Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Σταγόνες απο ψίχα

Τόσες άδικες απαλλοτριώσεις ζωής
κι ουτε ένα υλικό δεν κρατήσαμε 
που να θυμίζει 
πως χτίζεται ... ο άνθρωπος
Ευτυχώς κάποιοι ρακοσυλέκτες 
απ τη σκουριά γδέρνουν πνοή 
κι ακόμη κρατούν την φωνή τους  !

Βραδινή ηλιαχτίδα

Άρχισε γρήγορα να νυχτώνει πια
η θάλασσα θαρρείς
και μάζευε σιγά σιγά
τα πόδια της απ την άμμο.
Ένα παλιό ζεϊμπέκικο
κρατούσε στο στόμα του
ένα μικρό τραντζιστοράκι
Σε έβλεπα να σιγοντάρεις το ρυθμό του
σα να ξερες τα λόγια του .
Μεθυσμένα τ άστρα
φυλούσαν στο βλέμμα σου
το ασημί φεγγάρι
στάλαξαν στα χέρια μου
τη φωτιά της βροχής
κι έτσι άρχισα να ζωγραφίζω
τη σκέψη μου στον καμβά σου
Μια νύχτα χαρισμένη σε σένα .
Να σουν το σύνεφο;
κει που σε φτάνω
φωτίζει το κύμα σαν ουρανός
να σουν τ αγέρι; κει που σ αγγίζω
μύρια δάχτυλα
ζεσταίνουν το κουβάρι της ανέμης
ξετυλίγοντας τα πλοκάμια της γης
Στα παράθυρα του νου μου χτυπούσες
σαν νυχτοπούλι που γέλαγε
στο πρόσωπο της βραδιάς
σα βραδινή ηλιαχτίδα

Τρυφερά που ακούστηκε η τελεία
καθώς κρύφτηκες ..μέσα μου!


Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Ταξίδι ψυχής

Σε φτάνω
εκεί που ταξιδεύουν
τα τραγούδια των αγγέλων
σ αγγίζω με τα φτερά τους
φορώ την φωνή του μαέστρου
κι αφήνω τα λόγια μου
να στάζουν στη θάλασσα
που πλέει βαθιά.. ψυχή ! 


Γλυκόλαλα φιλιά

Αυτο το παν-έξυπνο 
που ακούγεται απο σπασμένα λάθη ξερεις πως το λένε; 
Η απορία του Γιάννη στα ξύλινο τραπέζι 
ένιωσε τα μάτια της να χώνονται στα στόματα 
του ανθρώπινου κύκλου. 
Τι θες να πεις βρε Γιάννη ρώτησε ο Μανωλης 
Να μωρε κατι ομορφιες εξωτερικες που μας φορέσαν
καπέλο και μεις τις καναμε καραμέλες λεω .
Κοιμήσου νωρίς κερδίζεις χρόνια λες και ειναι μπαλόνια 
της λοταρίας σε συμβόλαιο ανάσας .
Γιατρέψου μόνος μπορεις . Τι πλάκα που εχει θαρρεις 
κι οταν μου καιγεται η τσεπη στα προβλήματα 
φωνάζω το γειτονα να τα λύσει 
Αμ τ άλλο ; Χαμογέλα ακόμη κι οταν πονάς 
δε θα χαμογελάω ρε φίλε θα κλαιω γιατι ετσι νιώθω
αλλιως θα κάνω τον κλόουν σε αγνωστο θέατρο 
Τι όμορφα μωρε που ηταν τα χρόνια μας 
Ολα ειχαν την γευση που τους πρεπει 
Χωρίς κονδυλοφόρους μωρε ζωγραφίζαμε 
μιλώντας μόνο και σπέρνοντας τα λογια μας 
στο πάτωμα ανθίζαν στις γλάστρες . 
Τι κοινωνικοποιηση και κουραφεξαλα 
Τωρα γινομαστε ξένοι . Δεν ακούμε μιλάμε . 
Κι αυτο το λεμε εξελιξη των πραγμάτων . 
Την εξελιξη του ανθρώπου που την πήγαμε για ;
Ο Θανάσης καβάλησε το λόγο σημειώνοντας 
τα ψηλά της γνώσης .
Ναι αλλα τωρα μαθαινουμε κι αλήθειες . 
Παλιά επρεπε να κρυφτουμε ή να ψαχνουμε κι εγω
δεν ξέρω τι για να ακουσουμε τι συμβαίνει γυρω μας 
Ο Πετρής σκαρφάλωσε την φωνή του 
σε ένα κλαρι του όλου γεμάτο φτιασίδια 
κι ενα ένα τα απλωνε να φανούν . 
Η Δήμητρα ξετσούμισε απ το μικρό κουζινάκι
κι εριξε απ το τηγάνι όλα εκεινα τα κερδισμένα
κι ακούρδιστα των γυναικών . 
Τα λόγια εδιναν κι επαιρναν σαν ενα φιρμάνι που κάποιος 
το περίμενε κι αυτο βήμα δεν έριχνε . 
Ανάμεσα στα πόδια τους η μικρή Κατερίνα 
έπαιζε με το μικρό σκυλάκι της, κι αυτό εχωνε
την μουσούδα του στην αγκαλιά της ,
έτοιμο να της χαρίσει την αγάπη του .
Να μωρε το κέρδος φώναξε ο Φώτης 
Πολλα προσώπατα πολλές φιλοσοφίες . 
Δεν φταίνε μωρε οι χρόνοι μήτε τα ξενόφερτα . 
Κοίτα τι ωραια που μαστε . Μιλάμε , ακούμε , γελάμε
αυτο δεν μας το παιρνει κανείς . 
Άνθρωποι ντε ανθρωποι με λάθη ειμαστε 
Ξερεις πόσο κοστίζει αυτό ; 
Δεν πειραζει κι αν τρέχει η γλώσσα πριν το νου 
αρκει να ζευγατίζουν οι καρδιές . 
Κι αυτές εχουν το φίλιωμα στο αίμα τους 
Κι εξυπνα και χαζά μικρα ή μεγάλα δικά μας ειναι 
μα δες τι όμορφα που μιλα μαζί με μας το καναρίνι .
Τα μάτια ολων σταμάτησαν στη φωνή του . 
Γλυκά που κελαηδά ο κόσμος !


