Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Παράτες και γλυκό κρασί

Μεθυσμένες γραμμές στα στήθια μου
να σεργιανούν το ολόγιομο φεγγάρι

Η άστεγη θημωνιά μεγαλώνει ορμήνιες

παράτες που σπάνε στο διάφανο του τοίχου
τόσες άβουλες , βουλιμικές αυλές 
στοχευμένες μονάχα στην ερημιά

μα ο κούκος λαλεί την ομορφιά

κι ειναι τόσο ζεστός ο κόσμος
καθώς τσουγκρίζει τα ποτήρια
σε κόκκινο κρασί
Καληνύχτα αστέρι .. φιλί! 



Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

Απλά

Αφού λοιπόν
όλα ειναι
ένα άρα
άσε με
να ψάχνω το γιατί
στις φτέρνες
των λουλουδιών
το πως
στην ανατολή
των ώριμων καρπών
το που
στη σμίκρυνση
του κρότου
κι όταν φτάσω
στον ήλιο
να κρατήσω
την αγκαλιά
στην άνοιξη
δίχως συμπέρασμα

Με ένα απλό
σε νιώθω !


Ασυμμόρφωτος τρυγητής

Ξεφλούδιζε ο χρόνος άλλο ένα φύλλο 
από το μανταρίνι του .
Ένας αλλόκοτος Σεπτέμβρης αναποφάσιστος
βουτά το ένα πόδι στον ήλιο και το άλλο στο μίκρεμα

της μέρας .
Αρνητής των όσων θα ρθουν πλατσουρίζει 

στα ίσαλα του νερού
Κυματίζοντας τη σημαία που διάφανη είναι 
και κοιτά 
την νηνεμία περιμένοντας τις φουρτούνες που αγρυπνούν 
Μετρά τα αμπέλια του ζυγώνοντας τις ρόγες 
που ακροβατούν,ανάμεσα στο θρόισμα των φύλλων 
και της βροχής το παίνεμα
Ασυμμόρφωτος τρυγητής στα δίδακτρα της ιστορίας.
Με βία φορά την πανοπλία του σαν κουμανταδόρος
της άγνωστης στράτας .
Που κοιτά ποιόν δρόμο θα πάρει;
Αβόλευτος στα καμώματα του φθινόπωρου
και στα κιτρινισμένα φύλλα που άγραφα του γράφουν.

Κείνος τα κόκκινα κεντά να τρέξει
να αρμενίσει κείνα που κόβουν τα σπαθιά
και τα βιολιά με μουσικές τα ντύνουν
Στραφταλίζουν στα μάτια του μικρές πομπές 

που καλούν με τύμπανα της νιότης τα τριαντάφυλλα, 
της πείρας τα πλατάνια να νοιώσουν το αγνάντι 
που θωπεύει τον άνεμο της πλημμύρας .
Παρατηρώ τα βήματα του σαν σπόρος της στιγμής
που αντρειεύει κει που συναντιούνται τα όνειρα
στα κλαδιά που κρατούν ελιές και ρίγανη
Πορεύομαι στα κίνητρα της αθωότητας με ένα βλέμμα

που γυρνά τον κόσμο και σαν ξεπεταρούδι 
τραγουδά εντός μου . Μεγαλωμένα τα λόγια μου
σε βράχους κοιτούν μια θάλασσα που μελαγχολικά γελά

κι αντάρτικα μιλά πίσω απ τα βράχια . 
Μα τούτος ο τόπος πόσο γαλάζια ζεσταίνει τους καιρούς !




Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Αμάραντα

Κι έμεινα να κοιτώ
τον ορίζοντα στα μάτια σου
ένας επίγειος πλανήτης αστεριών
που έζεψε τον ουρανό
στις ανοιχτές γρίλιες του
Πλησίασα τόσο
που σαν αύρα με τύλιξες
Ήθελα να σου πω
τόσα σαν από κόκκους άμμου
Νανούριζε το κύμα το λευκό γιασεμί
στο απαλό του ασημί
κι έτσι όπως έφεγγε
έμοιαζες όλος ένα ηλιοτρόπιο
Έτρεξα να σ αγκαλιάσω σαν άνεμος
και τα δελφίνια φιλιόταν στα νερά
Πλατσούριζαν οι μικρές πεταλούδες
κι έτσι μπόρεσες να δεις τα χρώματα


Τίποτε πιότερο απ το βλέμμα ψυχής ψιθύρισα
Μικρός που ναι ο χρόνος που αμάραντα ριζώνει!



