Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019
Βραδινή ηλιαχτίδα
Άρχισε γρήγορα να νυχτώνει πια
η θάλασσα θαρρείς
και μάζευε σιγά σιγά
τα πόδια της απ την άμμο.
Ένα παλιό ζεϊμπέκικο
κρατούσε στο στόμα του
ένα μικρό τραντζιστοράκι
Σε έβλεπα να σιγοντάρεις το ρυθμό του
σα να ξερες τα λόγια του .
Μεθυσμένα τ άστρα
φυλούσαν στο βλέμμα σου
το ασημί φεγγάρι
στάλαξαν στα χέρια μου
τη φωτιά της βροχής
κι έτσι άρχισα να ζωγραφίζω
τη σκέψη μου στον καμβά σου
Μια νύχτα χαρισμένη σε σένα .
Να σουν το σύνεφο;
κει που σε φτάνω
φωτίζει το κύμα σαν ουρανός
να σουν τ αγέρι; κει που σ αγγίζω
μύρια δάχτυλα
ζεσταίνουν το κουβάρι της ανέμης
ξετυλίγοντας τα πλοκάμια της γης
Στα παράθυρα του νου μου χτυπούσες
σαν νυχτοπούλι που γέλαγε
στο πρόσωπο της βραδιάς
σα βραδινή ηλιαχτίδα
Τρυφερά που ακούστηκε η τελεία
καθώς κρύφτηκες ..μέσα μου!
η θάλασσα θαρρείς
και μάζευε σιγά σιγά
τα πόδια της απ την άμμο.
Ένα παλιό ζεϊμπέκικο
κρατούσε στο στόμα του
ένα μικρό τραντζιστοράκι
Σε έβλεπα να σιγοντάρεις το ρυθμό του
σα να ξερες τα λόγια του .
Μεθυσμένα τ άστρα
φυλούσαν στο βλέμμα σου
το ασημί φεγγάρι
στάλαξαν στα χέρια μου
τη φωτιά της βροχής
κι έτσι άρχισα να ζωγραφίζω
τη σκέψη μου στον καμβά σου
Μια νύχτα χαρισμένη σε σένα .
Να σουν το σύνεφο;
κει που σε φτάνω
φωτίζει το κύμα σαν ουρανός
να σουν τ αγέρι; κει που σ αγγίζω
μύρια δάχτυλα
ζεσταίνουν το κουβάρι της ανέμης
ξετυλίγοντας τα πλοκάμια της γης
Στα παράθυρα του νου μου χτυπούσες
σαν νυχτοπούλι που γέλαγε
στο πρόσωπο της βραδιάς
σα βραδινή ηλιαχτίδα
Τρυφερά που ακούστηκε η τελεία
καθώς κρύφτηκες ..μέσα μου!
Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019
Γλυκόλαλα φιλιά
Αυτο το παν-έξυπνο
που ακούγεται απο σπασμένα λάθη ξερεις πως το λένε;
Η απορία του Γιάννη στα ξύλινο τραπέζι
ένιωσε τα μάτια της να χώνονται στα στόματα
του ανθρώπινου κύκλου.
Τι θες να πεις βρε Γιάννη ρώτησε ο Μανωλης
Να μωρε κατι ομορφιες εξωτερικες που μας φορέσαν
καπέλο και μεις τις καναμε καραμέλες λεω .
Κοιμήσου νωρίς κερδίζεις χρόνια λες και ειναι μπαλόνια
της λοταρίας σε συμβόλαιο ανάσας .
Γιατρέψου μόνος μπορεις . Τι πλάκα που εχει θαρρεις
κι οταν μου καιγεται η τσεπη στα προβλήματα
φωνάζω το γειτονα να τα λύσει
Αμ τ άλλο ; Χαμογέλα ακόμη κι οταν πονάς
δε θα χαμογελάω ρε φίλε θα κλαιω γιατι ετσι νιώθω
αλλιως θα κάνω τον κλόουν σε αγνωστο θέατρο
Τι όμορφα μωρε που ηταν τα χρόνια μας
Ολα ειχαν την γευση που τους πρεπει
Χωρίς κονδυλοφόρους μωρε ζωγραφίζαμε
μιλώντας μόνο και σπέρνοντας τα λογια μας
στο πάτωμα ανθίζαν στις γλάστρες .
Τι κοινωνικοποιηση και κουραφεξαλα
Τωρα γινομαστε ξένοι . Δεν ακούμε μιλάμε .
Κι αυτο το λεμε εξελιξη των πραγμάτων .
Την εξελιξη του ανθρώπου που την πήγαμε για ;
Ο Θανάσης καβάλησε το λόγο σημειώνοντας
τα ψηλά της γνώσης .
Ναι αλλα τωρα μαθαινουμε κι αλήθειες .
Παλιά επρεπε να κρυφτουμε ή να ψαχνουμε κι εγω
δεν ξέρω τι για να ακουσουμε τι συμβαίνει γυρω μας
Ο Πετρής σκαρφάλωσε την φωνή του
σε ένα κλαρι του όλου γεμάτο φτιασίδια
κι ενα ένα τα απλωνε να φανούν .
Η Δήμητρα ξετσούμισε απ το μικρό κουζινάκι
κι εριξε απ το τηγάνι όλα εκεινα τα κερδισμένα
κι ακούρδιστα των γυναικών .
Τα λόγια εδιναν κι επαιρναν σαν ενα φιρμάνι που κάποιος
το περίμενε κι αυτο βήμα δεν έριχνε .
Ανάμεσα στα πόδια τους η μικρή Κατερίνα
έπαιζε με το μικρό σκυλάκι της, κι αυτό εχωνε
την μουσούδα του στην αγκαλιά της ,
έτοιμο να της χαρίσει την αγάπη του .
Να μωρε το κέρδος φώναξε ο Φώτης
Πολλα προσώπατα πολλές φιλοσοφίες .
Δεν φταίνε μωρε οι χρόνοι μήτε τα ξενόφερτα .
Κοίτα τι ωραια που μαστε . Μιλάμε , ακούμε , γελάμε
αυτο δεν μας το παιρνει κανείς .
Άνθρωποι ντε ανθρωποι με λάθη ειμαστε
Ξερεις πόσο κοστίζει αυτό ;
Δεν πειραζει κι αν τρέχει η γλώσσα πριν το νου
αρκει να ζευγατίζουν οι καρδιές .
Κι αυτές εχουν το φίλιωμα στο αίμα τους
Κι εξυπνα και χαζά μικρα ή μεγάλα δικά μας ειναι
μα δες τι όμορφα που μιλα μαζί με μας το καναρίνι .
Τα μάτια ολων σταμάτησαν στη φωνή του .
Γλυκά που κελαηδά ο κόσμος !
που ακούγεται απο σπασμένα λάθη ξερεις πως το λένε;
Η απορία του Γιάννη στα ξύλινο τραπέζι
ένιωσε τα μάτια της να χώνονται στα στόματα
του ανθρώπινου κύκλου.
Τι θες να πεις βρε Γιάννη ρώτησε ο Μανωλης
Να μωρε κατι ομορφιες εξωτερικες που μας φορέσαν
καπέλο και μεις τις καναμε καραμέλες λεω .
Κοιμήσου νωρίς κερδίζεις χρόνια λες και ειναι μπαλόνια
της λοταρίας σε συμβόλαιο ανάσας .