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

Ψυχανεμίσματα

Κάθε στιγμή ένα ρολόι στις φλέβες κεντά τον χρόνο
μην αφήσεις να σου κλέψουν ανάσα οι άσκοπες ώρες 
Ζεσταίνοντας φιλί γελά το κόκκινο της καρδιάς !

Δυο ξένοι

Κι ήταν μονάχα δυο άνθρωποι
τέσσερα μάτια ξένα μεταξύ τους
μοιραζόταν απλά το ίδιο παγκάκι
νοιώθαν την ίδια κούραση
σκούπιζαν τον ιδρώτα που κυλούσε
απ το μέτωπο καθώς πετάριζαν οι ηλιαχτίδες
στα βλέφαρα τους.


Mια κίνηση ήταν η αφορμή
να σπάσει η σιωπή φορώντας ένα αχνό
χαμόγελο της καλημέρας

άρχισαν να μιλούν
τι κι αν το χρώμα του δέρματος άλλαζε
τους ένωνε η γλώσσα της απλότητας  

με γράμματα στα μάτια πως μιλούσαν
Δυο ξένοι που νομίζεις πως γνωρίζονταν από παλιά
πόσο άνετα κυλούσαν τα λόγια
σαν να γνώριζαν το δρόμο της ψυχής
συμφωνική χωρίς τυμπανοκρουσίες
γερμένες νότες μελωδίας στο έργο της ζωής
πεταλίδες που προσπαθούν να απαγκιστρωθούν
από το βράχο της μοναξιάς

έτρεχαν τα λεπτά και οι στιγμές
φωτογραφίες που αποτύπωνε η καρδιά

λίγο πριν χωριστούν
βρήκαν στις τσέπες τους τα όνειρα
κι ήταν ίδια τις προσδοκίες ναναι αδερφές
τις ελπίδες κλαδιά του ίδιου δέντρου
τα δάκρυα λουσμένα σε κοινή βροχή
τα χρώματα των λουλουδιών
σπαρμένα στα ίχνη τους
στα δάχτυλα ραγισμένα τα κομμάτια τους
ένα γεια στο άγνωστο ένα φιλί στο πουθενά
το άγγιγμα στον ώμο του χρόνου
ένας απλός χαιρετισμός στην πύλη του καιρού
Τι κρίμα να μη χωρά ο κόσμος όλος …σε ένα παγκάκι !


Άγραφες μνήμες

Αλλόκοτος καιρός
Κόντρα στη κόντρα
απανθρωπιά και ανθρωπιά
πόλεμος και πνοή
αγάπη και μίσος
Μονάχα οι κήποι
κι η μουσική να ταξιδεύουν
ονειροπόλους μυστικούς
κόντρα στον άνεμο
στης κάπνας τα γιατι
να σημαδεύουν τη οργή
η ελπίδα και η προσμονή
Κόντρα και θα ρθει ένα πρωί
που θα ακουστούν οι ψυχές
στο άγουρο και στο λυκαυγές
να στήνουν τόπο και γιορτή
μες τα πλοκάμια σου ζωή
Θα βγουν ελεύθερες
να τριγυρνούν στα κάστρα
που πότισαν ροδόσταμο
δάκρυ απ  των φιλιών τα άστρα
Κόντρα θα ρθουν περγαμηνές
από του βράχου τις σιωπές
για να λυθούν ορμήνιες
που άγραφες είχαν μνήμες
Θα ρθει εκείνο το φιλί
που θα μυρίζει ήλιο
και μέντα θα χει αναπνοή
Κόντρα λοιπόν με τον καιρό
λάβαρο στήνουν και σταυρό
κείνοι που ακόμα αποζητούν
την ψίχα του στέρνου για να δουν
με ένα φιλί απ της κηρήθρας την ουλή
να στάζει μέλι στου δρόμου το σκαλί !

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Μικρές αρμονίες

Άναψα τη φλόγα
των άστρων
να σβήσω τα νερά
του ερωτηματικού
Θα αφήσω μονάχα
μικρές παύλες
να συμπληρώσεις
το τραγούδι μου
ακούγοντας μόνο
τον ήχο από
τα μάτια της καρδιάς
σε κείνο το λακκάκι
που φοράς ζεστά
πίνοντας γουλιά γουλιά
τη σκέψη μου !


