Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

Τους σπόρους της τραγουδώ

Απόψε γίνηκα μια Δευτέρα
στη γλώσσα μου τρέχουν άνθρωποι
στα χέρια μου φυτρώνουν δέντρα
με ζεστούς καρπούς
στα μάτια γεννιούνται φλέβες
που ξέρω και ποτέ δεν είδα
κι ότι μένει στα χείλη
μια στάλα γλύκας ουρανού
πριν ξυπνήσουν τα παιδιά
και χαθεί το άγουρο φιλί !

μικρός που είμαι 
για να λησμονώ
τη φτέρη της αγάπης
μεγάλος που δεν έγινα σοφός
μαθαίνω αγάλι αγάλι
πίνοντας ροδόσταμο 

απ το άρωμα της

κι εχει τόση γλύκα
το ατέλειωτο ρόδι !
 




Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Χωρίς ταυτότητα

Θα μάθουμε 
ναι θα μάθουμε
να κολυμπάμε
ξέστηθα  
μονάχα με ψυχή
απλόχερα
σε μια θάλασσα 
έτσι που καμιά στεριά
δε θα ναι 
χωρίς λουλούδι !


Αγνοούμενη έννοια

Δε μίλησα
τι να πω;
χαμένα λόγια
ήξεραν
τι νιώθω
το πως
το γιατί
όλα
έμενε μόνο
να διαβάζω
για να με δω
στα μάτια τους
τρόμαξα ..
κρύφτηκα
έτσι εγωιστικά
τους έμοιασα
 ένιωσα
'' την αγάπη τους ''
γύρισα σε μένα
κρύβοντας πια
...εμένα
πως..
να μιλήσεις για αγάπη
μέσα σε τόση
   αγάπη!



Άτιτλο

Τόσο 
εκκωφαντικός κρότος 
τόση σιωπή 
για ένα 
μου λείπεις!

Ανέσπερο φως

Τόσο ξάστερα διαβάζει
η βροχή τον ήλιο
που ακόμα
και τούτη η θαμπάδα
πίσω της σέρνει
λάβα ζεστού μεσημεριού
στ αγκάλιασμα
που ενώνει τις καρδιές

όμορφα που χαράζει η γλώσσα
τους παλμούς της !  

  

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

Στη μουσική της ψυχής οι νότες γίνονται πουλιά

Κι όσο μουρμουρίζει η βροχή
η μουσική της καρδιάς
ανοίγει τα πέταλα στη διαπασών
έτσι που να ακουστεί
ο ήλιος σε κάθε παραθύρι

γυαλίζει τα παπούτσια της
η λεύκα στο τραγούδι της
και στο περβάζι
ένα χρυσάνθεμο σου γελά
ποτίζοντας τις κολυμπήθρες
των ματιών με χρώματα

πως ένα κόκκινο πουλί
ξέφυγε απ το στήθος

και πετά στα βλέφαρα σου !





Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Άγγιγμα

Τίποτε πιο ακριβό 
απ τα μάτια σου 
που πέφτουν 
στα δάχτυλα μου
να χει το φως
η αγκαλιά της θάλασσας! 