Χρώματα και ψίθυροι

Γεμάτος εκσταση χάζευε το ηλιοβασίλεμα
η μικρή του ποδιά φορτωμένη
μύρια λουλούδια που περίμεναν
ένα του νευμα να κλείσουν τα πορτόφυλλα
Το κόκκινο γαρούφαλλο εμπαινε στην πρωτιά
πίσω σαν ένας γενναίος ιππότης
έτοιμος να υπερασπιστει τη φυλλωσια
ενα αραχνούφαντος υακινθος
πιο πίσω γυμνή η πορτοκαλλια
θα σκέπαζε τα βλέφαρα με τ ακριβό της ριχτάρι
Ακόμη κι εκεινο το χρυσοκέντητο πέπλο
έτοιμο να πλαγιάσει στην κλίνη του βουνού
κι ύστερα πάλι θα ζεσταινε τον κόρφο του
στα απαλά σεντόνια της θάλασσας
Κουρασμένος θα γυρνούσε ο ήλιος
μα τα νερά κεντούσαν αλαφροισκιωτο προσκέφαλο
Ανάμεσα στις γρίλιες των ματιών του
ακούγονταν ψίθυροι .
Γκρίνιαζε το γκρί . Βραδιάζει νύχτα ξερή
Ουφ πάλι δε θα φαίνομαι ..δυσανασχετησε το καφέ
Ωραια θα απλωθώ παντου ειπε τεντώνοντας τα χέρια 

το μαυρο. Ανοιγόκλεισε τις κουρτίνες των ματιων
σαν ναθελε να πετάξει τη σκόνη που εμπόδιζαν

το φως του .Μα ειναι τόσα χρώματα .. μονολογούσε
Σαν να ακουσαν οι κορες του βυθού του
κι ένα μωβ φουρό άπλωσε τα φτερά του
Τον πήγαινε σε μέρη όπου φυλούν

τα όνειρα συναισθήματα .
Ειδε το γαλάζιο να σκουραίνει χαμογελώντας
το κίτρινο , το μπλέ να γίνονται αστέρια
που κρατούσαν στις μύτες ευχες
το πορτοκαλί να δίνει το χυμό του να δροσιστούν 

τα χείλη,σε ένα φιλί ανατολή
το λευκό να του μιλά για κείνα τα μικρά μπαλόνια
που βάσταγαν ψυχές .
Το ρόζ να πλημυρίζει το δώμα του στέρνου
με το τραγούδι μιας άρπας . 

Το πράσινο να φυτευει χορτάρι να ντύσει το χώμα του .
Κι όταν αντίκρισε τον κόκκινο καταρραχτη ενιωσε

ανάγλυφα να κυλά πάνω του , πλένοντας το πρόσωπο,
το κορμί, το ειναι του .Φωτιά που σβήνει το νερό ..
Γύρισε απότομα το βλέμμα στο βυθό που αμίλητα
καρτερούσε τη φωνή του .
Δες αγάπη μου πόσα χρώματα εχει το σκοτάδι.. ψιθύρισε
γεμίζοντας την αγκαλιά του με το χάδι
Φτάνει τα δάχτυλα της καρδιάς να αγγίζουν την παλέτα!


Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Αθόρυβα

Μια κιμωλία κι ένας πίνακας 
στο μπλε του ουρανού 

και πόσα δεν γράψαμε 

κι ύστερα άπλα κρύψαμε 
τα μάτια στο χαρτί 

χαθήκαμε !

Κεριά

Άναψα τρια κεριά 

ένα να μυρίζει αγάπη
να μεθοκοπουν
οι άγριες βελόνες 


ένα να τρέχει λευτερο
να λυσει τους κόμπους
του κόσμου 


κι ένα να απλώνει χέρια
στα λασπωμένα μάτια
απο τους άδικους καπνούς


θα μου πεις
τι να σου κανουν
τρια κεριά


μα να .. ειναι που ακόμη
πιστευω στη ζεστασια 

των ανθρώπων! 


Μυστικά

Κι όπως βάδιζα
στα πεζοδρόμια του ήλιου
ένα μικρό περιστέρι
εμεινε μπροστά μου
τριγύρω του δυο τρεις
απορίες στο μπόι του

- Που εισαι; τιτίβισε

- Μετρούσα τα χρώματα
του πλακόστρωτου
που κοιτάς
κι ανέμισαν οι πανσέδες

- μα δε σε είδα

-κοιτάει κανείς τα μάτια
στο βήμα του;

- λιόγερμα πως να φανούν
οι σκιές

- μα δεν εχω χρωμα
φλέβα σου ειμαι

γελάσαν οι α-πορείες
χύθηκαν τα μυστικά

και πως ... σου έμοιαζε !


Στην ξύστρα του καιρού

Έμεινα να κοιτώ έξω από την αυλόπορτα 
Είδα να κουβεντιάζουν όνειρα θαρρείς  μισοτσαλακωμένα 
ήταν .Oι κόμποι τους φανέρωναν τα μικρο βαρίδια
που σέρνονταν απ τα κρόσσια τους 
Θυμήθηκα κεiνη την λαχτάρα του δικού μου σχολειού
την τρέλα την αυθόρμητη αγωνία
δίχως πελέκια να ροκανίζουν το χρόνο μου .

