Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019
Ανισόπεδες διαβάσεις
Και να που πάλι από μια ασήμαντη
αφορμή άρχισα να ψιχαλίζω
Με ρωτάς να σου πω τι πιστεύω
πως ειναι τόλμη .
Και τι άλλο μπορεί να ειναι
από μια δρασκελιά στο κενό
θα πέσεις θα χτυπήσεις θα καταφέρεις
να πατήσεις στα πόδια σου ποιος ξέρει
μα το κάνεις γιατί κείνο το πέλμα
τη μυρουδιά του χόρτου του νερού
της γης αναζητά να ξεδιψάσει
Ένα τραγούδι που βγαίνει απ το στόμα σου
φάλτσο κι ανέμελο δίχως να το νοιάζει
αν τ αγκαλιάσει ο αέρας ή αν το χαστουκίσει
η αστραπή .
Ετούτο βγαίνει να ξαλαφρώσει εσένα κι αρπάζει
απ τις φτέρνες τα πουλιά να φτάσει
ίσα με κει πάνω στα γόνατα του ουρανού
Ένα τίποτα που απλώνει πανιά
να κυβερνήσει θάλασσα που κοχλάζει
την ώρα που σαλπάρουν τα καράβια σου
να δέσουν κάβο στο ολα και στο πουθενά
Ένα μολύβι που άρχισε να σκιτσάρει χωρίς πλάνο
αφηρημένη καρδιά που ξεσπά σε χαρτί
γεμίζει χρώματα κι ούτε που ξέρει σε ποια παλέτα
θα τα βρει να πίνουν ίσκιο κι ήλιο μαζί
Να περπατάς γυμνή ψυχή ξέροντας
πως γρατζουνά ο κάκτος κι ο αχινός ειναι κοντά
μα ξεφλουδίζεις δέντρο που πάνω του
κυλούν γαλιάντρες , κανάρια , μύλοι και νερά
Να ακροβατείς στο πάνω κάτω της ζωής
με δάκρυ , γέλιο , χάραμα και νυχτιά
κι εσύ να ψάχνεις που κρέμεται κυκλάμινο
που σπάει την ερημιά κι εχει το νου
στ ασύνορο μες τη σπηλιά του δράκου
ηλιόπετρα να δει στου βράχου τη χαρά
Τι ειναι τόλμη τελικά .. ρώτα μονάχα την καρδιά!
αφορμή άρχισα να ψιχαλίζω
Με ρωτάς να σου πω τι πιστεύω
πως ειναι τόλμη .
Και τι άλλο μπορεί να ειναι
από μια δρασκελιά στο κενό
θα πέσεις θα χτυπήσεις θα καταφέρεις
να πατήσεις στα πόδια σου ποιος ξέρει
μα το κάνεις γιατί κείνο το πέλμα
τη μυρουδιά του χόρτου του νερού
της γης αναζητά να ξεδιψάσει
Ένα τραγούδι που βγαίνει απ το στόμα σου
φάλτσο κι ανέμελο δίχως να το νοιάζει
αν τ αγκαλιάσει ο αέρας ή αν το χαστουκίσει
η αστραπή .
Ετούτο βγαίνει να ξαλαφρώσει εσένα κι αρπάζει
απ τις φτέρνες τα πουλιά να φτάσει
ίσα με κει πάνω στα γόνατα του ουρανού
Ένα τίποτα που απλώνει πανιά
να κυβερνήσει θάλασσα που κοχλάζει
την ώρα που σαλπάρουν τα καράβια σου
να δέσουν κάβο στο ολα και στο πουθενά
Ένα μολύβι που άρχισε να σκιτσάρει χωρίς πλάνο
αφηρημένη καρδιά που ξεσπά σε χαρτί
γεμίζει χρώματα κι ούτε που ξέρει σε ποια παλέτα
θα τα βρει να πίνουν ίσκιο κι ήλιο μαζί
Να περπατάς γυμνή ψυχή ξέροντας
πως γρατζουνά ο κάκτος κι ο αχινός ειναι κοντά
μα ξεφλουδίζεις δέντρο που πάνω του
κυλούν γαλιάντρες , κανάρια , μύλοι και νερά
Να ακροβατείς στο πάνω κάτω της ζωής
με δάκρυ , γέλιο , χάραμα και νυχτιά
κι εσύ να ψάχνεις που κρέμεται κυκλάμινο
που σπάει την ερημιά κι εχει το νου
στ ασύνορο μες τη σπηλιά του δράκου
ηλιόπετρα να δει στου βράχου τη χαρά
Τι ειναι τόλμη τελικά .. ρώτα μονάχα την καρδιά!
Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019
Μυρουδιά μ ανέμη
Α.. νασαίνεις άλλη μια μέρα κρατώντας στον ουρανίσκο
τη γεύση της ζωής από το φίλημα του ανέμου
γέρνοντας στο ξαποστάσι του βράχου της υπομονής
με πανωσέντονο τ ακριβό αμπέχονο της γαλήνης
μια χούφτα χιονιά και πως φορά λευκό της προσμονής
Γ..ιορτάζεις την ομορφιά της άνοιξης φορώντας κατάσαρκα
αγρούς αγριολούλουδων στα χρώματα της ίριδας
φυτεύοντας σπόρους συγχώρεσης ευλογημένης γης
κρίνα … τριαντάφυλλα .. πέταλα αθάνατης πηγής
σε ένα λιβάδι διαλεχτό σπόρι που πέφτει απ ουρανό
Α..ρμενίζεις σκαλίζοντας αυλακιές στις ρωγμές του χρόνου
να ρέουν νούφαρα στη λίμνη των στεγνών στιγμών
θωπεύεις τις κόρες των ματιών στο χορό λευκών κύκνων
με βήματα ανέφελου ουρανού στο σκαλοπάτι της αφής
στης μιας ανέγγιχτης στιγμής πως χώρεσε ο χρόνος
Π..αραδίδεις το κορμί στην αγκαλιά τη σιγαλιάς
στο νανούρισμα μιας μελωδίας γιορτινής
μυρίζοντας την ευωδιά σταλακτίτη σε σπήλαιο
κρυστάλλινων ακριβοθώρητων δακρύων
πετράδια… μικρά διαμάντια στέρνας άηχης βροχής
Η..λιοφωτίζεις το σκοτάδι ανάβοντας πυρσούς ονείρων
στο ξωκλήσι των κέρινων πεθυμιών αέναων πηγών
φιλώντας στο στόμα το κόκκινο χώμα της αλήθειας
στάζοντας κομμάτια αμάραντων πολύτιμων λίθων
απ το ορυχείο της καρδιάς
Καθρέφτης ψυχής .. αντίλαλος ζωής!
