Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018
Ταξιδευτής
Σε μύριες στέρνες ακουμπάς με χνώτο από θυμάρι
αγγίζεις χίλια χρώματα με το πινέλο της στιγμής
ξεθάβεις πόθους κι όνειρα από παλιό πιθάρι
σπίθες από θολό λυχνάρι που πεσαν καταγής
περπατητής στο άγνωστο μοιράζεις τη φωνή σου
αντίλαλος από ψυχές που μέσα σου κοιμίζεις
πέργκολες με τριανταφυλλιές υψώνουν την υφή σου
φοράς φτερά του άνεμου σε φύλλα φτερουγίζεις
τρέχεις να πιάσεις ουρανό στο πουθενά και στο κενό
ανοίγεις δρόμους του χιονιά με ένα σου βλέμμα από φωτιά
σέρνεις μαζί σου τις πληγές τις ομορφιές από βυθό
σκορπάς τα βλέφαρα στη γη στου πέλαου την αγκαλιά
μικρός εσύ ταξιδευτής του άπειρου και της βροχής
τις σκέψεις σου απλώνεις σε ένα λευκό σεντόνι
μετράς τις στάλες του στα λόγια της σιωπής
σε μια απόκρημνη στροφή γυρεύεις το τιμόνι
ποιες μοίρες να σε οδηγούν ποιας παραμάνας καύτρα
κέντησε πάνω σου γυαλιά και μέλι από κηρήθρα
σου δωσε ευχή ..κατάρα να τραγουδάς με τα άστρα
πιόμα να έχεις χαραυγή και νύχτα κολυμβήθρα
τα ίχνη σου μικρή γιορτή απέθαντη του ήλιου μελωδία
αληθινή κρυστάλλινη ματιά αγγέλων αέρινη μορφή
σήμαντρα που γλυκά χτυπούν ξυπνούν τη νυκτωδία
ελπίδες που ζεστά κυλούν σε απάτητη κορυφή !
Σε μύριες στέρνες ακουμπάς με χνώτο από θυμάρι
αγγίζεις χίλια χρώματα με το πινέλο της στιγμής
ξεθάβεις πόθους κι όνειρα από παλιό πιθάρι
σπίθες από θολό λυχνάρι που πεσαν καταγής
περπατητής στο άγνωστο μοιράζεις τη φωνή σου
αντίλαλος από ψυχές που μέσα σου κοιμίζεις
πέργκολες με τριανταφυλλιές υψώνουν την υφή σου
φοράς φτερά του άνεμου σε φύλλα φτερουγίζεις
τρέχεις να πιάσεις ουρανό στο πουθενά και στο κενό
ανοίγεις δρόμους του χιονιά με ένα σου βλέμμα από φωτιά
σέρνεις μαζί σου τις πληγές τις ομορφιές από βυθό
σκορπάς τα βλέφαρα στη γη στου πέλαου την αγκαλιά
μικρός εσύ ταξιδευτής του άπειρου και της βροχής
τις σκέψεις σου απλώνεις σε ένα λευκό σεντόνι
μετράς τις στάλες του στα λόγια της σιωπής
σε μια απόκρημνη στροφή γυρεύεις το τιμόνι
ποιες μοίρες να σε οδηγούν ποιας παραμάνας καύτρα
κέντησε πάνω σου γυαλιά και μέλι από κηρήθρα
σου δωσε ευχή ..κατάρα να τραγουδάς με τα άστρα
πιόμα να έχεις χαραυγή και νύχτα κολυμβήθρα
τα ίχνη σου μικρή γιορτή απέθαντη του ήλιου μελωδία
αληθινή κρυστάλλινη ματιά αγγέλων αέρινη μορφή
σήμαντρα που γλυκά χτυπούν ξυπνούν τη νυκτωδία
ελπίδες που ζεστά κυλούν σε απάτητη κορυφή !
Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018
Οι άνθρωποι αγαπούν
απ όπου κι αν βρίσκονται
βλέπει πιο πέρα
κι απ τα μάτια η καρδιά
χάδι απαλό του αγεριού γίνονται
ψίθυρος στο θρόισμα των φύλλων
τελάληδες πουλιών
άστρα το φως της γης να υμνούν
νεράντζι και σταφύλι
πιοτί, γλυκό του κουταλιού
στης θάλασσας τα χείλη
Φυλάξου φθινοπώριασε
να φοράς την ψυχή μου !
απ όπου κι αν βρίσκονται
βλέπει πιο πέρα
κι απ τα μάτια η καρδιά
χάδι απαλό του αγεριού γίνονται
ψίθυρος στο θρόισμα των φύλλων
τελάληδες πουλιών
άστρα το φως της γης να υμνούν
νεράντζι και σταφύλι
πιοτί, γλυκό του κουταλιού
στης θάλασσας τα χείλη
Φυλάξου φθινοπώριασε
να φοράς την ψυχή μου !
