Παρασκευή 17 Μαΐου 2019

Αντάμωμα λύτρωσης

Tόσα τα χρώματα
που μήτε στα μάτια μου 
μπόρεσαν να σταθούν
Προχώρησαν στο δέρμα μου 
στα μαλλιά μου 
στα χείλη , στον ουρανίσκο
στα δάχτυλα που έπαιζαν
στο θρόισμα της πεταλούδας
όλα ..σαν ένα χρυσοκόκκινο 
που μόλις βύθιζε τα πόδια του 
στη θάλασσα .
Τούτη τη στιγμή 
ρίγησαν τα φύλλα μου
σείστηκαν οι ρίζες της ψυχής μου 
κι οτι έμενε στο απέραντο 
ήταν εκείνη η λευκή γραμμή 
που άφηνε το σμήνος των πουλιών
να ξεχωρίζει το πέταγμα 
μέχρι το αντάμωμα της λύτρωσης 
Κείνης της σιγής που ερχόταν με κρότο
να τραγουδήσει στον κύκλο 
των διάφανων αστεριών!


Το τραγούδι του αγεριού

Κι άρχισε να σφυρίζει μες τα αυτιά του ο αγέρας 
Σταμάτησε για λίγο το βήμα να ακούσει τα μελλούμενα του
κι ένα τουμπερλέκι που ξεμύτισε
απ το πουθενά , κρατώντας στα χέρια του
ένα παιδί του σπανε τη σιωπή. 


-Ει .. όχι εδώ πάνε πιο κάτω
τα λόγια ενός γεματούτσικου σκούφου
που ζέσταινε την κυριλάτη καράφλα
ακούστηκαν σαν βαριές πατημασιές
που επιβλητικά χτυπούσαν την άσφαλτο
Το μαγαζί στρωμένο με τα λευκά τραπεζομάντηλα
και το βάζο με τα ψεύτικα λουλούδια
δεν άντεχαν τούτο τον ''άγριο '' ρυθμό
της μουσικής που βάραινε την άσφαλτο


-Πάψε φώναξε στ' αγέρι θέλω να ακούσω
Στην σιγή του χόρευαν εκείνες οι άτιμες σκέψεις
που καμιά φορά θέλεις να τις χτυπήσεις σαν χταπόδι
να πάψουν να σου μαρτυρούν αλήθειες .
''Δε θες βρε αδερφέ δε γέννησες εσύ όλο τον κόσμο''
Να λοιπόν τι μας πειράζει .. ο άλλος δρόμος
αυτός που όλο μέσα στα πόδια μας μπλέκεται
και δε λέει να κάτσει στη γωνιά του
να πάρει αυτά που του ανήκουν
να δει πια πως δεν μπορεί να σουλατσάρει
εκεί που δεν τον σπέρνουν .
Δεν βλέπει τις γκρί γραβάτες; δεν ακούει τον αλλιώτικο ήχο;
κι αυτό το παιδί πρέπει .. πρέπει να μάθει
να ξεχωρίζει την πραμάτεια του με άδεια χέρια
ξυπόλητα πως να βαδίσει στο ακριβό χαλί
'-Φιλαράκο θα μου μάθεις να παίζω;
ξεστόμισε το στόμα του 


Ένα ρεσάλτο σαν πειρατής που μόλις κούρσεψε
τον κόσμο κι ένα ύφος νικητή βρέθηκε στο πλάι του .


Μικρός δάσκαλος κι αγέννητος παλιός μαθητής
βρέθηκαν να γρατζουνούν την ίδια νότα .


Περίμενε του πε ο μεγάλος μαθητής
κι άρχισε να τρέχει πίσω στην βιτρίνα του μαγαζιού .
Λαχανιασμένος στάθηκε στην εξώπορτα
αντικρίζοντας κατάματα τον ατσαλάκωτο σκούφο.
Πάλι τ ' αγέρι σβουρίζει στα γύρω του


- Συγνώμη κύριε ακούτε τ ' αγέρι; 


- Αχ μα ναι .. λυσσομανά ο άνεμος 


- Γελώντας του ρώτησε; το τραγούδι του τ ' ακούτε ;

Τι όμορφα που στρώθηκε το τουμπερλέκι στις νότες του!