τη γεύση της ζωής από το φίλημα του ανέμου
γέρνοντας στο ξαποστάσι του βράχου της υπομονής
με πανωσέντονο τ ακριβό αμπέχονο της γαλήνης
μια χούφτα χιονιά και πως φορά λευκό της προσμονής
Γ..ιορτάζεις την ομορφιά της άνοιξης φορώντας κατάσαρκα
αγρούς αγριολούλουδων στα χρώματα της ίριδας
φυτεύοντας σπόρους συγχώρεσης ευλογημένης γης
κρίνα … τριαντάφυλλα .. πέταλα αθάνατης πηγής
σε ένα λιβάδι διαλεχτό σπόρι που πέφτει απ ουρανό
Α..ρμενίζεις σκαλίζοντας αυλακιές στις ρωγμές του χρόνου
να ρέουν νούφαρα στη λίμνη των στεγνών στιγμών
θωπεύεις τις κόρες των ματιών στο χορό λευκών κύκνων
με βήματα ανέφελου ουρανού στο σκαλοπάτι της αφής
στης μιας ανέγγιχτης στιγμής πως χώρεσε ο χρόνος
Π..αραδίδεις το κορμί στην αγκαλιά τη σιγαλιάς
στο νανούρισμα μιας μελωδίας γιορτινής
μυρίζοντας την ευωδιά σταλακτίτη σε σπήλαιο
κρυστάλλινων ακριβοθώρητων δακρύων
πετράδια… μικρά διαμάντια στέρνας άηχης βροχής
Η..λιοφωτίζεις το σκοτάδι ανάβοντας πυρσούς ονείρων
στο ξωκλήσι των κέρινων πεθυμιών αέναων πηγών
φιλώντας στο στόμα το κόκκινο χώμα της αλήθειας
στάζοντας κομμάτια αμάραντων πολύτιμων λίθων
απ το ορυχείο της καρδιάς
Καθρέφτης ψυχής .. αντίλαλος ζωής!
Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019
Ακροβάτης της γης
Έδεσες τα μάτια μου πάνω σου
τα πόδια μου έγιναν φύλλα
που ανέμιζαν στη θωριά του ουρανού
Άφησα απαλά τα χέρια μου
να σχηματίσουν
έναν λυγερόκορμο μίσχο
που να βαστά τις ελπίδες μου
Οι μουσικές στη διαπασών
ορμήνευαν τα λόγια
Γύρευε η γύρη το φουστάνι
να κρεμαστούν μύριοι σπόροι
φανέρωμα ζεστού λυτρωμού
Ποιος λόγιαζε πια
τα ματωμένα γόνατα
πάνω τους χόρευαν αρμυρίκια
κι ανάμεσα στο φως
και στο γιόμα γεννήθηκα
ακούγοντας το σκοτάδι
να γεννά τον ήλιο
γιόμισε το δωμάτιο
κόκκινες πεταλούδες
γνώρισα τα κομμάτια μου
κι άρχισα να πετώ
σαν μόλις να φύτρωσα
με ένα τσαμπί στο στόμα
ρόγα στις ρόγες του παντού
βυζαίνοντας την άκρη
του ρόδου !
τα πόδια μου έγιναν φύλλα
που ανέμιζαν στη θωριά του ουρανού
Άφησα απαλά τα χέρια μου
να σχηματίσουν
έναν λυγερόκορμο μίσχο
που να βαστά τις ελπίδες μου
Οι μουσικές στη διαπασών
ορμήνευαν τα λόγια
Γύρευε η γύρη το φουστάνι
να κρεμαστούν μύριοι σπόροι
φανέρωμα ζεστού λυτρωμού
Ποιος λόγιαζε πια
τα ματωμένα γόνατα
πάνω τους χόρευαν αρμυρίκια
κι ανάμεσα στο φως
και στο γιόμα γεννήθηκα
ακούγοντας το σκοτάδι
να γεννά τον ήλιο
γιόμισε το δωμάτιο
κόκκινες πεταλούδες
γνώρισα τα κομμάτια μου
κι άρχισα να πετώ
σαν μόλις να φύτρωσα
με ένα τσαμπί στο στόμα
ρόγα στις ρόγες του παντού
βυζαίνοντας την άκρη
του ρόδου !
Διάλογος
-Μεγαλώνεις ..μεγαλώνεις μάτια μου
και να που θα κάνεις την πρώτη σου παρέλαση
πρωτάκι και είσαι μέσα στην άγια χαρά
χαρούμενος κουνάς το σημαιάκι σου
-Γιαγιά κοίτα η σημαία μας πως κυματίζει
γιαγιά έχουμε γιορτή γιορτάζει η πατρίδα
θα μου πεις την ιστορία;
-Ναι αγάπη μου έλα στην αγκαλιά μου
θα σου πω την ιστορία που δε θα μάθεις
ίσως ποτέ απ τα βιβλία.
Πριν πάρα πάρα πολλά χρόνια οι Έλληνες,
ο κόσμος ,γυναίκες άντρες ακόμη και παιδιά
γίνανε ασπίδες για να φυλάξουν την Ελλάδα μας.
Χάθηκαν πολλοί άλλοι στα βουνά ,άλλοι γιατί
δεν είχαν να φάνε κι άλλοι γιατί πολέμησαν
με τους Ιταλούς με όπλα τους πιστόλια ..πέτρες ..
θέλαν την πατρίδα τους.Νίκησαν κι έτσι η Ελλάδα
έμεινε στα χέρια των Ελλήνων
παύση ……………
Κάπου εδώ κολλάν οι σκέψεις ..στα χέρια των Ελλήνων
ποιών Ελλήνων; ποιο έμεινε; ποιους Έλληνες ;
κάθε μέρα κι ένα κομμάτι της χώρας μου πουλιέται δίχως ίχνος ενοχής τι μένει; κρεμάστηκε η αξιοπρέπεια της
στο παζάρι κι οι πωλητές της με τη χούφτα ανοιχτή
ποιοι Έλληνες; και τι να πολεμήσουν ;
πως πολεμάς το αθέατο και με ποια ψυχή ;
πώς να τα πεις αυτά σε ένα παιδί ;
πώς να εξηγήσεις πως οι παράτες δεν τιμούν τους νεκρούς
πως τα τανκς δε λειτουργούν χωρίς ανθρώπους
πως η πείνα που θέριζε τότε τον κόσμο
άνοιξε τα πλοκάμια της στις μέρες μας,
πως οι άνθρωποι τότε σκότωναν και σκοτώνονταν
για την ελευθερία αυτή που σήμερα εξοστρακίστηκε
από τα επανωτά βόλια των αφεντάδων μας ,
πως οι αυτοκτονίες είναι έργα που γίνονται
με την απόγνωση που πρόσφεραν
μια χούφτα Έλληνες στους Έλληνες ..