Γιατρέψου μόνος μπορεις . Τι πλάκα που εχει θαρρεις
κι οταν μου καιγεται η τσεπη στα προβλήματα
φωνάζω το γειτονα να τα λύσει
Αμ τ άλλο ; Χαμογέλα ακόμη κι οταν πονάς
δε θα χαμογελάω ρε φίλε θα κλαιω γιατι ετσι νιώθω
αλλιως θα κάνω τον κλόουν σε αγνωστο θέατρο
Τι όμορφα μωρε που ηταν τα χρόνια μας
Ολα ειχαν την γευση που τους πρεπει
Χωρίς κονδυλοφόρους μωρε ζωγραφίζαμε
μιλώντας μόνο και σπέρνοντας τα λογια μας
στο πάτωμα ανθίζαν στις γλάστρες .
Τι κοινωνικοποιηση και κουραφεξαλα
Τωρα γινομαστε ξένοι . Δεν ακούμε μιλάμε .
Κι αυτο το λεμε εξελιξη των πραγμάτων .
Την εξελιξη του ανθρώπου που την πήγαμε για ;
Ο Θανάσης καβάλησε το λόγο σημειώνοντας
τα ψηλά της γνώσης .
Ναι αλλα τωρα μαθαινουμε κι αλήθειες .
Παλιά επρεπε να κρυφτουμε ή να ψαχνουμε κι εγω
δεν ξέρω τι για να ακουσουμε τι συμβαίνει γυρω μας
Ο Πετρής σκαρφάλωσε την φωνή του
σε ένα κλαρι του όλου γεμάτο φτιασίδια
κι ενα ένα τα απλωνε να φανούν .
Η Δήμητρα ξετσούμισε απ το μικρό κουζινάκι
κι εριξε απ το τηγάνι όλα εκεινα τα κερδισμένα
κι ακούρδιστα των γυναικών .
Τα λόγια εδιναν κι επαιρναν σαν ενα φιρμάνι που κάποιος
το περίμενε κι αυτο βήμα δεν έριχνε .
Ανάμεσα στα πόδια τους η μικρή Κατερίνα
έπαιζε με το μικρό σκυλάκι της, κι αυτό εχωνε
την μουσούδα του στην αγκαλιά της ,
έτοιμο να της χαρίσει την αγάπη του .
Να μωρε το κέρδος φώναξε ο Φώτης
Πολλα προσώπατα πολλές φιλοσοφίες .
Δεν φταίνε μωρε οι χρόνοι μήτε τα ξενόφερτα .
Κοίτα τι ωραια που μαστε . Μιλάμε , ακούμε , γελάμε
αυτο δεν μας το παιρνει κανείς .
Άνθρωποι ντε ανθρωποι με λάθη ειμαστε
Ξερεις πόσο κοστίζει αυτό ;
Δεν πειραζει κι αν τρέχει η γλώσσα πριν το νου
αρκει να ζευγατίζουν οι καρδιές .
Κι αυτές εχουν το φίλιωμα στο αίμα τους
Κι εξυπνα και χαζά μικρα ή μεγάλα δικά μας ειναι
μα δες τι όμορφα που μιλα μαζί με μας το καναρίνι .
Τα μάτια ολων σταμάτησαν στη φωνή του .
Γλυκά που κελαηδά ο κόσμος !
Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019
Δυο ξένοι
Κι ήταν μονάχα δυο άνθρωποι
τέσσερα μάτια ξένα μεταξύ τους
μοιραζόταν απλά το ίδιο παγκάκι
νοιώθαν την ίδια κούραση
σκούπιζαν τον ιδρώτα που κυλούσε
απ το μέτωπο καθώς πετάριζαν οι ηλιαχτίδες
στα βλέφαρα τους.
Mια κίνηση ήταν η αφορμή
να σπάσει η σιωπή φορώντας ένα αχνό
χαμόγελο της καλημέρας
άρχισαν να μιλούν
τι κι αν το χρώμα του δέρματος άλλαζε
τους ένωνε η γλώσσα της απλότητας
με γράμματα στα μάτια πως μιλούσαν
Δυο ξένοι που νομίζεις πως γνωρίζονταν από παλιά
πόσο άνετα κυλούσαν τα λόγια
σαν να γνώριζαν το δρόμο της ψυχής
συμφωνική χωρίς τυμπανοκρουσίες
γερμένες νότες μελωδίας στο έργο της ζωής
πεταλίδες που προσπαθούν να απαγκιστρωθούν
από το βράχο της μοναξιάς
έτρεχαν τα λεπτά και οι στιγμές
φωτογραφίες που αποτύπωνε η καρδιά
λίγο πριν χωριστούν
βρήκαν στις τσέπες τους τα όνειρα
κι ήταν ίδια τις προσδοκίες ναναι αδερφές
τις ελπίδες κλαδιά του ίδιου δέντρου
τα δάκρυα λουσμένα σε κοινή βροχή
τα χρώματα των λουλουδιών
σπαρμένα στα ίχνη τους
στα δάχτυλα ραγισμένα τα κομμάτια τους
ένα γεια στο άγνωστο ένα φιλί στο πουθενά
το άγγιγμα στον ώμο του χρόνου
ένας απλός χαιρετισμός στην πύλη του καιρού
Τι κρίμα να μη χωρά ο κόσμος όλος …σε ένα παγκάκι !
τέσσερα μάτια ξένα μεταξύ τους
μοιραζόταν απλά το ίδιο παγκάκι
νοιώθαν την ίδια κούραση
σκούπιζαν τον ιδρώτα που κυλούσε
απ το μέτωπο καθώς πετάριζαν οι ηλιαχτίδες
στα βλέφαρα τους.
Mια κίνηση ήταν η αφορμή
να σπάσει η σιωπή φορώντας ένα αχνό
χαμόγελο της καλημέρας
άρχισαν να μιλούν
τι κι αν το χρώμα του δέρματος άλλαζε
τους ένωνε η γλώσσα της απλότητας
με γράμματα στα μάτια πως μιλούσαν
Δυο ξένοι που νομίζεις πως γνωρίζονταν από παλιά
πόσο άνετα κυλούσαν τα λόγια
σαν να γνώριζαν το δρόμο της ψυχής
συμφωνική χωρίς τυμπανοκρουσίες
γερμένες νότες μελωδίας στο έργο της ζωής
πεταλίδες που προσπαθούν να απαγκιστρωθούν
από το βράχο της μοναξιάς
έτρεχαν τα λεπτά και οι στιγμές
φωτογραφίες που αποτύπωνε η καρδιά
λίγο πριν χωριστούν
βρήκαν στις τσέπες τους τα όνειρα
κι ήταν ίδια τις προσδοκίες ναναι αδερφές
τις ελπίδες κλαδιά του ίδιου δέντρου
τα δάκρυα λουσμένα σε κοινή βροχή
τα χρώματα των λουλουδιών
σπαρμένα στα ίχνη τους
στα δάχτυλα ραγισμένα τα κομμάτια τους
ένα γεια στο άγνωστο ένα φιλί στο πουθενά
το άγγιγμα στον ώμο του χρόνου
ένας απλός χαιρετισμός στην πύλη του καιρού
Τι κρίμα να μη χωρά ο κόσμος όλος …σε ένα παγκάκι !
Άγραφες μνήμες
Αλλόκοτος καιρός
Κόντρα στη κόντρα
απανθρωπιά και ανθρωπιά
πόλεμος και πνοή
αγάπη και μίσος
Μονάχα οι κήποι
κι η μουσική να ταξιδεύουν
ονειροπόλους μυστικούς
κόντρα στον άνεμο
στης κάπνας τα γιατι
να σημαδεύουν τη οργή
η ελπίδα και η προσμονή
Κόντρα και θα ρθει ένα πρωί
που θα ακουστούν οι ψυχές
στο άγουρο και στο λυκαυγές
να στήνουν τόπο και γιορτή
μες τα πλοκάμια σου ζωή
Θα βγουν ελεύθερες
να τριγυρνούν στα κάστρα
που πότισαν ροδόσταμο
δάκρυ απ των φιλιών τα άστρα
Κόντρα θα ρθουν περγαμηνές
από του βράχου τις σιωπές
για να λυθούν ορμήνιες
που άγραφες είχαν μνήμες
Θα ρθει εκείνο το φιλί
που θα μυρίζει ήλιο
και μέντα θα χει αναπνοή
Κόντρα λοιπόν με τον καιρό
λάβαρο στήνουν και σταυρό
κείνοι που ακόμα αποζητούν
την ψίχα του στέρνου για να δουν
με ένα φιλί απ της κηρήθρας την ουλή
να στάζει μέλι στου δρόμου το σκαλί !