Δεν είχε άλλο να σκοτωθεί
κι έτσι έζησε
το κόστος κουβαλούσε καπνό
μα τούτο το χρέος
ξάστερο του πρέπει βυζί
και ξέστηθο γαλάζιο του φόρτωνε
Κι απα στο νου της καρδιάς
ριζώνουν στητά τα πόδια
Απλώνουν το βλέμμα
ακόμα φυτρώνουν ρόδα
στα μάτια
κι η ηλιόπετρα πως καίει
στη μυρωδιά του δρόμου
να χορταριάσει ελπίδα
πως μου γελάς γιαγιά
Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018
Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018
βαθιά σιωπή
σσσσς
χάνουν οι λέξεις τη μιλιά τους
και η φωνή κάνει σιγή
μες το δικό τους το στρατί
περνάει αρχόντισσα κυρά
στα ξέπλεκα της τα μαλλιά
πετούν αμέτρητα πουλιά
τα μάτια της στάζουν φιλιά
τα χείλη της ρόδα άλικα
κήπος αγριολούλουδο κορμί
υπόκλιση κάνουν σ αυτή
βαθιά σιωπή
σσσςςς
χτυπούν καμπάνες χαρωπά
η μουσική βρήκε τις νότες σε δαδί
τα κόκκινα φεγγάρια μιλούν με συναξάρια
το κύμα δίνει το φιλί σε βράχο που κοιμάται
η νύχτα μια θεά κοιτά μα και θυμάται
τ άστρα ντύθηκαν στα λευκά
το νυχτολούλουδο άνοιξε τα φτερά του
η αύρα του απλώθηκε μεθά η μοσχοβολιά του
τα δέντρα ανοίγουν τα κλαριά
δένουν τα χέρια σαν μια αγκαλιά
βαθιά σιωπή
σσσς
ακούς; τώρα μιλά η καρδιά!
σσσσς
χάνουν οι λέξεις τη μιλιά τους
και η φωνή κάνει σιγή
μες το δικό τους το στρατί
περνάει αρχόντισσα κυρά
στα ξέπλεκα της τα μαλλιά
πετούν αμέτρητα πουλιά
τα μάτια της στάζουν φιλιά
τα χείλη της ρόδα άλικα
κήπος αγριολούλουδο κορμί
υπόκλιση κάνουν σ αυτή
βαθιά σιωπή
σσσςςς
χτυπούν καμπάνες χαρωπά
η μουσική βρήκε τις νότες σε δαδί
τα κόκκινα φεγγάρια μιλούν με συναξάρια
το κύμα δίνει το φιλί σε βράχο που κοιμάται
η νύχτα μια θεά κοιτά μα και θυμάται
τ άστρα ντύθηκαν στα λευκά
το νυχτολούλουδο άνοιξε τα φτερά του
η αύρα του απλώθηκε μεθά η μοσχοβολιά του
τα δέντρα ανοίγουν τα κλαριά
δένουν τα χέρια σαν μια αγκαλιά
βαθιά σιωπή
σσσς
ακούς; τώρα μιλά η καρδιά!
Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018
Φοβάται ο κόσμος φοβάται τις σιωπές
κι όμως ετούτες τόσα σχολειά χτίσανε
Δασκάλισσες με ρόδια σκουλαρίκια
να χει το χνάρι ρόδο φιλιού
Φοβάται .. δε βλέπει άραγες
πόσα παιδιά γέννησαν μεγάλους;
να φαίνονταν μήπως τα σχήματα
που κόβαν τα γράμματα;
να βλέπουν τα νερά πως σκύβει το φεγγάρι ;
Φοβούνται τη σιωπή ναι ναι
γιατί εμείς την ακούμε μάτια μου
την κάναμε μπροστάρη να ανοίγει δρόμους
να χει ο βράχος λόγο και το κλωνάρι γη
Απλώνω τα μάτια να κλείσω τον αγέρα
αλαφροισκιωτα να σε σκεπάσω
διαβάζω το συναξάρι της να ανοίξει η ρίζα αγκαλιά
και τούτη η πνοή πως ξάγρυπνα βραδιάζει τον ήλιο
κι αχάραγα τραγούδι η πούλια σου κεντά
Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018
Ποίημα σιωπής
Πέρασες πάλι απ τα γνώριμα στενά
κείνα που κοιτούν τον ήλιο κατάματα
κεντήστρες στου αργαλειού τη βελονιά
λέξεις που γδέρνουν με σπαθιά
στη ρόκα τους το νήμα εξουσιάζει
δεν πειράζει …
αντάμωσες δυο δάκρυα πάνω στο λόφο της ψυχής
τα σκούπισες μη και φανεί το χρώμα
γύρισες το βλέμμα σου αλλού στη δίνη μη μπλεχτείς
θα γράψεις για τον έρωτα για βράδια αξημέρωτα
πιάνεις την πένα και μιλάς με μιας ανάμνησης γιορτή
μιας στιγμής ανάσα για να αντέχει η ζωή
ξεστρατισμένα όνειρα στο δώμα του γιαλού
μικρές αποσταξιές πνοής στην άκρη του κενού
δίπλα σου περνά ένα παράπονο με πυρετό που στάζει
μα ..δεν πειράζει
δυο μάτια μελαγχολικά ρωτούν ένα γιατί
ο νους τρέχει σαν άτι να κρυφτεί
δεν το αντέχει απάντηση να βρει
ν απέχει θέλει … σ απόσταση η ψυχή
η πίκρα έστησε χορό στου άγνωστου την πίστα
κι εσύ τα βήματα κοιτάς σαν να ναι πέταλα δροσιάς
αρνείσαι να αναμετρηθείς με όσα δεν μπορείς να δεις
και προσπερνάς.... ότι σου μοιάζει όταν πονάς
δεν πειράζει ..