πώς να πάρει η ευχή ..πως;
-Εεεεε γιαγιά σου μιλάω ξεχάστηκες;
-Ναι αγάπη μου ξεχάστηκα .. εσύ να θυμάσαι πως η γιορτή
είναι των ανθρώπων που ακόμη διψούν για ελευθερία
είναι για να μην ξεχνούν οι Έλληνες ποιοι είναι
μη χάσουν τη ρίζα της ελιάς στο κέρμα κάποιας ζητιανιάς
-Τότε γιαγιά γιατί κάνουμε παρέλαση;
-Για να δουν οι άλλες χώρες κι άλλος κόσμος ποιοι είμαστε
και γιατί κάποιοι θέλουν να φορέσουν τα καινούργια
κουστούμια που πήραν και για να δείξουν ότι είναι αρχηγοί
-Πώς να σου δώσω να καταλάβεις καρδούλα μου
πως η Ελλάδα μας θα είναι ευτυχισμένη
όταν τα παιδάκια της έχουν να φάνε,
πως γίνεται δυνατή όταν στη αυλή του κάθε σχολειού
πετούν περιστέρια , όταν στο σχολειό μαθαίνουμε
να κρατιόμαστε χέρι χέρι όλοι μαζί,
όταν δεν κρυώνουν τα παιδιά μέσα σ αυτό ,
όταν η μαμά και ο μπαμπάς έχουν δουλειά
και τους βλέπεις χαρούμενους,
όταν και εσύ μεγαλώσεις και γίνεις μπαμπάς
και θα παίζεις με τα παιδιά σου μιλώντας
για την Ελλάδα και θα τους λες με καμάρι
πόσο περήφανος είσαι που είσαι Έλληνας
χωρίς να βουρκώνουν τα μάτια σου όπως τα δικά μου
για αυτήν την Ελλάδα την όμορφη Ελλάδα για αυτήν
που θα γελά …
-Γιαγιά κλαις ;
-Όχι μωρό μου ένα σκουπιδάκι μπήκε στα μάτια μου
……..έλα κανε μου μια αγκαλιά!
και να που θα κάνεις την πρώτη σου παρέλαση
πρωτάκι και είσαι μέσα στην άγια χαρά
χαρούμενος κουνάς το σημαιάκι σου
-Γιαγιά κοίτα η σημαία μας πως κυματίζει
γιαγιά έχουμε γιορτή γιορτάζει η πατρίδα
θα μου πεις την ιστορία;
-Ναι αγάπη μου έλα στην αγκαλιά μου
θα σου πω την ιστορία που δε θα μάθεις
ίσως ποτέ απ τα βιβλία.
Πριν πάρα πάρα πολλά χρόνια οι Έλληνες,
ο κόσμος ,γυναίκες άντρες ακόμη και παιδιά
γίνανε ασπίδες για να φυλάξουν την Ελλάδα μας.
Χάθηκαν πολλοί άλλοι στα βουνά ,άλλοι γιατί
δεν είχαν να φάνε κι άλλοι γιατί πολέμησαν
με τους Ιταλούς με όπλα τους πιστόλια ..πέτρες ..
θέλαν την πατρίδα τους.Νίκησαν κι έτσι η Ελλάδα
έμεινε στα χέρια των Ελλήνων
παύση ……………
Κάπου εδώ κολλάν οι σκέψεις ..στα χέρια των Ελλήνων
ποιών Ελλήνων; ποιο έμεινε; ποιους Έλληνες ;
κάθε μέρα κι ένα κομμάτι της χώρας μου πουλιέται δίχως ίχνος ενοχής τι μένει; κρεμάστηκε η αξιοπρέπεια της
στο παζάρι κι οι πωλητές της με τη χούφτα ανοιχτή
ποιοι Έλληνες; και τι να πολεμήσουν ;
πως πολεμάς το αθέατο και με ποια ψυχή ;
πώς να τα πεις αυτά σε ένα παιδί ;
πώς να εξηγήσεις πως οι παράτες δεν τιμούν τους νεκρούς
πως τα τανκς δε λειτουργούν χωρίς ανθρώπους
πως η πείνα που θέριζε τότε τον κόσμο
άνοιξε τα πλοκάμια της στις μέρες μας,
πως οι άνθρωποι τότε σκότωναν και σκοτώνονταν
για την ελευθερία αυτή που σήμερα εξοστρακίστηκε
από τα επανωτά βόλια των αφεντάδων μας ,
πως οι αυτοκτονίες είναι έργα που γίνονται
με την απόγνωση που πρόσφεραν
μια χούφτα Έλληνες στους Έλληνες ..
πώς να πάρει η ευχή ..πως;
-Εεεεε γιαγιά σου μιλάω ξεχάστηκες;
-Ναι αγάπη μου ξεχάστηκα .. εσύ να θυμάσαι πως η γιορτή
είναι των ανθρώπων που ακόμη διψούν για ελευθερία
είναι για να μην ξεχνούν οι Έλληνες ποιοι είναι
μη χάσουν τη ρίζα της ελιάς στο κέρμα κάποιας ζητιανιάς
-Τότε γιαγιά γιατί κάνουμε παρέλαση;
-Για να δουν οι άλλες χώρες κι άλλος κόσμος ποιοι είμαστε
και γιατί κάποιοι θέλουν να φορέσουν τα καινούργια
κουστούμια που πήραν και για να δείξουν ότι είναι αρχηγοί
-Πώς να σου δώσω να καταλάβεις καρδούλα μου
πως η Ελλάδα μας θα είναι ευτυχισμένη
όταν τα παιδάκια της έχουν να φάνε,
πως γίνεται δυνατή όταν στη αυλή του κάθε σχολειού
πετούν περιστέρια , όταν στο σχολειό μαθαίνουμε
να κρατιόμαστε χέρι χέρι όλοι μαζί,
όταν δεν κρυώνουν τα παιδιά μέσα σ αυτό ,
όταν η μαμά και ο μπαμπάς έχουν δουλειά
και τους βλέπεις χαρούμενους,
όταν και εσύ μεγαλώσεις και γίνεις μπαμπάς
και θα παίζεις με τα παιδιά σου μιλώντας
για την Ελλάδα και θα τους λες με καμάρι
πόσο περήφανος είσαι που είσαι Έλληνας
χωρίς να βουρκώνουν τα μάτια σου όπως τα δικά μου
για αυτήν την Ελλάδα την όμορφη Ελλάδα για αυτήν
που θα γελά …
-Γιαγιά κλαις ;
-Όχι μωρό μου ένα σκουπιδάκι μπήκε στα μάτια μου
……..έλα κανε μου μια αγκαλιά!
Έγνοιας φιλί
Κι ως ήθελε
να διώξει τη συννεφιά
έγινε ανεμάκι
φύτεψε στους ώμους
τα φύλλα του δάσους
να διώξει τη συννεφιά
έγινε ανεμάκι
φύτεψε στους ώμους
τα φύλλα του δάσους
στο στέρνο
την κόκκινη πνοή
σφύριξε το κίτρινο αστέρι
το ξέφωτο να ανταμώσει
ύστερα
γίνηκε ροδιά
να γλυκάνει τους σπόρους
της μουτρωμένης μέρας
χώρεσε στο τάσι
γλυκόπιοτο φιλί
να τρατάρει την αυλή
γίνηκε
λουλούδι , πουλί
τρυφεράδα , αγκαλιά
γέλασε σαν ψυχή
σφύριξε το κίτρινο αστέρι
το ξέφωτο να ανταμώσει
ύστερα
γίνηκε ροδιά
να γλυκάνει τους σπόρους
της μουτρωμένης μέρας
χώρεσε στο τάσι
γλυκόπιοτο φιλί
να τρατάρει την αυλή
γίνηκε
λουλούδι , πουλί
τρυφεράδα , αγκαλιά
γέλασε σαν ψυχή
της έγνοιας το φιλί
πως άναψε ο ήλιος
παίζοντας στη βροχή!