Σταγονες μελωδίας

Πάντα για άλλους μιλάμε
μικροί τροβαδούροι μιας ξένης μουσικής
κι εχει τόσες κρυμμένες λέξεις ο ουρανίσκος

Λόγια σιωπής
παραλήπτες λευκού φακέλου με σύμβολο καρδιάς
κι είναι τόσο βαθύ το άρωμα του γιασεμιού

Κάποτε θα ρθουν να σου πουν
ακροατές που πάντα ήξερες πριν τους γνωρίσεις
πόσο ζεστά φυλά την μελωδία μια αντανάκλαση μικρή

Η πιο όμορφη θάλασσα
εικονογράφοι συναισθημάτων σε ακατέργαστες γραμμές
κι αυτό που δεν λέμε ηλιόχρυσο πουλί

χτυπά τα φτερά του στις νότες να στραφταλίσει .. φωνή!




Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Φωνή

Μην κλαις μάνα δεν έφυγα εδώ είμαι
κάτω απ τα δάχτυλα της παπαρούνας
στην αλάνα που παίζουν μπάλα
τα παιδιά κλοτσούν τα πόδια μου
Ξεδιψώ από τη βροχή που ούτε
μια στιγμή δεν έσταξε λησμονιά.
Ακούω τις γλάστρες στην αυλή μας
να καρτερούν τον ουρανό μας
Δε χάθηκα μάνα δροσουλίτης έγινα
και τριγυρνώ στους δρόμους
όπως πετούν οι πεταλούδες της χαράς
να ανταμείψω το μύρο της γης μας
Το στόμα μου γέμισε ρίζες ρόδων
φωτιές που μιλούν σε κάθε γέννα
Το περβόλι μας βαστά τσαμπιά ελπίδας
σπόριασαν τα λόγια μας στο κουκουνάρι
Μη λυπάσαι μάνα τίποτε από μένα δεν πήραν
Η ψυχή μου κρέμεται στις ράχες των βουνών μας
τα μάτια μου ενώνουν τις θάλασσες
να τραγουδούν δελφίνια
γλάροι να περπατούν μίλια μηνύματα να πάνε
να ρθουν κοντά οι αετοί ,οι γερανοί
γαϊτάνι φόρεσε ουράνιο τόξο οι άνθρωποι
να δέσουν τη φωνή .
Γέλα μάνα κανείς δεν μας νίκησε
Δανεικά τα ρούχα τους κι οι κάτοχοι θα βρουν
γόνατα να σταθούν έξω φυσάει δρόμος
κι ειναι πολλοί που τραγουδούν
Γέλα μάνα δεν μας ξεχνά κανείς !



Μαύροι άγγελοι

Φόρτωσαν
τις ευθύνες στα πόδια
που δείλιασαν στο ύψος
γονάτισαν
να προσκυνήσουν το χαλί
που φθαρτό μετάξι κοίμιζε
κι ύστερα Χόρεψαν
τον χορό της Σαλώμης
ζητώντας την τρύπα
στο κενό της  συνείδησης

Φόρεσαν
μπαλωμένο θάρρος
αθώωσαν το μερτικό
που βάσταγε φωτιά
και στους καπνούς
στήσαν σταυρούς
να φοβερίσουν τους γιαλούς
κεριά άναψαν με λωτούς
κι άταφα θάβουν τους λαούς

Ω!!! μαύροι άγγελοι
σβήστε το φως σας

αυτόφωτα κοιτάμε ! 

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Άτιτλο

Έχει κρύο απόψε 
πλάι μου καίει μια φωτιά 
που με παγώνει 
αγκάλιασε με σφιχτά
να κρυφτώ 
σαν δάκρυ στα μάτια σου !



Ελπίδα

Οχι μικρό μου
μην τρομάζεις
δε χάθηκε η ανθρωπιά
ειναι που ...
καποιοι μεγάλοι
ξεδεσαν τα κορδόνια τους
να πνίξουν
τα ξυπόλητα πόδια

μα δες πόσα γυρνούν
να αγκαλιάσουν τον κόσμο!

Απέναντι στους καπνούς απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο

Θα βρεθούμε ναι θα βρεθούμε
Σε έναν κόσμο που θα ανθίζουν
τα χαμόγελα στις παπαρούνες


Κει που το δίκιο θα χει φωνή
και θα τραγουδά
με την φωνή των πουλιών

Στον κήπο που θα ενώνονται τα χέρια
να μοιράσουν ζυμωτό ψωμί
κερνώντας το πιοτί της μυρωδιάς
του Απρίλη

Στου Μάη τους μπαξέδες
να κόβουμε τσαμπιά σταφύλια
απ το μποστάνι της άνοιξης

Θα βρεθούμε φίλε
κει που τα γράμματα θα σπέρνουν το χώμα
με φύτρες αλήθειας
θα τρέχει το φεγγάρι
να βρει τα αστέρια στο στόμα της γης

Στο λιβάδι που θα μεγαλώνουν
τα χρώματα της καρδιάς
και θα χαμηλώνουν το μπόι
οι κύκλοι του καπνού

Θα βρεθούμε στις μικρές χαρούμενες
ελιές που ζυγώνουν τα μάτια των παιδιών

Στο τραγούδι του άνεμου σαν σφύριγμα αηδονιού
στα κτήματα του ήλιου λιόσποροι που μιλούν
σταγόνες απ το πηγάδι της βροχής

θα βρεθούμε στο κάστρο της φιλίας
ρομαντικοί ..ονειροπόλοι
να χτίσουμε την πύλη της ποίησης
βάφοντας του τοίχους με πιρουέτες ζεστασιάς,
τη μουσική με γαλάζιες δαντέλες
και κόκκινες κηρύθρες .