Μπρούσκο φιλί

Κι όσο εσύ
υποταγή
θα μοιράζεις αγκάθια
εγώ
θα περπατώ στον άνεμο
θα γίνομαι θύελλα
στο στεγνό σου λιμάνι
βροχή
στην μνήμης
τα αποξηραμένα φύλλα
μαΐστρος
που κουβεντιάζει
στο όνομα της απανεμιάς
ζεστό ψωμί
να μοιράζομαι
στα χέρια τα ραγισμένα
πιοτί
μπρούσκο φιλί στης μοναξιάς
το άδειο κελί
μέχρι που..
να σπάσω
να κοπώ
να ξεγυμνωθώ
κι ύστερα πάλι
να αναστηθώ
έτσι ..
όπως γεννήθηκα
'' ελπίδα ''


Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Ταξίδι στον κόκκινο μύλο


Φορέσαμε δυο παπούτσια στα χέρια
κι αρχίσαμε να περπατάμε
τίποτε δεν θα εμπόδιζε το ταξίδι
Ο ναύτης μόλις είχε καμακώσει ΄
ένα γερό κατάρτι
κι η χώρα φορούσε την ασπίδα της
Πάει καιρός που χε πλέξει την πανοπλία της
πηλός και δάκρυ είχαν στεριώσει στα πλευρά της
Κι εκείνες οι χαραμάδες που γέρνανε στ αμπάρι της
μολύβια και θάλασσες κουβαλούσαν
Άνοιξε τα πανιά του ο ήλιος
τι κι αν λίγοι φαινόταν οι ακροβάτες
τα διαπιστευτήρια τους τα χανε δώσει στη ζωή
Μήτε τ αγιάζι μήτε η φουρτούνα τα τσάκισε
Λύγισαν τα γόνατα της υπομονής για λίγο
μα κείνο τ απέραντο φύσαγε στα σωθικά της
Το κατάστρωμα μύριζε ξύλο οξιάς
κι όπως λογίζαμε τα όνειρα ακόμη τραγουδούσαν
Δέσαμε τα κουπιά στα πόδια
κι ότι γλυκολαλούσε ήταν εκείνο
το τραγούδι της συντροφικότητας
Χρόνια τώρα χουχούλιαζε στον κόκκινο μύλο
αχ !! και να άκουες πως μοσχοβολάν
τα αρμυρίκια σαν δίπλα τους περάσεις
μ ' ολάνυχτη καρδιά!


Ήθελα να πω

Ήθελα να πω
για τον ήλιο ,την αγάπη
την αγκαλιά,την ομορφιά
την ζεστασιά ,την ειρήνη
την αλληλεγγύη ,το χαμόγελο
κι όλες οι λέξεις
κλείστηκαν σε μία 

   παιδί !

Γλυκοχάραμα

Ήσυχοι δρόμοι 
Αβίαστα ξεχωρίζει 
τα χρώματα του το χάραμα .
Μικρές πεδιάδες 
ανοίγουν τα πέταλα 
κοσμήματα της γης
αρώματα στο γύρω του αγεριου
Βοούν οι συναυλίες των πουλιών
Το θρόισμα των φύλλων 
αρπάζει την ηρεμία 
Υποχωρεί σπασμένη η ομίχλη
να σεργιανίσει άπλετο φως 
Πέπλο στην πλεύση του νου 
ο ήχος της φυσαρμόνικας 
που παίζει ο κωπηλάτης του στέρνου
ζεσταίνοντας τη φωνή 
να φτάσει στο ξύπνημα του ονείρου 
ένα απαλό φιλί . 
Μύρισε η μέρα γιασεμί !



Δευτέρα 13 Μαΐου 2019

Κάποτε 
θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
κρατώντας στη φούχτα 
τον ήχο μιας δροσοσταλιάς 
ζυγίζοντας το πέλαγο
στα μέτρα των πολλών
μετρώντας τα κύματα 
μ' ένα άστρο ή μ' ένα γιασεμί !