πως άναψε ο ήλιος
παίζοντας στη βροχή!
Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019
Σκίτσο γραφής
Εκεί στη σιωπή σου σε ακούω
ακουμπισμένη στον βράχο
που παίζουν τα νυχτοπούλια
τα λόγια σου μηνύματα
που σκορπούν τα κύματα
Δίπλα στα αρμυρίκια που νοτίζουν
τα βλέφαρα του φθινόπωρου
γνώρισα το απόλυτο φιλί της γαλήνης
Σε κράτησα στη χούφτα μου
σαν από σπόρο που μόλις με γεννούσε
Το τραγούδι σου ένα με την πληγή μου
μοναχικό κι απόκοσμο γεμάτο από φωνές
που άλλοτε κρύβονταν μη βρουν τη σάρκα τους
κι άλλοτε χόρευαν αφήνοντας λεύτερες τις ψυχές
να γελάσουν με τα σκερτσόζικα παιδιά του ανέμου
Έτσι μέσα μου προχώρησες σαν μια στάλα νερό
ένα μεγάλο βουνό που γητεύει τ άστρα
Τα τρύπια γρόσια που σου χάρισαν δανείστηκα
να μάθω πόσο κοστίζει η άνοιξη
κι έπειτα πλάι σου έμαθα την διδασκαλία των παιδιών
Τα φρούτα των χυμών τους ανάστησαν τα δέντρα
να μυηθεί ο άγνωστος παράδεισος στα μάτια τους
κι ύστερα απλά σε μια φέτα ψωμί χόρτασα
την πείνα των μικρών μυρμηγκιών
Σε έμαθα να τραγουδάς με τη φωνή των φύλλων
στο θρόισμα των μίσχων
κι έτσι τα βράδια σωπαίνουν τα αγκάθια!
ακουμπισμένη στον βράχο
που παίζουν τα νυχτοπούλια
τα λόγια σου μηνύματα
που σκορπούν τα κύματα
Δίπλα στα αρμυρίκια που νοτίζουν
τα βλέφαρα του φθινόπωρου
γνώρισα το απόλυτο φιλί της γαλήνης
Σε κράτησα στη χούφτα μου
σαν από σπόρο που μόλις με γεννούσε
Το τραγούδι σου ένα με την πληγή μου
μοναχικό κι απόκοσμο γεμάτο από φωνές
που άλλοτε κρύβονταν μη βρουν τη σάρκα τους
κι άλλοτε χόρευαν αφήνοντας λεύτερες τις ψυχές
να γελάσουν με τα σκερτσόζικα παιδιά του ανέμου
Έτσι μέσα μου προχώρησες σαν μια στάλα νερό
ένα μεγάλο βουνό που γητεύει τ άστρα
Τα τρύπια γρόσια που σου χάρισαν δανείστηκα
να μάθω πόσο κοστίζει η άνοιξη
κι έπειτα πλάι σου έμαθα την διδασκαλία των παιδιών
Τα φρούτα των χυμών τους ανάστησαν τα δέντρα
να μυηθεί ο άγνωστος παράδεισος στα μάτια τους
κι ύστερα απλά σε μια φέτα ψωμί χόρτασα
την πείνα των μικρών μυρμηγκιών
Σε έμαθα να τραγουδάς με τη φωνή των φύλλων
στο θρόισμα των μίσχων
κι έτσι τα βράδια σωπαίνουν τα αγκάθια!
Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019
Απόστημα
Πώς να σπάσει ; ποιος να το σπάσει;
αφού έμαθες να το φοβάσαι
Το κοιτάς σαν χιονόμπαλα να κατρακυλάει
στον κήπο σου ..να σου παγώνει τα λουλούδια
να καίει τις ρίζες τους .. κι έμαθες μόνο να το κοιτάς
Μέτρα το μπόι του ..δες πόσο μικρό γίνεται
όταν αναμετριέται με τα χρυσοκόκκινα
αφού έμαθες να το φοβάσαι
Το κοιτάς σαν χιονόμπαλα να κατρακυλάει
στον κήπο σου ..να σου παγώνει τα λουλούδια
να καίει τις ρίζες τους .. κι έμαθες μόνο να το κοιτάς
Μέτρα το μπόι του ..δες πόσο μικρό γίνεται
όταν αναμετριέται με τα χρυσοκόκκινα
φύλλα του φθινόπωρου,
πόσο τρομάζει στα δάχτυλα της μουσικής
συρρικνώνεται στο άνθος της ομορφιάς
μοιάζει κουκκίδα μπροστά στο σεβασμό
στο βλέμμα που κοιτά κατάματα,
στην αλμύρα που γεννιέται απ το κοχύλι της ψυχής .
Ένα απόστημα που άφησες να μεγαλώνει
περνώντας πλάι του χτενίζοντας το νου
στον ωχαδερφισμό ,στο έτσι είναι ο κόσμος
Ποιος κόσμος; ποιος δρόμος;
δεν είσαι εσύ; δεν είμαι εγώ;
τρύπιο κι άδειο παλτό τούτη η δικαιολογία
μα έμαθες να το φοράς σαν να ναι άλλος
αφορμή κι εκείνο η αιτία.
Για δες λοιπόν.. ο ουρανός στα μάτια κοιτά τη γη
κι εκείνη αν θα καρπίσει θα ναι γιατί
απ το δικό του το βυθό ένοιωσε ζεστασιά
απ της βροχής τα άγουρα φιλιά πίνει και ξεδιψά
Για δες πως στήθηκαν στις κορυφές αδόξαστοι θεοί
μα πάντα οι θνητοί γεύονταν μέλι και ρακή
πόσο τρομάζει στα δάχτυλα της μουσικής
συρρικνώνεται στο άνθος της ομορφιάς
μοιάζει κουκκίδα μπροστά στο σεβασμό
στο βλέμμα που κοιτά κατάματα,
στην αλμύρα που γεννιέται απ το κοχύλι της ψυχής .
Ένα απόστημα που άφησες να μεγαλώνει
περνώντας πλάι του χτενίζοντας το νου
στον ωχαδερφισμό ,στο έτσι είναι ο κόσμος
Ποιος κόσμος; ποιος δρόμος;
δεν είσαι εσύ; δεν είμαι εγώ;
τρύπιο κι άδειο παλτό τούτη η δικαιολογία
μα έμαθες να το φοράς σαν να ναι άλλος
αφορμή κι εκείνο η αιτία.
