Κυριακή 12 Μαΐου 2019

Μεταφορικά του ήλιου

Κάποτε βρέθηκαν
ο ήλιος η θάλασσα ο άνεμος
κι η γη σε ένα τραπέζι 
Θέλοντας να δείξουν
τη δύναμη τους
έδειξαν με το δάχτυλο
ένα ολάνθιστο αρμυρίκι

Το βλέπεις αυτό; είπε η θάλασσα
μπορώ να πετάξω το κύμα μου
και να το πνίξω στη στιγμή
Σφύριξε ο άνεμος
λικνίζοντας τα φύλλα
μπορώ να φυσήξω τόσο δυνατά
που να σπάσω το μίσχο του
κι έτσι μαραμένο να κοιμηθεί
Σιγά είπε ο ήλιος
δυο τρεις ηλιαχτίδες μου
και το έκαψα

Άρχισε να γελά η γη
σμίξαν τα φρύδια κι οι τρεις
Θυμωμένοι καθώς ήταν
τη ρώτησαν γιατί γελά

Και να το πνίξεις θάλασσα μου
και να το σπάσεις ανεμάκι μου
και να το κάψεις ήλιε μου
τη ρίζα του στα σπλάχνα μου κρατώ
με μια αγκαλιά κι ένα φιλί μου
θα αναστηθεί ο μίσχος του
η γύρη του θα βρει φωλιά
τα φύλλα θα απλώσουν τα φτερά
και τ άρωμα του θα μεθά
όποιον στα μάτια το κοιτά

'' βαθύ το σκάμμα της ψυχής ''






Κρίκοι ψυχής

Ξέρεις τι θα πει νοιάζομαι ;
είμαι εκεί όταν με χρειάζεσαι
χορταίνω την ανάσα σου
αγγίζοντας τα φύλλα
της καρδιάς μου 

Γνωρίζω το δάκρυ σου
στα μάτια μου
ζεσταίνω την φωνή σου
στο χάδι μου
χαμογελώ
για να σε δω να στάζεις
μια μυρωδιά του γέλιου 

Κρατώ τα κομμάτια σου
να δέσεις την ψυχή σου

Μέτρα την απουσία σου
κι ύστερα πες μου
τι άραγε αγαπάς!



Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Ασύνορος καβαλάρης

Ξέρω ακριβώς πως νιώθεις
Σε μεγάλωνα στα κλαριά μου 
έτσι όπως κοιτούσες σαν μικρός άνεμος
Σε κάλμαρα κάθε που πνιγμένος γυρνούσες
από το γύρω που τόσο κοντά 
και τόσο μακρινά ακουγόταν
σαν άδειες φωνές σπασμένες στο βράχο .
Σε στέγνωνα κάθε που οι βροχές
απ τα μάτια σου κάπνιζαν στο άδικο .
Σε νιώθω πώς να τριγυρνάς 
με τα μάτια στον ήλιο καίγοντας τα πόδια σου ,
σε κεινα τα αλμυρίκια που ακίνητα γιορτάζουν .
Ξέρω πως είναι να βαδίζεις μοναχός 
κουβαλώντας τόσους ξένους στις πλάτες
Να βηματίζεις σαν άλλος 
που μέσα σου δαχτυλιές αφήνει .
Νιώθω πως είναι να ξεσκεπάζεις το δέρμα
για να μυρίσεις την αλήθεια γυμνή
Να σωπαίνεις με κείνα που χτυπούν 
με κρότο τα σωθικά σου
και να φωνάζεις κεινα τα ακατονόμαστα 
που ιστούς πλέκουν
Σε ακουμπώ με κείνο το χτένι 
που τα μαλλιά του νου μου χτενίζει 
προσέχοντας μη γρατζουνίσει τους κροτάφους σου .
Σαν άλλος μοναχικός καβαλάρης 
να πεταλώνω τα άλογα που φτεροκοπούν
σπρώχνοντας τις παντούφλες σου
στα πόδια του άπιαστου
Αχ να ξερες πως σε νιώθω 
τόσο που κάποια φορά.. 
ναι κάποια φορά θα φωνάξω τόσο δυνατά 
που θα σπάσει η φωνή σου .
Κι ύστερα κείνη η μοσχοβολιά πως θα ανθίσει 
σπάζοντας το κουκούλι της σαν πεταλούδα 
ζυγώνοντας τα σύνορα της σιωπηλής λευτεριάς !