Τούτο π αντίκριζα τώρα ήταν ένας ιδρώτας που άσκοπα

κυλούσε βαριεστημένος δίχως να ξέρει που να πάει . 
Και μήπως είχε άδικο;
Πόσα πτυχία φάνηκαν κρεμασμένα στους τοίχους 

πόσα μεταπτυχιακά κυνήγησαν τους δρόμους. 
Τι κάναμε μωρέ; φορτώσαμε τα παιδιά μια σάκα
και τ αφήσαμε να την αδειάσουν όπου βρουν;
Κι άραγε είδες; κι άραγε είδα; Στραβό ειναι το κλίμα 
ή στραβά αρμενίζουμε ; Ως πότε θα μας σερβίρουν 
φύλλα ξερά για μπακλαβά ως πότε θα μασάμε 
δίχως να φτύνει η μιλιά .

Στυγνό , αδιάφορο και άδειο κοινωνίας κράτος .
Ωραία που τα βόλεψε .Και με τι σειρά !! 

Μια απελπιστική σκαλωσιά που όσο πάει και κατεβαίνει .
Kι έχεις κι εκείνες τις ξερες κουβέντες ..
Νεολαία ειναι αυτή,όλο στις καφετέριες τους βρίσκεις .
Φορές απαντώ με τις ενοχές μου .
Βλέπεις ενοχές έχουν μόνο οι άνθρωποι, 
δίχως υπουργεία και διαλέξεις .
Και ναι εμείς ρωτάμε γιατί αφήσαμε 

να πουλούν έμποροι που ξένες αγορές κοιτούν . 
Και ναι μαζέψαμε πανέρια μη και τα βρουν δουλέμποροι
και φτάσουν μισοτιμής σε λασπωμένα χέρια .

Κι ετούτοι αυτοί που μιλούν για μας χωρίς εμάς τι κάνουν;
Ετούτοι μπαα μικρόφωνα μόνο και φερέφωνα
πακτωλού συμφερόντων . Κάποια μικρά κόκκινα λάβαρα 
ακόμη φυλούν την στεριά μη μας κλέψουν τη θάλασσα .

Ακούω την Δήμητρα να φωνάζει . 

Δύναμη παιδί μου και όπως έρθουν .
Κι εγώ το ίδιο κάνω κι ας μη μιλώ για τα δικά μου παιδιά . 

Ναι ήταν λίγο πιο τυχερά γεννήθηκαν πιο νωρίς . 
Και κάθε νωρίς τύχη κάθε αύριο ..άγνωστο
Και θα βγουν οι φανφαρόνοι να σπουδάζουν 

την περηφάνια τους στις πλάτες της πρωτιάς . 
Και θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι στη μπροσούρα
που θα φανεί . Γίνεται να παρει η ευχή να διψά ένα παιδί 
και να του δίνεις καραμέλα να ξεχάσει τη δίψα του ;

Περασμένες τρεις καταμεσήμερο . 

Πίνοντας καφέ να περιμένουμε τα παιδιά
Ένα τσούρμο από φωνές και γέλια βάδιζε στο μέρος μας. 

Οι σκέψεις έγιναν μικρά λουλούδια που φύτρωσαν 
στα μάτια μου . 
Υπάρχει καιρός φώναζε μια φωνή μέσα μου ναι υπάρχει .
Ο δρόμος ειναι εκεί παρέα θα περπατήσουμε
Κι εκείνο το παιδί μέσα μου πόσα ακόμη εχει να μάθει ,

άνοιξε την κασετίνα του καιρού ,
πετώντας τα ξερά φλούδια του μολυβιού . 
Μια ξύστρα θα γινόταν ένα κλαρί 
να ενωθούν τα δάχτυλα ώσπου .. έως !







Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Φύλλα ανοιχτά

Να σ αγαπούν για αυτό που είσαι
ναι έτσι απλά χωρίς τα πως και τα γιατί
Γιατί κανείς δεν έσυρε τα χρόνια σου
γιατί κανείς δεν ήταν πλάι στις ουλές σου
Κι αν δεις τον κόσμο τόσο ίδιος μοιάζει
Να επιμείνεις στο όνειρό σου στις αξίες σου
στα δικά σου θέλω. 