Με ρωτάς να σου πω τι ειναι Ελευθερία
ειναι να είσαι ο εαυτός σου
σε όποιο μετερίζι σε όποιο στασίδι
Να πέφτεις σαν πέτρα
να σπας στο κενό κι ύστερα
να γίνεσαι αέρας
να ξεδιπλώνεις  τα σύννεφα της βροχής
με τα δάχτυλα
να ραντίζεις τον ήλιο σου
να μην στεγνώνουν τα μάτια
Ελευθερία ειναι να ακούς 
να βλέπεις μα να μιλάς με την καρδιά σου
Να αγαπάς μ αυτήν δίχως να νοιάζεσαι αν σ αγαπούν
να δίνεις κι ατέλειωτα να χρωστάς
στον αέρα που αναπνέεις 
στα χείλη που φιλάς στον έρωτα της αγκαλιάς
στα λουλούδια στις μουσικές στα βότσαλα
Να δύεις και να ανατέλλεις γνωρίζοντας
μόνο τα κύτταρα της δικής σου πηγής
Να πνίγεσαι στα βαθιά και να ξέρεις
πως το χέρι σου το κύμα κρατά
Ελευθερία μάτια μου ειναι
μια θάλασσα απ αγάπη
Αντέχεις ; αντέχεις να αγαπάς;



Είδωλα

Παραποιημένες ζωές
μετάλλαξη
Εγωκεντρισμός του κέρδους
μιας αυλής σταγόνας
Παρανόηση .. πλήγματα
Ψεύτικες ελευθερίες
καθρέφτες που ομορφαίνουν
την ασχήμια
χειροκροτώντας το είδωλο

Ω !! αγαπημένο είδωλο
κι αν σπας
σε φτιάχνουν τα καλούπια

Σβούρες που αναζητούν
τη δύναμη στο λάθος
να πριονίσουν την ανάσα

Χλευασμός  στο ακατανόητο
να πάρει μπόι η μορφή
Γνώση ..στερνή τροφή
γρήγορα αναμασούν την φλούδα
φτύνοντας τον καρπό σου

Μιζέρια .. μιζέρια αξιών
και πως τα δάχτυλο
να βρει το δαχτυλίδι

Πώς να αλλάξει
τούτος ο κόσμος Κερέμ
ακόμη και ο πόλεμος
πλούτος της φτώχειας γίνεται
ο θάνατος μικρή πομπή
λάβαρο να χουν οι μικροί

Μαρμαρωμένε βασιλιά
που το όνειρο
και που η λησμονιά
τελώνες , φαρισαίοι
κλέβουν αδίστακτα ζωή
μοιράζοντας άδεια ψυχή

μα άκου 
τα κύμβαλα μοιράζουνε φωτιές 
θα ρθούνε μέρες καρπερές 
να αδράξουν απ τ' αδράχτι 
λάβα στ' αντίκρισμα της ομορφιάς 
μονάχα στο γελεκάκι
πλέξε τους κόμπους ανθρωπιάς !  



Κυριακή 12 Μαΐου 2019

Φύλακας άγγελος

Έρχεται εκείνο το δειλινό 
και κλέβει τα μάτια
θυμίσει πως μόνο η μέρα κλείνει
το όνειρο συνεχίζει τη ρότα του
Κι ίσως όσο μεγαλώνουμε
να μικραίνουν οι χαρές
σαν πολύτιμα σμαράγδια
κι οι απογοητεύσεις , οι πίκρες
να κρέμονται πιο εύκολα στα δίχτυα μας
Βλέπεις οι λεπτομέρειες πια κεντάνε
το φόρεμα της ζωής
Μα τίποτε δεν τελειώνει
όσο υπάρχει μέσα μας .
Γιατί αμέτρητα είναι τα άστρα
ατέλειωτος ο ουρανός
απέραντη η θάλασσα
γιατί μετά τη βροχή
βγαίνει ουράνιο τόξο
γιατί η αγάπη δεν έχει χρόνο
τόπο, ώρα, σημαία, όρια ,σύνορα
Δεν έχει τέλος η αγάπη
μήτε η ομορφιά ξεριζωμό
Και το όνειρο μοιάζει με φυσαλίδα
που σπα και γεννά συγχρόνως
βάφει τα χείλη κι αναζητά
λευκό ορίζοντα να μεγαλώσει
να στήσει με τα δάχτυλα τη γη του
Όμορφο βράδυ κι οι σκέψεις μου
μικρά βήματα που πλάι σου τριγυρνούν
Να κοιτάς ψηλά .
πάντα ένα αστέρι σαν φύλακας άγγελος
θα φορά τα μάτια μου ..να σε προσέχει!



Κόκκινα χέρια

Μη φοβάσαι
τα ματωμένα χέρια
ειναι
που έσκαψαν
βαθιά στην ψυχή
μέχρι
που να φυτρώσουν
στα δάχτυλα
τριαντάφυλλα !




