Σκέψου όμορφα που θαμαστε 
να αγαπιόμαστε έτσι σαν άνθρωποι 
Να φιλιόμαστε γιατί απλά αγαπιόμαστε 

Δυο δάχτυλα δρόμος να σ αγγίξω 
και μίλησε η καρδιά βουβαίνοντας το νου 
κι ειν ' το χαμόγελό της κυκλάμινο του ουρανού!

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

Επιστολή σε έναν άγγελο

Αλέξη …… θέλω να σου πω ..πως
Όχι …όχι δεν έφταιγες εσύ
ήσουν μονάχα ένα παιδί
από κείνα που μιλούν με τα άστρα
τραγουδούν με το κύμα
ονειρεύονται με το χάραμα
αγκαλιάζουν το σύμπαν
από κεινα ..που στον κόρφο τους
τιτιβίζουν τα θέλω
κοκκινίζουν οι αναμονές
χαμογελούν οι ανάσες
θυμώνουν οι στιγμές
κομματιάζουν το χθες
όχι .. δεν έφταιγες εσύ
μα κάποιος έπρεπε να πληρώσει
μπλέχτηκες με κεινα τα ατίθασα παιδιά
που σηκώνουν ανάστημα
που δεν κρύβονται στις ρωγμές
με κεινα που χουν το θράσος
να ζητούν ότι τους ανήκει
το αύριο που γράφει το όνομα τους
το ξημέρωμα που ζει απ την πνοή τους
το βλέμμα που κυλά απ τα μάτια τους
με κείνα που δόση είναι μια στάλα ονείρου
που χαρακώνουν τις σκέψεις ξυπνούν τις αισθήσεις
αλήθεια …… πως τόλμησες να αντισταθείς
στον κόσμο των μεγάλων
πως μπόρεσες να στήσεις άγιες λέξεις
σε στόμα παπαγάλων
ποιος ήσουν εσύ; που τάραξες του λήθαργου τη ρότα
δώρισες άτακτους τριγμούς στης σκοτεινιάς τη μπότα
τι πίστευες κι αρμένιζες σε χώμα της ευμένειας
η εξουσία γυαλί θολό στους τοίχους της παράνοιας
πως νόμιζες θα αντισταθείς με τις μικρές σου πλάτες
αρχαίων χρόνων εμμονή ορίζει παραστάτες
σε ποιο χρησμό χάρισες το όνομά σου
σε ένα μαντείο που χρόνια τώρα καίει κάθε άγγιγμα σου
όχι ..δεν έφταιγες εσύ
μα είχες τα χρόνια του μικρού
και την καρδιά ενός θεού
απ της ροδιάς τους σπόρους
νότισες με ένα δάκρυ σου
τους νεκρωμένους σταυραετούς
πότισες τους στεγνούς αγρούς
κύρτωσες το στοιχειό του τρόμου
έδωσες γλάρου το φιλί
σε βήμα ερειπωμένου δρόμου
μες την ψυχή μου σε κρατώ σαν λάβαρο και ιερό
με ένα μικρό ευχαριστώ .. στη θύμηση σου θα δεθώ
να μην ξεχνώ ότι …αξίζει .. να θυμάμαι … να μην ξεχνώ!

''Κάθε που χάνεται ενα παιδί καίει εναν σπόρο της η γη''