Το συντριβάνι που τραγουδούσε

Άνοιξε την βαριά ξύλινη πόρτα
Στη μέση της ήταν κρεμόταν ένα μεγάλο κομμάτι 
επιβλητικού  γυαλιού που κορδωμένο 
ηθελε να αποδείξει το βαρύ του τίμημα .
Οι καρέκλες του βελούδου με στόλισμα το σατέν 
της εκλιπόντος απλότητας έπεφταν στους ώμους του
σαν από βαριές σιδεριές χωρίς αέρα.
Τίναξε με τα δάχτυλα τα μαλλιά του μπας και οι σκέψεις του
ξελάφρωναν στο πάτωμα . Τι ήθελε ετούτος εδώ ; 
τι γύρευε ανάμεσα στο γλιστερο δωμάτιο 
και τα κρύα σαβουαρ βιβρ πιάτα; 
Το βήμα του θαρρείς και σε απόγνωση τσιμέντωσε
το παπούτσι στο άδειο της στιγμής
και δεν κουνούσε σταλα το περπάτημα .
Ο νους του έτρεξε στα πράσινα λιβάδια του παππού
κι εκεί για λίγο  σάλωσαν οι ανάσες 
το άλογο της λευτεριάς και μύρισαν το χώμα .
Μια κυρία πλησιάζοντας τον ρώτησε αν είχε κρατήσει 
τραπέζι . Όχι της αποκρίθηκε . 
Περιμένετε κυριε να δω τι μπορω να κανω . 
Στάθηκε αποσβολωμένος να κοιτα. Μα η αίθουσα ,
είχε ολο κι ολο 2-3 γεμάτα τραπέζια.
Τι θα έψαχνε η ευγενική κυρια. 
Ξαφνικά ακουσε πίσω του μια γνώριμη φωνή .
Αυτή του Μιχάλη . Μπα μουρμούρισε το εντός του 
τι δουλειά εχει κι αυτός εδώ. 
Ο ίδιος είχε περάσει να πάρει εναν φάκελο 
από τον εργοδότη του . 
Κι όπως πάντα οι εργαζόμενοι πάνε οπου τους πουν .
Μα τούτος ; τούτος ένα περίπτερο είχε κι ήταν αφεντικό
ο ιδιος .Μόλις που πρόσεξε το αγχώδες νεύμα του Μιχάλη 
που τον καλούσε να περάσει στο φουαγιέ να του μιλήσει. 
Λίγα βήματα και οι δυο τους βρέθηκαν απέναντι
να σκιάζουν ο ενας τον άλλον. 
Σε παρακαλώ Δημήτρη μην κανεις κουβέντα 
και μη χαιρετίσεις ούτε εμένα ούτε την γυναίκα μου
καθώς θα βρεθείς στο τραπέζι μας. 
Ξέρεις εχω ραντεβού με το αφεντικό σου να γευματίσουμε μαζί. 
Βλέπεις κλείνω το περίπτερο και μπαίνω μέτοχος στην εταιρεία σας.
Δεν ειναι πρέπον να δει οτι εχω συναναστροφές 
με το υπαλληλικό του προσωπικό. 
Άλλωστε εμεις σχεδιάζουμε να επεκτείνουμε την εταιρεία
και έτσι κι εσυ θα βγεις βολεμένος δε θα φοβάσαι
μη χάσεις τη δουλειά σου . 
Άναυδος ο Δημήτρης τον άκουγε λες και μιλούσε
μια άλλη γλώσσα. Αποσβολωμένος κούνησε το κεφάλι 
καταφατικά κι εφυγε. Οι σκέψεις του χοροπηδούσαν 
και του χτυπούσαν τα τακούνια στο νου. 
Μα πόση σπιρτάδα ψωρονεοπλουτισμου να άντεχε; 
Η ξιπασιά χόρευε στα μάτια του σαν άλλη Σαλώμη.
Κι αυτός τρομαγμένος μη του ζητήσει το κεφάλι του
πέρασε τα δάχτυλα στα μαλλιά του και τίναξε 
μακρια τούτες τις σκέψεις.
Σε λίγο φάνηκε και ο κυριος Αριστείδης .
Περίμενε αρκετή ωρα στη γωνία χωρίς να τον δουν . 
Ηθελε να βρει πρώτα τις παντούφλες του δικού του σπιτιού
και έτσι ξεκούραστα να προχωρήσει ο νους 
στο κοκεταρισμένο Σαλόνι. Τους ακουσε να μιλούν
για το ντεκόρ της γωνίας του γραφείου
για τους ζωγράφους που με ένα  πακέτο ευρω,
θα στόλιζαν τα εργα της ψυχής τους . 
Σοβαρός και μετρημένος καλησπέριζε τον παγωμενο
κύκλο και ρώτησε . Κυριε Αριστείδη μπορω να εχω 
τον φάκελο; 
Απλώνοντας το χερι τον πήρε από τα χερια του 
και με μια αόριστη καληνύχτα αποχώρησε. 
Τα πόδια του έτρεχαν να προλάβουν να δουν 
την πρώτη ματιά των αστρων κι έτσι σκουντούφλησε
πάνω σε εναν μικροκαμωμένο κυριο .
Συγνώμη του είπε . Παρακαλώ παιδί μου 
και με ένα χαμόγελο χαιρέτισε ο άγνωστος διαβάτης .
Λίγο πιο κει το συντριβανι τραγουδούσε στα μάτια 
των πολλων . Στην τσέπη του κουδούνιζαν 
κατι ψιλά από ευρώ τι όμορφος ήχος .
Και τούτη η στάση όμορφα 
που σκέπαζε την πλάτη της αγνωρης παρέας .
Επιτέλους . Τι πλούτος Θεέ μου !


Ψίθυροι

Απ τις βροντές των λέξεων
εκείνες που άκουγε
ήταν οι ψίθυροι

εκει αντάμωσαν

σαν κατι δυνατό
που αμίλητα ήπιε τον ήλιο
σπουδάζοντας

τα κόκκινα τριαντάφυλλα !


Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Δυο εκδρομές

Θα σε πάρω μαζί μου του φώναξε
Βαρέθηκα να σ ακούω να γκρινιάζεις στο τίποτα .
Δύο εκδρομές σ αυτό που λεν ζωή .
Την μια στη Μόρια την άλλη στο άστεγο σκαλί
εκεί θα σε πάω να δεις .
Τι είναι να παλεύουν για ακόμη ένα πρωί
Να νιώσεις τα μικρά σου θέλω να θρυμματίζονται
μπροστά σε μια στιγμή
Να δεις αυτούς τους δυνατούς που επέλεξαν
τις ώρες τους να τις μοιράζουν
στο αληθινό , στο καθαρό , στο είμαι εδώ .
Να καταλάβεις το γιατί, δεν κουβεντιάζουν το γιατί
μα μένουν στο κενό σαν ακροβάτες σε σχοινί .
Να δεις γιατί δεν κοροϊδεύουν τη ζωή
μα μένουν στο νόημα που χει χαράξει στο φιλί.
Κοιμούνται στην ουσία και κάθε πλάνη περνά 

μπροστά τους σαν έφηβο γιατί 
που όσο κι αν μεγαλώσει άνοιξη δε θα βρει .
Πάψε λοιπόν να αναστηλώνεις το εγώ
κι άνοιξε τα φτερά σου σε πέλαγο και ουρανό .
Κοίτα τριγύρω σου πετά χαμόγελο και ζωγραφιά
Στήσε στο χρόνο μια θηλιά για όλα τα άσχημα
που οι καιροί κερνούν, κοίτα οι μέρες πως περνούν
κει που φυτρώνουν οι ελιές 

ζυγώνουν κι αγκαθωτά παρτέρια
μα φίλεψε στον ήλιο φως .. ζευγάς τα δυο σου χέρια  .
Εδω φοιτούν οι άνοιξες εδώ και οι χειμώνες
μα σ όποια εποχή και αν περνά .. φυτρώνουν ανεμώνες !