απανθρωπιά και ανθρωπιά
πόλεμος και πνοή
αγάπη και μίσος
Μονάχα οι κήποι
κι η μουσική να ταξιδεύουν
ονειροπόλους μυστικούς
κόντρα στον άνεμο
στης κάπνας τα γιατι
να σημαδεύουν τη οργή
η ελπίδα και η προσμονή
Κόντρα και θα ρθει ένα πρωί
που θα ακουστούν οι ψυχές
στο άγουρο και στο λυκαυγές
να στήνουν τόπο και γιορτή
μες τα πλοκάμια σου ζωή
Θα βγουν ελεύθερες
να τριγυρνούν στα κάστρα
που πότισαν ροδόσταμο
δάκρυ απ των φιλιών τα άστρα
Κόντρα θα ρθουν περγαμηνές
από του βράχου τις σιωπές
για να λυθούν ορμήνιες
που άγραφες είχαν μνήμες
Θα ρθει εκείνο το φιλί
που θα μυρίζει ήλιο
και μέντα θα χει αναπνοή
Κόντρα λοιπόν με τον καιρό
λάβαρο στήνουν και σταυρό
κείνοι που ακόμα αποζητούν
την ψίχα του στέρνου για να δουν
με ένα φιλί απ της κηρήθρας την ουλή
να στάζει μέλι στου δρόμου το σκαλί !
Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019
Σταγονες μελωδίας
Πάντα για άλλους μιλάμε
μικροί τροβαδούροι μιας ξένης μουσικής
κι εχει τόσες κρυμμένες λέξεις ο ουρανίσκος
Λόγια σιωπής
παραλήπτες λευκού φακέλου με σύμβολο καρδιάς
κι είναι τόσο βαθύ το άρωμα του γιασεμιού
Κάποτε θα ρθουν να σου πουν
ακροατές που πάντα ήξερες πριν τους γνωρίσεις
πόσο ζεστά φυλά την μελωδία μια αντανάκλαση μικρή
Η πιο όμορφη θάλασσα
εικονογράφοι συναισθημάτων σε ακατέργαστες γραμμές
κι αυτό που δεν λέμε ηλιόχρυσο πουλί
Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019
Φωνή
Μην κλαις μάνα δεν έφυγα εδώ είμαι
κάτω απ τα δάχτυλα της παπαρούνας
στην αλάνα που παίζουν μπάλα
τα παιδιά κλοτσούν τα πόδια μου
Ξεδιψώ από τη βροχή που ούτε
μια στιγμή δεν έσταξε λησμονιά.
Ακούω τις γλάστρες στην αυλή μας
να καρτερούν τον ουρανό μας
Δε χάθηκα μάνα δροσουλίτης έγινα
και τριγυρνώ στους δρόμους
όπως πετούν οι πεταλούδες της χαράς
να ανταμείψω το μύρο της γης μας
Το στόμα μου γέμισε ρίζες ρόδων
φωτιές που μιλούν σε κάθε γέννα
Το περβόλι μας βαστά τσαμπιά ελπίδας
σπόριασαν τα λόγια μας στο κουκουνάρι
Μη λυπάσαι μάνα τίποτε από μένα δεν πήραν
Η ψυχή μου κρέμεται στις ράχες των βουνών μας
τα μάτια μου ενώνουν τις θάλασσες
να τραγουδούν δελφίνια
γλάροι να περπατούν μίλια μηνύματα να πάνε
να ρθουν κοντά οι αετοί ,οι γερανοί
γαϊτάνι φόρεσε ουράνιο τόξο οι άνθρωποι
να δέσουν τη φωνή .
Γέλα μάνα κανείς δεν μας νίκησε
Δανεικά τα ρούχα τους κι οι κάτοχοι θα βρουν
γόνατα να σταθούν έξω φυσάει δρόμος
κι ειναι πολλοί που τραγουδούν
Γέλα μάνα δεν μας ξεχνά κανείς !
κάτω απ τα δάχτυλα της παπαρούνας
στην αλάνα που παίζουν μπάλα
τα παιδιά κλοτσούν τα πόδια μου
Ξεδιψώ από τη βροχή που ούτε
μια στιγμή δεν έσταξε λησμονιά.
Ακούω τις γλάστρες στην αυλή μας
να καρτερούν τον ουρανό μας
Δε χάθηκα μάνα δροσουλίτης έγινα
και τριγυρνώ στους δρόμους
όπως πετούν οι πεταλούδες της χαράς
να ανταμείψω το μύρο της γης μας
Το στόμα μου γέμισε ρίζες ρόδων
φωτιές που μιλούν σε κάθε γέννα
Το περβόλι μας βαστά τσαμπιά ελπίδας
σπόριασαν τα λόγια μας στο κουκουνάρι
Μη λυπάσαι μάνα τίποτε από μένα δεν πήραν
Η ψυχή μου κρέμεται στις ράχες των βουνών μας
τα μάτια μου ενώνουν τις θάλασσες
να τραγουδούν δελφίνια
γλάροι να περπατούν μίλια μηνύματα να πάνε
να ρθουν κοντά οι αετοί ,οι γερανοί
γαϊτάνι φόρεσε ουράνιο τόξο οι άνθρωποι
να δέσουν τη φωνή .
Γέλα μάνα κανείς δεν μας νίκησε
Δανεικά τα ρούχα τους κι οι κάτοχοι θα βρουν
γόνατα να σταθούν έξω φυσάει δρόμος
κι ειναι πολλοί που τραγουδούν
Γέλα μάνα δεν μας ξεχνά κανείς !
Μαύροι άγγελοι
Φόρτωσαν
τις ευθύνες στα πόδια
που δείλιασαν στο ύψος
γονάτισαν
να προσκυνήσουν το χαλί
που φθαρτό μετάξι κοίμιζε
κι ύστερα Χόρεψαν
τον χορό της Σαλώμης
ζητώντας την τρύπα
στο κενό της συνείδησης
Φόρεσαν
μπαλωμένο θάρρος
αθώωσαν το μερτικό
που βάσταγε φωτιά
και στους καπνούς
στήσαν σταυρούς
να φοβερίσουν τους γιαλούς
κεριά άναψαν με λωτούς
κι άταφα θάβουν τους λαούς
Ω!!! μαύροι άγγελοι
σβήστε το φως σας
αυτόφωτα κοιτάμε !
τις ευθύνες στα πόδια
που δείλιασαν στο ύψος
γονάτισαν
να προσκυνήσουν το χαλί
που φθαρτό μετάξι κοίμιζε
κι ύστερα Χόρεψαν
τον χορό της Σαλώμης
ζητώντας την τρύπα
στο κενό της συνείδησης
Φόρεσαν
μπαλωμένο θάρρος
αθώωσαν το μερτικό
που βάσταγε φωτιά
και στους καπνούς
στήσαν σταυρούς
να φοβερίσουν τους γιαλούς
κεριά άναψαν με λωτούς
κι άταφα θάβουν τους λαούς
Ω!!! μαύροι άγγελοι
σβήστε το φως σας
αυτόφωτα κοιτάμε !
Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019
Απέναντι στους καπνούς απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο
Θα βρεθούμε ναι θα βρεθούμε
Σε έναν κόσμο που θα ανθίζουν
τα χαμόγελα στις παπαρούνες
Κει που το δίκιο θα χει φωνή
και θα τραγουδά
με την φωνή των πουλιών
Στον κήπο που θα ενώνονται τα χέρια
να μοιράσουν ζυμωτό ψωμί
κερνώντας το πιοτί της μυρωδιάς
του Απρίλη
Στου Μάη τους μπαξέδες
να κόβουμε τσαμπιά σταφύλια
απ το μποστάνι της άνοιξης
Θα βρεθούμε φίλε
κει που τα γράμματα θα σπέρνουν το χώμα
με φύτρες αλήθειας
θα τρέχει το φεγγάρι
να βρει τα αστέρια στο στόμα της γης
Στο λιβάδι που θα μεγαλώνουν
τα χρώματα της καρδιάς
και θα χαμηλώνουν το μπόι
οι κύκλοι του καπνού
Θα βρεθούμε στις μικρές χαρούμενες
ελιές που ζυγώνουν τα μάτια των παιδιών
Στο τραγούδι του άνεμου σαν σφύριγμα αηδονιού
στα κτήματα του ήλιου λιόσποροι που μιλούν
σταγόνες απ το πηγάδι της βροχής
θα βρεθούμε στο κάστρο της φιλίας
ρομαντικοί ..ονειροπόλοι
να χτίσουμε την πύλη της ποίησης
βάφοντας του τοίχους με πιρουέτες ζεστασιάς,
τη μουσική με γαλάζιες δαντέλες
και κόκκινες κηρύθρες .
Θα βρεθούμε στον κόσμο που ονειρευτήκαμε
κει που τίποτε δεν τελειώνει
σαν παραμύθι που έγραψε πριν να φανεί
κι άφησε ιστορία σ αέναη αρχή
Θα βρεθούμε φίλε στην γειτονιά ..των Ανθρώπων !
Σε έναν κόσμο που θα ανθίζουν
τα χαμόγελα στις παπαρούνες
Κει που το δίκιο θα χει φωνή
και θα τραγουδά
με την φωνή των πουλιών
Στον κήπο που θα ενώνονται τα χέρια
να μοιράσουν ζυμωτό ψωμί
κερνώντας το πιοτί της μυρωδιάς
του Απρίλη
Στου Μάη τους μπαξέδες
να κόβουμε τσαμπιά σταφύλια
απ το μποστάνι της άνοιξης
Θα βρεθούμε φίλε
κει που τα γράμματα θα σπέρνουν το χώμα
με φύτρες αλήθειας
θα τρέχει το φεγγάρι
να βρει τα αστέρια στο στόμα της γης
Στο λιβάδι που θα μεγαλώνουν
τα χρώματα της καρδιάς
και θα χαμηλώνουν το μπόι
οι κύκλοι του καπνού
Θα βρεθούμε στις μικρές χαρούμενες
ελιές που ζυγώνουν τα μάτια των παιδιών
Στο τραγούδι του άνεμου σαν σφύριγμα αηδονιού
στα κτήματα του ήλιου λιόσποροι που μιλούν
σταγόνες απ το πηγάδι της βροχής
θα βρεθούμε στο κάστρο της φιλίας
ρομαντικοί ..ονειροπόλοι
να χτίσουμε την πύλη της ποίησης
βάφοντας του τοίχους με πιρουέτες ζεστασιάς,
τη μουσική με γαλάζιες δαντέλες
και κόκκινες κηρύθρες .
Θα βρεθούμε στον κόσμο που ονειρευτήκαμε
κει που τίποτε δεν τελειώνει
σαν παραμύθι που έγραψε πριν να φανεί
κι άφησε ιστορία σ αέναη αρχή
Θα βρεθούμε φίλε στην γειτονιά ..των Ανθρώπων !
Στην αυλή του αχνιστού καφέ
Είδα ενα όνειρο απόψε του ειπε
κάτσε κάτσε να σου το πω .
κάτσε κάτσε να σου το πω .
Γέλασε ο Αριστείδης με τα καμώματα της Ελπινίκης
Της άρεσε να ιστορει τα όνειρα της παρέα του
Εφτιαχνε καφεδάκι ζεστό και κει στην χόβολη
της ζεστασιάς του πρωινού και στο άναμα
της πρωτης αχτίδας του άστρου
της ζεστασιάς του πρωινού και στο άναμα
της πρωτης αχτίδας του άστρου
Έχωνε στα μάτια του τα χείλη της και γεμιζαν ονείρατα
Ήθελε να τα βλέπουν να κυματίζουν σαν πρωτες νότες
πεντάγραμμου που αδημονούν για το τραγούδι .
πεντάγραμμου που αδημονούν για το τραγούδι .
Ακου ακου. Ειμασταν λέει σε μια πρασινη κοιλάδα
ακουγοταν πουλιά μα δε φαινονταν ,
μιλιές μα ειχαν πρόσωπα λουλουδια .
Κατι αγκάθια με πονηρα μάτια σφυρίζαν,
σαν κεραυνοί που μόλις τέλειωσαν την πορεία τους
ακουγοταν πουλιά μα δε φαινονταν ,
μιλιές μα ειχαν πρόσωπα λουλουδια .
Κατι αγκάθια με πονηρα μάτια σφυρίζαν,
σαν κεραυνοί που μόλις τέλειωσαν την πορεία τους
κι εμεις μικραίναμε.
Εγινες ενας κούκλος εφηβος που αναμεσα
στα δαχτυλά του γεννιόταν πεταλούδες .
Εγω μια κοπελιτσα που μόλις σ αντάμωσα
γνώρισα πως ειναι να χτυπουν δυο καρδιές
στο ιδιο σώμα.
Το χαμόγελο σου ενα πηγάδι που μέσα του χάθηκα .
Ηπια την δροσιά της γης κι οταν λιγο εβγαζα
το κεφαλι εξω απ το νερό με εντυνε ολάκερη ο ήλιος .
Ο κοσμος καθε μερα απλωνε σαν λιβαδι
γιόμισε ο κήπος του παπαρούνες .
Τοσες πολλες παπαρούνες .
Κάτι σκουλαρουκιές κρεμόταν απο τα μπαλκόνια
σαν μικρά παιδια που επαιζαν χαρούμενα στα πευκα .
Μικρές βελονιές στα χέρια του ουρανού.. Παυση .
Ο Αριστείδης κρατούσε το χέρι της στη χούφτα του.
Εγινες ενας κούκλος εφηβος που αναμεσα
στα δαχτυλά του γεννιόταν πεταλούδες .
Εγω μια κοπελιτσα που μόλις σ αντάμωσα
γνώρισα πως ειναι να χτυπουν δυο καρδιές
στο ιδιο σώμα.
Το χαμόγελο σου ενα πηγάδι που μέσα του χάθηκα .
Ηπια την δροσιά της γης κι οταν λιγο εβγαζα
το κεφαλι εξω απ το νερό με εντυνε ολάκερη ο ήλιος .
Ο κοσμος καθε μερα απλωνε σαν λιβαδι
γιόμισε ο κήπος του παπαρούνες .
Τοσες πολλες παπαρούνες .
Κάτι σκουλαρουκιές κρεμόταν απο τα μπαλκόνια
σαν μικρά παιδια που επαιζαν χαρούμενα στα πευκα .
Μικρές βελονιές στα χέρια του ουρανού.. Παυση .
Ο Αριστείδης κρατούσε το χέρι της στη χούφτα του.
Τα μάτια του στραφτάλισαν δροσερά νερα της λίμνης.
Τι όμορφο όνειρο ψιθύρισε.
Τι όμορφο όνειρο ψιθύρισε.
Αριστείδη τι λές ναναι ; Κείνος χαμογέλασε .