Βόλτα στις κερασιές του κόσμου

Κάπως αλλιώς ήσουν .Πιο λίγο μήπως,πιότερα λες, 
κάπως αλλιώς γύριζες τον χρόνο 
Πόσες φορές δεν άκουγε να χτυπά το παρελθόν 
μα να που πάλι εκείνο το μήπως ,χτυπούσε τα γόνατα του
στο πάτωμα αφήνοντας ένα γαλάζιο λεκέ από σήμερα. 
Και μήπως αν εξηγούσε θα άλλαζε κάτι; 
Ένα βουβό χαμόγελο τον κυνηγούσε να φτάσει
στο ανακάτεμα ρυτίδας με την φωτεινή ματιά 
Άπλωσε τα πόδια στο βήμα που τον καλούσε .
Η πρωινή βόλτα στην αγκαλιά της θάλασσας
και τούτο το άσκεπο του ουρανού, γέμιζε τα στήθια
του νου γαλήνη.
Άφηνε στις πλάτες της τις περασμένες σκέψεις 
να κυλούν αποχαιρετώντας τες με ένα γλυκό φιλί .
Τούτη η ησυχία και μόνο το δικό της τραγούδι,
του θύμιζε τους στίχους των ποιητών . 
Αλαργινοί και τόσο κοντά στα μάτια του .
Το φως του ορίζοντα βάφτιζε τις πινελιές του
στα νερά της . 
Μικρά κύμβαλα που σκόρπιζαν τον ήχο για κεινα 
που δεν είδε για κεινα που θα ρθουν. 
Τα αλογάκια της μικρά παιδιά που παίζαν στους μίσχους
απ τα αρμυρίκια και στο γελαστό κουτσό της άμμου
που καθώς έμπαιναν οι πατούσες στη φούσκα τους,
τούτη ξεφούσκωνε κι άφηνε το πέλμα να γευτεί 
ζάχαρη κι αλμύρα. 
Χοροπηδούσαν στα μάτια οι αγαπημένοι και κείνα 
τα χαμόγελα ένα ένα πετούσαν βότσαλα,
να δουν οι γκέλες το παιχνίδι του νερού . 
Αγνάντευε τα χρώματα απ το χάραμα στα χέρια 
που άλλαζαν χρώμα ανάλογα με τα ορφανά του ουρανού.
Πως τούτος ο κόσμος ομόρφυνε το σύμπαν 
δίχως μιλιά μονάχα με τον κόπο της ψυχής . 
Πλούσιος που ήταν είχε την χάρη να κυματίζει 
την στεριά στα πεταλλα του πρωινού άστρου . 
Κύριε σας βλέπω κάθε μέρα στο ίδιο σημείο. 
Τι κουβαλάτε και τόσο βαρύ ειναι που δεν φεύγετε
από εδώ;Την κοίταξε . Να ταν η φαντασία του να ταν άγγελος; 
Αυτη η γυναίκα απλή ήταν μα τόσο γεμάτη από ομορφιά .
Την κοίταζε μόνο . Ελάτε , ελάτε τα σπουργίτια 
κατέβηκαν στην άσφαλτο,τα πλοία του ουρανού ταξίδια 
κάνουν στα πεζοδρόμια και τούτη η θάλασσα γέμισε κόσμο.
Στα πλαϊνά της χοροπηδούν νιούτσικα σπάργανα  γέλιων
και τούτος ο κόσμος την ζεστασιά παλεύει στο άγγιγμα.
Μια βόλτα στις κερασιές του κόσμου να δούμε το δάσος.
Ελάτε τα χρώματα φορούν φορέματα και παντελόνια . 
Την άκουγε αποσβολωμένος της έδωσε το χέρι.
Πάμε του είπε έχω κι άλλα να κάνω,
η επόμενη στάση μου ειναι ένα γέρικο παιδί 
Πρέπει να προλάβω να προστατεύσω τη ζωή
στα μάτια του πριν μεγαλώσει .
Ελάτε διπλός ο δρόμος μα εχει στη φλόγα
το άσβηστο κερί κι αυτό εχει ομορφιά πολύ !


Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Σαν πρώτο φιλί

Μετρήσαμε τις μέρες
τους μήνες τα χρόνια
σαν πρώτο φιλί 
κι ολα ίσα μας βγήκαν 
Βγήκαμε στη εξώπορτα 
στο ίδιο μέρος η τριανταφυλλια 
κι ας άλλαξε τόσα φύλλα 
Πάλι το σκοτάδι 
θα γεννούσε το φως 
και πως αλλιώς 
Βλέπεις αυτό που μηδενίζει η καρδιά 
στο ίδιο τέμπο χτυπά 
Δεκέμβρης 
κι ακόμα μέσα μου 
χτυπάς σαν άνοιξη ! 