Μεταφορικά του ήλιου

Κάποτε βρέθηκαν
ο ήλιος η θάλασσα ο άνεμος
κι η γη σε ένα τραπέζι 
Θέλοντας να δείξουν
τη δύναμη τους
έδειξαν με το δάχτυλο
ένα ολάνθιστο αρμυρίκι

Το βλέπεις αυτό; είπε η θάλασσα
μπορώ να πετάξω το κύμα μου
και να το πνίξω στη στιγμή
Σφύριξε ο άνεμος
λικνίζοντας τα φύλλα
μπορώ να φυσήξω τόσο δυνατά
που να σπάσω το μίσχο του
κι έτσι μαραμένο να κοιμηθεί
Σιγά είπε ο ήλιος
δυο τρεις ηλιαχτίδες μου
και το έκαψα

Άρχισε να γελά η γη
σμίξαν τα φρύδια κι οι τρεις
Θυμωμένοι καθώς ήταν
τη ρώτησαν γιατί γελά

Και να το πνίξεις θάλασσα μου
και να το σπάσεις ανεμάκι μου
και να το κάψεις ήλιε μου
τη ρίζα του στα σπλάχνα μου κρατώ
με μια αγκαλιά κι ένα φιλί μου
θα αναστηθεί ο μίσχος του
η γύρη του θα βρει φωλιά
τα φύλλα θα απλώσουν τα φτερά
και τ άρωμα του θα μεθά
όποιον στα μάτια το κοιτά

'' βαθύ το σκάμμα της ψυχής ''






Κρίκοι ψυχής

Ξέρεις τι θα πει νοιάζομαι ;
είμαι εκεί όταν με χρειάζεσαι
χορταίνω την ανάσα σου
αγγίζοντας τα φύλλα
της καρδιάς μου 

Γνωρίζω το δάκρυ σου
στα μάτια μου
ζεσταίνω την φωνή σου
στο χάδι μου
χαμογελώ
για να σε δω να στάζεις
μια μυρωδιά του γέλιου 

Κρατώ τα κομμάτια σου
να δέσεις την ψυχή σου

Μέτρα την απουσία σου
κι ύστερα πες μου
τι άραγε αγαπάς!



Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Ασύνορος καβαλάρης

Ξέρω ακριβώς πως νιώθεις
Σε μεγάλωνα στα κλαριά μου 
έτσι όπως κοιτούσες σαν μικρός άνεμος
Σε κάλμαρα κάθε που πνιγμένος γυρνούσες
από το γύρω που τόσο κοντά 
και τόσο μακρινά ακουγόταν
σαν άδειες φωνές σπασμένες στο βράχο .
Σε στέγνωνα κάθε που οι βροχές
απ τα μάτια σου κάπνιζαν στο άδικο .
Σε νιώθω πώς να τριγυρνάς 
με τα μάτια στον ήλιο καίγοντας τα πόδια σου ,
σε κεινα τα αλμυρίκια που ακίνητα γιορτάζουν .
Ξέρω πως είναι να βαδίζεις μοναχός 
κουβαλώντας τόσους ξένους στις πλάτες
Να βηματίζεις σαν άλλος 
που μέσα σου δαχτυλιές αφήνει .
Νιώθω πως είναι να ξεσκεπάζεις το δέρμα
για να μυρίσεις την αλήθεια γυμνή
Να σωπαίνεις με κείνα που χτυπούν 
με κρότο τα σωθικά σου
και να φωνάζεις κεινα τα ακατονόμαστα 
που ιστούς πλέκουν
Σε ακουμπώ με κείνο το χτένι 
που τα μαλλιά του νου μου χτενίζει 
προσέχοντας μη γρατζουνίσει τους κροτάφους σου .
Σαν άλλος μοναχικός καβαλάρης 
να πεταλώνω τα άλογα που φτεροκοπούν
σπρώχνοντας τις παντούφλες σου
στα πόδια του άπιαστου
Αχ να ξερες πως σε νιώθω 
τόσο που κάποια φορά.. 
ναι κάποια φορά θα φωνάξω τόσο δυνατά 
που θα σπάσει η φωνή σου .
Κι ύστερα κείνη η μοσχοβολιά πως θα ανθίσει 
σπάζοντας το κουκούλι της σαν πεταλούδα 
ζυγώνοντας τα σύνορα της σιωπηλής λευτεριάς !