Στη μητέρα μου και σ όλες τις μανούλες του κόσμου

Μιλώ για σε
κι η φωνή μου ραντίζει μαργαρίτες 
τα μάτια μου
σκορπισμένα κύματα που δένουν ωκεανό
τα πόδια μου
κυκλάμινα στο βράχο της αγκαλιάς σου
η ανάσα μου
περιπλανώμενο χάδι στα μαλλιά των παιδιών
τα δάχτυλα ζεστά κλινοσκεπάσματα
να σκεπάσουν λιβάδια παπαρούνας
μια χούφτα καπνοί σπάνε στα χέρια μου
κι ανοίγουν πύλες
να πετάξουν λευκά περιστέρια
Στενεύουν λωρίδες άκαρπης σκιάς
να ξεμυτίσει η πλατιά θάλασσα του ήλιου
μιλώ για σε
και τραγουδούν τα άλαλα φεγγάρια
ασύνορα φωτίζουν
τα σωθικά μου μικροί τυμπανιστές γιορτής
τα χείλη μου ρόδα φωτιά
που χύθηκε πρώτο φιλί
και θέριεψε κυπαρίσσι
βουβή η γλώσσα μου κυλά
να ζέψει αναγραμματισμούς
σπουδάζοντας θαυμαστικά
με βέρες άσβηστης λαλιάς
χτίζοντας κάστρα για φιλιά
ο νόστος γίνεται χαρά
φωλιά για τα πουλιά
μιλώ για σε
σάρκα της σάρκας σου
βλαστός από την ρίζα της ζωής
ζέφυρος από τα μάτια του ουρανού
μα όσα κι αν πω μια αναλφάβητη μιλιά
θα δίνει τόπο στην καρδιά
με ένα γαρύφαλλο μικρο
να κουβεντιάζει στον καιρό
με απέθαντο βιβλίο
βυζαίνοντας δυο λέξεις
μαμά ..ευχαριστώ!

Τόσο απλά τα λόγια 

πως παινεύτηκαν οι λέξεις ;

ζεστά που ακούγεται η καρδιά !



Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

Χωρίς όρια

Πάει καιρός
που δεν με σεργιανούν
του θεαθήναι τα στενά
Μυρίζω τον αέρα
στο λάλημα
ασβεστωμένης σκαλωσιάς
Γέρνω στα κύματα
που προσκαλούν τα άστρα
Μου φτάνει
ένα ψίχουλο γης
να φτάσω τον παράδεισο
Να περπατώ
κρατώντας σου το χέρι
κι αυτό να με ποτίζει
βρόχινη ξαστεριά
Να φτάνω στη σκέψη σου
μυρίζοντας
τη σκάλα του ουρανού σου
να μαι το γέλιο σου
στο φύσημα της αστραπής
Να σου χαρίζω ήλιο
με γέλιο μιας βροντής
Μου αρκεί
κείνος ο στίχος
που στα στήθη μου χτυπά
κι όταν σε αντικρίζει
παίρνει και σάρκα και οστά
Να κουβεντιάζω στο πρωί
σαν το νερό
που στην παλάμη σου έχει μπει
να σου ξυπνά το όνειρο
που ολονυκτίς
σκιτσάραμε σ ένα μαζί
μια αγκαλιά
κι ένα του φεγγαριού φιλί
Δεν έχει όρια η ζωή
αν την αγάπη έχει δει !


Λόγια σιωπής

Παραλήπτες λευκού φακέλου με σύμβολο καρδιάς
κι είναι τόσο βαθύ το άγγιγμα  του ρόδου!