Κάθε τριαντάφυλλο τ άρωμα κουβαλά απ τη δική του γη
Δεν γεννιέται ο κόσμος για να γεμίζει γιασεμί
μα για να φτιάχνει κήπους από αγριολούλουδα βουνών
από φύκια της θάλασσας , λεπτεπίλεπτα και άγρια
δένει τις φωλιές κουβαλώντας στην άκρη της πλάτης
πότε ένα πούπουλο και πότε ένα αδράχτι .
Το ίδιο όμορφα κυλά στο τζάμι η βροχή
ίδιο φυλά το μάγουλο το δάκρυ .
Στα δικά σου πόδια στάθηκες χωρίς πατερίτσες
κουτσός ακόμα απ τ αγκάθι .
Τα πέλματα γίνανε θεριά που σκόρπισαν ένα γιατί
απ το γιαχάτι του φυγά μέχρι του λάβαρου την κορυφή
Να σ αγαπούν για αυτό που είσαι
όχι για κείνο που ζητούν . Δεν είσαι μια νερομπογιά
που όποιο πινέλο την κρατά στήνει δική του ζωγραφιά .
Χρωστούμενα έχεις πολλά .. χρωστάς το γέλιο της ζωής
του βότσαλου την μυρουδιά , το ίχνος της αστραπής
του ονείρου σου το χάδι του έρωτα τα μυστικά
τα βράδια τα αξημέρωτα που αλαφροΐσκιωτα
πετούσες στο φεγγάρι , του μίσχου το παράστημα
και της αυγής το μίλημα στο πιο ακριβό σου φίλημα
Να το τολμάς να σαι εσύ κι όχι ένας στους άλλους
το θυμιατό σου σε σκαλί να βρίσκει δρόμους ανοιχτούς
κι αχέροντες της δρασκελιάς με ένα σου βήμα να περνάς
Κι αν την αγάπη συναντάς τα φύλλα σου κρατά ανοιχτά
δέντρο που άπλωσε κλαδιά να μπει ο ήλιος κι η φωτιά
να του ζυγιάσουν την καρδιά .
Είναι η αγάπη μουσική με νότες από άγνωστη γη
μα σαν την μελωδία βρεις γράψε στον ίσκιο της σιωπής
πως άγγελος σε βρήκε και έπεσε ουρανός στη γη .
Για όλους υπάρχει ένα νησί άγραφο απ το χάρτη
μα ακούει την ρότα της ψυχής και στέλνει τα σινιάλα
απ άκρη σ άκρη της πηγής .
Να σ αγαπούν για αυτό που είσαι στο μπλε σου , 

στο γαλάζιο , στο κόκκινο της σαϊτιάς , 
στο γκρίζο του λυγμού , στο πράσινο
χορτάριασμα να πλένεται το βλέμμα , 

κι αν θολά τα μάτια σου φανούν
να χεις δυο μάτια να γελούν .
Αποθυμιά και δειλινό λαχτάρα να σου δίνουν

που να χει ούριο άνεμο,κι οι πειρατές της άνοιξης 
τα στήθια σου με ανεμώνες να στολίζουν .
Να σ αγαπούν αληθινά για να το νιώθει η καρδιά
μα μην ξεχάσεις ''να αγαπάς'' για να γευτείς ότι ζητάς !



Ανθρωπων εργα

Πρόσεχε

μη σπάσεις
το ποτήρι

θα κοπείς
και θα ματώσω

στα χέρια σου! 

Ατιτλο

Έτσι μικρά και ευθραυστα ειναι τα φιλιά μας 
για αυτό και κρατησα στο στόμα το ρόδο !


Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

Προσανατολισμός

Προσαρμόσου ... 
προσαρμόσου της είπαν
αλαφροισκιωτη κι αλλόκοτη θα σε πουν 
προσαρμόσου 

Εφτά μοίρες γύρω απ τη φούστα του όλου 
δυο τιμονιές στο ναύλον του καθωσπρεπισμού 
κι η άγκυρα μισή θάλασσα μισή στεριά 

Προσευχή στη γεύση της ύπουλης νηνεμίας 
Οχυρώσου στην αλοιφή της επιφάνειας 
Προσαρμογή στη βαμμένη σκουριά  
Τακτική στα σιδερωμένα , ατσαλάκωτα λόγια 
Στρατηγική με επ ώμου το όπλο του εγώ 
Γυναίκα στ αμπάρι του καιρού δίχως ήχο
Ευτυχία δίχως ευ άνευ τύχης 

Κουφή η λογική της απροσάρμοστη η ακοή 

Χορεύει στα αγκάθια , δακρύζει στο σπασμένο 
παιχνίδι ενός παιδιού, 
βουτά βαθιά στα άπατα ανασαίνει 
τα μάτια της νούφαρα και πουλιά .
Μεθά απο έρωτα ,γαργαλά τα πόδια του ήλιου 
με το φτερό τ αηδονιού,
περπατά στο όρος της αγάπης ιδρωμένη ως τη ρίζα της
Θυμώνει στου εγωισμού την μπόρα 
κι αστράφτει στου άδικου το καρφί  
Φιλιέται με το στόμα της άνοιξης , 
φιλιώνει με την οργή του αντάρτη .
Στρατηλάτης συνοδοιπόρος της ο γιος του ονείρου 
φίλος αδερφικός ο αγέρας που τρέφει τα γυμνά κλαριά 
κόβει φεγγάρια να ζεσταθούν τα ασκέπαστα 
ξέστηθη απ τα πρέπει μακρινή του τάχα 

επιτέλους άνθρωπος ! 