Ελπινίκη μου τα όνειρα ειναι ψυχές που κοιμούνται
μέσα μας μικροί επαναστάτες που ξυπνουν κάθε πρωι
να μας ξαναγεννήσουν .
Να βρε κοίτα τι όμορφη κοπελιά εισαι
κι έσκυψε να της δώσει ενα φιλί .
Όμορφο που ναι να μοιράζεσαι σιγομουρμουρισε η Ελπινίκη.
Να ακόμη κι εκεινο το όνειρο με τα σγουρα μαλλια
που έκαμνε ποδήλατο στις γωνιές του νου χαμογελούσε !
Ελπινίκη μου τα όνειρα ειναι ψυχές που κοιμούνται
μέσα μας μικροί επαναστάτες που ξυπνουν κάθε πρωι
να μας ξαναγεννήσουν .
Να βρε κοίτα τι όμορφη κοπελιά εισαι
κι έσκυψε να της δώσει ενα φιλί .
Όμορφο που ναι να μοιράζεσαι σιγομουρμουρισε η Ελπινίκη.
Να ακόμη κι εκεινο το όνειρο με τα σγουρα μαλλια
που έκαμνε ποδήλατο στις γωνιές του νου χαμογελούσε !
Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019
Φλούδα αποξηραμενου δαμάσκηνου
Σσσσσ μη μιλάς
θα ξυπνήσει η πόλη
Χθες κιόλας έβαλε τα καλά της στρωσίδια
αράδιασε μπουκιές του είμαι καλά και με λένε Γιάννη
κι ύστερα φώναξε ..έμαθα να γελάω με λένε Σπύρο
Σςςς μη μιλάς θα χαλάσεις την όμορφη ατμόσφαιρα
θα την δεις να τριγυρνά κουφή στα πόδια σου
σαν φλούδα αποξηραμένου δαμάσκηνου
Σςςς έλα μην κλαις θα ταράξεις τα αγάλματα
χρόνια τώρα κάνουν γιορτή σε πέτρινες ιδέες
Ελα κι άλλοι πόλεμοι πέρασαν θα περάσει κι αυτός
κάτι σαν ίωση χωρίς αντιβίωση που περνά
με ενα μπουκαλάκι δάκρυα
Σςςς ηρέμησε . Δεν υπάρχουν κύκλοι
χωρίς τετραγωνισμένους δρόμους
Συμβαίνουν αυτά ακόμη και στα καλύτερα χώματα
Τι σημασία εχει κι αν τυφλώνονται τα λουλούδια
τα καινούργια σπαρτά λίπασμα θα έχουν
Πάντα βρίσκεται ένα απαλό χάδι αμνησίας
στα μαλλιά τους .
στα μαλλιά τους .
Ελα κόπασε τους λυγμούς ..κοίτα αύριο
Φυλλομετρώντας το αέναο
Κι ούτε που
ρώτησα
Βυζαίνοντας ήπια τον ήλιο
στο βάδισμα τον ουρανό
κι όταν γέλασα στη γη
ακροβατούσε ένα κλωνάρι
α! τότε θα σ είδα
κι είναι που ήρθε
η στιγμή που έδεσαν
τα δάχτυλα στο χορό
και πως ανεμίζει
το φλάουτο στο όρος της κορυφής!
πως σε λένε
μονάχα το ύψος
της παλάμης κοίταξα
καθώς μετρούσα
τα κοχύλια που χάραζαν
την άμμο
τούτα τα αρμυρίκια
σιωπή δεν έβγαλαν
ζεστά άφηναν τα φιλιά τους
μα πως πάντα σε γνώριζα!
μονάχα το ύψος
της παλάμης κοίταξα
καθώς μετρούσα
τα κοχύλια που χάραζαν
την άμμο
τούτα τα αρμυρίκια
σιωπή δεν έβγαλαν
ζεστά άφηναν τα φιλιά τους
μα πως πάντα σε γνώριζα!
Βυζαίνοντας ήπια τον ήλιο
στο βάδισμα τον ουρανό
κι όταν γέλασα στη γη
ακροβατούσε ένα κλωνάρι
α! τότε θα σ είδα
μυρίζοντας
τα
μπουμπούκια της άνοιξης
στα μισογυμνωμένα δέντρα
που
κούμπωναν τα φύλλα τους
στα κουμπάκια του
στέρνου
σαν μόλις να
γεννιόταν
νιούτσικο
καλοκαίρι
σε άχρονο τόπο
κι είναι που ήρθε
η στιγμή που έδεσαν
τα δάχτυλα στο χορό
και πως ανεμίζει
το φλάουτο στο όρος της κορυφής!
Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019
Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019
Με μάτια ανοιχτά
Κι απόμειναν τα μάτια ανοιχτά
ασάλευτα να κοιτούν τον ορίζοντα
Γρύλιζε η σιωπή στο σπασμένο τζάμι
Βάραιναν οι φωνές απ τις υγρές σταγόνες
που έπεφταν στα μάγουλα
Τι ήξερε τ ανέμι και τραγουδούσε;
Κόκκινα που φυλούσε τ άγουρο μίλι
κι ότι ζέσταινε η ρίζα φιλί αέναο ζύγωνε
Δεν κλαίνε τους γερανούς στρατιώτη
τους τάζουν μελωδίες .. κι άρχισε
αμάραντα να χτυπά η νότα
κι έγινε καμπάνα, παιδί, γρασίδι,
όνειρο, αγάπη,λουλούδι
κι ένα κόκκινο γαρύφαλλο
άνοιγε τα φτερά του
ζητούσε το αύριο .. στο βλέμμα του !
Παρών κομαντάντε!
Στα ίχνη του καιρού
Τρύπησαν τα λαμπιόνια
χαθήκανε τα στρας
ότι απόμεινε
θαρρώ
έγινε αλμυρό νερό
και κάτι μικροί ναυτίλοι
να βλέπουν κάθε δείλι
πως ξεπηδάει η φωτιά
από μια
σπίθα με καρφιά
Κι αυτές οι βιτρίνες
πως κουράζουν
τα μάτια στα τρύπια
παπούτσια
ευτυχώς αγκομαχάει ακόμα
ένας ζεστός χειμώνας
να προσέχεις άνθρωπε
φυσάει .. κενό!
πως κουράζουν
τα μάτια στα τρύπια
παπούτσια
ευτυχώς αγκομαχάει ακόμα
ένας ζεστός χειμώνας
να προσέχεις άνθρωπε
φυσάει .. κενό!
Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019
Λόγια σιωπής
Κρύφτηκα
στα λόγια τ ανείπωτα
διάβαζες
το τρέμουλο των χειλιών
μουντζούρωνα τις λέξεις
άγγιζες τα γράμματα
πετούσα
σε ξεχασμένες ερημιές
ακολουθούσες τα ίχνη της φυγής
γκρέμιζα
το κάστρο μου
έχτιζες άλλη μια ανάμνηση
έκλεινα τα μάτια
θώπευες τα βλέφαρά μου
κλείδωνα τη σκέψη
τρύπωνες σαν πνοή
απ τη σχισμή της στιγμής
πάγωνα
το χτύπο της καρδιάς
ζεστά χτύπαγες μες το αίμα μου
στέγνωνα
τη θάλασσα των ματιών μου
κυλούσες σαν δάκρυ στο βλέμμα μου
έφευγα
μ ακολουθούσε η σκιά σου
παραδόθηκα στην σιωπή μου
κι έγινες
το τραγούδι της
κι εχει τόσο γλυκιά μελωδία
το χαμόγελο της !