Στη μητέρα μου και σ όλες τις μανούλες του κόσμου

Μιλώ για σε
κι η φωνή μου ραντίζει μαργαρίτες 
τα μάτια μου
σκορπισμένα κύματα που δένουν ωκεανό
τα πόδια μου
κυκλάμινα στο βράχο της αγκαλιάς σου
η ανάσα μου
περιπλανώμενο χάδι στα μαλλιά των παιδιών
τα δάχτυλα ζεστά κλινοσκεπάσματα
να σκεπάσουν λιβάδια παπαρούνας
μια χούφτα καπνοί σπάνε στα χέρια μου
κι ανοίγουν πύλες
να πετάξουν λευκά περιστέρια
Στενεύουν λωρίδες άκαρπης σκιάς
να ξεμυτίσει η πλατιά θάλασσα του ήλιου
μιλώ για σε
και τραγουδούν τα άλαλα φεγγάρια
ασύνορα φωτίζουν
τα σωθικά μου μικροί τυμπανιστές γιορτής
τα χείλη μου ρόδα φωτιά
που χύθηκε πρώτο φιλί
και θέριεψε κυπαρίσσι
βουβή η γλώσσα μου κυλά
να ζέψει αναγραμματισμούς
σπουδάζοντας θαυμαστικά
με βέρες άσβηστης λαλιάς
χτίζοντας κάστρα για φιλιά
ο νόστος γίνεται χαρά
φωλιά για τα πουλιά
μιλώ για σε
σάρκα της σάρκας σου
βλαστός από την ρίζα της ζωής
ζέφυρος από τα μάτια του ουρανού
μα όσα κι αν πω μια αναλφάβητη μιλιά
θα δίνει τόπο στην καρδιά
με ένα γαρύφαλλο μικρο
να κουβεντιάζει στον καιρό
με απέθαντο βιβλίο
βυζαίνοντας δυο λέξεις
μαμά ..ευχαριστώ!

Τόσο απλά τα λόγια 

πως παινεύτηκαν οι λέξεις ;

ζεστά που ακούγεται η καρδιά !



Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

Χωρίς όρια

Πάει καιρός
που δεν με σεργιανούν
του θεαθήναι τα στενά
Μυρίζω τον αέρα
στο λάλημα
ασβεστωμένης σκαλωσιάς
Γέρνω στα κύματα
που προσκαλούν τα άστρα
Μου φτάνει
ένα ψίχουλο γης
να φτάσω τον παράδεισο
Να περπατώ
κρατώντας σου το χέρι
κι αυτό να με ποτίζει
βρόχινη ξαστεριά
Να φτάνω στη σκέψη σου
μυρίζοντας
τη σκάλα του ουρανού σου
να μαι το γέλιο σου
στο φύσημα της αστραπής
Να σου χαρίζω ήλιο
με γέλιο μιας βροντής
Μου αρκεί
κείνος ο στίχος
που στα στήθη μου χτυπά
κι όταν σε αντικρίζει
παίρνει και σάρκα και οστά
Να κουβεντιάζω στο πρωί
σαν το νερό
που στην παλάμη σου έχει μπει
να σου ξυπνά το όνειρο
που ολονυκτίς
σκιτσάραμε σ ένα μαζί
μια αγκαλιά
κι ένα του φεγγαριού φιλί
Δεν έχει όρια η ζωή
αν την αγάπη έχει δει !


Λόγια σιωπής

Παραλήπτες λευκού φακέλου με σύμβολο καρδιάς
κι είναι τόσο βαθύ το άγγιγμα  του ρόδου!

Μάνα

Κεντάς
στα σπάργανα τον ήλιο
απ τις οδύνες σου
γεννιέται η χαρά
η αγκάλη σου ο κόσμος όλος
ζωσμένος με χάδια στοργής
αμάραντο ρόδο
τ ’ατέρμονο φιλί σου
κρύβεις στο στέρνο
ποτάμια υπομονής
σκέπαστρο απ’ απανέμι
κι ατσάλινης κορυφής
Μάνα ..
μεγαλώνεις ζωή
γιγαντώνεις ψυχή
περγαμηνές σου γράφτηκαν
να σου στολίσουν τα μαλλιά
οι μουσικές στησαν χορό
να σου χαϊδέψουν την καρδιά
γλύπτες σου σμίλεψαν κορμό
να αντέχει πάντα στο καιρό
ζωγράφοι πήραν χρώματα
πίνακα να σου φτιάξουν
στεφάνι πλέξαν οι θεοί
δική τους είσαι διαλεχτή
μα εσύ …με ένα χαμόγελο
μοιάζεις με νότα μαγική
που ξεπηδά απ το βυθό
πετά σε γαλανό ουρανό
αμόλυντο το σ αγαπώ
ισόβιο γλυκό πιοτό
άγγελοι σου δωσαν πνοή
η ζήση σου σε ουρανό και γη
ναναι το τέλος κι η αρχή
‘’Μάνα’’ όλα εσύ !