Θα βρεθούμε στον κόσμο που ονειρευτήκαμε
κει που τίποτε δεν τελειώνει
σαν παραμύθι που έγραψε πριν να φανεί
κι άφησε ιστορία σ αέναη αρχή

Θα βρεθούμε φίλε στην γειτονιά ..των Ανθρώπων  !



Στην αυλή του αχνιστού καφέ

Είδα ενα όνειρο απόψε του ειπε 
κάτσε κάτσε να σου το πω .
Γέλασε ο Αριστείδης με τα καμώματα της Ελπινίκης 
Της άρεσε να ιστορει τα όνειρα της παρέα του 
Εφτιαχνε καφεδάκι ζεστό και κει στην χόβολη
της ζεστασιάς του πρωινού και στο άναμα 
της πρωτης αχτίδας του άστρου 
Έχωνε στα μάτια του τα χείλη της και γεμιζαν ονείρατα 
Ήθελε να τα βλέπουν να κυματίζουν σαν πρωτες νότες 
πεντάγραμμου που αδημονούν για το τραγούδι . 
Ακου ακου. Ειμασταν λέει σε μια πρασινη κοιλάδα 
ακουγοταν πουλιά μα δε φαινονταν , 
μιλιές μα ειχαν πρόσωπα λουλουδια .
Κατι αγκάθια με πονηρα μάτια σφυρίζαν,
σαν κεραυνοί που μόλις τέλειωσαν την πορεία τους 
κι εμεις μικραίναμε.
Εγινες ενας κούκλος εφηβος που αναμεσα 
στα δαχτυλά του γεννιόταν πεταλούδες . 
Εγω μια κοπελιτσα που μόλις σ αντάμωσα 
γνώρισα πως ειναι να χτυπουν δυο καρδιές 
στο ιδιο σώμα. 
Το χαμόγελο σου ενα πηγάδι που μέσα του χάθηκα .  
Ηπια την δροσιά της γης κι οταν λιγο εβγαζα
το κεφαλι εξω απ το νερό με εντυνε ολάκερη ο ήλιος . 
Ο κοσμος καθε μερα απλωνε σαν λιβαδι 
γιόμισε ο κήπος του  παπαρούνες .
Τοσες πολλες παπαρούνες . 
Κάτι σκουλαρουκιές κρεμόταν απο τα μπαλκόνια 
σαν μικρά παιδια που επαιζαν χαρούμενα στα πευκα . 
Μικρές βελονιές στα χέρια του ουρανού.. Παυση . 
Ο Αριστείδης κρατούσε το χέρι της στη χούφτα του.
Τα μάτια του στραφτάλισαν δροσερά νερα της λίμνης. 
Τι όμορφο όνειρο ψιθύρισε. 
Αριστείδη τι λές ναναι ; Κείνος χαμογέλασε . 
Ελπινίκη μου τα όνειρα ειναι ψυχές που κοιμούνται
μέσα μας μικροί επαναστάτες που ξυπνουν κάθε πρωι 
να μας ξαναγεννήσουν . 
Να βρε κοίτα τι όμορφη κοπελιά εισαι 
κι έσκυψε να της δώσει ενα φιλί . 
Όμορφο που ναι να μοιράζεσαι σιγομουρμουρισε η Ελπινίκη. 
Να ακόμη κι εκεινο το όνειρο με τα σγουρα μαλλια 
που έκαμνε ποδήλατο στις γωνιές του νου χαμογελούσε !

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Φλούδα αποξηραμενου δαμάσκηνου

Σσσσσ μη μιλάς 
θα ξυπνήσει η πόλη 
Χθες κιόλας έβαλε τα καλά της στρωσίδια 
αράδιασε μπουκιές του είμαι καλά και με λένε Γιάννη 
κι ύστερα φώναξε ..έμαθα να γελάω με λένε Σπύρο 
Σςςς μη μιλάς θα χαλάσεις την όμορφη ατμόσφαιρα
θα την δεις να τριγυρνά κουφή στα πόδια σου 
σαν φλούδα αποξηραμένου δαμάσκηνου 
Σςςς έλα μην κλαις θα ταράξεις τα αγάλματα 
χρόνια τώρα κάνουν γιορτή σε πέτρινες ιδέες 
Ελα κι άλλοι πόλεμοι πέρασαν θα περάσει κι αυτός
κάτι σαν ίωση χωρίς αντιβίωση που περνά
 με ενα μπουκαλάκι δάκρυα 
Σςςς ηρέμησε . Δεν υπάρχουν κύκλοι 
χωρίς τετραγωνισμένους δρόμους 
Συμβαίνουν αυτά ακόμη και στα καλύτερα χώματα 
Τι σημασία εχει κι αν τυφλώνονται τα λουλούδια 
τα καινούργια σπαρτά λίπασμα θα έχουν 
Πάντα βρίσκεται ένα απαλό χάδι αμνησίας 
στα μαλλιά τους .
Ελα κόπασε τους λυγμούς ..κοίτα αύριο 
κάπου άλλου θα χτυπήσουν .... καρτέρα ..τον φόβο !