Μάνα

Κεντάς
στα σπάργανα τον ήλιο
απ τις οδύνες σου
γεννιέται η χαρά
η αγκάλη σου ο κόσμος όλος
ζωσμένος με χάδια στοργής
αμάραντο ρόδο
τ ’ατέρμονο φιλί σου
κρύβεις στο στέρνο
ποτάμια υπομονής
σκέπαστρο απ’ απανέμι
κι ατσάλινης κορυφής
Μάνα ..
μεγαλώνεις ζωή
γιγαντώνεις ψυχή
περγαμηνές σου γράφτηκαν
να σου στολίσουν τα μαλλιά
οι μουσικές στησαν χορό
να σου χαϊδέψουν την καρδιά
γλύπτες σου σμίλεψαν κορμό
να αντέχει πάντα στο καιρό
ζωγράφοι πήραν χρώματα
πίνακα να σου φτιάξουν
στεφάνι πλέξαν οι θεοί
δική τους είσαι διαλεχτή
μα εσύ …με ένα χαμόγελο
μοιάζεις με νότα μαγική
που ξεπηδά απ το βυθό
πετά σε γαλανό ουρανό
αμόλυντο το σ αγαπώ
ισόβιο γλυκό πιοτό
άγγελοι σου δωσαν πνοή
η ζήση σου σε ουρανό και γη
ναναι το τέλος κι η αρχή
‘’Μάνα’’ όλα εσύ !



Προς-φυγες

Σε ένα άγνωστο σταθμό 
δίχως σκέπη ..περιπατητές χωρίς δρόμο
Τα χέρια καπνοί που ανταμώνουν 
στον  άνεμο δίχως να κρατηθούν 
απ τη λαβή του καιρού .
Ασπιρίνες η άνοιξη κι ο ήλιος 
καλμάρουν τα κόκαλα να μη νιώθουν το αγιάζι
κι η μάνα να χαμογελά μη και τρομάξουν τα παιδιά

Μη φωνάζεις θα ξυπνήσει η μέδουσα
α!! πάλι θα αρχίσει να χτυπά το σαγόνι στο πάτωμα 
ορκιζόμενη πως πόνεσε πριν νεκρωθεί 
κι αρχίσει να πνίγει 

Τσαλακωμένος καιρός και πώς να διορθώσεις 
τις σχισμένες του ραφές που χρόνια κομμάτιαζαν
τα δάχτυλα της ξετσιπωσιάς 

Προς-φυγες ιδανικών , ιδεών , χαμένοι ακόμη 
κι από κεινης της απλής κουλτούρας που φάνταζε 

στη ζεστασιά της πρωινής καλημέρας . 
Και παντού το φωνάξαμε , το γράψαμε 
το ελευθερία κι ύστερα τρομαγμένοι 

σαν χελώνες στο καβούκι κλειστήκαμε .

Τόσο φοβηθήκαμε το λόγο που πάψαμε να μιλάμε .
ένορκοι και δικαστές  σε μια κουρτίνα ενοχής 
που με δεμένα μάτια ζωγράφιζε μια δίκη 
με μόνο ακροατήριο το άστεγο του καιρού . 

Κι αν ξεσκεπάσουμε το νου φυτρώνουν

οι γαριφαλιές , κοχλάζει το ρέμα στον ωκεανό , 
θα γελάσει ο ήλιος ,στην καμπούρα της βοής 
ριζώνει η κραυγή .
Οι άνοιξες ζουν από τη γη 

που ποτίζει θάρρος κι αντοχή 
Φτάνει ένα σμήνος χελιδόνια τη ρότα να ροδίζουν 
ανοίγοντας φτερά στου κόσμου τα πανιά 

Και να λοιπόν ‘’που μάθαμε να κουβεντιάζουμε

ήσυχα κι απλά’’ πως έλεγε κι ο ποιητής .
Θέλει κόπο να ξυπνήσεις τον Ομαλό 
‘’έρημε άνθρωπε κυρ παντελή ‘’ 

  ψηλά το όνειρο βαθιά η ψυχή !



Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Και πόσες 
ερμηνείες θα δοθούν 
σταυρωμένα τα αρα
θα τρέχουν στους δρόμους 
σαν ειλωτες 
σαν φευγιο σαν λύτρωση
δεμένοι κόμποι
που απο νωρίς ειχαν λυθεί 
κι εμεις 
που γευτήκαμε το γκρίζο 
χτίζοντας 
τοίχο τριανταφυλλί 
σε εκείνο 
μονάχα θα ακούμε .. το νιώθω 
κι ας τρέχει το φεγγάρι 
να πιάσει το φιλί 

ειναι μικρό το θάμα 
μα φτιάχνει ατέλειωτη πνοή !