Προς-φυγες

Σε ένα άγνωστο σταθμό 
δίχως σκέπη ..περιπατητές χωρίς δρόμο
Τα χέρια καπνοί που ανταμώνουν 
στον  άνεμο δίχως να κρατηθούν 
απ τη λαβή του καιρού .
Ασπιρίνες η άνοιξη κι ο ήλιος 
καλμάρουν τα κόκαλα να μη νιώθουν το αγιάζι
κι η μάνα να χαμογελά μη και τρομάξουν τα παιδιά

Μη φωνάζεις θα ξυπνήσει η μέδουσα
α!! πάλι θα αρχίσει να χτυπά το σαγόνι στο πάτωμα 
ορκιζόμενη πως πόνεσε πριν νεκρωθεί 
κι αρχίσει να πνίγει 

Τσαλακωμένος καιρός και πώς να διορθώσεις 
τις σχισμένες του ραφές που χρόνια κομμάτιαζαν
τα δάχτυλα της ξετσιπωσιάς 

Προς-φυγες ιδανικών , ιδεών , χαμένοι ακόμη 
κι από κεινης της απλής κουλτούρας που φάνταζε 

στη ζεστασιά της πρωινής καλημέρας . 
Και παντού το φωνάξαμε , το γράψαμε 
το ελευθερία κι ύστερα τρομαγμένοι 

σαν χελώνες στο καβούκι κλειστήκαμε .

Τόσο φοβηθήκαμε το λόγο που πάψαμε να μιλάμε .
ένορκοι και δικαστές  σε μια κουρτίνα ενοχής 
που με δεμένα μάτια ζωγράφιζε μια δίκη 
με μόνο ακροατήριο το άστεγο του καιρού . 

Κι αν ξεσκεπάσουμε το νου φυτρώνουν

οι γαριφαλιές , κοχλάζει το ρέμα στον ωκεανό , 
θα γελάσει ο ήλιος ,στην καμπούρα της βοής 
ριζώνει η κραυγή .
Οι άνοιξες ζουν από τη γη 

που ποτίζει θάρρος κι αντοχή 
Φτάνει ένα σμήνος χελιδόνια τη ρότα να ροδίζουν 
ανοίγοντας φτερά στου κόσμου τα πανιά 

Και να λοιπόν ‘’που μάθαμε να κουβεντιάζουμε

ήσυχα κι απλά’’ πως έλεγε κι ο ποιητής .
Θέλει κόπο να ξυπνήσεις τον Ομαλό 
‘’έρημε άνθρωπε κυρ παντελή ‘’ 

  ψηλά το όνειρο βαθιά η ψυχή !



Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Και πόσες 
ερμηνείες θα δοθούν 
σταυρωμένα τα αρα
θα τρέχουν στους δρόμους 
σαν ειλωτες 
σαν φευγιο σαν λύτρωση
δεμένοι κόμποι
που απο νωρίς ειχαν λυθεί 
κι εμεις 
που γευτήκαμε το γκρίζο 
χτίζοντας 
τοίχο τριανταφυλλί 
σε εκείνο 
μονάχα θα ακούμε .. το νιώθω 
κι ας τρέχει το φεγγάρι 
να πιάσει το φιλί 

ειναι μικρό το θάμα 
μα φτιάχνει ατέλειωτη πνοή !

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Η πιο όμορφη 
στιγμή 
της απουσίας σου
ειναι αυτή 
που 

νιώθω
την παρουσία σου 

πως ακούς
τη σιωπή μου!

Ειναι κι εκεινα τα όμορφα 
που απο οποια 
μερια και να τα δεις 
σου κλέβουν ενα χαμόγελο 
Μικροί τυμπανιστές που γέννησες 
προτού φανει ο ήλιος στα μάτια σου
την ωρα που ανέτειλε η ψυχή 
την που βύζαινε την φλόγα της ανάσας
σαν πρωτοφίλημα της άνοιξης !