Άγγιγμα

Σκεπάζει η νύχτα ολα τα αγκάθια της μέρας
κι από τη μήτρα της γεννιέται ένα λουλούδι
τα φύλλα του κλινοσκέπασμα στις καρδιές
να ξυπνήσει η αυγή στα χρώματα της ζεστασιάς
σκεπάσου ..τρυφερά μιλά το χάδι !



Φυλλομετρώντας το αέναο

Κι ούτε που ρώτησα
πως σε λένε
μονάχα το ύψος
της παλάμης κοίταξα
καθώς μετρούσα
τα κοχύλια που χάραζαν
την άμμο

τούτα τα αρμυρίκια
σιωπή δεν έβγαλαν
ζεστά άφηναν τα φιλιά τους

μα πως πάντα σε γνώριζα! 

Βυζαίνοντας ήπια τον ήλιο
στο βάδισμα τον ουρανό
κι όταν γέλασα στη γη
ακροβατούσε ένα κλωνάρι
α! τότε θα σ είδα
μυρίζοντας 
τα μπουμπούκια της άνοιξης 
στα μισογυμνωμένα δέντρα 
που κούμπωναν τα φύλλα τους
στα κουμπάκια του στέρνου 
σαν μόλις να γεννιόταν 
νιούτσικο καλοκαίρι 
σε άχρονο τόπο

κι είναι που ήρθε
η στιγμή που έδεσαν
τα δάχτυλα στο χορό

και πως ανεμίζει
το φλάουτο στο όρος της κορυφής!




Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Όπου κι αν δεις γεννιούνται χρώματα

Ενα τρύπιο πουκάμισο
ένα ξεφτισμένο παντελόνι
και μια γευση μοσχοφιλιού
μπορείς να τα δέσεις ;

μα να πως γεννιέται
ενα ουράνιο τόξο
καταμεσίς της χειμωνιάς

κι εχει μια φόδρα.. 

κόκκινη η καδένα! 


Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019

Με μάτια ανοιχτά

Κι απόμειναν τα μάτια ανοιχτά 
ασάλευτα να κοιτούν τον ορίζοντα 
Γρύλιζε η σιωπή στο σπασμένο τζάμι
Βάραιναν οι φωνές απ τις υγρές σταγόνες 
που έπεφταν στα μάγουλα 
Τι ήξερε τ ανέμι και τραγουδούσε; 
Κόκκινα που φυλούσε τ άγουρο μίλι
κι ότι ζέσταινε η ρίζα φιλί αέναο ζύγωνε
Δεν κλαίνε τους γερανούς στρατιώτη 
τους τάζουν μελωδίες .. κι άρχισε 
αμάραντα να χτυπά η νότα 
κι έγινε καμπάνα, παιδί, γρασίδι, 
όνειρο, αγάπη,λουλούδι 
κι ένα κόκκινο γαρύφαλλο 
άνοιγε τα φτερά του 
ζητούσε το αύριο .. στο βλέμμα του !

Παρών κομαντάντε! 







Ανόθευτα

Και ξέρεις ;
ειναι όμορφο να σ αγαπούν σαν παιδί
γίνονται φεγγάρι , ουρανός
ενα σκέπασμα ζεστoύ χαμόγελου
μόνο και μόνο να σε προσέχουν
ναναι τα μάτια σου ..γεμάτα άστρα


δεν εχει πιό ακριβό κρασί
 απο τη μέθη της καρδιάς !

Στα ίχνη του καιρού

 Τρύπησαν τα λαμπιόνια 
 χαθήκανε τα στρας 
 ότι απόμεινε θαρρώ
 έγινε αλμυρό νερό 

 και κάτι μικροί ναυτίλοι 
 να βλέπουν κάθε δείλι
 πως ξεπηδάει η φωτιά 
 από μια σπίθα με καρφιά


 Κι αυτές οι βιτρίνες
 πως κουράζουν
 τα μάτια στα τρύπια
 παπούτσια 


ευτυχώς αγκομαχάει ακόμα
ένας ζεστός χειμώνας

να προσέχεις άνθρωπε
φυσάει .. κενό!

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

Λόγια σιωπής

Κρύφτηκα
στα λόγια τ ανείπωτα
διάβαζες
το τρέμουλο των χειλιών
μουντζούρωνα τις λέξεις
άγγιζες τα γράμματα
πετούσα
σε ξεχασμένες ερημιές
ακολουθούσες τα ίχνη της φυγής
γκρέμιζα
το κάστρο μου
έχτιζες άλλη μια ανάμνηση
έκλεινα τα μάτια
θώπευες τα βλέφαρά μου
κλείδωνα τη σκέψη
τρύπωνες σαν πνοή
απ τη σχισμή της στιγμής
πάγωνα
το χτύπο της καρδιάς
ζεστά χτύπαγες μες το αίμα μου
στέγνωνα
τη θάλασσα των ματιών μου
κυλούσες σαν δάκρυ στο βλέμμα μου
έφευγα
μ ακολουθούσε η σκιά σου
παραδόθηκα στην σιωπή μου
κι έγινες
το τραγούδι της
κι εχει τόσο γλυκιά μελωδία
το χαμόγελο της !