δένεις σε κόμπους τη λύπη φτιάχνεις με φιόγκους τη χαρά
κλείνεις τις αγωνίες σε κελιά λεύτερη την ανεμελιά
φιλιά με γεύση ανθόμελου κερνάς χείλη σα σκόνη που σκορπάς
κι οι αγκαλιές βουτιές που χουν γκρεμίσει τις καρδιές
τυλίγεις φλασκιά από αμυχές να καλυφτούν οι ουλές
τρέμεις σε άγουρο κλαδί στα φύλλα του ρίχνεις πληγή
κι αν σου χιμήξει η αγανάκτηση μ ορμή
καντήλι ανάβεις τάμα της λησμονιάς πηγή
μα ξέρεις ;πειράζει
να αποφεύγεις τη ζωή να της γυρνάς την πλάτη σα να τανε απάτη
το πείσμα σου κάνε σταυρό καδένα σου τα μάτια του παιδιού
Πέρασες πάλι απ τα γνώριμα στενά
κείνα που κοιτούν τον ήλιο κατάματα
κεντήστρες στου αργαλειού τη βελονιά
λέξεις που γδέρνουν με σπαθιά
στη ρόκα τους το νήμα εξουσιάζει
δεν πειράζει …
αντάμωσες δυο δάκρυα πάνω στο λόφο της ψυχής
τα σκούπισες μη και φανεί το χρώμα
γύρισες το βλέμμα σου αλλού στη δίνη μη μπλεχτείς
θα γράψεις για τον έρωτα για βράδια αξημέρωτα
πιάνεις την πένα και μιλάς με μιας ανάμνησης γιορτή
μιας στιγμής ανάσα για να αντέχει η ζωή
ξεστρατισμένα όνειρα στο δώμα του γιαλού
μικρές αποσταξιές πνοής στην άκρη του κενού
δίπλα σου περνά ένα παράπονο με πυρετό που στάζει
μα ..δεν πειράζει
δυο μάτια μελαγχολικά ρωτούν ένα γιατί
ο νους τρέχει σαν άτι να κρυφτεί
δεν το αντέχει απάντηση να βρει
ν απέχει θέλει … σ απόσταση η ψυχή
η πίκρα έστησε χορό στου άγνωστου την πίστα
κι εσύ τα βήματα κοιτάς σαν να ναι πέταλα δροσιάς
αρνείσαι να αναμετρηθείς με όσα δεν μπορείς να δεις
και προσπερνάς.... ότι σου μοιάζει όταν πονάς
δεν πειράζει ..
δένεις σε κόμπους τη λύπη φτιάχνεις με φιόγκους τη χαρά
κλείνεις τις αγωνίες σε κελιά λεύτερη την ανεμελιά
φιλιά με γεύση ανθόμελου κερνάς χείλη σα σκόνη που σκορπάς
κι οι αγκαλιές βουτιές που χουν γκρεμίσει τις καρδιές
τυλίγεις φλασκιά από αμυχές να καλυφτούν οι ουλές
τρέμεις σε άγουρο κλαδί στα φύλλα του ρίχνεις πληγή
κι αν σου χιμήξει η αγανάκτηση μ ορμή
καντήλι ανάβεις τάμα της λησμονιάς πηγή
μα ξέρεις ;πειράζει
να αποφεύγεις τη ζωή να της γυρνάς την πλάτη σα να τανε απάτη
το πείσμα σου κάνε σταυρό καδένα σου τα μάτια του παιδιού
που μέσα σου κρυφά κοιτά κι ανθίζει της θάλασσας πνοή
σαν μενταγιόν να το φοράς που χει το σχήμα της καρδιάς
ντύσου με μάτια της ψυχής χαραματιά στα εσώψυχα να μπεις
γράψε ένα ποίημα της σιωπής σ άγραφο τόμο μιας κραυγής
τις χούφτες άνοιξε να δεις αλήθειας τα σημάδια
μέσα απ τον πόνο να γελάς να σπάζεις δάκρυα χαράς
να πολεμάς .. να πολεμάς ... για ότι αξίζει ν αγαπάς !