Για δες λοιπόν.. ο ουρανός στα μάτια κοιτά τη γη
κι εκείνη αν θα καρπίσει θα ναι γιατί
απ το δικό του το βυθό ένοιωσε ζεστασιά
απ της βροχής τα άγουρα φιλιά πίνει και ξεδιψά
Για δες πως στήθηκαν στις κορυφές αδόξαστοι θεοί
μα πάντα οι θνητοί γεύονταν μέλι και ρακή
Όταν κλωτσάς τον ήλιο στερεύει το βουνό
Πάψε λοιπόν το απόστημα να το κοιτάς
κι εγώ μαζί σου σε έναν ουρανό ψάχνω να βρω
αμόνι και σταυρό να κάψουμε το σάπιο να τρέξει
το νερό από πηγάδι που έχει ανθρώπινο κορμό!
Πάψε λοιπόν το απόστημα να το κοιτάς
κι εγώ μαζί σου σε έναν ουρανό ψάχνω να βρω
αμόνι και σταυρό να κάψουμε το σάπιο να τρέξει
το νερό από πηγάδι που έχει ανθρώπινο κορμό!
Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019
Με τα μάτια χαμηλά
Μίλα μου μίλα μου για κείνο το χθες
το αμούστακο που γύριζε στους δρόμους
κρατώντας το καρυοφύλλι
Τα αντρειωμένα κορμιά που ύψωναν
το λάβαρα της λευτεριάς κορφή σε κορφή
Το αμπέχονο που βάραινε στους ώμους του
λευκός χιονιάς μα ξήλωνε τις μπότες της υποταγής
Πες μου για τούτες τις γυναίκες που βύζαξαν τον ήλιο
σε ένα χορτάρι παγερό μα είχαν στανιό τους το χορό
για κείνα τα ατρόμητα πουλιά που χανε μέσα τα φτερά
μίλα μου για τος σταυραετούς που παν το ΟΧΙ
σπάζοντας κάλπικους καιρούς
Μα αν ειναι κάτι να φέρεις από χτες
ένα λουλούδι δώσε μου να αφήσω φόρο τιμής
για κείνους ,κι ένα τραγούδι
δεν τους κλαίνε της τόλμης τους νεκρούς
κοιτούν ψηλά και χαιρετούν τους Γερανούς !
το αμούστακο που γύριζε στους δρόμους
κρατώντας το καρυοφύλλι
Τα αντρειωμένα κορμιά που ύψωναν
το λάβαρα της λευτεριάς κορφή σε κορφή
Το αμπέχονο που βάραινε στους ώμους του
λευκός χιονιάς μα ξήλωνε τις μπότες της υποταγής
Πες μου για τούτες τις γυναίκες που βύζαξαν τον ήλιο
σε ένα χορτάρι παγερό μα είχαν στανιό τους το χορό
για κείνα τα ατρόμητα πουλιά που χανε μέσα τα φτερά
μίλα μου για τος σταυραετούς που παν το ΟΧΙ
σπάζοντας κάλπικους καιρούς
Μα αν ειναι κάτι να φέρεις από χτες
ένα λουλούδι δώσε μου να αφήσω φόρο τιμής
για κείνους ,κι ένα τραγούδι
δεν τους κλαίνε της τόλμης τους νεκρούς
κοιτούν ψηλά και χαιρετούν τους Γερανούς !
Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019
Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019
Απέχω
Απέχω
απ την γραφή της ομοιοπαθητικής
λαγνείας λέξεων
την σκουριά πεπαλαιωμένων ιδεών
της διαβούλευσης του έρωτα
από τον λόγο του κενού
στ αντάμωμα ενός άδειου δειλινού
από τις σοφιστείες της ζωής
εκεί που οι ανάσες γράφουν κανείς
μετρώ τον ήλιο με τα δάχτυλα
αφουγκράζομαι τους άστεγους ήχους
πεινώ με το στόμα της μιας μπουκιάς
διψώ στα πεζοδρόμια της φλαμουριάς
γυμνή δένομαι στα κομμάτια της καρδιάς
λατρεύω το ξάστερο φως της ερημιάς
υμνώ τον έρωτα στα μύχια της ψυχής
κι ότι αγαπώ πάνω μου το χω
σταυρό μου κι οδηγό
μ αυτό τον κόσμο να κοιτώ
σαν να ναι τριαντάφυλλο
που χει στα στήθια βάλσαμο
στα φύλλα του γέλιο του κρίνου παιδικό!

απ την γραφή της ομοιοπαθητικής
λαγνείας λέξεων
την σκουριά πεπαλαιωμένων ιδεών
της διαβούλευσης του έρωτα
από τον λόγο του κενού
στ αντάμωμα ενός άδειου δειλινού
από τις σοφιστείες της ζωής
εκεί που οι ανάσες γράφουν κανείς
μετρώ τον ήλιο με τα δάχτυλα
αφουγκράζομαι τους άστεγους ήχους
πεινώ με το στόμα της μιας μπουκιάς
διψώ στα πεζοδρόμια της φλαμουριάς
γυμνή δένομαι στα κομμάτια της καρδιάς
λατρεύω το ξάστερο φως της ερημιάς
υμνώ τον έρωτα στα μύχια της ψυχής
κι ότι αγαπώ πάνω μου το χω
σταυρό μου κι οδηγό
μ αυτό τον κόσμο να κοιτώ
σαν να ναι τριαντάφυλλο
που χει στα στήθια βάλσαμο
στα φύλλα του γέλιο του κρίνου παιδικό!

Κρυφή αναγνώστρια
Άκου κοπελιά μου
από αντιγραφές δεν γίνονται ποιήματα
από κλειδαρότρυπες δεν βγαίνουν συναισθήματα
κι από έρωτες της μιας βδομάδας
δεν γεννιέται αγάπη .
Πάψε λοιπόν να παραποιείς και να ματώνεις λέξεις
που δεν γνώρισες και δεν ένιωσες ποτέ
Άλλο το αλισβερίσι για τo εγώ σου
άλλο ο έρωτας της ανάγκης
που κρέμασες φο μπιζού στο λαιμό σου
κι αλλο να ζεις μοναχα για τον ανθρωπό σου
Ασχολήσου με ότι μπορείς
γιατί καμιά φορά και η σιωπή σπάει
να την προσέχεις !
από αντιγραφές δεν γίνονται ποιήματα
από κλειδαρότρυπες δεν βγαίνουν συναισθήματα
κι από έρωτες της μιας βδομάδας
δεν γεννιέται αγάπη .
Πάψε λοιπόν να παραποιείς και να ματώνεις λέξεις
που δεν γνώρισες και δεν ένιωσες ποτέ
Άλλο το αλισβερίσι για τo εγώ σου
άλλο ο έρωτας της ανάγκης
που κρέμασες φο μπιζού στο λαιμό σου
κι αλλο να ζεις μοναχα για τον ανθρωπό σου
Ασχολήσου με ότι μπορείς
γιατί καμιά φορά και η σιωπή σπάει
να την προσέχεις !