Ακροβασία

Υποκλίσεις σε κλεμενα όνειρα 
φαυλος κύκλος τα εξ ομοίων ομοιώματα 
κι υστερα ενα αστέρι για χειροκρότημα 

Ακόμη και τ αστρα σιώπησαν 

Ευτυχώς που ρισκάρει η αγάπη 
κι αφήνει το βλέμμα στην ομορφιά
να χει ελπίδα τ αντικρινο ! 

Λευκή σκόνη

Με κομμένη την ανάσα
ανάμεσα
στο άδειο και στο πλήρες του κόσμου
αντέχοντας …
μια στάλα βροχής
απ τις σκέψεις σου

μαστουρωμένος 
απο την λευκή σου σκόνη
αυτή που ζέσταινε 
κάλπικα τα μάτια  
κι αργά αργα 
εβαζε τη θηλια στην ανάσα σου
γονάτισες …
στα έγκατα της ψυχής σου
βυθίστηκες …
στον κόρφο σου
μην ακουστεί …η κραυγή της σιωπής σου
κράτησες …
το χαλινάρι στις τσέπες των ματιών
ορίζοντας το.. μη ..της ανάγκης
ξεσκέπασες ….
το λυχνάρι που ακόμα σιγοέκαιγε
εκεί..στην καρδιά σου
ξεμπροστιάζοντας την αχνή πνοή σου
κερωμένο … το βλέμμα
έσταζε κρυστάλλινο ιδρώτα του πόνου
έπνιγες την φωνή
μάταιο … ποιος να ακούσει
έσβηνες …παγωμένος από την υποκρισία
ματωμένος … απ αγκάθινα φιλιά
ξεχασμένος …απ τα κρόσσια του ήλιου
η αλμύρα έτρεχε στα μάγουλά σου
κύλαγε να ξεπλύνει την ασχήμια του χρόνου
τις σκούρες ουλές της ρυτίδας
τη ζαρωμένη ελπίδα του άπιαστου
νερό…….στην έρημο
της πλεγμένης με σύρματα
σκυμμένης οργής
σου γνεψε ο δρόμος της λύτρωσης
έγειρες το κεφάλι στον ώμο
κι αποκοιμήθηκες
Λίγα λαμπιόνια
πουχαν τα μάτια ανοιχτά
φώτισαν την σκιά σου
τι κρίμα …
χάθηκες στην πολυκοσμία
μέρες αγάπης βλέπεις ……..ποιος; να σε προσέξει!


Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

Άγουρο βήμα

Άρχισε να χτυπά άγρια η σφυριά
Κουδούνιζε το αμόνι
Σαν από θάμα η ανθρωπιά
αγκάλιαζε τα στέκια
που από αλλού μιλούσαν
Και κείνοι οι αχθοφόροι
βαλαντωμένοι  σε ξένες επιταγές
χρεολύσια μοίραζαν σε άσπαρτα σπαρτά
Φύσα ανέμι να σκορπιστεί η καταχνιά
Και εσύ που σαν μονόλογος
τα αγκάθια που σου φύτεψαν  μετράς
θυμήσου …
πως πάνω σου κύλησαν χρόνων οι κεραυνοί
μα νίκησε η θάλασσα που ξύπνησε
ένα πρωί κι είδε τον ήλιο απ την αρχή !


Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Άτιτλο

Άπλωσα τα χέρια 
τρόμαξες 
σου έδειξα τον ήλιο 
κρύφτηκες 
κελαηδησα να μ ακούσεις 
κοιμήθηκες 

Σώπασα 
σ' αγαπώ ! 