Αθωότητα

Και παίξαν οι φίλοι
και γέλασαν οι άνεμοι
και χύθηκαν οι ουρανοί
κι ανάμεσα τους
ένα παιδί κοιτούσε τ άστρα
κι ειναι εκείνο το γέλιο του
που κρατά το όνειρο
στα χέρια μας
νυχτερινή ηλιαχτίδα !


Άτιτλο

Κι αλήθεια κι αν άλλαζα τι θα αγαπούσες; 
Σπουδαίο να κοιτάς κατάματα .. το νόημα !


Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

Τους σπόρους της τραγουδώ

Απόψε γίνηκα μια Δευτέρα
στη γλώσσα μου τρέχουν άνθρωποι
στα χέρια μου φυτρώνουν δέντρα
με ζεστούς καρπούς
στα μάτια γεννιούνται φλέβες
που ξέρω και ποτέ δεν είδα
κι ότι μένει στα χείλη
μια στάλα γλύκας ουρανού
πριν ξυπνήσουν τα παιδιά
και χαθεί το άγουρο φιλί !

μικρός που είμαι 
για να λησμονώ
τη φτέρη της αγάπης
μεγάλος που δεν έγινα σοφός
μαθαίνω αγάλι αγάλι
πίνοντας ροδόσταμο 

απ το άρωμα της

κι εχει τόση γλύκα
το ατέλειωτο ρόδι !
 




Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Χωρίς ταυτότητα

Θα μάθουμε 
ναι θα μάθουμε
να κολυμπάμε
ξέστηθα  
μονάχα με ψυχή
απλόχερα
σε μια θάλασσα 
έτσι που καμιά στεριά
δε θα ναι 
χωρίς λουλούδι !


Αγνοούμενη έννοια

Δε μίλησα
τι να πω;
χαμένα λόγια
ήξεραν
τι νιώθω
το πως
το γιατί
όλα
έμενε μόνο
να διαβάζω
για να με δω
στα μάτια τους
τρόμαξα ..
κρύφτηκα
έτσι εγωιστικά
τους έμοιασα
 ένιωσα
'' την αγάπη τους ''
γύρισα σε μένα
κρύβοντας πια
...εμένα
πως..
να μιλήσεις για αγάπη
μέσα σε τόση
   αγάπη!



Άτιτλο

Τόσο 
εκκωφαντικός κρότος 
τόση σιωπή 
για ένα 
μου λείπεις!

Ανέσπερο φως

Τόσο ξάστερα διαβάζει
η βροχή τον ήλιο
που ακόμα
και τούτη η θαμπάδα
πίσω της σέρνει
λάβα ζεστού μεσημεριού
στ αγκάλιασμα
που ενώνει τις καρδιές

όμορφα που χαράζει η γλώσσα
τους παλμούς της !  

  

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

Στη μουσική της ψυχής οι νότες γίνονται πουλιά

Κι όσο μουρμουρίζει η βροχή
η μουσική της καρδιάς
ανοίγει τα πέταλα στη διαπασών
έτσι που να ακουστεί
ο ήλιος σε κάθε παραθύρι

γυαλίζει τα παπούτσια της
η λεύκα στο τραγούδι της
και στο περβάζι
ένα χρυσάνθεμο σου γελά
ποτίζοντας τις κολυμπήθρες
των ματιών με χρώματα

πως ένα κόκκινο πουλί
ξέφυγε απ το στήθος

και πετά στα βλέφαρα σου !





Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Άγγιγμα

Τίποτε πιο ακριβό 
απ τα μάτια σου 
που πέφτουν 
στα δάχτυλα μου
να χει το φως
η αγκαλιά της θάλασσας! 