Τριανταφυλλιά

Κι ειναι μια γλυκιά μελαγχολία τούτη η ωρα
Το πρωινό μοίρασε τις χαρές του ,

οι άνθρωποι περπατησαν στα τερτίπια
που σκόρπισε η πόλη ,
στο βήμα των χρεωστικών αποχρώσεων
και της προπληρωμένης αναπνοής .
Βούτηξα το μελάνι στο πάτωμα να βγει ουρανός
και το κονδύλι μου πηρούνιασε το άβολο
σε ένα κομματι της γροθιάς.
Λαχτάρα του πουλιού που τιτιβίζει
να ζωγραφίζει κι εκει που δεν πατάει η πένα .
Το δειλινό θα με βρει πάλι να κοκκινίζω
σαν παπαρούνα που γδέρνεται στο χωράφι
μα ενα λιβάδι κοιτά .
Θωρρώ σε που σε ξέρω και που ποτέ δεν ειδα
σαν το άγνωστο που στις κοιλάδες γνώρισα
μ αντίκρισμα το πέρασμα στου πέλαου την πηγή .
Κοιτώ σε λυγαριά μου κι απ ένα σου φυλλι
κρεμώ το ηλιοβασίλεμα στο χρώμα σου να βγει !


Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

Διασταυρώσεις

Κάθε δρόμος
ακολουθεί μια σπίθα
να φτάσει στο φέγγος του

σε κείνο το χαράκωμα
της μικρής ελιάς
 ξαποσταίνει

μαζεύοντας τα φύλλα
να χτίσει το δάσος !


Στάσιμη φυγή

Τα πόδια μου 
έδειχναν στο δρόμο τα βήματα
Φευγεις ; ρώτησες 
Κρύφτηκα 
στην αγκαλιά της ψυχής σου
κλειδωνοντας στις τσέπες 
το χαμόγελό σου 
κι απλά σου αποκρίθηκα 
Λιγες ωρες θα λείψω 
ίσα που να φανεί το πρωτο άστρο 
Οταν γυρίσουμε 
γελαστα να φορά το βλέμμα του! 




Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Φθινοπωρινή βραδιά

Θαρρείς και μόνο για να κελαηδήσουν
τα πουλιά , γεννήθηκαν τούτα τα δέντρα
σαν λεωφόροι που οδηγούν
στα μάτια των αστεριών
υπομονετικά περίμεναν τα φτερωτά
να παίξουν με τα φύλλα τους
Στα μικρά τους στερεώματα
που σαν στημένα τσαλιά ακουμπούσαν
μύριζε το κλαρί το άρωμα του πεύκου
αχ!! σαν σιγοψυθυρίζει το ανεμάκι
πως μέσα μου φτερουγά το σφύριγμά τους
που γίνηκα βελόνι της κορφής
π' άγγιζε ουρανό.
Κι ότι ζεστά πάνω μου κρατιόταν ήταν
μια φυλλωσιά της γύμνιας
που σωνε την ψυχή μου
στη γέννα της φθινοπωρινής βραδιάς
τυλίγοντας τα σπλάχνα μου
στη φασκιά της φραγκομηλιάς.
Στρώσε μου νύχτα να ξαποστάσω
το ανάκλινδρό σου να χω σταθμό
κι όταν χαράξει να σου χαρίσω
μια χούφτα ονείρατα για πηγαιμό
κει που σωπαίνουν οι άγγελοι
κι ανοίγει ο δρόμος
που τραγουδούν οι πολλοί
κει που τα χνώτα βρίσκουν ταίρι
κι αφήνονται στον άνεμο
κόποι που γίνανε περιστέρια
κι αγκάλιασαν σταυρούς τα χέρια!


Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Ασίγαστα κύματα

Όχι μάτια μου 
δε χάθηκαν τ άστρα 
γιατί φθινοπώριασε 
ειναι που χάσαμε 
τα καλοκαίρια μας 
ψάχνοντας 
τις ακρογιαλιές 

κι ας πάντα 
μια θάλασσα μέσα μας 
άγρυπνα φυλά 
κι ειναι όμορφο 
να τραγουδάς αγάπη !