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Η πιο όμορφη 
στιγμή 
της απουσίας σου
ειναι αυτή 
που 

νιώθω
την παρουσία σου 

πως ακούς
τη σιωπή μου!

Ειναι κι εκεινα τα όμορφα 
που απο οποια 
μερια και να τα δεις 
σου κλέβουν ενα χαμόγελο 
Μικροί τυμπανιστές που γέννησες 
προτού φανει ο ήλιος στα μάτια σου
την ωρα που ανέτειλε η ψυχή 
την που βύζαινε την φλόγα της ανάσας
σαν πρωτοφίλημα της άνοιξης !

Αισιοδοξία

Ονειροπόλα
Μικρή μαθήτρια του άπιαστου
έμαθε να κυνηγά τον ήλιο
το φεγγάρι , εκείνα τα μικρά στίγματα
που ντύνονταν άνθρωποι , λουλούδια
γεννιόταν αγριομηλιές μεγάλωναν σαν τριαντάφυλλα
Τούτα τα πίστευε .
Ήξερε πως κάποτε θα γεμίσει η άνοιξη
από άφθαρτα στρωσίδια που θα γνώριζαν ατόφιο το φιλί
Κυνικός ο καιρός της θύμιζε πως τα πόδια κρυώνουν
κι οι κουβέρτες κείνες οι ζεστές κουβέντες λιγόστευαν
Μα εκείνη πάντα στα πλευρά της κρύβει ένα ΄΄ αλλά θα ρθουν ΄΄
Χρόνια τώρα σμίλευε τα φώτα του καλοκαιριού
στο πέτρωμα του χειμώνα ..
Αντάμωνε τις ρίζες που ένωναν
το φως του αποσπερίτη σ αγριεμένα χρόνια .
Συμπληγάδες της έστηναν φωτιές κι η πλάνη της Κίρκης
γύρευε στους μουσώνες αγύρτες που έστηναν άδειες φωλιές
Στα σωθικά της κούρνιαζαν παλιοί της αγαπητικοί 
σπόροι που μύριζαν νιούτσικου αγέρα γιασεμί
που έμοιαζαν δροσουλίτες του φραγκοκάστελου φρουροί .
Ανέμιζαν οι λύπες κερνούσαν οι πληγές
όμως στα στήθη φόραγε ενός ξένου θεού τις όμορφες φωνές .
Κωπηλατεί σαν νούφαρο τρέμει σαν φύλλο που ξεχάστηκε στη βοή
μα πάντα μια χαραμάδα μένει για κείνη ανοιχτή .
Κι όπως φιλά το άγουρο στου δρόμου τη σχισμή
στάζει μια στάλα η ‘’ αισιοδοξία ΄΄ 
φυσάει όνειρο και γίνεται .. ζωή !

Τρίτη 7 Μαΐου 2019

Κάθε μέρα και κάτι ,τόσος πόνος και τόσο άραγε
πικρόριζες που φυτρώνουν στο πέλμα του ήλιου
Άνω κάτω το γέλιο δεν έχει που να σταθεί
Μετέωρα όνειρα να κουβεντιάζουν
στην άκρη της λίμνης κρατώντας το σπαθί

Σταμάτησε η βροχή στο βασιλικό
κι άρχισε το χαλάζι να κυβερνά
Κείνοι που φύτεψαν φωτιά μοιρολογάν τον καπνό
σαν μη απ τα χωράφια τους να βγήκε
Στρώματα που κοίμιζαν νερό
αποτινάζουν απ τα μαλλιά την κόκκινη πλημμύρα

Κατεβαίνω τις στράτες που συχνάζουν
τα κοχύλια να ακούσω την μουσική τους
κι εκεί μας βρίσκω .
Στριμωγμένους στην άμμο να μετράμε
τη θάλασσα με τα μάτια κι αυτή αμέτρητη να ναι
Αγκαλιάσαμε τον άνεμο κι αυτός από τα δάχτυλα
το σκάει κυνηγημένος απ τα βόλια .