Το συντριβάνι που τραγουδούσε

Άνοιξε την βαριά ξύλινη πόρτα
Στη μέση της ήταν κρεμόταν ένα μεγάλο κομμάτι 
επιβλητικού  γυαλιού που κορδωμένο 
ηθελε να αποδείξει το βαρύ του τίμημα .
Οι καρέκλες του βελούδου με στόλισμα το σατέν 
της εκλιπόντος απλότητας έπεφταν στους ώμους του
σαν από βαριές σιδεριές χωρίς αέρα.
Τίναξε με τα δάχτυλα τα μαλλιά του μπας και οι σκέψεις του
ξελάφρωναν στο πάτωμα . Τι ήθελε ετούτος εδώ ; 
τι γύρευε ανάμεσα στο γλιστερο δωμάτιο 
και τα κρύα σαβουαρ βιβρ πιάτα; 
Το βήμα του θαρρείς και σε απόγνωση τσιμέντωσε
το παπούτσι στο άδειο της στιγμής
και δεν κουνούσε σταλα το περπάτημα .
Ο νους του έτρεξε στα πράσινα λιβάδια του παππού
κι εκεί για λίγο  σάλωσαν οι ανάσες 
το άλογο της λευτεριάς και μύρισαν το χώμα .
Μια κυρία πλησιάζοντας τον ρώτησε αν είχε κρατήσει 
τραπέζι . Όχι της αποκρίθηκε . 
Περιμένετε κυριε να δω τι μπορω να κανω . 
Στάθηκε αποσβολωμένος να κοιτα. Μα η αίθουσα ,
είχε ολο κι ολο 2-3 γεμάτα τραπέζια.
Τι θα έψαχνε η ευγενική κυρια. 
Ξαφνικά ακουσε πίσω του μια γνώριμη φωνή .
Αυτή του Μιχάλη . Μπα μουρμούρισε το εντός του 
τι δουλειά εχει κι αυτός εδώ. 
Ο ίδιος είχε περάσει να πάρει εναν φάκελο 
από τον εργοδότη του . 
Κι όπως πάντα οι εργαζόμενοι πάνε οπου τους πουν .
Μα τούτος ; τούτος ένα περίπτερο είχε κι ήταν αφεντικό
ο ιδιος .Μόλις που πρόσεξε το αγχώδες νεύμα του Μιχάλη 
που τον καλούσε να περάσει στο φουαγιέ να του μιλήσει. 
Λίγα βήματα και οι δυο τους βρέθηκαν απέναντι
να σκιάζουν ο ενας τον άλλον. 
Σε παρακαλώ Δημήτρη μην κανεις κουβέντα 
και μη χαιρετίσεις ούτε εμένα ούτε την γυναίκα μου
καθώς θα βρεθείς στο τραπέζι μας. 
Ξέρεις εχω ραντεβού με το αφεντικό σου να γευματίσουμε μαζί. 
Βλέπεις κλείνω το περίπτερο και μπαίνω μέτοχος στην εταιρεία σας.
Δεν ειναι πρέπον να δει οτι εχω συναναστροφές 
με το υπαλληλικό του προσωπικό. 
Άλλωστε εμεις σχεδιάζουμε να επεκτείνουμε την εταιρεία
και έτσι κι εσυ θα βγεις βολεμένος δε θα φοβάσαι
μη χάσεις τη δουλειά σου . 
Άναυδος ο Δημήτρης τον άκουγε λες και μιλούσε
μια άλλη γλώσσα. Αποσβολωμένος κούνησε το κεφάλι 
καταφατικά κι εφυγε. Οι σκέψεις του χοροπηδούσαν 
και του χτυπούσαν τα τακούνια στο νου. 
Μα πόση σπιρτάδα ψωρονεοπλουτισμου να άντεχε; 
Η ξιπασιά χόρευε στα μάτια του σαν άλλη Σαλώμη.
Κι αυτός τρομαγμένος μη του ζητήσει το κεφάλι του
πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά του και τίναξε 
μακρια τούτες τις σκέψεις.
Σε λίγο φάνηκε και ο κυριος Αριστείδης .
Περίμενε αρκετή ωρα στη γωνία χωρίς να τον δουν . 
Ηθελε να βρει πρώτα τις παντούφλες του δικού του σπιτιού
και έτσι ξεκούραστα να προχωρήσει ο νους 
στο κοκεταρισμένο Σαλόνι. Τους ακουσε να μιλούν
για το ντεκόρ της γωνίας του γραφείου
για τους ζωγράφους που με ένα  πακέτο ευρω,
θα στόλιζαν τα εργα της ψυχής τους . 
Σοβαρός και μετρημένος καλησπέριζε τον παγωμενο
κύκλο και ρώτησε . Κυριε Αριστείδη μπορω να εχω 
τον φάκελο; 
Απλώνοντας το χερι τον πήρε από τα χερια του 
και με μια αόριστη καληνύχτα αποχώρησε. 
Τα πόδια του έτρεχαν να προλάβουν να δουν 
την πρώτη ματιά των αστρων κι έτσι σκουντούφλησε
πάνω σε εναν μικροκαμωμένο κυριο .
Συγνώμη του είπε . Παρακαλώ παιδί μου 
και με ένα χαμόγελο χαιρέτισε ο άγνωστος διαβάτης .
Λίγο πιο κει το συντριβανι τραγουδούσε στα μάτια 
των πολλων . Στην τσέπη του κουδούνιζαν 
κατι ψιλά από ευρώ τι όμορφος ήχος .
Και τούτη η στάση όμορφα 
που σκέπαζε την πλάτη της αγνωρης παρέας .
Επιτέλους . Τι πλούτος Θεέ μου !


Ψίθυροι

Απ τις βροντές των λέξεων
εκείνες που άκουγε
ήταν οι ψίθυροι

εκει αντάμωσαν

σαν κατι δυνατό
που αμίλητα ήπιε τον ήλιο
σπουδάζοντας

τα κόκκινα τριαντάφυλλα !


Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Δυο εκδρομές

Θα σε πάρω μαζί μου του φώναξε
Βαρέθηκα να σ ακούω να γκρινιάζεις στο τίποτα .
Δύο εκδρομές σ αυτό που λεν ζωή .
Την μια στη Μόρια την άλλη στο άστεγο σκαλί
εκεί θα σε πάω να δεις .
Τι είναι να παλεύουν για ακόμη ένα πρωί
Να νιώσεις τα μικρά σου θέλω να θρυμματίζονται
μπροστά σε μια στιγμή
Να δεις αυτούς τους δυνατούς που επέλεξαν
τις ώρες τους να τις μοιράζουν
στο αληθινό , στο καθαρό , στο είμαι εδώ .
Να καταλάβεις το γιατί, δεν κουβεντιάζουν το γιατί
μα μένουν στο κενό σαν ακροβάτες σε σχοινί .
Να δεις γιατί δεν κοροϊδεύουν τη ζωή
μα μένουν στο νόημα που χει χαράξει στο φιλί.
Κοιμούνται στην ουσία και κάθε πλάνη περνά 