Το μάθημα της πεταλούδας

Άνοιγε τα φτερά της το πρωί
ξυπνώντας στα μάτια του καταγάλανου
Ε κει συναντιόταν με τα άσπρα περιστέρια
που τα ράμφη τους τραγουδούσαν το γήτεμα της μέρας
Κι εκείνη καλωσορίζοντας το φως
χτυπούσε ανέμελη τα φτερά της να γαργαλίσει τον άνεμο .
Είχε κολλήσει σε κείνο το μποστάνι γεμάτο ηλίανθους
κι έτρεχε σαν σβούρα να χαμηλώσει τα πλευρά της
να αγγίξουν το μυρωδάτο χορτάρι
που αγκαλιά τα κρατούσε .
Ανάμεσα τους ένας ηλίανθος που έμοιαζε στα μάτια
σαν να ξεχάστηκε απ το απέραντο και βρέθηκε στη γη
Σκαρφάλωνε στα φύλλα του και πετάριζε
σαν μπαλαρίνα στην πίστα των λουλουδιών
Κεντούσε τη γύρη με τις πολύχρωμες κλωστές της
και τύλιγε στη ζεστασιά κάθε μικρό κλωνάρι
που χόρευε στον ίσκιο της .
Σαν από θάμα με δίχως να γνωρίζουν
τη γλώσσα τους άρχισαν να μιλάνε
Να του μιλά για τα ταξίδια της ,
να της μιλά για τις ατέλειωτες γιορτές
της άνοιξης του καλοκαιριού .
Κάποια στιγμή λαβώθηκε απ την απροσεξία της
σε ένα κλαρί που κόμπαζε το βήμα της .
Λυπημένη του ιστορούσε το χτύπημα στα πλευρά της
Κείνος τούτη την ώρα ετοιμαζόταν για το μεγάλο βαλς
Ήταν η επέτειος της ίδρυσης των ηλίανθων
κι έπρεπε να ετοιμαστεί . Βιαστικά της απάντησε
πως τόσους ηλίανθους είχε το μποστάνι ας μίλαγε 

σε κάποιον να άνοιγε τα φύλλα του να ξαποστάσει ,
έτσι κι αλλιώς το βότανο το γνώριζαν οι πολλοί 
να της το δώσουν να γιατρευτεί.
Πληγώθηκε τόσο πολύ που μάζεψε το λιγνό της κορμί
κι έφυγε. Στο δρόμο της συνάντησε μια αναλαμπή .
Τι έχεις πεταλούδα μου και γκρίζο σε η χαρά σου
Άρχισε να της εξηγεί μόνο που μέσα απ τα αναφιλητά της
μια φράση επαναλάμβανε .. ήταν ο ήλιος μου .
Η αναλαμπή την πήρε αγκαλιά και με ένα γλυκό φιλί
την αποχαιρέτισε ψιθυρίζοντας της μοναχά
Μην κλαις μικρή μου .
Δεν υπάρχει ήλιος που να αφήνει τόσο σκοτάδι .
Στην υπόλοιπη διαδρομή της η πεταλούδα
σκεφτόταν την ίδια φράση .
''Δεν υπάρχει ήλιος που να αφήνει τόσο σκοτάδι'' .
Την βρήκε το χάραμα στο δρόσο μιας ιτιάς .
Ζεστές ηλιαχτίδες στέγνωναν τα φτερά της .
Η μικρή λίμνη στο πλάι της σαν αντανάκλαση
ρουφούσε το σώμα της .
Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό .
Ο ήλιος μου φώναξε ο ήλιος μου και πέταξε ψηλά!


Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

Βύσσινο και γλυκό κρασί

Ώριμα πια 
Ώριμα τα χείλη σαν βύσσινα
που άγουρα κρεμάστηκαν 
μονάχα για να γλυκάνουν 
το ψυχρό του καιρού
Γλυκό κρασί σε γόνιμη γη 
γέννα του κύκνου σε άφθαρτη πηγή 
Μακριά από στεγνές φορεσιές 
Μεστά κοιτούν στα μάτια το άσκουφο του νου 
Γεμάτο το στήθος της καρδιάς 
γρατζουνίσματα και ζεστές φλογέρες 
Έτσι κοπάζουν τα κύματα 
Φυσώντας τον καπνό του τσιγάρου 
να ξεχαστούν τα στεγανά της φθοράς 
Ώριμα πια . Μακρυά από τις βιαστικές ανάγκες 
Χρειάζονται οι αγκαλιές δεν ζητούν άσκοπες ώρες 
Φιλιώνουν στα αυτιά οι φωνές του τζίτζικα 
με κείνες που το απαλό αεράκι περνά
γράφουν οι δυο τραγούδι . 
Κοινωνός το έργο δίχως σενάρια 
Απλά και ξάστερα στο μαξιλάρι ένα σ αγαπώ 
Γραμμα προς γράμμα να σπέρνει διαδρόμους 
από συναίσθημα δίχως τον βήχα του κενού 
Ώριμα πια .. φθινόπωρο μ όλες τις εποχές 
να ανθίζουν στη γη της απλότητας 
Κι εχει μια ομορφιά το άγγιγμα! 

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Γυμνή χορδή

Άφησα να μιλάς έτσι μέσα μου σιγανά
Τα φτερουγίσματα μικρές τρομπέτες
που σφύριζαν τα δαντελένια κύματα

- Πως βρέθηκες εδώ σε ρώτησα
Με κλειστά τα μάτια μια μπουρμπουλήθρα
κύλησε χαρούμενη στο μάγουλό μου .

-Πάντα εδώ ήμουν μου μήνυσες
σε περίμενα .. περίμενα να αγγίξεις
το δοξάρι του ήλιου
να αφουγκραστείς τη γυμνή χορδή
που χόρευε στην πίστα του βιολιού

- Ποιος ούριος άνεμος γέμισε τα βήματα σου
φορώντας τα σκαλοπάτια μου

- Στο αντάμωμα ένιωσα την υφή των γλάρων
δρασκέλισα τη νύμφη με τα γαλάζια πέταλα
να βρω το πέπλο που σκέπαζε το άνθος

- Στον καθρέφτη μιας νότας με γνώρισα
ψάχνοντας τα απαλά της σκιρτήματα με είδα ..
δυο λευκά όρη που φιλούσαν τα μάτια σου.