στα λόγια τ ανείπωτα
διάβαζες
το τρέμουλο των χειλιών
μουντζούρωνα τις λέξεις
άγγιζες τα γράμματα
πετούσα
σε ξεχασμένες ερημιές
ακολουθούσες τα ίχνη της φυγής
γκρέμιζα
το κάστρο μου
έχτιζες άλλη μια ανάμνηση
έκλεινα τα μάτια
θώπευες τα βλέφαρά μου
κλείδωνα τη σκέψη
τρύπωνες σαν πνοή
απ τη σχισμή της στιγμής
πάγωνα
το χτύπο της καρδιάς
ζεστά χτύπαγες μες το αίμα μου
στέγνωνα
τη θάλασσα των ματιών μου
κυλούσες σαν δάκρυ στο βλέμμα μου
έφευγα
μ ακολουθούσε η σκιά σου
παραδόθηκα στην σιωπή μου
κι έγινες
το τραγούδι της
κι εχει τόσο γλυκιά μελωδία
το χαμόγελο της !
Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019
Τους σπόρους της τραγουδώ
Απόψε γίνηκα μια Δευτέρα
στη γλώσσα μου τρέχουν άνθρωποι
στα χέρια μου φυτρώνουν δέντρα
με ζεστούς καρπούς
στα μάτια γεννιούνται φλέβες
που ξέρω και ποτέ δεν είδα
κι ότι μένει στα χείλη
μια στάλα γλύκας ουρανού
πριν ξυπνήσουν τα παιδιά
και χαθεί το άγουρο φιλί !
μικρός που είμαι για να λησμονώ
τη φτέρη της αγάπης
μεγάλος που δεν έγινα σοφός
μαθαίνω αγάλι αγάλι
πίνοντας ροδόσταμο
απ το άρωμα της
κι εχει τόση γλύκα το ατέλειωτο ρόδι !
στη γλώσσα μου τρέχουν άνθρωποι
στα χέρια μου φυτρώνουν δέντρα
με ζεστούς καρπούς
στα μάτια γεννιούνται φλέβες
που ξέρω και ποτέ δεν είδα
κι ότι μένει στα χείλη
μια στάλα γλύκας ουρανού
πριν ξυπνήσουν τα παιδιά
και χαθεί το άγουρο φιλί !
μικρός που είμαι για να λησμονώ
τη φτέρη της αγάπης
μεγάλος που δεν έγινα σοφός
μαθαίνω αγάλι αγάλι
πίνοντας ροδόσταμο
απ το άρωμα της
κι εχει τόση γλύκα το ατέλειωτο ρόδι !
Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019
Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019
Στη μουσική της ψυχής οι νότες γίνονται πουλιά
Κι όσο μουρμουρίζει η βροχή
η μουσική της καρδιάς
ανοίγει τα πέταλα στη διαπασών
έτσι που να ακουστεί
ο ήλιος σε κάθε παραθύρι
γυαλίζει τα παπούτσια της
η λεύκα στο τραγούδι της
και στο περβάζι
ένα χρυσάνθεμο σου γελά
ποτίζοντας τις κολυμπήθρες
των ματιών με χρώματα
πως ένα κόκκινο πουλί
ξέφυγε απ το στήθος
και πετά στα βλέφαρα σου !
η μουσική της καρδιάς
ανοίγει τα πέταλα στη διαπασών
έτσι που να ακουστεί
ο ήλιος σε κάθε παραθύρι
γυαλίζει τα παπούτσια της
η λεύκα στο τραγούδι της
και στο περβάζι
ένα χρυσάνθεμο σου γελά
ποτίζοντας τις κολυμπήθρες
των ματιών με χρώματα
πως ένα κόκκινο πουλί
ξέφυγε απ το στήθος
και πετά στα βλέφαρα σου !
Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019
Το συντριβάνι που τραγουδούσε
Άνοιξε την βαριά ξύλινη πόρτα
Στη μέση της ήταν κρεμόταν ένα μεγάλο κομμάτι
επιβλητικού γυαλιού που κορδωμένο
ηθελε να αποδείξει το βαρύ του τίμημα .
επιβλητικού γυαλιού που κορδωμένο
ηθελε να αποδείξει το βαρύ του τίμημα .
Οι καρέκλες του βελούδου με στόλισμα το σατέν
της εκλιπόντος απλότητας έπεφταν στους ώμους του
σαν από βαριές σιδεριές χωρίς αέρα.
σαν από βαριές σιδεριές χωρίς αέρα.
Τίναξε με τα δάχτυλα τα μαλλιά του μπας και οι σκέψεις του
ξελάφρωναν στο πάτωμα . Τι ήθελε ετούτος εδώ ;
τι γύρευε ανάμεσα στο γλιστερο δωμάτιο
ξελάφρωναν στο πάτωμα . Τι ήθελε ετούτος εδώ ;
τι γύρευε ανάμεσα στο γλιστερο δωμάτιο
και τα κρύα σαβουαρ βιβρ πιάτα;
Το βήμα του θαρρείς και σε απόγνωση τσιμέντωσε
το παπούτσι στο άδειο της στιγμής
και δεν κουνούσε σταλα το περπάτημα .
Ο νους του έτρεξε στα πράσινα λιβάδια του παππού
κι εκεί για λίγο σάλωσαν οι ανάσες
το άλογο της λευτεριάς και μύρισαν το χώμα .
Το βήμα του θαρρείς και σε απόγνωση τσιμέντωσε
το παπούτσι στο άδειο της στιγμής
και δεν κουνούσε σταλα το περπάτημα .
Ο νους του έτρεξε στα πράσινα λιβάδια του παππού
κι εκεί για λίγο σάλωσαν οι ανάσες
το άλογο της λευτεριάς και μύρισαν το χώμα .
Μια κυρία πλησιάζοντας τον ρώτησε αν είχε κρατήσει
τραπέζι . Όχι της αποκρίθηκε .
Περιμένετε κυριε να δω τι μπορω να κανω .
Στάθηκε αποσβολωμένος να κοιτα. Μα η αίθουσα ,
είχε ολο κι ολο 2-3 γεμάτα τραπέζια.
Τι θα έψαχνε η ευγενική κυρια.
Ξαφνικά ακουσε πίσω του μια γνώριμη φωνή .
τραπέζι . Όχι της αποκρίθηκε .
Περιμένετε κυριε να δω τι μπορω να κανω .
Στάθηκε αποσβολωμένος να κοιτα. Μα η αίθουσα ,
είχε ολο κι ολο 2-3 γεμάτα τραπέζια.
Τι θα έψαχνε η ευγενική κυρια.
Ξαφνικά ακουσε πίσω του μια γνώριμη φωνή .
Αυτή του Μιχάλη . Μπα μουρμούρισε το εντός του
τι δουλειά εχει κι αυτός εδώ.
Ο ίδιος είχε περάσει να πάρει εναν φάκελο
από τον εργοδότη του .
Κι όπως πάντα οι εργαζόμενοι πάνε οπου τους πουν .
Μα τούτος ; τούτος ένα περίπτερο είχε κι ήταν αφεντικό
ο ιδιος .Μόλις που πρόσεξε το αγχώδες νεύμα του Μιχάλη
που τον καλούσε να περάσει στο φουαγιέ να του μιλήσει.
Λίγα βήματα και οι δυο τους βρέθηκαν απέναντι
να σκιάζουν ο ενας τον άλλον.
Σε παρακαλώ Δημήτρη μην κανεις κουβέντα
και μη χαιρετίσεις ούτε εμένα ούτε την γυναίκα μου
καθώς θα βρεθείς στο τραπέζι μας.
Ξέρεις εχω ραντεβού με το αφεντικό σου να γευματίσουμε μαζί.
Βλέπεις κλείνω το περίπτερο και μπαίνω μέτοχος στην εταιρεία σας.
Δεν ειναι πρέπον να δει οτι εχω συναναστροφές
με το υπαλληλικό του προσωπικό.