μπροστά τους σαν έφηβο γιατί 
που όσο κι αν μεγαλώσει άνοιξη δε θα βρει .
Πάψε λοιπόν να αναστηλώνεις το εγώ
κι άνοιξε τα φτερά σου σε πέλαγο και ουρανό .
Κοίτα τριγύρω σου πετά χαμόγελο και ζωγραφιά
Στήσε στο χρόνο μια θηλιά για όλα τα άσχημα
που οι καιροί κερνούν, κοίτα οι μέρες πως περνούν
κει που φυτρώνουν οι ελιές 

ζυγώνουν κι αγκαθωτά παρτέρια
μα φίλεψε στον ήλιο φως .. ζευγάς τα δυο σου χέρια  .
Εδω φοιτούν οι άνοιξες εδώ και οι χειμώνες
μα σ όποια εποχή και αν περνά .. φυτρώνουν ανεμώνες !


Τριανταφυλλιά

Κι ειναι μια γλυκιά μελαγχολία τούτη η ωρα
Το πρωινό μοίρασε τις χαρές του ,

οι άνθρωποι περπατησαν στα τερτίπια
που σκόρπισε η πόλη ,
στο βήμα των χρεωστικών αποχρώσεων
και της προπληρωμένης αναπνοής .
Βούτηξα το μελάνι στο πάτωμα να βγει ουρανός
και το κονδύλι μου πηρούνιασε το άβολο
σε ένα κομματι της γροθιάς.
Λαχτάρα του πουλιού που τιτιβίζει
να ζωγραφίζει κι εκει που δεν πατάει η πένα .
Το δειλινό θα με βρει πάλι να κοκκινίζω
σαν παπαρούνα που γδέρνεται στο χωράφι
μα ενα λιβάδι κοιτά .
Θωρρώ σε που σε ξέρω και που ποτέ δεν ειδα
σαν το άγνωστο που στις κοιλάδες γνώρισα
μ αντίκρισμα το πέρασμα στου πέλαου την πηγή .
Κοιτώ σε λυγαριά μου κι απ ένα σου φυλλι
κρεμώ το ηλιοβασίλεμα στο χρώμα σου να βγει !


Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

Διασταυρώσεις

Κάθε δρόμος
ακολουθεί μια σπίθα
να φτάσει στο φέγγος του

σε κείνο το χαράκωμα
της μικρής ελιάς
 ξαποσταίνει

μαζεύοντας τα φύλλα
να χτίσει το δάσος !


Στάσιμη φυγή

Τα πόδια μου 
έδειχναν στο δρόμο τα βήματα
Φευγεις ; ρώτησες 
Κρύφτηκα 
στην αγκαλιά της ψυχής σου
κλειδωνοντας στις τσέπες 
το χαμόγελό σου 
κι απλά σου αποκρίθηκα 
Λιγες ωρες θα λείψω 
ίσα που να φανεί το πρωτο άστρο 
Οταν γυρίσουμε 
γελαστα να φορά το βλέμμα του! 




Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Φθινοπωρινή βραδιά

Θαρρείς και μόνο για να κελαηδήσουν
τα πουλιά , γεννήθηκαν τούτα τα δέντρα
σαν λεωφόροι που οδηγούν
στα μάτια των αστεριών
υπομονετικά περίμεναν τα φτερωτά
να παίξουν με τα φύλλα τους
Στα μικρά τους στερεώματα
που σαν στημένα τσαλιά ακουμπούσαν
μύριζε το κλαρί το άρωμα του πεύκου
αχ!! σαν σιγοψυθυρίζει το ανεμάκι
πως μέσα μου φτερουγά το σφύριγμά τους
που γίνηκα βελόνι της κορφής
π' άγγιζε ουρανό.
Κι ότι ζεστά πάνω μου κρατιόταν ήταν
μια φυλλωσιά της γύμνιας
που σωνε την ψυχή μου
στη γέννα της φθινοπωρινής βραδιάς
τυλίγοντας τα σπλάχνα μου
στη φασκιά της φραγκομηλιάς.
Στρώσε μου νύχτα να ξαποστάσω
το ανάκλινδρό σου να χω σταθμό
κι όταν χαράξει να σου χαρίσω
μια χούφτα ονείρατα για πηγαιμό
κει που σωπαίνουν οι άγγελοι
κι ανοίγει ο δρόμος
που τραγουδούν οι πολλοί
κει που τα χνώτα βρίσκουν ταίρι
κι αφήνονται στον άνεμο
κόποι που γίνανε περιστέρια
κι αγκάλιασαν σταυρούς τα χέρια!


Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Ασίγαστα κύματα

Όχι μάτια μου 
δε χάθηκαν τ άστρα 
γιατί φθινοπώριασε 
ειναι που χάσαμε 
τα καλοκαίρια μας 
ψάχνοντας 
τις ακρογιαλιές 

κι ας πάντα 
μια θάλασσα μέσα μας 
άγρυπνα φυλά 
κι ειναι όμορφο 
να τραγουδάς αγάπη !