Φωτεινά που.. βραδιάζει !

Μάτια ψυχής

Στο χτένι της γης 
μπούκλες χρωματιστές χορεύουν
Πως χώρεσε τόσος κήπος
στα μάτια σου !

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Αθέατο

 Λευκή σελίδα   
 η ψυχή του ανθρώπου
 διαβάζεται μόνο με δάχτυλα 
 που μπορούν να νιώσουν 
 τα γράμματα της !  

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

Υδατογράφημα

Έτρεχα 
έτρεχα να προλάβω να μαζέψω 
τη γύμνια του δρόμου ,
να απλώσω τα κλαδιά μου
να μη τρομάξουν τα πουλιά ,
τα μάτια των παιδιών να κυκλώσω 
μη φοβηθούν την ομορφιά της αστραπής. 
Να σκαλώσω ένα πουλόβερ του ουρανού 
στις πλάτες των πεζοδρομιών 
κι ύστερα να τραγουδήσω στις νότες της 
Κυλούσε πάνω μου γοργά 
κι ανάγλυφα έσωνε 
ολα τα μάτια της ψυχής μου
Βουτούσε στο στέρνο μου 
σαν πρωτολουλουδο που τίναζε 
τα φτερά του στον άνεμο , 
πιτσιλώντας σταγόνες 
ξεδιψασμένου καιρού 
να νοτιστούν οι στεγνές ώρες .
Τα πόδια μου γελούσαν 
πλατσουρίζοντας στα μικρά της ρυάκια .
Ένας τρελός χορός εξιλέωσης
σαν καταρράχτης βύζαινε τη μοσχοβολιά
της ανεμώνης κι αυτή χοροπηδούσε
να ομορφαίνει το αραχνοΰφαντο της νύχτας .
Ο νους μου μέλισσα που σβούριζε 
στο στόμα του αέρα . 
Κι ότι έβλεπα καράβι να πετά 
τον χτύπο σου γνώριζε . 
Έτρεχα στάλα .. κι έχει τόση ζεστασιά
η βροχή στα μάγουλά σου !



Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Τυφλό κλειδί

Κάποιοι να νομίζουν πως ξέρουν 
κείνοι που διάβασαν ξέροντας 
πως δεν γνωρίζουν, 
άλλοι που θέλησαν να δουν, 
κείνοι που δεν βλέπουν
νομίζοντας πως έμαθαν, 
κι εσύ ποιητή 
στ αγνάντι να βγάζεις 
τ άχυρο απ την ψυχή 
και λίγο μέλι 
να χει ο κόσμος αντικλείδι 
κι εσύ μονάκριβο κλειδί !


Βήματα στα κύματα

Αναθαρρέψαμε 
από δυο σταγόνες μέλι
της κούπας που βαστάξαμε
Οι καπετάνιοι μας δυο ναύτες
που αστέγαστα στις πλάτες
κράτησαν τους γλάρους
Λαχταρά το δειλινό το φιλί
κι από τα χείλη στάζουν τ άστρα
Έτσι όπως δέσαμε το βλέμμα
σπιρτάδα τρέμει της φωτιάς
κι εκείνα που δεν φώναξαν
γίνονται μουσικές μιας αγκαλιάς
σε ένα
 τραγούδι της καρδιάς !

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019

Άχρονα

Φθινοπώριασε
κι ακόμα σαν άνοιξη 
μέσα μου ... κελαηδάς !


Ταξιθέτης

Στη νύχτα να αφήνεις
όμορφες σκέψεις
ειναι αυτές που κουβαλούν
ως το ξημέρωμα τα μάτια

καράβια στα πέλαγα της ψυχής

Έχει άκρες το χαμόγελο
μισό πατάει στα σύννεφα
κι άλλο μισό ξυπνά στη γη
 ένα ολόκληρο φιλί !


Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Άγγιγμα

Κι όταν έρθει εκείνο το όνειρο
μη του πεις πως με είδες
άνοιξε μόνο τα μάτια σου να με βρει 

ψηλαφίζοντας το όνομά σου ! 