Σμιλέψαμε την πέτρα κι ανάγλυφα διαβάζουμε
ότι ακόμη δεν έχει γραφτεί .
Τρελοί , μικροί κι ονειροπόλοι
με φλάμπουρο τον ήλιο κι η κορυφή
να χει στο μέτωπο ψυχή !  


Δευτέρα 6 Μαΐου 2019

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Κυλούσε 
τόσο όμορφα
ο χρόνος
στα μάτια σου
που έμεινα
εκεί
να ξοδεύω
τις ώρες
ζεσταίνοντας
το φιλί
του κόσμου
στο βυθό σου ! 


Kι αν σκλάβους
μας ορίσανε 

λεύτεροι

προσκυνάμε
το όνειρο!


Θα ρθουν μέρες
που θα μυρίζουν τα στάχυα ήλιο
τούτες τις ώρες
θα στύβουν οι βροχές
τα πανιά τους
στη σκάφη του γαλάζιου ποταμού

θα ρθουν καιροί
που θα ανεμίζουν τα κουράγια
στην κορυφή
του καβαλάρη νικητή του μόχθου
λάβαρο η προβιά του λύκου
σπαθί της λύτρωσης φωνή

Μονάχα να γελάς
για να μας βρει το γέλιο
μες το λιβάδι της Ειρήνης
που χάραξε η ελπίδα
και έσπασε το παγόβουνο
στη χούφτα μιας νιόφερτης ελιάς

έτσι όπως γελά το ρόδο στο φιλί !

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Κι ειναι εκείνα τα λουλούδια
που πάντα θα μοσχοβολάν
πάνω σου
στο δέρμα
στο χώμα της καρδιάς
Κει που μυρίζουν
οι στάλες της βροχής
σαν βήμα λιόσπορου
ναι κεινοι οι σπόροι
θα μεγαλώνουν
μέσα σου σαν άνοιξη
και έτσι θα ανθίζουν
οι μυγδαλιές της φωνής της .
Ναι κείνα 

τα λίγα στάχυα
που κατάφεραν
να τυλίξουν το ειναι σου
κεινα που ζεστά
κράτησες
παραμελώντας το χειμώνα
φυτεύοντας 

στην γλάστρα των ματιών
τα πιο ακριβά αστέρια  

... της αγάπης !


Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Μη γυρεύεις
τα λόγια μου πουθενά
δεν ψάχνει
αυτός που αγαπά
σκύβει
κι ακούει την ψυχή
να του μιλά
κι αυτή
σαν δυο φωνές
που γιναν
ένα
..απαντά !


Θέλει ψυχή 
να ανάψεις τη φωτιά 
με νοτισμένα δάχτυλα 
Ακου 
πως σεργιανά ο νους 
και η χαρά 
σε μια καρδιά γεμάτη
απο αγάπης τα πουλιά !

Γυμνά πετά ο ήλιος 
φωτίζει άσπρα σύνεφα 
άπλωσε τις λιαχτίδες σου
να ξαστερώσει αγάπη !

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Στο βλέμμα
του ουρανού
θα κοιμηθώ
εκεί
να με σκεπάζει
το φως
των ματιών σου
στο βιός
που μετρά
τη ψυχή ..
του κόσμου μου !


Κείνα
τα αλαργινά φτερά
καμαρώνω
κείνα
που όπου
κι αν πετούν
διαβάζουν τον ουρανό
με δάχτυλα .. ψυχής !


Ανώγειανος
Δεν είμαι γιος υποταγής 
και κάποιας εύθραυστης γιορτής 
γεννήθηκα στον Ομαλό 
κι έχω για πλάτες τ άλμπουρο 
και στήθος το στανιό



Μοίρες με δίκασαν σωρό
μα βρήκα δίκιο και ψυχή
στου άνεμου τα πάθη 
μες της αλμύρας το φιλί 
στου βράχου τ άγιο αγκάθι 

στου Πρωτομάη το φιλί 
αντίκρισα το πέτρινο το μνήμα 
και όρκο έκαμα βαθιά 
να μη γενώ της άλωσης 
του ανέραστου τους βήμα 

βίρα μου λεν τα κύματα 
προστάζει κι ο αγωγιάτης 
να μείνω ένας του ορφανού 
του άλογου και του τρελού
λευκός κι άγουρος επαναστάτης 