Αντιθέσεις

Ασφαλτωμένοι δρόμοι 
κρύες άδειες ρωγμές του πουθενά 
Καρικώνουν τα μπαλώματα 
μικρές σπίθες .
Στάχτες άγουρων τόπων
σα γέλια που δε χάρηκαν 
Δάκρυα που σώπασαν 
σε παγωμένες καρδιές 

Ένα λουλούδι γέρνει στη νύχτα
τα φύλλα να αποκοιμηθεί 
κι εγώ που τη μιλιά του χώρεσα 
ρουφώ την γαλήνη στα στόμα 
κι αχάραγα φυτεύω ένα κελάηδημα 
στης χαραυγής τα στήθη !

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

Ισλί

Παραμονές Χριστουγέννων
το ξύπνημα ήταν χωμένο σε ένα ζεστό φιλί
Ξύπνα σε περιμένει η γιαγιά
Η γιαγιά σήμερα ήταν ντυμένη χαρά κι είχε απάνω της
όλες τις πούλιες της θύμησης και μένα πόσο μου άρεσε
να χώνομαι δίπλα της θαρρείς και ψήλωνα δυο μπόγια
στο άγγιγμα της .
Ο μπαμπάς με συνόδεψε μέχρι την εξώπορτα
Από τα σκαλάκια ακόμη την άκουγα να φωνάζει
''γιαβρουμ'' κάλως το μου .
Πόσο γελούσα μ αυτό το μπέρδεμα της γλώσσας
που πήγαινε από την Πόλη στην Ελλάδα
με ένα αλαφροισκιωτο βήμα.
Όλα ήταν ήδη έτοιμα .. τα υλικά στο τραπέζι
Τώρα πια είχα μάθει αφού κάθε χρόνο την έβλεπα
να περνά από τούλι μια χούφτα στάχτη 

από την ξυλόσομπα .
Ύστερα το έβραζε και μια κουτάλα
περίμενε να γεμίσει ένα μικρό κουπάκι
όπως έλεγε μαζί με τα άλλα υλικά
Σαν ιεροτελεστία σε πρόγραμμα που μύριζε μέλι.
Μου τύλιγε τη μέση ΄με μια ποδιά της να μη λερωθώ
Τοσοδούλα καθώς ήμουν έμοιαζε πάνω μου φασκιά
που δέναν τα χρώματα της στοργής
με το ύφος της παραμάνας που ζέσταινε το υφάδι της .
Τα υλικά ένα ένα προχωρούσαν στα χέρια της
κι άρχιζε το τραγούδι .
Δεν καταλάβαινα τι έλεγε μιας και δεν ήξερα τα τούρκικα
μα έφτανε η φωνή της να με κάνει να κουνιέμαι πέρα δώθε
Ήταν εκείνη η ματιά που γέμιζε κάστανο και θυμάρι
Οι μικρές της παύσεις που έκαναν οι θύμισες της
κι έλαμπε ολάκερη σαν ήλιος .
Τελειώνοντας τη ζύμη της μου έδινε το σιδερένιο γουδί
να θρυψαλιάσω το καρύδι
Εκείνο το ντιν νταν όταν μου ξέφευγε σαν μικρές
καμπάνες ηχούσε ,που χτύπαγαν να ξυπνήσουν 

οι χοροί της μέρας .
Το ισλί έγραφε τη δική του ιστορία, ζωγράφιζε τα νήματα
να κρεμαστούν αμάραντες στιγμές
κι όταν αλεύρωνε τη μύτη, μια αγκωνιά στην άκρη 

της ψυχής στοίβασε τα δικά της γράμματα .
Τα τριγωνάκια της χαράς έτοιμα να στοιβαχτούν
στο πάτωμα του ταψιού κι από κει
να ψηθούν στην ζεστασιά της άσβηστης φλόγας .
Το τελευταίο κέντημα έμεινε .
Δυο μικρές μασιές κομμάτια της δικής της γης
γινόταν τα πινέλα μας.
Χοροπηδητά τσιμπήματα να μένουν ανάγλυφα
στη ζύμη του καιρού .
Κι ο τελευταίος ρυθμός η νότα του μελιού
καθώς ψημένα μύριζε η αγκαλιά των Χριστουγέννων .
Βαμμένες εικόνες στο χρώμα των ματιών
Σγουρομάλλες, άγουρες θύμισες που κάθε
που χτυπούν την πόρτα του νου ..παιδιά μένουν !