Άλλωστε εμεις σχεδιάζουμε να επεκτείνουμε την εταιρεία
και έτσι κι εσυ θα βγεις βολεμένος δε θα φοβάσαι
μη χάσεις τη δουλειά σου .
Άναυδος ο Δημήτρης τον άκουγε λες και μιλούσε
μια άλλη γλώσσα. Αποσβολωμένος κούνησε το κεφάλι
καταφατικά κι εφυγε. Οι σκέψεις του χοροπηδούσαν
και του χτυπούσαν τα τακούνια στο νου.
Μα πόση σπιρτάδα ψωρονεοπλουτισμου να άντεχε;
Η ξιπασιά χόρευε στα μάτια του σαν άλλη Σαλώμη.
Κι αυτός τρομαγμένος μη του ζητήσει το κεφάλι του
πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά του και τίναξε
μακρια τούτες τις σκέψεις.
Σε λίγο φάνηκε και ο κυριος Αριστείδης .
Περίμενε αρκετή ωρα στη γωνία χωρίς να τον δουν .
Ηθελε να βρει πρώτα τις παντούφλες του δικού του σπιτιού
και έτσι ξεκούραστα να προχωρήσει ο νους
στο κοκεταρισμένο Σαλόνι. Τους ακουσε να μιλούν
για το ντεκόρ της γωνίας του γραφείου
για τους ζωγράφους που με ένα πακέτο ευρω,
θα στόλιζαν τα εργα της ψυχής τους .
Σοβαρός και μετρημένος καλησπέριζε τον παγωμενο
κύκλο και ρώτησε . Κυριε Αριστείδη μπορω να εχω
τον φάκελο;
Απλώνοντας το χερι τον πήρε από τα χερια του
και με μια αόριστη καληνύχτα αποχώρησε.
Τα πόδια του έτρεχαν να προλάβουν να δουν
την πρώτη ματιά των αστρων κι έτσι σκουντούφλησε
πάνω σε εναν μικροκαμωμένο κυριο .
Συγνώμη του είπε . Παρακαλώ παιδί μου
και με ένα χαμόγελο χαιρέτισε ο άγνωστος διαβάτης .
Λίγο πιο κει το συντριβανι τραγουδούσε στα μάτια
των πολλων . Στην τσέπη του κουδούνιζαν
κατι ψιλά από ευρώ τι όμορφος ήχος .
Και τούτη η στάση όμορφα
που σκέπαζε την πλάτη της αγνωρης παρέας .
Επιτέλους . Τι πλούτος Θεέ μου !
τι δουλειά εχει κι αυτός εδώ.
Ο ίδιος είχε περάσει να πάρει εναν φάκελο
από τον εργοδότη του .
Κι όπως πάντα οι εργαζόμενοι πάνε οπου τους πουν .
Μα τούτος ; τούτος ένα περίπτερο είχε κι ήταν αφεντικό
ο ιδιος .Μόλις που πρόσεξε το αγχώδες νεύμα του Μιχάλη
που τον καλούσε να περάσει στο φουαγιέ να του μιλήσει.
Λίγα βήματα και οι δυο τους βρέθηκαν απέναντι
να σκιάζουν ο ενας τον άλλον.
Σε παρακαλώ Δημήτρη μην κανεις κουβέντα
και μη χαιρετίσεις ούτε εμένα ούτε την γυναίκα μου
καθώς θα βρεθείς στο τραπέζι μας.
Ξέρεις εχω ραντεβού με το αφεντικό σου να γευματίσουμε μαζί.
Βλέπεις κλείνω το περίπτερο και μπαίνω μέτοχος στην εταιρεία σας.
Δεν ειναι πρέπον να δει οτι εχω συναναστροφές
με το υπαλληλικό του προσωπικό.
Άλλωστε εμεις σχεδιάζουμε να επεκτείνουμε την εταιρεία
και έτσι κι εσυ θα βγεις βολεμένος δε θα φοβάσαι
μη χάσεις τη δουλειά σου .
Άναυδος ο Δημήτρης τον άκουγε λες και μιλούσε
μια άλλη γλώσσα. Αποσβολωμένος κούνησε το κεφάλι
καταφατικά κι εφυγε. Οι σκέψεις του χοροπηδούσαν
και του χτυπούσαν τα τακούνια στο νου.
Μα πόση σπιρτάδα ψωρονεοπλουτισμου να άντεχε;
Η ξιπασιά χόρευε στα μάτια του σαν άλλη Σαλώμη.
Κι αυτός τρομαγμένος μη του ζητήσει το κεφάλι του
πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά του και τίναξε
μακρια τούτες τις σκέψεις.
Σε λίγο φάνηκε και ο κυριος Αριστείδης .
Περίμενε αρκετή ωρα στη γωνία χωρίς να τον δουν .
Ηθελε να βρει πρώτα τις παντούφλες του δικού του σπιτιού
και έτσι ξεκούραστα να προχωρήσει ο νους
στο κοκεταρισμένο Σαλόνι. Τους ακουσε να μιλούν
για το ντεκόρ της γωνίας του γραφείου
για τους ζωγράφους που με ένα πακέτο ευρω,
θα στόλιζαν τα εργα της ψυχής τους .
Σοβαρός και μετρημένος καλησπέριζε τον παγωμενο
κύκλο και ρώτησε . Κυριε Αριστείδη μπορω να εχω
τον φάκελο;
Απλώνοντας το χερι τον πήρε από τα χερια του
και με μια αόριστη καληνύχτα αποχώρησε.
Τα πόδια του έτρεχαν να προλάβουν να δουν
την πρώτη ματιά των αστρων κι έτσι σκουντούφλησε
πάνω σε εναν μικροκαμωμένο κυριο .
Συγνώμη του είπε . Παρακαλώ παιδί μου
και με ένα χαμόγελο χαιρέτισε ο άγνωστος διαβάτης .
Λίγο πιο κει το συντριβανι τραγουδούσε στα μάτια
των πολλων . Στην τσέπη του κουδούνιζαν
κατι ψιλά από ευρώ τι όμορφος ήχος .
Και τούτη η στάση όμορφα
που σκέπαζε την πλάτη της αγνωρης παρέας .
Επιτέλους . Τι πλούτος Θεέ μου !
Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019
Δυο εκδρομές
Θα σε πάρω μαζί μου του φώναξε
Βαρέθηκα να σ ακούω να γκρινιάζεις στο τίποτα .
Δύο εκδρομές σ αυτό που λεν ζωή .
Την μια στη Μόρια την άλλη στο άστεγο σκαλί
εκεί θα σε πάω να δεις .
Τι είναι να παλεύουν για ακόμη ένα πρωί
Να νιώσεις τα μικρά σου θέλω να θρυμματίζονται
μπροστά σε μια στιγμή
Να δεις αυτούς τους δυνατούς που επέλεξαν
τις ώρες τους να τις μοιράζουν
στο αληθινό , στο καθαρό , στο είμαι εδώ .
Να καταλάβεις το γιατί, δεν κουβεντιάζουν το γιατί
μα μένουν στο κενό σαν ακροβάτες σε σχοινί .
Να δεις γιατί δεν κοροϊδεύουν τη ζωή
μα μένουν στο νόημα που χει χαράξει στο φιλί.
Κοιμούνται στην ουσία και κάθε πλάνη περνά
μπροστά τους σαν έφηβο γιατί
που όσο κι αν μεγαλώσει άνοιξη δε θα βρει .
Πάψε λοιπόν να αναστηλώνεις το εγώ
κι άνοιξε τα φτερά σου σε πέλαγο και ουρανό .