σαν μενταγιόν να το φοράς που χει το σχήμα της καρδιάς
ντύσου με μάτια της ψυχής χαραματιά στα εσώψυχα να μπεις
γράψε ένα ποίημα της σιωπής σ άγραφο τόμο μιας κραυγής
τις χούφτες άνοιξε να δεις αλήθειας τα σημάδια
μέσα απ τον πόνο να γελάς να σπάζεις δάκρυα χαράς
να πολεμάς .. να πολεμάς ... για ότι αξίζει ν αγαπάς !
Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018
Κούφια έδρανα
Κι αφού πια τίποτε
δεν είχε να χάσει από κανέναν
είχε κερδίσει την ασχήμια
κρυμμένη στα πέταλα της ομορφιάς
φόρεσε το στέμμα της νίκης της
σαν άλλη πριγκίπισσα
που έθαψε τόσες αθωότητες
μονάχα για ένα χρυσό δόντι
να λάμπει στα πλοκάμια της
Υποκρισία το όνομά της
βαφτισμένη σε τρύπια κολυμπήθρα
Μέδουσα που γεννά ασπόνδυλα παιδιά
γεννημένα σε κούφια έδρανα
σε σπηλιές ονείρων
να σμίξουν τους μαύρους πόθους
Μονάχα μια θάλασσα την γνώριζε
σ αυτή δεν θα κολυμπούσε ποτέ
Με την ψυχή να τραγουδά
Να μαι λοιπόν και πάλι
κερί τ ανάστημα επάνω το κεφάλι
χτυπούν τα λόγια ανείπωτα
ανάμεσα στο τίποτα
στο τέρμα τα ταρατατζούμ
σε μεγαλείο αλαλούμ
ο επίτροπος με το σπαθί
μετράει το βήμα μη κοπεί
μείον να δώσει στο παρόν
να κόψει λίγο παρελθόν
στήθηκαν και οι αρχηγοί
βγάλαν χαμόγελο γυαλί
χαράζει σαν την σκοτεινιά
γραμμή εισόδου στο πουθενά
εξέδρες τρίζουν κρότος κραυγή
να σπάσει κι άλλο η αντοχή
μετράν οι ξένοι όπλα και πολυβόλα
να αφήσουν τα μισά; ή να τα πάρουν όλα
οι μαριονέτες λικνίζουν το κορμί
εκλιπαρούν για μια σταγόνα ένα φιλί
Μια γαλανόλευκη ακούει μα δε μιλά
ρίχνει σε όλα αυτά μια λοξή ματιά
την ανιστόρητη στολή κοιτάει σε βάθος κι απορεί
γιατί δεν ξήλωσε κουμπιά γυμνοί να μείνουν οι μικροί
την πένα πιάνει κι αρχινά με μαύρα γράμματα γραφή
'' πάψτε βρε αρχοντάδες ..δεν είμαστε ασκέρι που τραβάτε
απέναντι σε κάθε κατακτητή .. το ΟΧΙ το λένε οι Λαοί
''εκείνοι που χουνε καρδιά που ξεψυχά μα δε λυγά
δάκρυ στο αίμα τους κυλά μα στάζουν χαμόγελα φιλιά ''
εσείς ...αθέατοι ...τρανοί ... θα βο(υ)λευτείτε με φυγή
σε κάποιο εξόριστο νησί ...Παρίσι ή Αμερική
μα να φοβάστε ... όταν ανοίγει μια πληγή
οργή ρέει από αυτή ... κλείνει στης νίκης την πηγή
που γεύονται ... μόνο οι δυνατοί !
Να μαι λοιπόν και πάλι
κερί τ ανάστημα επάνω το κεφάλι
χτυπούν τα λόγια ανείπωτα
ανάμεσα στο τίποτα
στο τέρμα τα ταρατατζούμ
σε μεγαλείο αλαλούμ
ο επίτροπος με το σπαθί
μετράει το βήμα μη κοπεί
μείον να δώσει στο παρόν
να κόψει λίγο παρελθόν
στήθηκαν και οι αρχηγοί
βγάλαν χαμόγελο γυαλί
χαράζει σαν την σκοτεινιά
γραμμή εισόδου στο πουθενά
εξέδρες τρίζουν κρότος κραυγή
να σπάσει κι άλλο η αντοχή
μετράν οι ξένοι όπλα και πολυβόλα
να αφήσουν τα μισά; ή να τα πάρουν όλα
οι μαριονέτες λικνίζουν το κορμί
εκλιπαρούν για μια σταγόνα ένα φιλί
Μια γαλανόλευκη ακούει μα δε μιλά
ρίχνει σε όλα αυτά μια λοξή ματιά
την ανιστόρητη στολή κοιτάει σε βάθος κι απορεί
γιατί δεν ξήλωσε κουμπιά γυμνοί να μείνουν οι μικροί
την πένα πιάνει κι αρχινά με μαύρα γράμματα γραφή
'' πάψτε βρε αρχοντάδες ..δεν είμαστε ασκέρι που τραβάτε
απέναντι σε κάθε κατακτητή .. το ΟΧΙ το λένε οι Λαοί
''εκείνοι που χουνε καρδιά που ξεψυχά μα δε λυγά
δάκρυ στο αίμα τους κυλά μα στάζουν χαμόγελα φιλιά ''
εσείς ...αθέατοι ...τρανοί ... θα βο(υ)λευτείτε με φυγή
σε κάποιο εξόριστο νησί ...Παρίσι ή Αμερική
μα να φοβάστε ... όταν ανοίγει μια πληγή
οργή ρέει από αυτή ... κλείνει στης νίκης την πηγή
που γεύονται ... μόνο οι δυνατοί !
Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018
Στην φίλη μου Έφη
Θα θελα να μουν καλλιτέχνης
Ένας ζωγράφος
να ζωγραφίσω την ψυχή σου
Έτσι θα γέμιζε ο τόπος
καταπράσινα λιβάδια
θα χε το χώμα φωνή να τραγουδήσει
για τις ατελείωτες γέννες του
Τα πολύχρωμα παιδιά του
θα λίκνιζαν τα φύλλα τους
φιλώντας στον κόρφο τους
σπόρους από χρωματιστά πανιά
πίνοντας τον καθαρό αγέρα
Ένας γλύπτης
να είχε η σμίλη του, μάτια της καρδιάς σου
δε θα έλειπε η ομορφιά από καμιά αυλή
κι ότι θα φόραγε το σώμα
θα ταν ντυμένο από απαλή υφή
που ακόμα και από τα σκοτάδια
μύρο από γιασεμί θα μύριζε η ανατολή
Ένας μουσικός
να χόρταιναν οι νότες τους χτύπους
κι οι μελωδίες να άπλωναν
τα ασπρόρουχα να φέγγει βάλσαμο
σαν πιάνει γκρίζο με τους παλμούς
να γράφει η μουσική χαρά
κλεμμένη από της ζεστασιάς σου τα νερά
Ένας ποιητής
να μη του λείπει ο ουρανός
στα μάτια σου μόνιμος σύντροφος αγνός
να χει η θάλασσα ,του βυθού σου το φως
κλαδιά ο ήλιος τω βλεφάρων σου ο αδερφός
Μα είμαι μόνο μια καρδιά που μέσα της
χτυπάς γοργά σαν βύσσινο και γιασεμί
που της το χάρισε η ζωή σε μια στιγμή
εκεί στο πάντα στο παντού σε ένα φιλί
που αληθινά γνώρισε φιλία τι θα πει
Να σαι αστέρι μου καλά να ζεις
σαν τα ψηλά βουνά με ένα φιλί
σου στέλνω μια μεγάλη αγκαλιά
και σου χαρίζω αγάπη από καρδιά !
Θα θελα να μουν καλλιτέχνης
Ένας ζωγράφος
να ζωγραφίσω την ψυχή σου
Έτσι θα γέμιζε ο τόπος
καταπράσινα λιβάδια
θα χε το χώμα φωνή να τραγουδήσει
για τις ατελείωτες γέννες του
Τα πολύχρωμα παιδιά του
θα λίκνιζαν τα φύλλα τους
φιλώντας στον κόρφο τους
σπόρους από χρωματιστά πανιά
πίνοντας τον καθαρό αγέρα
Ένας γλύπτης
να είχε η σμίλη του, μάτια της καρδιάς σου
δε θα έλειπε η ομορφιά από καμιά αυλή
κι ότι θα φόραγε το σώμα
θα ταν ντυμένο από απαλή υφή
που ακόμα και από τα σκοτάδια
μύρο από γιασεμί θα μύριζε η ανατολή
Ένας μουσικός
να χόρταιναν οι νότες τους χτύπους
κι οι μελωδίες να άπλωναν
τα ασπρόρουχα να φέγγει βάλσαμο
σαν πιάνει γκρίζο με τους παλμούς
να γράφει η μουσική χαρά
κλεμμένη από της ζεστασιάς σου τα νερά
Ένας ποιητής
να μη του λείπει ο ουρανός
στα μάτια σου μόνιμος σύντροφος αγνός
να χει η θάλασσα ,του βυθού σου το φως
κλαδιά ο ήλιος τω βλεφάρων σου ο αδερφός
χτυπάς γοργά σαν βύσσινο και γιασεμί
που της το χάρισε η ζωή σε μια στιγμή
εκεί στο πάντα στο παντού σε ένα φιλί
που αληθινά γνώρισε φιλία τι θα πει
Να σαι αστέρι μου καλά να ζεις
σαν τα ψηλά βουνά με ένα φιλί
σου στέλνω μια μεγάλη αγκαλιά
και σου χαρίζω αγάπη από καρδιά !
Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018
Κι όπου θερίζει πέλαο
η ηλιόπετρα το άνθος της ορίζει
Η αλμύρα κρύβει το μέλι στο βυθό
κι απ το νεράντζι μια παραστιά το πέρασμα
Στ αντίκρυ λούζεται απάνεμο φτερό
τρατάρει ο βράχος νάμα ψυχής ιερό
η ηλιόπετρα το άνθος της ορίζει
Η αλμύρα κρύβει το μέλι στο βυθό
κι απ το νεράντζι μια παραστιά το πέρασμα
Στ αντίκρυ λούζεται απάνεμο φτερό
τρατάρει ο βράχος νάμα ψυχής ιερό
Μα τούτη η θάλασσα
στιγμή δεν έπαψε να τραγουδά
την αγάπη παίζοντας την άρπα της
κι έτσι δεθήκαν τα δάχτυλα στις χορδές
Ανυπότακτες ρίζες ενάντια στο πουθενά
κουφές στα λόγια του θανάτου
κι ορμήνιες κόκκινης βαφής
στο καβαλέτο αιώνιας στιγμής
Πατημασιές στα ανείπωτα
κι άδουλο νεύμα στο όνομα
στο άγγιγμα και στο διπλό
Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018
Μην αλλάξεις ποτέ
Σ αγαπάω για αυτό που είσαι
Αγαπάω το γέλιο
που μέσα απ τα φύλλα το άκουσα
το άλφα σου που νυχτώνει στα χείλη σου
το αχαλίνωτο που τρέχει μέσα σου
το ήτα σου που μια ατελείωτη
άνοιξη ανθίζει
τη μελαγχολία σου που παίρνει
το χρώμα του δειλινού
τη σιωπή σου που φωτίζει άστρα
να λάμπει ο ουρανίσκος σου
το στόμα σου που βρέχει θάλασσα
τα σύμφωνα σου που αγέρι
στα μαλλιά σου κυλούν
τις αυλακιές σου που μέσα τους
ριζώνουν η ζεστασιά
το ξάστερο του ουρανού
εκείνες τις μικρές τελείες σου
κηλίδες απ το νου της καρδιάς
ακόμη κι εκείνη τη γκριμάτσα σου
που διάβασα στο χάραμα του μπλε
Μην αλλάξεις ποτέ
άσε με να σε βρίσκω την ώρα
που ακολουθώ τον ήλιο !
Σ αγαπάω για αυτό που είσαι
Αγαπάω το γέλιο
που μέσα απ τα φύλλα το άκουσα
το άλφα σου που νυχτώνει στα χείλη σου
το αχαλίνωτο που τρέχει μέσα σου
το ήτα σου που μια ατελείωτη
άνοιξη ανθίζει
τη μελαγχολία σου που παίρνει
το χρώμα του δειλινού
τη σιωπή σου που φωτίζει άστρα
να λάμπει ο ουρανίσκος σου
το στόμα σου που βρέχει θάλασσα
τα σύμφωνα σου που αγέρι
στα μαλλιά σου κυλούν
τις αυλακιές σου που μέσα τους
ριζώνουν η ζεστασιά
το ξάστερο του ουρανού
εκείνες τις μικρές τελείες σου
κηλίδες απ το νου της καρδιάς
ακόμη κι εκείνη τη γκριμάτσα σου
που διάβασα στο χάραμα του μπλε
Μην αλλάξεις ποτέ
άσε με να σε βρίσκω την ώρα
που ακολουθώ τον ήλιο !
Να ακούς με την καρδιά
Ακούς;
Ξέρεις σε τούτη τη
γωνιά
γεννιούνται ατίθασες καμπάνες
σμιλεύουν σταλιά σταλιά
στην πέτρα τα λουλούδια
τα πιο όμορφα τραγούδια
στο θρόισμα των φύλλων
γέρνουν γλυκά τα βήματα
της φλογέρας, στη
μουσική
του νιώθω
Τίποτε πιότερο από το φως της καρδιάς
τούτος ο ήλιος βαθιά φεγγοβολάει
Ήσυχα που ναι στους χτύπους της
Η θάλασσα δεν λησμονεί
ακόμη πετά τα φλόγιστρα της
κι εκεί που θαρρείς
πως στο κουκούλι
μίκραιναν τα φτερά
της πεταλούδας
μεγαλώνουν στα
χείλη του φιλιού
τόσο που στη χούφτα κρατούν ουρανό
οι ηλιόπετρες στοιβάζουν τις σπίθες τους
στα αλωνάρια της άσβηστης φλόγας
συνοδοιπόροι που γελούν με μάτια
μικροί ακροβάτες
που κλείσανε τον κόσμο
μαθαίνοντας τα αλφαβητάρι της πνοής
Ξέρεις σε τούτο το νησί
οι άνθρωποι μεγαλώνουν μικροί
κι έτσι δε λείπει το απλό κλωνάρι
που ζεσταίνει το δέντρο
και το χρυσοφυλλο πέφτει
απαλά
γλυκό από νεράντζι αγκαλιά
κι ατέλειωτη η μοιρασιά
από αηδονιού φτερά
να παίρνει ο δρόμος ευωδιά
Να ακούς με την καρδιά
Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018
Τώρα που όλα τα γράμματα
της μέρας σβήσαν
οι μουντζούρες ,
τα ρόδινα τερτίπια
κι οι απλωτές ροδιές
Τώρα που πήραν
τα σύννεφα τη μυρουδιά
του γιασεμιού
χαμήλωσε τα φώτα
να ανάψει το κερί της καρδιάς
κι άσε να απαλύνει
το βελούδινο στρώμα της ψυχής
δίχως το άνυδρο τυλιχτάρι.