Δυο λέξεις

Κι όσο και να πεις 
φτάνουν δυο λέξεις 
να κοιμηθεί ήσυχα το φεγγάρι 
΄΄ σε σκέφτομαι ''
κι αυτό πόσο ζεστά φυλά 
το μαξιλάρι της νύχτας 
έτσι που κανείς μας 
να μη λείπει !


Άτιτλο

Όχι μάτια μου 
μη φοβάσαι 
εγώ θα φορώ
την ψυχή στο στόμα

ακόμη κι αν τύχει
να την δαγκώσω !

Τρανό το μπόι της ψυχής (αφιέρωμα στον Μάνο Κατράκη )

Περπάτησαν πάνω του
νόμοι χιλλια σκουλήκια
που του τρωγαν τα σωθικά

όμηρος

μη σταματάς
φώναζαν τα μάτια
κι έμαθαν να σκάβουν τη γη

σακάτης καιρός

ρίξαν σκουριά στα πόδια
να σαπίσει το μπουντρούμι
να πιει το βήμα

σφαγμένος

μη σκοντάφεις
του ορμνήναε ο ομαλός
κι έτρεχε η σκέψη

κόκκινο φως

στένεψαν την ανάσα
βαρίδια ζώσαν το λαιμό
να πνίξουν τ αντριλίκι

μικρός ο αρχηγός

μη λυγάς
μηνύσανε οι δροσουλιτες
το φραγκοκάστελο εψήλωσε

τρανό το μποι της ψυχής

τσακίσανε τα όρνεα
και στήσαν γκιλοτίνες
της θάλασσας η αλμύρα

πότισε αίμα αδερφικό

μη σιωπάς
βγάζει κραυγή η θέρισσο
κι απλώνουν της μάνας γιοί

στο χέρι σου τ αδράχτι στο χέρι κι η ζωή

κι όσοι πολλοι αγάπησαν
της λευτεριάς το κάτασπρο πουλί
μαζί σου επλαγιασαν γινήκαν αετοί
στάξαν στης μνήμης το νερό
να καίει απέθαντη γροθιά
θάρρος , ελπίδα κι αντρειοσύνη
για να γελά η ρωμιοσύνη !


Μελτεμάκι

Δυο τρεις πινελιές
μια φουσκαλήθρα του καφέ
μια γουλιά πνοής
στην ανάσα

το μελτεμάκι στα μαλλιά
το πορφυρό χαμόγελο
το μιλητό της καρδιάς
χωμένο στη σκέψη σου
κι αγκαζέ
στο ανώι του καιρού

τόσες λευκές πετούνιες
και πως κερδίζει ..ένα φιλί!

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

Μονός αριθμός

Ποτέ δε της άρεσε να μιλά με δεκαδικούς αριθμούς 
Όχι όχι ήξερε πως σε αυτούς μπαίνει η έγνοια του όλου
Ιδρώνει το μαλλί από τα πολλά κεφάλια 
που κουβαλά πάνω του . 
Λερναία ύδρα τα χέρια που αποζητούσαν το χέρι
μιας άλλης ανάσας .Εκεί χωρούσαν οι δεκαδικοί γινόταν
εκατοντάδες , χιλιάδες σπόροι και κόκκοι της θάλασσας .
Αν μπορούσε θα τους κράταγε όλους στην αγκαλιά της. 
Για κείνους έβγαλε φτερά να τους μαζεύει απ την θάλασσα 
κι ύστερα να τους δίνει το είναι της να κρατούν ένα χέρι . 
Ποτέ όμως δεν της άρεσε να της δείχνουν 
το δρόμο της καρδιάς. 
Αυτός για τον καθένα ένα μονοπάτι είχε 
που μονάχα δυο γόνατα τον γνωρίζουν ,
αντλούν την ανάσα απ το δικό τους πηγάδι και ξεδιψούν 
Και ποτέ δε σήκωσε το χέρι να χαστουκίσει 
τον γκρίζο άνεμο ,να σπάσει το ποτήρι 
με τις φουσκάλες και τα άδεια του λόγια. 
Εκείνη ήξερε που πήγε, τι έκανε ,τι έσπασε ,τι πέταξε 
κι έτσι ξεφλούδιζε το μανταρίνι του χρόνου. 
Κάποτε η μυρουδιά του την μεθούσε ,
άλλοτε δυο τρεις πιτσιλιές έπεφταν στα μάτια 
κι άλλοτε πάλι τόση δροσιά πότιζε στα χείλη.
Μα σαν διάλεγε να πει για αγάπη 
ένας κύκλος ,ένας μίσχος κι ένα μικρό ξαποστασι 
σχημάτιζαν το δυο. 
Στα μάτια της ποθεί η θάλασσα να παίξει με τα αστέρια,
ο έρωτας κυλιέται σε ρόδα και αγκάθια 
κι εκείνες οι μικρές κυδωνιές που κάποτε 
γυάλιζαν τη φλούδα τους ακόμη κι εκείνες 
έναν κίτρινο ήλιο φορούν . Έτσι έμεινε στα χρώματα . 
Κρατά το αδύνατο στα χέρια και τίποτε άπιαστο δεν υπάρχει 
Ποιος κερδίζει την αγάπη; 