Ένα εγω κομμένο στα δυό
Και τι θαρρείς ειναι ευτυχία ε;
Ένα πρωινό φιλί
να σπρώχνει κείνες
τις δυσκολίες της μέρας
που τσαλαβουτούν στο νου
και δένουν σα φύκια την ομορφιά
Ένα περπάτημα στο ίδιο βήμα
κι ας μην αφήνει ίχνη
να χει το σγουρό γαργάλημα
της άμμου κι ας λείπει η θάλασσα
Ένα μουρμουρητό απ τα χείλη
να ακούς τα νούφαρα να τραγουδούν
στη λίμνη των ματιών
Να κοιτάς τα πουλιά να ισορροπούν
στα σχοινιά στο ίδιο βλέμμα
κι εσύ γέφυρες να βλέπεις
να περνάς στο όνειρο
Ένας αχνιστός καφές αντικριστός
που να κοιτά το ηλιοβασίλεμα
σε δυο χούφτες ενωμένες
που το κρατούν στην μοιρασιά τους
Ευτυχία να τώρα τούτη τη στιγμή
που τα μάτια μου σου δίνω
να κλέψω το γέλιο σου!
να σπρώχνει κείνες
τις δυσκολίες της μέρας
που τσαλαβουτούν στο νου
και δένουν σα φύκια την ομορφιά
Ένα περπάτημα στο ίδιο βήμα
κι ας μην αφήνει ίχνη
να χει το σγουρό γαργάλημα
της άμμου κι ας λείπει η θάλασσα
Ένα μουρμουρητό απ τα χείλη
να ακούς τα νούφαρα να τραγουδούν
στη λίμνη των ματιών
Να κοιτάς τα πουλιά να ισορροπούν
στα σχοινιά στο ίδιο βλέμμα
κι εσύ γέφυρες να βλέπεις
να περνάς στο όνειρο
Ένας αχνιστός καφές αντικριστός
που να κοιτά το ηλιοβασίλεμα
σε δυο χούφτες ενωμένες
που το κρατούν στην μοιρασιά τους
Ευτυχία να τώρα τούτη τη στιγμή
που τα μάτια μου σου δίνω
να κλέψω το γέλιο σου!
Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019
Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019
Συγνώμη μαργαρίτα μα ειναι που αιμορραγεί ο νους και το φιλί σου λάβδανο κι άρνηση στην υποταγή .
Κι αφού αρχίσαμε να μαδάμε την μαργαρίτα
ας δούμε που βρίσκεται το γλυκόφιλο .
Τώρα θα μου πεις τι φταίει η μαργαρίτα .
Ετούτη δεν μετρά φυλλωσιά , χρώμα μήτε ξετσίπωτη
γυρνάει να ξεμυαλίσει το χορτάρι.
ας δούμε που βρίσκεται το γλυκόφιλο .
Τώρα θα μου πεις τι φταίει η μαργαρίτα .
Ετούτη δεν μετρά φυλλωσιά , χρώμα μήτε ξετσίπωτη
γυρνάει να ξεμυαλίσει το χορτάρι.
Περίσσεψε η υποκρισία και βρήκε τρόπο να σταθεί
η εκάστοτε εξουσία .Τι σας ενοχλεί κύριοι των ηθικών ,
άγραφων νόμων. Η βουλιμία σας για δόξα
η εκάστοτε εξουσία .Τι σας ενοχλεί κύριοι των ηθικών ,
άγραφων νόμων. Η βουλιμία σας για δόξα
αχόρταγα τη λατρεία της γυρεύει.
Προστάτες των παιδιών γυρνάτε και από άδειο βυζί
το γάλα αναζητάτε .
Να σας θυμίσω λοιπόν πονόψυχοι διαβάτες
Προστάτες των παιδιών γυρνάτε και από άδειο βυζί
το γάλα αναζητάτε .
Να σας θυμίσω λοιπόν πονόψυχοι διαβάτες
Η πορνογραφία των παιδιών ,
καλά κρατεί και τρέμει το μυαλό μου ποιος
θα φυλάξει το παιδί.
Το αλκοόλ στην εφηβεία πλασάρετε με ύφος και μαγεία.
Τα παιδιά που θέλετε να αγκαλιάσετε
δεν γνωρίζουν χρώμα και εθνικότητα .
Δεν άκουσα να κελαηδάτε με κραυγή στον πόλεμο
και στη σφαγή.
Στα χαζοκούτια που κερνάτε να διασκεδάσει το παιδί ,
τα όπλα και τα αρχηγιλίκια προσταντζα δίνουν
στο άδικο με οφειλή .
Το μπούλιγκ στα σχολειά γίνεται μόδα
με μίνι φούστα και φτερά .
Κι αν πάμε και στα πιο ψηλά πτυχία ανεργίας
διαβάζουν δυνατά. Μπρος στα φανάρια επαίτες
άχρωμες ψυχές γυρεύουν για να δουν
του μεγαλείου σας τις τρύπιες ενοχές .
Ένα παιδί το γέλιο του να κρατήσει με το στανιό
και άγχος προσπαθεί και εισιτήριο του δίνεται
το άπραγο και το αδιάβατο στο δρόμο του
να βρει κι αν ειναι να σωθεί το αλισβερίσι
έχει κλωτσήσει στα σπλάχνα του ένα ατελείωτο γιατί.
Λοιπόν κύριοι της λύκαινας και της φωτιάς
με πόση υποκρισία γελάτε στο άδικο δείχνοντας
για τρομοκράτη μια ταινία που ποσοστά
θα πάρετε για τα δικά σας μερτικά που κρεμιούνται
σε ένα ρόλο που αδιάκοπα κι ασύστολα σας κυβερνά .
καλά κρατεί και τρέμει το μυαλό μου ποιος
θα φυλάξει το παιδί.
Το αλκοόλ στην εφηβεία πλασάρετε με ύφος και μαγεία.
Τα παιδιά που θέλετε να αγκαλιάσετε
δεν γνωρίζουν χρώμα και εθνικότητα .
Δεν άκουσα να κελαηδάτε με κραυγή στον πόλεμο
και στη σφαγή.
Στα χαζοκούτια που κερνάτε να διασκεδάσει το παιδί ,
τα όπλα και τα αρχηγιλίκια προσταντζα δίνουν
στο άδικο με οφειλή .
Το μπούλιγκ στα σχολειά γίνεται μόδα
με μίνι φούστα και φτερά .
Κι αν πάμε και στα πιο ψηλά πτυχία ανεργίας
διαβάζουν δυνατά. Μπρος στα φανάρια επαίτες
άχρωμες ψυχές γυρεύουν για να δουν
του μεγαλείου σας τις τρύπιες ενοχές .
Ένα παιδί το γέλιο του να κρατήσει με το στανιό
και άγχος προσπαθεί και εισιτήριο του δίνεται
το άπραγο και το αδιάβατο στο δρόμο του
να βρει κι αν ειναι να σωθεί το αλισβερίσι
έχει κλωτσήσει στα σπλάχνα του ένα ατελείωτο γιατί.
Λοιπόν κύριοι της λύκαινας και της φωτιάς
με πόση υποκρισία γελάτε στο άδικο δείχνοντας
για τρομοκράτη μια ταινία που ποσοστά
θα πάρετε για τα δικά σας μερτικά που κρεμιούνται
σε ένα ρόλο που αδιάκοπα κι ασύστολα σας κυβερνά .