να χω δυο μάτια βρεφικά 
να στήνουνε την προσμονή
της προίκας η άγια παντιέρα 
λεύτερη να ναι ξάστερη η φωνή 
να ξεδιψά από ήλιο σε άγονη φοβέρα 

κι αν με γυρέψουν οι πολλοί 
με μήνυμα αντρίκειο
νεύμα θα στείλω σ ουρανό
πως καίει το παράπονο
κι αγκομαχά το δίκιο

μα θα ρθουν άκαιροι καιροί
που θα κοιτούν αντάμα 
κοπέλια που χουν την φωτιά 
πως σβήνει η βρόμικη ενοχή
κι ειναι το γέλιο νάμα

τον Ψηλορείτη σαν κοιτώ
σέρνω τη γης τα χρώματα 
σε έναν θεό που άθεα μιλά 
κι εχει στο χέρι το σταυρό 
πέρασμα λύρας κι οδηγό !








Τρίτη 30 Απριλίου 2019

Μια χούφτα μόνο

Ήταν φορές που νόμιζε
πως γεννήθηκε με τούτη τη μυρουδιά
από καλαμπόκι .
Πως φύτρωσε σε ένα χωράφι κάτω  απ  τον ήλιο
και βύζαινε από τις ακτίνες του .
Τούτη η μυρωδιά είχε περάσει στην καρδιά στην ψυχή του
είχε μπλεχτεί στα μαλλιά σα χτένι που κόμπος το φορά
Την έπινε την ανάσανε ήταν ο ίδιος ένα ζεστό καλαμπόκι
που πάνω του χοροπηδούσαν μικρές μπίλιες
που μια μια φόρτωνε τη μέρα της προχωρώντας
στο στόμα της ζωής .
Α !!! και πάντα του προκαλούσαν γέλιο
τούτες οι μικρές φυσαλίδες που καθώς έσκαγαν
στη φωτιά της μηχανής χοροπηδούσαν
σαν ζεστά τρεχαντήρια που χτύπαγαν
στους κάβους των  λιμανιών .
Με τούτα συντρόφευσε στον έρωτα
έσμιξε στην αγάπη , πορεύθηκε
γεννώντας κυκλάμινα που μεταμορφώνονταν
σε κυπαρίσσια .
Τούτη η πραμάτεια τον συνόδευε στη ζεστασιά και στον χιονιά του .
Σε τούτη ξόδευε τις ώρες του και πληρωνόταν απ τη σοδειά της .
Μα τούτος ο χειμώνας του χε μηνύσει πως τα άσπρα μαλλιά του
δε θα φορέσουν χιόνι κι οι γερασμένες ρίζες που κράταγαν το σώμα του έπρεπε
να ξεκουραστούν .. Φόρεσε τα καλά του και κίνησε για τον ίδιο δρόμο
Μα να που σήμερα η πραμάτεια του θα κρυβόταν στις τσέπες του
δίχως το τετράποδο καμιόνι του που σπίθιζε αλμύρα .
Σήμερα θα συναντούσε κείνα τα μικρά φτερωτά που τιτίβιζαν γύρω απ το κεφάλι του κάθε που η μοναξιά τύλιγε τα πλευρά του .
Κάθισε στο παγκάκι της πλατείας και περίμενε τον ερχομό τους .
Κι εκείνα πως μύρισαν το σακάκι του κι έτρεξαν να τον βρουν .
Μια χούφτα σπόροι του χύθηκαν στα πλακάκια και τα μικρά πλοκάμια
άπλωναν τα χέρια να κερδίσουν τη ζωή .
Μια χούφτα λοιπόν .
Μια χούφτα σπόροι ζέσταιναν  τον ουρανό κι αυτός φορούσε
πάντα το γαλανό του !