Γυμνά πετούν πιο όμορφα
τα αληθινά να αγγίξουν την αγάπη !
Ηχώ τιμής
Ξύπνησε πρωί έτσι όπως ξυπνούν τα μάτια μιας κάποιας ηλικίας
Τι άχαρη γλώσσα κι αυτή. Και επειδή βαδίζει ο χρόνος ;βρίσκει χαλινάρια η καρδιά; Μωρέ τούτη εχει μια μνήμη πεταλούδα κι όπου θέλει πετά με μια της δρασκελιά.Κάθε χρόνο τούτη η μέρα δάγκωνε τα στήθια Κι αυτός για να κρύψει τη μελανιά τους φίλους καλούσε.Κιτρινισμένες σελίδες μα ακόμη στα αυτιά του τσίριζαν οι ρόδες , απ τα ξέφρενα γεμάτα παραλογισμό κι αδέσποτη τρέλα κείνων των παρανοϊκών που με τα σιρίτια τους όριζαν τον κόσμο, με σύνορα τον άνθρωπο απ τον άνθρωπο. Φωνές, κραυγές κι εκείνα τα ποδοβολητά χτυπήματα αλόγου θαρρείς που ανοιγοκλειναν τα παντζούρια. Ποια να ταν τα πεσμένα σώματα στην άσφαλτο;.Νύχτα χωρίς ταυτότητα.Α να κι ο Δημήτρης. Ήσυχο παιδί παιδικός φίλος .Μονάχα με κανένα ματς ακουγόταν λίγο πιότερο η φωνή του. Μα κείνο το βράδυ που τον κυνήγαγαν οι μπάτσοι χωρίς δισταγμό τον άκουσε να του λέει, έλα μέσα μωρέ εμένα δε θα με ψάξουν. Κι ύστερα πως θυμόταν κείνο το σταματημένο δάκρυ του, που την άσχημη Τετάρτη μπουζουριάζαν τον Μηνά .Μετά ήρθαν τα σφαγεία. Λευκές πόρτες κάτω απ τα μάτια του ήλιου.Στο φως της μέρας το αίμα έτσι ώστε στο σφύριγμα της νύχτας να θρέψει το χώμα κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.Ακόμα φαγούριζε στα πόδια η αρμύρα απ τη Μακρόνησο κι η μαδημένη φλογέρα του Κωστή μουρμούριζε στα αυτιά . Κείνα τα γλέντια του θάρρους τραγούδαγαν σιγανά μέσα του. Η λευτεριά είναι σχολειό. Και πόσα σχολειά αλλάξαν .Άλλα αναλφάβητα μειναν ,άλλα έγραψαν στους τοίχους κι άλλα σώπασαν στα καινούργια παπούτσια. Μα για τον Μηνά ανορθόγραφα σινιάλα μείναν .Φόρος τιμής στα αδέρφια η θύμηση .Όχι από κείνους με τα υποκριτικά στεφάνια στα χέρια της φόνισσας κληρονομιάς μα με το προσκύνημα του κόκκινου γαρύφαλλου ,
τούτο το άλμπουμ και τον μικρό εγγονό στην αγκαλιά ,που άκουγε ένα αληθινό παραμύθι κι ανέβαζε τους ήρωες του στα βουνά ,τους βάφτιζε πειρατές της θάλασσας και λύκους που φιλούσαν τις κοκκινοσκουφίτσες με την ελπίδα στα μαλλιά.Αλέξη να θυμάσαι να αγαπάς τον άνθρωπο. Γιατί παππού; Για να μη γίνεις ποτέ φασίστας.Τι είναι φασίστας παππού; Αυτός που δεν υπολογίζει τη ζωή και μισεί τον κόσμο γιέ μου.Κλείνοντας το άλμπουμ ο μικρός Μηνάς προσέχοντας τα λουλούδια στο βάζο του τραπεζιού όλος χαρά φώναξε.Κοίτα .. κοίτα παππού μια πασχαλίτσα εκεί στα φύλλα. Σαν εγγαστρίμυθος βάτραχος ακούστηκε ο Μηνάς .Να για τούτο άξιζε ο δρόμος για τούτο αξίζει να χει φωνή το όνειρο.
Γιατί κάθε φορά θα έρχεται ο ήλιος γιατί πίσω απ όλες τις εποχές φτεροκοπά μια άνοιξη!