Αισθήσεις

Απροσδιόριστα 
Έτσι έμεινε να τρέχει ο χρόνος 
Μοιράζοντας μικρές μικρές στιγμές
ζεστά μπουμπούκια που ανθίζουν 
στη μέση του φθινόπωρου
Σκορπά ο ήλιος τα φύλλα του 
κι αυτά ντροπαλά με κόκκινα μάγουλα
γυρίζουν στη γη τους
Αχνίζει  το χνώτο της σαν μόλις να έφαγε
και το τελευταίο κουκούτσι της κερασιάς
Σε μυρίζω γλυκό τριαντάφυλλο του κήπου μου 
Ξεδιψώ στην αλμύρα της θάλασσας σου ,
σκασμένα τα χείλη της στεριάς 
πετούν ένα νέο φυντάνι .
Πεινώ και χαϊδεύω την άκρη των μαλλιών σου
χορταίνουν τα χέρια μου 
φουσκωτό, απαλό χρυσόψωμο τρυφεράδας 
Σφυρίζει τ αγέρι κι η φωνή σου 
σκίζει το στέρνο μου και δένει στις κλωστές 
στους χτύπους που τραμπαλίζεται η ανάσα του κόσμου 
Απροσδιόριστα χτυπούν τα μάτια μου τον ορίζοντα 
γεννά φωλιές το κελάηδημα , ζυγώνουν οι καλαμιές 
τις λίμνες να κυματίσουν νούφαρα 
κι εκείνο το κοράλλι του βράχου ρουφά αδιάκοπα 
τα αστέρια τυλίγοντας στα πλοκάμια του τα κύματα . 
Μια δίνη με καταπίνει . 
Αναδύομαι και μιλώ την γλώσσα που δεν γνωρίζω 
μου μιλούν κεινα που άλλη μιλιά 
πέρα απ το κοίταγμα δεν έχουν 
Αναρωτιέμαι ..πως να ναι ο παράδεισος
κι ουρανός μια χούφτα φεγγάρια σου μου χαρίζει 
Πετώ πετώ στα χέρια σου 
κι ανάμεσα στα δάχτυλα σου περπατώ
γυμνό κυκλάμινο  
Πιότερο κι απ τον άνεμο το κόκκινο πουλί 
μετρά το ράμφος σου στα πόδια μου 
Κανένα φτερό δε μπορεί να μας φτάσει !





Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Άτιτλο

Να αφήνεις μια χαραμάδα 
να φέγγει ένα χαμόγελο 
Βαθαίνουν οι σκιές στο σκοτάδι!

Και τραγουδώ και τραγουδάς

Πόσα μυστικά δε κρύψαμε
κάτω απ το μαξιλάρι του ουρανού
Κι εκείνο το φεγγάρι
μαζεύοντας τα στο δισάκι του
αφήνει το ασημί του χρώμα
να φανεί στο κομποσκοίνι τους
Μικροί τσιλιαδόροι
που δε φοβούνται τον καιρό
και καρτερούν με ινάτι να φανεί
το άπιαστο να πιάσουν
με δίχτυ τα ακροδάχτυλα
που ζεσταίνουν τους χειμώνες
και σβήνουν το νερό μες στη φωτιά
Ίδρωτας της μέρας κι όνειρο φωτεινό
με μακριά πόδια και μάτια αγκαλιά
Ατέλειωτες λέξεις που αν τις στοιχίσεις
θαρρείς πως μαθητούδια ειναι
που δέσανε τα χέρια και κύκλωσαν τη γη
Ζεστά φαναράκια της άσκεπης στέγης
κείνες οι φυσαλίδες των πεθυμιών,
κουμπωμένα κοχύλια
στο χορό της ίδιας ανάσας
Λουσμένες προσμονές στο αραχνοΰφαντο
της σιωπηλής βραδιάς , στο νήμα της ημέρας
Γίνομαι φύλλο και μ ακούς
στο θρόισμα των αστεριών
γίνεσαι αγέρας και περνάς
τη χαραμάδα της στιγμής
κι αφήνεις ίχνη στο βάθος της ψυχής
Και σου μιλώ και μου γελάς κι είμαι η Μαριώ
κι είσαι ο Μηνάς κι ύστερα πάλι φτερουγάς.
Ο δρόμος ράβει το στρατί
κι έχει καράβια που πετούν
κι άσπρα σύννεφα που μιλούν
Και τραγουδώ και τραγουδάς κι ειναι ο ρυθμός
μια μουσική με άγνωστο πρωταγωνιστή
που ξενυχτά το όνειρο με μια φωνή
για να το βρει η χαραυγή
να παίζει στο τραμπολίνο τη ζωή
και σαν ζωγράφος το χρωματίζει η ψυχή
με της αγάπης το φιλί!






Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

Άτιτλο

- Που πας ;

- δεν ξέρω 

- κι εγώ.. μαζί σου 

και πως
γνωρίζει ο δρόμος 
τα βήματα της καρδιάς !




Ραφές

Κείνα
που λάτρεψα
ήταν δυο κουμπιά αλήθειας
κι ένα ξηλωμένο πουκάμισο
που μέτραγε τη φωνή της
Κείνα
που κράτησα
ήταν το σώμα της πληγής της
κι έτσι
πορεύομαι
ράβοντας τις σχισμές της
στις ραφές του χαμόγελου
κι αυτό
για να μην πάψω
να ντύνομαι
στο άρωμά της !



Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2019

Απο του στέρνου τα πουλιά

Και ξέρεις τι θα θελα ;
να ανοίγεις κάθε μέρα
τα παράθυρά σου και να γελάς
να βλέπεις τον αχνιστό καφέ
και στους κύκλους του
να χτίζεις τα όνειρα
σε μια γουλιά να πίνεις
όλη τη ζεστασιά
να κλέβεις με μια ματιά
το γύρω του ουρανού
να βλέπω τα μήλα
στα μάγουλα σου
και κόκκινο πουλί να γίνομαι
κι όταν σπας τα χείλη
στη δροσιά του χαμόγελου
να πετώ στα νερά της χαράς σου
με τα φτερά μου να σπρώξω τον ήλιο
να μιλάς με το ξάστερο
έτσι που να ακούγεται
στο παντού η λαλιά του χτύπου
κι εγώ μια Κυριακή στις αυλές σου
να φυτεύω λουλούδια να ανθίζεις
σφυρίζοντας ένα τραγούδι
γλυκού φθινόπωρου!
όμορφε κόσμε!


Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Γλώσσα φωτιάς

Ακόμη κι αν λείπω
μαζί σου είμαι 
Γιατί σαν ήρθες γνώρισα 
τα άγνωστα μονοπάτια μου 
στις γραμμές των χεριών σου 
Μύρισα το χάραμα
καταμεσής του φεγγαριού 
Ένιωσα τα σπασμένα στάχυα σου 
να ακροβατούν στο χωράφι μου
Τόσο που σε έζησα 
να τρέχεις στη βροχή
που ανάγλυφα στο σώμα μου 
ζεστά κυλά το γέλιο σου 
Η ανάσα σου τόσο γνωστή φλόγα   
που θύμιζε την καμινάδα της στέγης μου
Ναι ξέρω απ τις ρυτίδες των ματιών 
τίποτε δεν κρύβεται 
Γυαλίζουν τα ραγισμένα πατώματα 
και θολώνουν τα παράθυρα 
Τόσο που μέσα μου περπάτησες 
που άλλο τόπος δεν έμεινε 
παρά μόνο 
εκείνες οι τριανταφυλλιές 
που πάνω τους φύλλα γεννιόμαστε
κι όταν ροδίζουν τα αψηλά νερά 
με τα χέρια ανοιχτά κολυμπάμε 
στα κύματα των ανθρώπων
Ακόμα κι αν λείπω .. σε περιμένω !

Όνειρα


Που κοιμούνται
άραγε τα όνειρα
όταν νυχτώνει

Φτάνει μια αγκαλιά
να τα σκεπάσει ;

ή μήπως
κουρνιάζουν
στο πέλαγο της ψυχής
να χουν το δικό τους στρώμα

α! τι με κοιτάς
ολάκερος ουρανός
γίνηκα να τα φυλάξω
..στα μάτια σου !


Νυχτερινή αχτίδα

Πριν
κλείσεις τα μάτια
σφάλισε ένα αστέρι
στο βλέμμα
έτσι
που αύριο
να γεννήσει
ο κόσμος
έναν ακόμη
..ήλιο !


Για λίγο .. ξανά

Ξύπνησα νωρίς ..
μια ανεξήγητη χαρά άπλωσε το κορμί της
στην καρδιά μου χύνοντας στο στρώμα της
την μυρωδιά της άνοιξης
ξεδίπλωσε προσεκτικά ένα χαμόγελο 

και το άλειψε με χάδι λάβδανου στα χείλη μου
έτσι χωρίς αιτία κι αφορμή,
πλύθηκα , ντύθηκα ένα κουλουράκι για το δρόμο
την τσάντα στον ώμο κι έφυγα
η σκέψη γυρίζει στο καινούργιο μάθημα
σήμερα θα ανοίξουμε το βιβλίο της ζωής
Η δασκάλα μας είπε ότι έχει πολλές ομορφιές
ετούτο το βιβλίο πως ειναι ένα ταξίδι 

που κάθε μέρα θα το κάνουμε μαζί .
Μιλώντας αληθινά και προσπαθώντας να ακούμε
τους χτύπους της καρδιάς .
Με ενθουσιάζει αυτό κι η περιέργεια μου
θρονιάστηκε κι αυτή στο μυαλό μου,
κι όλο ρωτάει ..λες ..και ξέρω
αφού σήμερα θα κάνουμε το πρώτο μάθημα
τρέχω γιατί φοβάμαι μην αργήσω

Μπαίνω στην τάξη ..κι όλα ειναι εκεί
τα γράμματα στήθηκαν με την σειρά στον πίνακα
σαν μικρά στρατιωτάκια που περιμένουν το μαρς
για να αρχίσουν να περπατάνε
ο πίνακας χαμογελαστός περιμένει την κιμωλία
να την πάρει στην αγκαλιά του να της δώσει

ένα γλυκό φιλί…η δασκάλα μου αρχίζει να μιλά

και εγώ εκεί ..να κρέμομαι σαν φυλλαράκι
από το δέντρο των χειλιών της
να περιμένω με λαχτάρα από το στόμα της
που μοιάζει με ένα πηγάδι που πετά
λευκές μπουρμπουλήθρες , λόγια που σκαν 

στον αέρα και γίνονται μικρές πυγολαμπίδες

- Σήμερα το πρώτο μάθημα είναι ΄΄τα όνειρα ΄΄
τα όνειρα χωρίζονται στα δυο ..
κείνα που τα βλέπουμε στον ύπνο μας
που ίσως το πρωί και να μην θυμόμαστε
και εκείνα που φτάνει μια στιγμή να κλείσουμε τα μάτια,
να τα δούμε σαν μικρά γαλάζια συννεφάκια
με αναμμένα τα λαμπάκια
που φωτίζουν το δρόμο του ουρανού,
σαν πεταλούδα που κρύβεται στη σπηλιά της ψυχής
και πετάγεται απότομα απ το πουθενά
έτσι για να δούμε ότι υπάρχει,
είναι εκείνα τα θέλω μας που μόλις τα δούμε
αρχίζουν να τρέχουν σε έναν κάμπο γεμάτο στάχυα
μεταμορφώνονται σε ένα μικρό τριφύλλι
που ζει ανάμεσα σε τεράστιες καλαμποκιές ,
περιμένουν να τα βρούμε ..ένα κρυφτό κι ένα κυνηγητό
που όμως αν τα αφήσουμε αν τα παρατήσουμε
φεύγουν και εμφανίζονται ξανά σαν νεράιδες μόνο
όταν η ψυχή μας βγει στο σεργιάνι να τα ψάξει,
την ακούω και νομίζω πως έχω πετάξει … κλείνω τα μάτια,
και είμαι ένα σύννεφο ... δένομαι στο χορτάρι,
κυλώ ανάμεσα σ αγριολούλουδα
γίνομαι ένα αστέρι ..ένα τριφύλλι …τι όμορφο μάθημα
………....τι ........