Άτιτλο

Περιορισμένη ορατότητα 
κι εχει τόση άνοιξη ο ορίζοντας !

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

Γυμνό ξαποστάσι

Την ήξερα ναι την ήξερα αυτή τη μικρή γωνιά 
Ζεστή κι απόμακρη καθώς μόνη της διάλεγε 
το φουστάνι του ουρανού της να χορέψει στον κόσμο 
Ένας μικρός καθρέφτης από ξάστερους σταλακτίτες 
που άλλοτε δάκρυζαν στο χνώτο μιας ψιχάλας 
κι άλλοτε έτρεχαν παίξουν σβόλους με τα κύματα
Σου άρεσε να παρατηρείς τον κόσμο 
να καταγράφεις συμπεριφορές κι ύστερα να βλέπεις 
το πρόσωπό σου στο μελάνι τους .
Καμιά φορά γελούσα με το πνιγμένο γέλιο σου 
κάτω από τα βλέφαρα του φεγγαριού .
Κουνούσαν τα δέντρα τα φύλλα του κόσμου 
κι εσύ σπαρταρούσες να πλέξεις το δίχτυ του ψαρά 
μη και χτυπήσουν στ αδέσποτα γεράνια . 
Ένιωσα τις πληγές σου στα γόνατα μου καθώς 
σερνόσουν να γλυτώσεις το κλεμμένο χώμα της γης 
Τα μουντζουρωμένα μάτια σου από την αγριάδα 
των μαύρων μολυβιών που σάστιζαν 
ακόμη και τον ήχο του αέρα 
Το τηλεσκόπιο του δρόμου που έριχνε το βλέμμα του 
στα έγκατα της πηγής σου ζυγίζοντας 
τα απόκρυφα στα χάδια της λάμψης 
Αυτη τη γωνιά της μικρής ερημιάς την γνώριζα 
Κυλιόταν πάνω στο χορτάρι που περιστέρια 
στήναν την φωλιά τους ,την ώρα που γκρέμιζαν 
με δυο δάχτυλα οι πεταλούδες τον γκρίζο τοίχο 
Αυτή η μικρή σου απομόνωση που σε έμαθε να διαβάζεις
τη σιωπή την είχα χτίσει χορεύοντας το βαλς του ήλιου 
Γέμιζε σκέψεις ανθρώπων το μαξιλάρι σου 
και συ στο ράβε - ξήλωνε να αλλαζεις βελονιές 
με πλεχτές κλωστές τη δαχτυλήθρα μου φορούσες 
μη ματωθούν τα κεντημένα της καλυμματα
Τόσο πολύ σε ξέρω που η γωνιά μου 
τη φλόγα σου κράτησε κι έτσι γυρίζω τον κόσμο 
κι εκεί με βρίσκω λυχνάρι στις δάδες της φωτιάς! 