τούτο το άλμπουμ και τον μικρό εγγονό στην αγκαλιά ,που άκουγε ένα αληθινό παραμύθι κι ανέβαζε τους ήρωες του στα βουνά ,τους βάφτιζε πειρατές της θάλασσας και λύκους που φιλούσαν τις κοκκινοσκουφίτσες με την ελπίδα στα μαλλιά.Αλέξη να θυμάσαι να αγαπάς τον άνθρωπο. Γιατί παππού; Για να μη γίνεις ποτέ φασίστας.Τι είναι φασίστας παππού; Αυτός που δεν υπολογίζει τη ζωή και μισεί τον κόσμο γιέ μου.Κλείνοντας το άλμπουμ ο μικρός Μηνάς προσέχοντας τα λουλούδια στο βάζο του τραπεζιού όλος χαρά φώναξε.Κοίτα .. κοίτα παππού μια πασχαλίτσα εκεί στα φύλλα. Σαν εγγαστρίμυθος βάτραχος ακούστηκε ο Μηνάς .Να για τούτο άξιζε ο δρόμος για τούτο αξίζει να χει φωνή το όνειρο.
Γιατί κάθε φορά θα έρχεται ο ήλιος γιατί πίσω απ όλες τις εποχές φτεροκοπά μια άνοιξη!
Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018
Πόσο μου μοιάζεις πόσο σου μοιάζω
Σε μια άνοιξη νόθα ψάχνεις στάχυα αυγής
γεννημένη στ αμπάρι περασμένου καιρού
στο μετά σου κουβαλάς δυο σπόρους ζωής
να φυτέψεις τον ήλιο χρυσαφένιου βολβού
πόσοι τάχα νομίζαν πως σε είχανε μάθει
χαραγμένοι οι δρόμοι στο βυθό των ματιών
μα η άμυνα σου των χρωμάτων τα πάθη
κι ένα γέλιο να σώνει τις πηγές των ευχών
στο σταθμό σου βαδίσαν τρίαινες μιας ουλής
σεργιανίσαν ανταύγειες μολυβένιας στιγμής
τραγουδούσες στ αγέρι μιας μικρής αμυχής
οδηγούσες τις νότες σε καρνάγιο ψυχής
πόσοι τάχα πως σε είδαν νομίζαν
κρεμασμένη μαρκίζα στο δικό τους νυχτέρι
να κρατάς ότι εκείνοι χρόνια γκρεμίζαν
να φορτώνεις το κρίμα στο δικό τους μαχαίρι
μια ειρωνεία μονάχα σε κοιτάει βαθιά
κι είναι εκείνη που πάντα σε κρατά σταθερά
το βιός σου όλο αγάπη πουχει νοιώσει η καρδιά
κι απλόχερα αφήνει να γλιστρά στα νερά
κι εσύ που νομίζεις πως σε εμένα εσένα κοιτάς
στα δικά μου αγγεία χτυπάς μα εσύ πολεμάς
κι αν εμένα νε χάσω μην τρομάξεις φτάνει μόνο
να δεις το δικό σου τ αχνάρι για να ρθεις να με βρεις !
Σε μια άνοιξη νόθα ψάχνεις στάχυα αυγής
γεννημένη στ αμπάρι περασμένου καιρού
στο μετά σου κουβαλάς δυο σπόρους ζωής
να φυτέψεις τον ήλιο χρυσαφένιου βολβού
πόσοι τάχα νομίζαν πως σε είχανε μάθει
χαραγμένοι οι δρόμοι στο βυθό των ματιών
μα η άμυνα σου των χρωμάτων τα πάθη
κι ένα γέλιο να σώνει τις πηγές των ευχών
στο σταθμό σου βαδίσαν τρίαινες μιας ουλής
σεργιανίσαν ανταύγειες μολυβένιας στιγμής
τραγουδούσες στ αγέρι μιας μικρής αμυχής
οδηγούσες τις νότες σε καρνάγιο ψυχής
πόσοι τάχα πως σε είδαν νομίζαν
κρεμασμένη μαρκίζα στο δικό τους νυχτέρι
να κρατάς ότι εκείνοι χρόνια γκρεμίζαν
να φορτώνεις το κρίμα στο δικό τους μαχαίρι
μια ειρωνεία μονάχα σε κοιτάει βαθιά
κι είναι εκείνη που πάντα σε κρατά σταθερά
το βιός σου όλο αγάπη πουχει νοιώσει η καρδιά
κι απλόχερα αφήνει να γλιστρά στα νερά
κι εσύ που νομίζεις πως σε εμένα εσένα κοιτάς
στα δικά μου αγγεία χτυπάς μα εσύ πολεμάς
κι αν εμένα νε χάσω μην τρομάξεις φτάνει μόνο
να δεις το δικό σου τ αχνάρι για να ρθεις να με βρεις !
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

