Κι αυτή η μαργαρίτα πως να χωρέσει τόσα φονικά .
Ευτυχώς που από το χώμα γεννιέται άλλος μίσχος
να απλώσει δίχτυα στη σάπια σας ψαριά.
Ευτυχώς που από το χώμα γεννιέται άλλος μίσχος
να απλώσει δίχτυα στη σάπια σας ψαριά.
Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019
Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019
Πίσω από τις γρίλιες
Βράδιασε .. κι η μυρουδιά
από φρεσκοραντισμένες
ζεστές μολόχες ηχούν στα αυτιά
Περπατώ στο πλάι σου κι έτσι
βαδίζω στον άνεμο
παίζω πίσω από τις γρίλιες
των ματιών σαν άλλο παιδί
που φόρεσε την καινούργια ποδιά
του ουρανού .
Γελάς που δε μ ακούς ,
γελώ που δε σε βλέπω
και που εμείς πάντα συναντίόμαστε
Ο κόσμος θαρρείς για να γελά γίνηκε
να ακουμπά το ξέφωτο στα χείλη του
Ένα κομμάτι ουρανού
γράφτηκε στις φλέβες
έτσι που αύριο σαν περπατήσουμε
δίχως τα ίχνη μας το ίδιο πέλμα να φοράμε
Μικρές ανταύγειες που ανταμώνουν
στο σκίρτημα να ζωγραφίσουν την αγκαλιά
ανάμεσα στις νιφάδες των χτύπων
και τη ζεστασιά της άσβηστης φλόγας
Κοίτα πως πέφτει ήσυχη η νύχτα
σαν νότα στο πιάνο της ψυχής
ζεστές μολόχες ηχούν στα αυτιά
Περπατώ στο πλάι σου κι έτσι
βαδίζω στον άνεμο
παίζω πίσω από τις γρίλιες
των ματιών σαν άλλο παιδί
που φόρεσε την καινούργια ποδιά
του ουρανού .
Γελάς που δε μ ακούς ,
γελώ που δε σε βλέπω
και που εμείς πάντα συναντίόμαστε
Ο κόσμος θαρρείς για να γελά γίνηκε
να ακουμπά το ξέφωτο στα χείλη του
Ένα κομμάτι ουρανού
γράφτηκε στις φλέβες
έτσι που αύριο σαν περπατήσουμε
δίχως τα ίχνη μας το ίδιο πέλμα να φοράμε
Μικρές ανταύγειες που ανταμώνουν
στο σκίρτημα να ζωγραφίσουν την αγκαλιά
ανάμεσα στις νιφάδες των χτύπων
και τη ζεστασιά της άσβηστης φλόγας
Κοίτα πως πέφτει ήσυχη η νύχτα
σαν νότα στο πιάνο της ψυχής
σαν μόλις ένα πεφταστέρι
να χύθηκε στις χούφτες !
Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019
Γαλάζιες σπίθες
Κι έτσι σιγά σιγά ένα ένα έμπαιναν στη θέση τους
Έσβησε απ τα μάτια τον καπνό του τσιγάρου
καίγοντας τα περασμένα με δυο φιλιά,
και προχώρησε σε κεινα τα μικρά ξανθά
στοργικά σοκάκια που φυσούσαν τις γαλάζιες σπίθες.
Εκεί κατέβαινε στο βυθό του βουνού .
Κι ανέμελα έχωνε τα δάχτυλα στα μαλλιά
Εκεί κατέβαινε στο βυθό του βουνού .
Κι ανέμελα έχωνε τα δάχτυλα στα μαλλιά
να διώξει τις άκαρπες σκέψεις.
Λιμάνια που μύριζαν ζουμπούλια και βασιλικό .
Σιγοτραγουδούσε το φεγγάρι κι η νότα γινόταν φλέβα.
Μακριά απ το γνώριμο του όλου ζέσταινε η ανάσα για δυο.
Λιμάνια που μύριζαν ζουμπούλια και βασιλικό .
Σιγοτραγουδούσε το φεγγάρι κι η νότα γινόταν φλέβα.
Μακριά απ το γνώριμο του όλου ζέσταινε η ανάσα για δυο.
Την συναντούσε στα πόδια της λίμνης
Τα μάτια της γαλαζοπρασινα κύματα που έσπερναν
κήπους μαργαριτάρια κι εκείνος ο τυχερός,που μέσα τους
περνούσε το χέρι του να αγκαλιάσει το βλέμμα της .
Ο καιρός τροβαδούρος σιωπής έπαιζε τη λύρα του
σπουδάζοντας κάθε κίνηση,μην τρομάξουν
κεινα τα βλαστάρια ανάμεσα στις καλαμιές .
Ίσως η εποχή να τρόμαζε τις σκιές των ανθρώπων
κι έπαιρνε ο άνεμος το χρώμα το μαβί .
Σκουροτράχηλος χρόνος μα τούτος εδώ ο μικρός όρμος ,
δάγκωνε την σκουριά και φύτευε τα χρώματα .
κήπους μαργαριτάρια κι εκείνος ο τυχερός,που μέσα τους
περνούσε το χέρι του να αγκαλιάσει το βλέμμα της .
Ο καιρός τροβαδούρος σιωπής έπαιζε τη λύρα του
σπουδάζοντας κάθε κίνηση,μην τρομάξουν
κεινα τα βλαστάρια ανάμεσα στις καλαμιές .
Ίσως η εποχή να τρόμαζε τις σκιές των ανθρώπων
κι έπαιρνε ο άνεμος το χρώμα το μαβί .
Σκουροτράχηλος χρόνος μα τούτος εδώ ο μικρός όρμος ,
δάγκωνε την σκουριά και φύτευε τα χρώματα .
Τούτο το μεταξένιο πορφυρό έστρωνε την πνοή του
να βρουν τα βήματα το ρυθμό της καρδιάς .
να βρουν τα βήματα το ρυθμό της καρδιάς .
Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019
Σταγόνες φθινόπωρου
Άρχισα να γράφω διαβάζοντας
ή μήπως να μιλώ και να βλέπω
μπερδεύτηκα .. μπερδεύτηκα σου λέω.
Έκλεισα τις πόρτες
μη και το αεράκι που πλανιόταν στο δωμάτιο
κρύωνε τις λέξεις .
Γυμνές μακριά από τα ξένα χείλη καθώς ήταν ,
τις τύλιξα με το βλέμμα του ήλιου
κι αυτός άρχισε να θολώνει στο θάμπος τους .
Άρπαξα απ το χέρι την τελεία τραβώντας την στην άκρη
Μόνο κόμματα ήθελα, να μ αφήνουν να ανασαίνω λίγο
καθώς απολάμβανα γουλιά γουλιά ετούτο το πιοτί.
Τα μάτια μου μπουσουλώντας στο λευκό χαλί
παιχνίδιζαν με κείνα τα μπαλόνια
που ένα ένα έπιαναν οι αισθήσεις μου .