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Αναμονή

Το ρολόι χτυπάει τα τακούνια του 
ακούγεται ο θόρυβος απ την ξύλινη σκάλα
Ο μικρός λεπτοδείχτης τρέχει , γελά , παίζει 
σε κύκλους καπνού. Ακάθεκτος ο μεγάλος 
δείκτης σεργιανά , κουρντίζει στιγμές .
Πακέτα με μοβ και ροζ κορδέλες 
έτοιμα να μοιραστούν στα φύλλα στα δέντρα 
στα χέρια . Περιμένω . Χτυπώ τα δάχτυλα . 
Νομίζει πως τον χειροκροτώ
Λικνίζεται με ύφος καρδινάλιου . 
Οι κουρτίνες χορεύουν τ αεράκι σφυρίζει
την δική του μελωδία .Πρίμο σεκόντο οι στίχοι 
του τζίτζικα γραμμένοι στα κλαριά 
Λυγίζουν χαμηλώνει ο ήχος νιώθω το χάδι .
Αρπάζω απ το χέρι την καρδιά μου σκοντάφτει 
στα πόδια ενός άστρου . Φωνάζω κι η φωνή μου ψίχα 
για ένα πουλί ξεχασμένο . Τσιμπολογά και φεύγει. 
Τραγουδώ το σώμα μου γεμίζει νότες 
Μεθά η γαρδένια κι απλώνει το πέπλο της στην νύχτα 
Περιμένω και αυτός ο χρόνος μου παίζει κρυφτά 
Έρχεται φεύγει κλέβει την ανάσα μου 
Που πήγα ; Με βρίσκω να κεντώ προικιό της αγάπης 
Μένω στροβιλίζομαι γύρω από μένα κοντεύει 
η άνοιξη . Τέλειωσε η άνοιξη φωνάζει η τριανταφυλλιά 
Διαμαρτύρομαι της δείχνω το στέρνο μου 
Την πείθω να μείνει στον κήπο .
Φορά τα κόκκινα της .Μοιάζει σαν άστρο της γης 
Περιμένω . Κλείνω για λίγο τα βλέφαρα . Ένα λεπτό 
Πόσος χρόνος ειναι ένα λεπτό . Αιώνας , μια στάλα, 
ένα απαλό χτένισμα στα μαλλιά , μια ρόγα από γλυκό σταφύλι .
Χρόνος πάλι χρόνος . Παλμοί , γέλιο. λαχτάρα 
Αναμονή .. αναμονή στη στιγμή . Που να ναι ; 
Δεν μπορεί κάπου εδώ άφησα την ψυχή μου . 
Τη βρίσκω . Σ ακούω ...γελάς !


Ούριος άνεμος

Όσο υπάρχει το στόμα
να κουβαλά γαρούφαλα
τα μάτια στο ξύπνημα
να γεννούν ένα παιδί
το στέρνο να πίνει ζωή
από κούπα ζεστασιάς

κι εκείνο το τριαντάφυλλο
να χει το κόκκινο φιλί
τίποτε μη λογάς φίλε μου
αγνάντι ειναι το φως
καρφίτσωσε στο πέτο
χαμόγελο από πηγή
κι άνοιξε τα φτερά σου
γυμνά πετά η ψυχή !

Αυτόφωτα

Και να δεις που θα μάθουν
να μιλούν τ άστρα


και πόσα μάτια θα φωτίζουν
στάζοντας μόνο ..αγάπη !





Στίγματα

Και θα χειροκροτήσουν 
οι άνθρωποι
θα σε ματώσουν
θα σ αγκαλιάσουν
θα κλέψουν
κάτι απ το ειναι σου
θα σου χαρίσουν
μια στάλα πνοής
θα σου γελάσουν
θα σε χλευάσουν
θα πιουν το δάκρυ σου
ντυμένο στον ιδρώτα τους
θα σ αγαπήσουν
θα σε μισήσουν
μα εσύ ν αγναντευεις
τα πέλαγα στα μάτια τους
στη θύμηση
εκείνης της πρώτης φοράς
στο πρωτόγαλα
που άγνωστα
κοίταξες
γεμάτος αγάπη
κουνώντας τα βλέφαρα
σαν να γνεφες
κείνο το πουλί
να ανοίξει τα φτερά του
σαν..άνθρωπος !