Κοίτα τριγύρω σου πετά χαμόγελο και ζωγραφιά
Στήσε στο χρόνο μια θηλιά για όλα τα άσχημα
που οι καιροί κερνούν, κοίτα οι μέρες πως περνούν
κει που φυτρώνουν οι ελιές
ζυγώνουν κι αγκαθωτά παρτέρια
μα φίλεψε στον ήλιο φως .. ζευγάς τα δυο σου χέρια .
Εδω φοιτούν οι άνοιξες εδώ και οι χειμώνες
μα σ όποια εποχή και αν περνά .. φυτρώνουν ανεμώνες !
Δύο εκδρομές σ αυτό που λεν ζωή .
Την μια στη Μόρια την άλλη στο άστεγο σκαλί
εκεί θα σε πάω να δεις .
Τι είναι να παλεύουν για ακόμη ένα πρωί
Να νιώσεις τα μικρά σου θέλω να θρυμματίζονται
μπροστά σε μια στιγμή
Να δεις αυτούς τους δυνατούς που επέλεξαν
τις ώρες τους να τις μοιράζουν
στο αληθινό , στο καθαρό , στο είμαι εδώ .
Να καταλάβεις το γιατί, δεν κουβεντιάζουν το γιατί
μα μένουν στο κενό σαν ακροβάτες σε σχοινί .
Να δεις γιατί δεν κοροϊδεύουν τη ζωή
μα μένουν στο νόημα που χει χαράξει στο φιλί.
Κοιμούνται στην ουσία και κάθε πλάνη περνά
μπροστά τους σαν έφηβο γιατί
που όσο κι αν μεγαλώσει άνοιξη δε θα βρει .
Πάψε λοιπόν να αναστηλώνεις το εγώ
κι άνοιξε τα φτερά σου σε πέλαγο και ουρανό .
Κοίτα τριγύρω σου πετά χαμόγελο και ζωγραφιά
Στήσε στο χρόνο μια θηλιά για όλα τα άσχημα
που οι καιροί κερνούν, κοίτα οι μέρες πως περνούν
κει που φυτρώνουν οι ελιές
ζυγώνουν κι αγκαθωτά παρτέρια
μα φίλεψε στον ήλιο φως .. ζευγάς τα δυο σου χέρια .
Εδω φοιτούν οι άνοιξες εδώ και οι χειμώνες
μα σ όποια εποχή και αν περνά .. φυτρώνουν ανεμώνες !
Τριανταφυλλιά
Κι ειναι μια γλυκιά μελαγχολία τούτη η ωρα
Το πρωινό μοίρασε τις χαρές του ,
οι άνθρωποι περπατησαν στα τερτίπια
που σκόρπισε η πόλη ,
στο βήμα των χρεωστικών αποχρώσεων
και της προπληρωμένης αναπνοής .
Βούτηξα το μελάνι στο πάτωμα να βγει ουρανός
και το κονδύλι μου πηρούνιασε το άβολο
σε ένα κομματι της γροθιάς.
Λαχτάρα του πουλιού που τιτιβίζει
να ζωγραφίζει κι εκει που δεν πατάει η πένα .
Το δειλινό θα με βρει πάλι να κοκκινίζω
σαν παπαρούνα που γδέρνεται στο χωράφι
μα ενα λιβάδι κοιτά .
Θωρρώ σε που σε ξέρω και που ποτέ δεν ειδα
σαν το άγνωστο που στις κοιλάδες γνώρισα
μ αντίκρισμα το πέρασμα στου πέλαου την πηγή .
Κοιτώ σε λυγαριά μου κι απ ένα σου φυλλι
κρεμώ το ηλιοβασίλεμα στο χρώμα σου να βγει !
Το πρωινό μοίρασε τις χαρές του ,
οι άνθρωποι περπατησαν στα τερτίπια
που σκόρπισε η πόλη ,
στο βήμα των χρεωστικών αποχρώσεων
και της προπληρωμένης αναπνοής .
Βούτηξα το μελάνι στο πάτωμα να βγει ουρανός
και το κονδύλι μου πηρούνιασε το άβολο
σε ένα κομματι της γροθιάς.
Λαχτάρα του πουλιού που τιτιβίζει
να ζωγραφίζει κι εκει που δεν πατάει η πένα .
Το δειλινό θα με βρει πάλι να κοκκινίζω
σαν παπαρούνα που γδέρνεται στο χωράφι
μα ενα λιβάδι κοιτά .
Θωρρώ σε που σε ξέρω και που ποτέ δεν ειδα
σαν το άγνωστο που στις κοιλάδες γνώρισα
μ αντίκρισμα το πέρασμα στου πέλαου την πηγή .
Κοιτώ σε λυγαριά μου κι απ ένα σου φυλλι
κρεμώ το ηλιοβασίλεμα στο χρώμα σου να βγει !
Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019
Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019
Φθινοπωρινή βραδιά
Θαρρείς και μόνο για να κελαηδήσουν
τα πουλιά , γεννήθηκαν τούτα τα δέντρα
σαν λεωφόροι που οδηγούν
στα μάτια των αστεριών
υπομονετικά περίμεναν τα φτερωτά
να παίξουν με τα φύλλα τους
Στα μικρά τους στερεώματα
που σαν στημένα τσαλιά ακουμπούσαν
μύριζε το κλαρί το άρωμα του πεύκου
αχ!! σαν σιγοψυθυρίζει το ανεμάκι
πως μέσα μου φτερουγά το σφύριγμά τους
που γίνηκα βελόνι της κορφής
π' άγγιζε ουρανό.
Κι ότι ζεστά πάνω μου κρατιόταν ήταν
μια φυλλωσιά της γύμνιας
που σωνε την ψυχή μου
στη γέννα της φθινοπωρινής βραδιάς
τυλίγοντας τα σπλάχνα μου
στη φασκιά της φραγκομηλιάς.
Στρώσε μου νύχτα να ξαποστάσω
το ανάκλινδρό σου να χω σταθμό
κι όταν χαράξει να σου χαρίσω
μια χούφτα ονείρατα για πηγαιμό
κει που σωπαίνουν οι άγγελοι
κι ανοίγει ο δρόμος
που τραγουδούν οι πολλοί
κει που τα χνώτα βρίσκουν ταίρι
κι αφήνονται στον άνεμο
κόποι που γίνανε περιστέρια
κι αγκάλιασαν σταυρούς τα χέρια!
σαν λεωφόροι που οδηγούν
στα μάτια των αστεριών
υπομονετικά περίμεναν τα φτερωτά
να παίξουν με τα φύλλα τους
Στα μικρά τους στερεώματα
που σαν στημένα τσαλιά ακουμπούσαν
μύριζε το κλαρί το άρωμα του πεύκου
αχ!! σαν σιγοψυθυρίζει το ανεμάκι
πως μέσα μου φτερουγά το σφύριγμά τους
που γίνηκα βελόνι της κορφής
π' άγγιζε ουρανό.
Κι ότι ζεστά πάνω μου κρατιόταν ήταν
μια φυλλωσιά της γύμνιας
που σωνε την ψυχή μου
στη γέννα της φθινοπωρινής βραδιάς
τυλίγοντας τα σπλάχνα μου
στη φασκιά της φραγκομηλιάς.
Στρώσε μου νύχτα να ξαποστάσω
το ανάκλινδρό σου να χω σταθμό
κι όταν χαράξει να σου χαρίσω
μια χούφτα ονείρατα για πηγαιμό
κει που σωπαίνουν οι άγγελοι
κι ανοίγει ο δρόμος
που τραγουδούν οι πολλοί
κει που τα χνώτα βρίσκουν ταίρι
κι αφήνονται στον άνεμο
κόποι που γίνανε περιστέρια
κι αγκάλιασαν σταυρούς τα χέρια!
Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







