Η μουσική πλανιόταν στα χέρια μου
χωρίς νότες σαν άυλη μελωδία
που κρυφά τρυπώνει στο δέρμα μου
Πως μου έκαναν το χατίρι οι σιωπές κι έπαψαν
να χορεύουν.
Ακροβατούσε στα βλέφαρα μου μια πεταλούδα.
Χτυπώντας τα φτερά της φωτογράφιζε το γύρω
με πιτσιλιές που έβαφαν τους τοίχους .
Κι εγώ σαν άλλος εργάτης μάζευα τα χρώματα
να χτίσω το λιόγερμα με τις σταξιές του φθινόπωρου
και.. α! θεέ μου πόσο σου μοιάζουν!
ή μήπως να μιλώ και να βλέπω
μπερδεύτηκα .. μπερδεύτηκα σου λέω.
Έκλεισα τις πόρτες
μη και το αεράκι που πλανιόταν στο δωμάτιο
κρύωνε τις λέξεις .
Γυμνές μακριά από τα ξένα χείλη καθώς ήταν ,
τις τύλιξα με το βλέμμα του ήλιου
κι αυτός άρχισε να θολώνει στο θάμπος τους .
Άρπαξα απ το χέρι την τελεία τραβώντας την στην άκρη
Μόνο κόμματα ήθελα, να μ αφήνουν να ανασαίνω λίγο
καθώς απολάμβανα γουλιά γουλιά ετούτο το πιοτί.
Τα μάτια μου μπουσουλώντας στο λευκό χαλί
παιχνίδιζαν με κείνα τα μπαλόνια
που ένα ένα έπιαναν οι αισθήσεις μου .
Η μουσική πλανιόταν στα χέρια μου
χωρίς νότες σαν άυλη μελωδία
που κρυφά τρυπώνει στο δέρμα μου
Πως μου έκαναν το χατίρι οι σιωπές κι έπαψαν
να χορεύουν.
Ακροβατούσε στα βλέφαρα μου μια πεταλούδα.
Χτυπώντας τα φτερά της φωτογράφιζε το γύρω
με πιτσιλιές που έβαφαν τους τοίχους .
Κι εγώ σαν άλλος εργάτης μάζευα τα χρώματα
να χτίσω το λιόγερμα με τις σταξιές του φθινόπωρου
και.. α! θεέ μου πόσο σου μοιάζουν!
Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019
Αναπάντητα
Ναι θες να το παραδεχτώ
να το φωνάξω
Ναι .. φταίω
φταίω γιατί δεν μίλησα
Γιατί σιώπησα
γιατί άφησα τόσα αγκάθια
να μεγαλώνουν στον κήπο
Ναι στέριωσα τις φωνές
κι αυτές ταφόπλακα
μου δόθηκαν
Ναι φταίω
που πείσμωσα
στο ναρκοπέδιο της ψευτιάς
κι ανάστησα το λάβαρο της αλήθειας
Ναι φταίω που ξυπνώ με όνειρα
και κοιμάμαι στις στάχτες
Ναι φταίω που λαχτάρησα
το καινούργιο
που τόσο παλιό
μου χαρίστηκε
Ναι φταίω που ακόμα
πατώ την πέτρινη άσφαλτο
ζητώντας
οι πατούσες μου
να αγγίξουν το χώμα
Ναι φταίω
που γεύτηκα το θάνατο
και ήπια τη ζωή
Ναι φταίω για όλα
Εσύ;
Μίλα!
Ναι .. φταίω
φταίω γιατί δεν μίλησα
Γιατί σιώπησα
γιατί άφησα τόσα αγκάθια
να μεγαλώνουν στον κήπο
Ναι στέριωσα τις φωνές
κι αυτές ταφόπλακα
μου δόθηκαν
Ναι φταίω
που πείσμωσα
στο ναρκοπέδιο της ψευτιάς
κι ανάστησα το λάβαρο της αλήθειας
Ναι φταίω που ξυπνώ με όνειρα
και κοιμάμαι στις στάχτες
Ναι φταίω που λαχτάρησα
το καινούργιο
που τόσο παλιό
μου χαρίστηκε
Ναι φταίω που ακόμα
πατώ την πέτρινη άσφαλτο
ζητώντας
οι πατούσες μου
να αγγίξουν το χώμα
Ναι φταίω
που γεύτηκα το θάνατο
και ήπια τη ζωή
Ναι φταίω για όλα
Εσύ;
Μίλα!
Το άλλο μισό του ουρανού
Σε ένιωσα .. σε ένιωσα
έσταξε η θηλή μου το γάλα σου
αυτό που στο βυζί σου φύλαγες
να ταΐσεις το μικρό σου αστέρι
Είδα να σε αρμέγουν χιλιάδες φονικά
κι εσύ να αντιστέκεσαι κόβοντας το στήθος
Στα χέρια μου πέτρωσε η ζύμη που κρατούσες
να μοιράσεις το χόρτασμα στα μάτια της πείνας
κι από το στόμα σου έβγαιναν κόμποι μαγιάς
να ακούσουν τα ψηλά βουνά
Άκουσα το βουβό σου κλάμα στις φλέβες
στάλες που λούζαν το κορμί μου καίγανε τα αγκάθια
κι εσύ ψιθύριζες φωνήεντα του ήλιου
Γεύτηκα το σάπιο κουκούτσι ελιάς στο στόμα
πικρό κειμήλιο από την γειτονιά που έπαιζες
κι εσύ θυμώσουν τα χρυσαφένια μαλλιά
της λευτεριάς κι άνθιζαν οι βράχοι
Άγγιξα το μπαρουτιασμένο σου φόρεμα
στη γλώσσα της φωτιάς που έσβηνε τα μάτια μου
κοιτούσες την έρημο χτενίζοντας παπαρούνες
Σε ένιωσα σε ένιωσα στην κραυγή μου
την ώρα που έπεφτε στο χώμα η αγάπη
κι εσύ εσύ αγέρωχη ερωμένη φιλούσες τη ζωή
Γονάτισα στα πόδια σου υμνώντας τη γέννα σου
το βλέμμα σου ορθώθηκε στα πέρατα της ψυχής μου
κι εκείνο το τραγούδι με κρότο καρφώθηκε
Μικρές εκμυστηρευσεις
Και ξέρεις τι φτάνει;
να αγαπάς σαν έφηβη
που εδεσε τα μαλλιά της στο φως
την ώρα που πρώτη φορά
καρφίτσωνε στο στηθος το ρόδο
σαν πεταλούδα
που πριν σκάσει απ το κουκούλι της
ειχε μυρίσει τη γλάστρα με τα γιασεμί .
Ανάβει το φως της μέρας
και κάτω απ την ομίχλη του φθινόπωρου
σκάει μια γλώσσα ήλιου .
Σαν χειροφίλημα
στ ανεγγιχο χάδι που επλασε τη θάλασσα !
Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)