Σάββατο 31 Αυγούστου 2019

Ανεμώνη και ηλιόσπορος

- Έχεις τον ήλιο μέσα σου κάνε τον τραγούδι 

- Μπάα δεν έχω νότες μήτε και λόγο να απλωθώ 

  κι άνοιξε τα φτερά του 
  

την έκαψε 

εκείνη σκαρφάλωσε στο βράχο της 

έγιανε τα φύλλα της 

διάλεξε την πιο κρυφή κορυφή 

μα κάθε πρωί γίνεται αόρατο φιλί 


να τον βοηθά 

ο ήλιος να χαμογελά !


Οδοιπορικό

Γωνία Αριστοτέλους και Βασ. Ηρακλείου
Κόσμος πηγαινοέρχεται φορτωμένος
στις ράχες τις σκέψεις .
Άλλες ακούγονται βαριά
σαν να μην μπορούν να αντέξουν
το νηστικό τραπέζι .
Άλλες προσπερνούν κουβαλώντας
τα καλούδια των ημερών
σμίγοντας το χέρι της συνήθειας
σε μια τρελή χαρά .
Κείνα τα μικρούλια ζωή φωνάζουν
κι έτσι πάνω στο πλακάκι του καιρού
παίζουν κουτσό τα γέλια .
Αθώα γέλια κρατούν στο χέρι την κούκλα
και ζωή της δίνουν , την κοιμίζουν την νανουρίζουν
την μαλώνουν κι εκείνη ασάλευτη αφήνεται 

στα χέρια τους να γνωρίσει τον κόσμο τους .
Καινούργια αυτοκινητάκια που ξεκινούν
τα ταξίδια αναμειγνύοντας την σκέψη του αγοριού
με τις ρόδες που γρήγορα κυλούν στη μικρή τους άνοιξη
Η μικρή Ζασμίνα δεν πήρε φίλους στα χέρια
μα χαμογελά που κρατά το χέρι της μαμάς
και τρέχει στο άπλωμα του λεύτερου πεζοδρομίου .
Δεν έχει καπνούς μονάχα ήλιο δεν έχει κρότους
μονάχα ακούει το τραγούδι της θάλασσας .
Ο νεαρός κιθαρίστας που παίζει στη γωνιά
έχει αφεθεί στον κόσμο του κι αυτός ο μουσικός του
δρόμος κυλιέται στο χορτάρι , κάθεται στα παγκάκια
κι από κει πετά στις φωλιές των περιστεριών
και γίνεται τραγούδι . Αγκαλιάζει τον έρωτα
πίνει τη γύρη των λουλουδιών , μεθά στο κύμα της αγάπης
γεννιέται κι ανασταίνεται στις γειτονιές 

που ανθίζουν οι ανεμώνες,ένα μικρό ντλίν ντλόγκ 
σαν καμπανάκι γεμίζει το τάσι του ψωμιού
και ίσως να χει κι ένα ποτήρι κρασί
να τσουγκρίσει το πέρασμα του χρόνου .
Τόσα χρώματα ριγμένα στο πάγκο των ημερών
τόσα συναισθήματα αφημένα να κυκλοφορούν λεύτερα
δίχως όρια δίχως σύνορα . Κι αλήθεια πως ένωσαν
οι δρόμοι τις διαφορές κι άνοιξαν ένα κύκλο
να δέσουν τα καμώματα στις φυλλωσιές των ματιών .
Μα να που εκείνο το ποδοβολητό απ το κουτσό
των μικρών θεών ακούγεται να ξυπνά τον ουρανό
Δες γαλανέ δες πως σμίξαν στο φως σου
τόσες ανταύγειες . Ουράνιο τόξο που γέμισε
στα πέταλα μιας στιγμής . Γέλα ουρανέ γέλα
πετούν τα όνειρα μια αυριανή να δώσουν τα χέρια
Γέλα παιδί ,παίξε μουσική να ζεσταθούν τα ασύνορα
θα ρθει καιρός που ολα θα ναι αλλιώς
Μονάχα πίστευε βαθιά πως ότι μας χαρίστηκε
ειναι γεμάτο ομορφιά κι αν ειναι δύσκολοι καιροί
φτάνει το ένα δάχτυλο να σπάει τη ρωγμή
και τα άλλα να σταθούν σε ήλιο να αναστηθούν! 



Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Επιστροφη στο σπίτι

Γύρισα σπίτι 
Γνώριμη κλειδαριά ήπιε τις βέργες 
του νερού της άνοιξε. 
Έβαλα το χέρι στις τσέπες . 
Κέρματα λίγα ψιλά από κεινα τα χέρια
που πέφταν σαν χαρτιά στα πεζοδρόμια . 
Κρύα αδιάφορα βήματα ,σκουπίδια τα πέταξα . 
Βελόνες φουρκέτες κάποια παιδικά μάτια 
τα στόλισα στα μαλλιά μου . 
Χτυπά το τηλέφωνο μια άλλη γραμμή θα απαντήσει
στο χρόνο. Σώπασε ησύχασα . 
Συνέχισα το ψάξιμο κόρνες αυτοκινήτων ήχοι
που τρομάζουν τον αέρα και σταματά το τραγούδι του .
Επιτέλους τ ακούω . Καθαρό σαν εκείνα τα ρούχα 
της απέναντι αυλής όμορφα που πετούν. 
Σινιάλα στο φεγγάρι  να ρίξει το βλέμμα του 
κομμένο σε φέτες καρπουζιού να δροσιστούν
τα χείλη του γείτονα να πέσει ένα χαμόγελο. 
Βγήκα στο μπαλκόνι . 
Η γειτονιά έπιασε το κουβεντολόι . 
Γλυκιά ζεστασιά ανθρώπων. 
Τι κάνεις; καλά . Σώθηκε ο κόσμος .
Δύό λέξεις σύνορα να μην περάσει ο παγωμένος δρόμος . 
Άνοιξα το ράδιο κι άλλες φωνές μουσικές 
που στρώθηκαν στον καναπέ κι άρχισαν να λικνίζουν 
το σώμα της γαλήνης . Γέφυρες που πλατσουρίζουν 
στον ουρανό κι ανοίγουν τα φτερά της θάλασσας . 
Γέλια , φωνές από μπαλκόνι σε μπαλκόνι
να παίζουν οι στιγμές χαρούμενα .
Άπλωσα το βλέμμα στα άστρα . 
Χαμήλωσαν συστηθήκαμε όπως οι άνθρωποι
που ξέρουν να μιλούν στη σιωπή . 
Γέλασα . Πάλι χτυπά το τηλέφωνο . 
Ναι ξέρω όποιος και να ναι  ένα χαμόγελο 
έμεινε να το δώσω ! 


Πέτρινο δάσος

Βουβά μεταλλεύματα 
τρύπιες ορχιδέες 
και λίγο μπαχάρι 
να κρυφτεί το πέτρινο δάσος
πίσω απ το δάχτυλο 
Λίγο πιο κει 
μια μικρή πυγολαμπίδα 
έπαιζε στη φλογέρα της
την μουσική της ψυχής 
να χει γεύση ο άνεμος !

Αγαπημένη φίλη

Ειπες θα πετάξω κι έφυγες 
Θα μείνεις σου είπα και σε έσπειρα
βαθιά μεσα στη γή μου 

Βαδίζεις στα ψηλά λευκά βουνά 
κι εγω στη φούχτα σ έχω 
ακριβό τριαντάφυλλο του ουρανού μου

Όλα όσα χωρούσαν 
στην κόκκινη τσέπη
τα χάρισα 
ραντίζοντας το φιλί 
που θα σε βρει 

προχώρησε τόσο ο άνεμος
γυρευοντας τους ωμους 

και τότε έριξα 
την καρδιά στη θάλασσα 
΄΄μη μου κρυώσεις΄΄ 


Πετα και χάνεται εκεινο που ξεχνιέται 
κείνο η μνήμη το κεντα πλέκει χρωματιστά πουλιά
και κάθε αυγή γεννιέται !


Σπουδή

Οπου φοιτά ο ήλιος μαθητής να μένεις
διαβάζει δυνατά τα γράμματα
της ανθρωπιάς!

Αυλαία

Τόσοι ρόλοι 
κι ουτε ένα έργο 
χαρισμένο στον ήλιο !

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

Αλύγιστα φτερά

Δυνατά 
που χτυπά το φεγγάρι 
Θαρρείς κι οι καμπάνες του
στόμωσαν τον ήχο του αέρα
στις λιγνές τους δαχτυλιές 
μόνο για να ξυπνήσουν
με τα βελόνια τους
τα όνειρα κείνων  
που σιγανά κοιμούνται ! 

Γκράφιτι

Μια γωνιά 
Μονάχα μια γωνιά 
που γραφε στον τοίχο 
άνθρωπος 
κι αυτή νοτισμένη
απ τα χαλίκια του ουρανού
σκονισμένη 
στο φρέσκο αέρα 
ξεφλουδισμένη
στο κάψιμο του ήλιου 
βαμμένη 
στη φωτιά της ψυχής 

μια γωνιά 
πως να φανεί 
ανάμεσα σε τίτλους 
με πολλά πατώματα

πως μικραινες έτσι κόσμε
κι ούτε που είδες 
την αψηλή ροδιά!