Ξορκίζοντας τη φλούδα

Είναι που σ άκουγα πάντα να μου μιλάς
αποκρυπτογραφώντας εκείνες τις νότες
ειναι που τραγουδούσα μέσα μου τα λόγια σου
κι ας ήξερα πως ίσως να πιάσει βροχή
και δεν προλάβει το ανεμάκι να σε φτάσει
είναι που ο ήλιος μου ποτέ δε φοβήθηκε
τις γκρίζες σκιές που φύτρωναν στους τοίχους
Eιναι που κάποιες φορές ξεχνιέμαι
κι έτσι όπως σκέφτομαι θαρρώ πως μ ακούς
και ντύνομαι τη σιωπή μου .
Είναι που τα μεγάλα λόγια
ποτέ δε χώρεσαν στο συρτάρι μου
κι ότι κρατούσαν μέσα τους ήταν εκείνες
οι μικρές κλωστές που έπλεκαν το υφάδι
της κόκκινης κηλίδας που φώτιζε τα μάτια σου
Είναι που δε λογάριασα τις παραφυάδες
των δέντρων μα θαρρετά γύρευα τη ρίζα τους
ειναι που η πίστη μου στο νόημα
χαμογελά στην ουσία ξορκίζοντας
τη φλούδα της επιφάνειας
Είναι που ακόμα μέσα μου χοροπηδά ένα παιδί
χορεύοντας στον άνεμο και ζωγραφίζει τη ζωή!


Ληξιαρχείο η Μαριώ

Όλοι την ξέραν στο χωριό ..με τ ''όνομα ''η κυρά Μαριώ¨»
φορούσε ρούχα διαλεχτά ..λουλουδιασμένα και πλεχτά
χαράματα έπαιζε πενιά ..κι έτρεχε μες στη γειτονιά
να μάθει νέα με παγανιά ..που τα έδενε σε πετονιά

ποιος έφυγε απ τη ζωή ; ποιος γέννησε νέο παιδί;
αν σβήστηκε η φωτιά απ’ τη γη ή είχε καεί σαν το δαδί;
αν φύσηξε άνεμος βοριάς ; στα πέπλα της άλλης μεριάς
τίνος το γέλιο έχει κοπεί ;πως πάγωσε μια χαραυγή
ποιανού ρυτίδα έχει φανεί ..σαν μιας ψυχής μαρμαρυγή
πως πλούτυνε ο μπάρμπα Θωμάς ..που ήταν μονάχα καστανάς
γιατρεύτηκε άραγε ο Μηνάς ..ή θα τον κλάψει ο ντουνιάς

στο τρέξιμο απ’το πρωί ..μέχρι το σούρουπο να μπει
προλάβαινε έτσι η καρδιά ..γέμιζε μ άλλων ζωγραφιά
μα σαν η νύχτα θα τη βρει ..μες σε δωμάτιο κελί 
μόνο μια φλόγα απ το κερί ..κι ο ήχος από αναπνοή

Γέρασε η κυρά Μαριώ κουράστηκε απ το τρεχαλητό
κρυώνει μόνη και διψά ..Αχ!να χε μια ζεστή αγκαλιά

οι φίλοι της φύγαν κι αυτοί.. τους έπνιξε το πως …το τι….
λιγόστεψαν οι συγγενείς.. μιλιά δεν έβγαζε κανείς
φοβόταν μη και ακουστεί.. το μυστικό τους στην αυλή
στέκει μονάχα η μοναξιά ..σκιά κι ουλή, με άγια κραξιά
τους τοίχους βλέπει ουρανούς ..και προσπαθεί

να δει ο νους που ενώ γι αυτούς ήταν καυτή.. 
αν ρώτησαν ποτέ γι’ αυτή;
ή φταίει η ίδια , η…χαζή….που τόσο ξέχασε να ζει;;

τον χρόνο της μετρά η ψυχή ..κι ακούει μέσα της φωνή:
ξύδι ολάκερη η ζωή ζούσε.. με ξενική πνοή

κι άφησε ολόκληρη καρδιά… σε κύμα και θολά νερά
σκέψου ..στις μέρες της εδώ ..να είχε έναν οπαδό
να βλεπε, ν’ άκουγε πενιές το μέλλον, να ‘πινε , χρονιές
Αχ! και το δάκρυ αυλακιά.. στα μάγουλα αργοκυλά
πως μετανιώνει η καψερή..αχ, που δεν έδωσε η φτωχή
πάλη για μια ζωή …δική ..κι έρμη είναι μόνη, φυλακή
Αδεια ζωή με γέμισμα των άλλων την πνοή 

άδεια ζωή μικρή, κουφή  !