Να γιατί
σε ξεχώρισα
γιατί τίποτε δεν μοιάζεις
μήτε σε μεγάλες φωνές
μήτε σε μικρά λουλούδια
πατάς τη γη με πέλμα ουρανού
Γιατί στις τσέπες μου χώρεσε
η μεγάλη ανάσα σου
γιατί πιότερο
δεν πίστεψα απ τα μικρά σου ακρογιάλια
γιατί πλάι σου ίσα προχωρώ
δίχως το ύψος απ το μπόι
μα μ εκείνο το πέταλο
που φορώντας το ψηλώνει η καρδιά
Πόσο μ αρέσουν αυτά τα μάτια
που χωρίς χρώμα την άνοιξη φωνάζουν
αυτές οι σιωπηλές σου κατακόμβες
που τόσα μυστικά κουρνιάζουν στην κρύπτη τους
Περιπλανώμενοι δείκτες που προχωρούν
στην κοιλάδα της γαλήνης
με πύρινα φύλλα ζεστασιάς
Ακούν τους ψίθυρους
πίσω από τις γρίλιες της ομορφιάς
Τόσο μου μοιράστηκαν
στους ουρανούς
που σαν από θαύμα
τη γλώσσα τους έμαθα να μιλώ
διαβαίνοντας το κατώι της λευκής τους αυλής
σπουδάζοντας τα μικρά του γράμματα
στη βίβλο του .. νιώθω !



Περπάτησα
τόσο μέσα σου
που πια
δεν ξέρω
αν
το πέλμα μου
το ίχνος σου φορά
ή
αν σου χάρισα
τα φτερωτά μου πόδια
για να πετάς
ψηλά !



Κυριακή 28 Απριλίου 2019


Μην τρομάζεις
μάτια μου
έτσι αλλάζει ο κόσμος
Ακούγοντας όσα δεν είπες
μιλώντας
για αυτά που δεν έμαθες
έτσι αθόρυβα
σπάει το ποτήρι της σιωπής
κι ανθίζει
απ τον υγρό του βυθό
γαρύφαλλο
του.. εμείς !