Αισιοδοξία

Ονειροπόλα
Μικρή μαθήτρια του άπιαστου
έμαθε να κυνηγά τον ήλιο
το φεγγάρι , εκείνα τα μικρά στίγματα
που ντύνονταν άνθρωποι , λουλούδια
γεννιόταν αγριομηλιές μεγάλωναν σαν τριαντάφυλλα
Τούτα τα πίστευε .
Ήξερε πως κάποτε θα γεμίσει η άνοιξη
από άφθαρτα στρωσίδια που θα γνώριζαν ατόφιο το φιλί
Κυνικός ο καιρός της θύμιζε πως τα πόδια κρυώνουν
κι οι κουβέρτες κείνες οι ζεστές κουβέντες λιγόστευαν
Μα εκείνη πάντα στα πλευρά της κρύβει ένα ΄΄ αλλά θα ρθουν ΄΄
Χρόνια τώρα σμίλευε τα φώτα του καλοκαιριού
στο πέτρωμα του χειμώνα ..
Αντάμωνε τις ρίζες που ένωναν
το φως του αποσπερίτη σ αγριεμένα χρόνια .
Συμπληγάδες της έστηναν φωτιές κι η πλάνη της Κίρκης
γύρευε στους μουσώνες αγύρτες που έστηναν άδειες φωλιές
Στα σωθικά της κούρνιαζαν παλιοί της αγαπητικοί 
σπόροι που μύριζαν νιούτσικου αγέρα γιασεμί
που έμοιαζαν δροσουλίτες του φραγκοκάστελου φρουροί .
Ανέμιζαν οι λύπες κερνούσαν οι πληγές
όμως στα στήθη φόραγε ενός ξένου θεού τις όμορφες φωνές .
Κωπηλατεί σαν νούφαρο τρέμει σαν φύλλο που ξεχάστηκε στη βοή
μα πάντα μια χαραμάδα μένει για κείνη ανοιχτή .
Κι όπως φιλά το άγουρο στου δρόμου τη σχισμή
στάζει μια στάλα η ‘’ αισιοδοξία ΄΄ 
φυσάει όνειρο και γίνεται .. ζωή !

Τρίτη 7 Μαΐου 2019

Κάθε μέρα και κάτι ,τόσος πόνος και τόσο άραγε
πικρόριζες που φυτρώνουν στο πέλμα του ήλιου
Άνω κάτω το γέλιο δεν έχει που να σταθεί
Μετέωρα όνειρα να κουβεντιάζουν
στην άκρη της λίμνης κρατώντας το σπαθί

Σταμάτησε η βροχή στο βασιλικό
κι άρχισε το χαλάζι να κυβερνά
Κείνοι που φύτεψαν φωτιά μοιρολογάν τον καπνό
σαν μη απ τα χωράφια τους να βγήκε
Στρώματα που κοίμιζαν νερό
αποτινάζουν απ τα μαλλιά την κόκκινη πλημμύρα

Κατεβαίνω τις στράτες που συχνάζουν
τα κοχύλια να ακούσω την μουσική τους
κι εκεί μας βρίσκω .
Στριμωγμένους στην άμμο να μετράμε
τη θάλασσα με τα μάτια κι αυτή αμέτρητη να ναι
Αγκαλιάσαμε τον άνεμο κι αυτός από τα δάχτυλα
το σκάει κυνηγημένος απ τα βόλια .

Σμιλέψαμε την πέτρα κι ανάγλυφα διαβάζουμε
ότι ακόμη δεν έχει γραφτεί .
Τρελοί , μικροί κι ονειροπόλοι
με φλάμπουρο τον ήλιο κι η κορυφή
να χει στο μέτωπο ψυχή !  


Δευτέρα 6 Μαΐου 2019

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Κυλούσε 
τόσο όμορφα
ο χρόνος
στα μάτια σου
που έμεινα
εκεί
να ξοδεύω
τις ώρες
ζεσταίνοντας
το φιλί
του κόσμου
στο βυθό σου ! 


Kι αν σκλάβους
μας ορίσανε 

λεύτεροι

προσκυνάμε
το όνειρο!