Σάββατο 27 Απριλίου 2019

Γεια σου βρε Μηνά

Θαλασσινός ο Μηνάς είχε μάθει πια τις ψαριές 
και το κουτάλι του γεμάτο αλμύρα κι άγριο φύκι ,
μέχρι να βρει κείνο το γάργαρο που ήσυχα πλαγιάρι του θα είχε .
Πρωινός πρωινός και σήμερα
κίνησε στ' ακροθαλάσσι της βάρκας του
Μια μικρή σκούνα που μαθε να κυματίζει
στον ήλιο και να βαστά στον άνεμο
- Δε βαρέθηκες μωρέ τόσα χρόνια
να καβαλάς το δοξάρι της
απ τ άγρια χαράματα για λίγα πεντόβολα
- Μέχρι που να βρω το γαλανό
που θα μιλά στη γη θα περπατώ στα νερά ψιθύριζε.
Σκούνταγε το σκαρί του και χανόταν
Στο μέσο της διαδρομής πετούσε τα δίχτυα του
Άιντε και σήμερα δος μου μια μπουκιά ψωμί
και μια καράφα κρασί να γλυκαθούν τα χείλη
Το απόγευμα κουρασμένος γύριζε 
πάλι στην άμμο του να ξαποστάσι το σκαρί .
Μια περασιά απ το σπίτι να ξαρμυρίσει το κορμί 
κι ύστερα βουρ για το μικρό ταβερνιάρικο στέκι .
Του άρεσαν κείνες οι μικρές παρέες που μολογούσαν
τα παλιά θαλασσινά και συγχρόνως λύναν τα θέματα 
με λίγες κουβέντες .Τι πρέπει να γίνει μωρέ 
στον τόπο ; τούτο χρειάζεται ,κι αν ήμουν εγώ, 
κι ας είχα μωρέ μια μέρα τα πρωτεία και θα έβλεπες .
Τούς άκουγε προσεκτικά άλλες φορές γελούσε 
άλλες χανότανε στις σκέψεις
που μόνο το μικρό τραπεζάκι της άκουγε
Γεια σου βρε Μηνά και σήκωναν τα ποτήρια
Αγαπητός καθώς ήταν για τη λιγομίλητη μιλιά του
όρθωνε το τσίγκινο μισοοκάρικο στην υγειά τους
Μα σήμερα κάτι λαλούσε μέσα του πως θα ρθει 
να τον βρει . Γνώριζε χρόνια την Μάγδα γερασμένη
η κυρά του μαγαζιού με μπόλικες ραγάδες στη φωνή,
μα παρά τα ογδόντα της χρόνια κυρά του μαγαζιού . 
Σηκώθηκε να τη βρει στο μαγερειό της
Μια πεθυμιά του για λίγο σπιτικό φαγητό
τον τράβηξε εκεί . 
- Κυρα έχεις τιποτες μαγειρευτό ρώτησε .
Μα αντί την κυρά μια κοπελιά φανερώθηκε 
απαντώντας του - Ιμάμ και φασολάκια. Ταράχτηκε . 
Το στομάχι πια δε μιλούσε
Μονάχα ετούτη η καρδιά χτυπούσε θαρρείς 
κι ήταν έτοιμη να προδώσει 
το τράνταγμα στο στήθος του.
- Είμαι η Αθηνά του ψιθύρισε και μόλις έπιασα 
δουλειά να βοηθώ την κυρα Μάγδα. 
Μίλα βρε του φώναζε μια φωνή μέσα του 
πες πως σε λένε.
Μηνάς ψιθύρισε καθημερινός εδώ .
Έτσι άρχισε η γνωριμία τους .
Από την άλλη μέρα κιόλας η θάλασσα 
βιαζόταν να τον φέρει στη στεριά
η φίλη του η Αθηνά όπως έλεγε τον περίμενε .
Λίγο η ρετσίνα λίγο τα λόγια της κι όλο 
και πιο πολύ τον τράβαγε η στεριά
Θαλασσινός δήλωνε με καμάρι μα δες 
που τώρα τρέχει τις πέτρινες πλάκες .
Τι σου ειναι ο έρωτας. Ανάστα σε φέρνει
κι άμα ετούτος τραγουδά στην κιθάρα 
της ανταπόκρισης μήτε η θάλασσα μιλά μήτε
και η στεριά .Το μαγερειό πια δεν είχε φωνές
μα μόνο μάτια που κρύβανε ζεστασιά κι αγάπη.
Σχέδια που λόγιαζαν το νου και σκάλιζαν όνειρα
στην πέτρα . Πέρασε ο καιρός και να που τώρα 
κρεμούσε η ταμπέλα '' Ψαράδικο '' Στεριανός πια
ο Μηνάς κι η Αθηνά πλάι του καμάρι.
- Γεια σου Μηνά του έγνεψε ο Δημήτρης 
νιος που ανέλαβε σκυτάλη απ τον πατέρα του
 τον μπάρμπα Παναγή .
-Αχ ησύχασες εσύ να δω μωρέ πότε η θάλασσα 
κι εμε θα βαρεθεί. 
Γέλασε ο Μηνάς . 
-Τούτο το κλίκ αγόρι μου σαν έρθει να σε βρει 
ούτε νερά σε ακουμπούν ούτε το χώμα απ τη γη
Σαν γίνει ο έρωτας αγάπη πηγάδι ανάβει το νερό 
μες τη φωτιά κι από τα πέτρινα σκαλιά,
θεριεύουν νυχτολούλουδα μ αμάραντη ομορφιά!



Κι ενώ μεγάλωνε
ανάμεσα
σε βαρύγδουπες φωνές
που στολισμένες
κέρναγαν
τον πλούτο της ζωής
πως έμαθε
να αγαπά 


κείνους
τους ψίθυρους
που σαν θρόισμα φύλλων
έγερναν στην ψυχή

Έτσι όπως
το βρόχινο φιλί
στο σώμα ..της γης !




Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

Γυμνές ψυχές 
στα σπλάχνα του κύκλου
θωρούν το ασημένιο φέγγος
Υμνούν τα πουλιά τη θαλπωρή
Αστρολούλουδα
κεντούν το φόρεμα της σιγαλιάς
Ξεδιπλώνονται φτερούγες
να αγκαλιάσουν τo αμέτρητο
Φεγγάρι μου ! πόση αγάπη
χωρά  ο ουρανός σου !

Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

Είμαι κι εγώ 
που δύσκολα μιλώ
είσαι κι εσύ
που εύκολα μ ακούς
κι ειναι κι εκείνη
η σιωπή
που βάφτισε
η αγάπη
τα δάχτυλα ..
να αγγίζουν τη στιγμή !