Θα ρθουν μέρες
που θα μυρίζουν τα στάχυα ήλιο
τούτες τις ώρες
θα στύβουν οι βροχές
τα πανιά τους
στη σκάφη του γαλάζιου ποταμού

θα ρθουν καιροί
που θα ανεμίζουν τα κουράγια
στην κορυφή
του καβαλάρη νικητή του μόχθου
λάβαρο η προβιά του λύκου
σπαθί της λύτρωσης φωνή

Μονάχα να γελάς
για να μας βρει το γέλιο
μες το λιβάδι της Ειρήνης
που χάραξε η ελπίδα
και έσπασε το παγόβουνο
στη χούφτα μιας νιόφερτης ελιάς

έτσι όπως γελά το ρόδο στο φιλί !

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Κι ειναι εκείνα τα λουλούδια
που πάντα θα μοσχοβολάν
πάνω σου
στο δέρμα
στο χώμα της καρδιάς
Κει που μυρίζουν
οι στάλες της βροχής
σαν βήμα λιόσπορου
ναι κεινοι οι σπόροι
θα μεγαλώνουν
μέσα σου σαν άνοιξη
και έτσι θα ανθίζουν
οι μυγδαλιές της φωνής της .
Ναι κείνα 

τα λίγα στάχυα
που κατάφεραν
να τυλίξουν το ειναι σου
κεινα που ζεστά
κράτησες
παραμελώντας το χειμώνα
φυτεύοντας 

στην γλάστρα των ματιών
τα πιο ακριβά αστέρια  

... της αγάπης !


Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Μη γυρεύεις
τα λόγια μου πουθενά
δεν ψάχνει
αυτός που αγαπά
σκύβει
κι ακούει την ψυχή
να του μιλά
κι αυτή
σαν δυο φωνές
που γιναν
ένα
..απαντά !


Θέλει ψυχή 
να ανάψεις τη φωτιά 
με νοτισμένα δάχτυλα 
Ακου 
πως σεργιανά ο νους 
και η χαρά 
σε μια καρδιά γεμάτη
απο αγάπης τα πουλιά !

Γυμνά πετά ο ήλιος 
φωτίζει άσπρα σύνεφα 
άπλωσε τις λιαχτίδες σου
να ξαστερώσει αγάπη !

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Στο βλέμμα
του ουρανού
θα κοιμηθώ
εκεί
να με σκεπάζει
το φως
των ματιών σου
στο βιός
που μετρά
τη ψυχή ..
του κόσμου μου !


Κείνα
τα αλαργινά φτερά
καμαρώνω
κείνα
που όπου
κι αν πετούν
διαβάζουν τον ουρανό
με δάχτυλα .. ψυχής !


Ανώγειανος
Δεν είμαι γιος υποταγής 
και κάποιας εύθραυστης γιορτής 
γεννήθηκα στον Ομαλό 
κι έχω για πλάτες τ άλμπουρο 
και στήθος το στανιό



Μοίρες με δίκασαν σωρό
μα βρήκα δίκιο και ψυχή
στου άνεμου τα πάθη 
μες της αλμύρας το φιλί 
στου βράχου τ άγιο αγκάθι 

στου Πρωτομάη το φιλί 
αντίκρισα το πέτρινο το μνήμα 
και όρκο έκαμα βαθιά 
να μη γενώ της άλωσης 
του ανέραστου τους βήμα 

βίρα μου λεν τα κύματα 
προστάζει κι ο αγωγιάτης 
να μείνω ένας του ορφανού 
του άλογου και του τρελού
λευκός κι άγουρος επαναστάτης 

να χω δυο μάτια βρεφικά 
να στήνουνε την προσμονή
της προίκας η άγια παντιέρα 
λεύτερη να ναι ξάστερη η φωνή 
να ξεδιψά από ήλιο σε άγονη φοβέρα 

κι αν με γυρέψουν οι πολλοί 
με μήνυμα αντρίκειο
νεύμα θα στείλω σ ουρανό
πως καίει το παράπονο
κι αγκομαχά το δίκιο

μα θα ρθουν άκαιροι καιροί
που θα κοιτούν αντάμα 
κοπέλια που χουν την φωτιά 
πως σβήνει η βρόμικη ενοχή
κι ειναι το γέλιο νάμα

τον Ψηλορείτη σαν κοιτώ
σέρνω τη γης τα χρώματα 
σε έναν θεό που άθεα μιλά 
κι εχει στο χέρι το σταυρό 
πέρασμα λύρας κι οδηγό !