Χτυπά το κινητό μου ….
Να πάρει ευχή ..ποιος με ξυπνά απ το όνειρό μου;



Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

Είναι που...

Είναι που είσαι εδώ
και μπορώ να μαι
στους ώμους σου
πολύχρωμη πεταλούδα
ειναι που βλέπω
να κεντώ τ όνειρο
της χαραυγής
στο βελόνι των ματιών σου
να περπατώ πλάι σου
γνωρίζοντας το χνάρι
του φεγγαριού
δίχως άγγιγμα
να πλέκω τα δάχτυλα
στον ιστό της ψυχής
Είναι που τίποτε
πιότερο δε μετρώ
παρά μονάχα
εκείνη την ανάσα σου
που χτυπά στα στήθια μου
και μιλά στα χείλη σου
αντίλαλος της φωνής μου!


Πολύτιμα κι ασήμαντα

Δήμητρα ..
Να σου θυμίσω Κατερίνα .
Όταν γεμάτη απελπισία σου είπα 
με απέλυσαν .. συμβαίνουν αυτά είπες
Γιωργή στο βλέμμα σου συνάντησα
τον ήχο της συμπαράστασης
Δημήτρη έφτανε να μου κρατάς το χέρι
κι εσύ Αθηνά μ αγκάλιασες
Ήξερα πως θα το περάσω
μα τι σου ειναι ..το νιώθω

Γιάννης ..
ΜΙχάλη για σκέψου χώρισα σου είπα κι εσύ ..
Μη μου λες τίποτα είπες έχω κι εγώ προβλήματα
κι ήμουν έτοιμος να τ ακούσω
μα δες πόσο μακριά έφυγες 
δε θέλω να ξέρω είπες μ αρεσεις όταν γελάς
Μαρία να ξες πως είμαστε εδώ ψιθύρισες
και θαρρείς πως χίλιες πλάτες
κεντήθηκαν στους ώμους μου
Πετρή σαν να σπαγε βράχος ακούστηκες .. όπα εδώ μαι
κι ας ήξερα πως μόνος θα περπατούσα
μα πως αγγίζει .. το χάδι

Δέσποινα ..
Φοβάμαι ρε παιδιά.Ξανά στην αναμονή
στους άδειους τοίχους κι εκείνο το ζω δε ζω
να γυρίζει σφίγγοντας τη βάνα του μυαλού μου
Αχ βρε Θανάση πως με έκανες να γελάσω
με τούτη τη γκριμάτσα .
Χάθηκες Κωστή .. τρόμαξες ..πολύ θλίψη
Θα ρθω μαζί σου είπες Σοφία κι ας ήξερα
πως τα χιλιόμετρα ήταν πολλά
Ει μην ξεχάσεις .. μια αναπάντητη θέλω
να σε παίρνω να μιλάμε μαζί θα το περάσουμε
Μικρή μου Ανθή πως ρίγησε η φωνή μου
κι ας ήξερα πως τα χείλη μου θα μάτωναν
απ το δάγκωμα μα πάλι κόκκινα θα γινόταν
μα τι ζεστασιά ακόμη και στη γύμνια


Με μια χούφτα άμμο αλλάζει ο κόσμος 

Κι εσύ μιλάς για μίση για αποστάσεις
για νεκρωμένες ψυχές ..
με ποιο δικαίωμα .. χαμήλωσε άνθρωπε
κι άσε να δείξει το μπόι η ψυχή !



Ξυπόλητος Πύργος

Κι εκεί που περπατούσε
ξυπόλητος στα νερά της βροχής
άρχισαν να ξαναζωντανευουν στα πόδια του
κάτι χαλασμένα χαλίκια του ..θα
Το καπέλο τους ένα παλιό νόμισμα
με πολλαπλές όψεις
Πότε μύριζε μπαρούτι
να φοβάται μη βγει στο δρόμο η μιλιά
πότε πετούσε φωτιές
να κάψει το φρεσκοψημένο ψωμί
πότε γελαστά σαν απουσία
που κρυβόταν απ το βλέμμα
πότε σαν πλαστικά λουλούδια
που περίμεναν το χώμα να σεργιανίσει πλάι τους
γεμάτα σπασμένες υποσχέσεις
του χτεσινού χαρτιού
που έσταζε την ιστορία του
σαν βολικό μπαλκόνι σε άδειο ουρανό
Οι πατούσες σήκωσαν το πέλμα
να ξεσκεπάσουν τα λασπωμένα
από χρόνους κουτσά πετρώματα
Στ ' αγνάντι του φουριόζος
ένας Λευκός Πύργος εξιστορούσε
στους επισκέπτες του , τη γέννα της γοργόνας.
Άνοιξε τα χέρια σφυρίζοντας τα πουλιά
ει !! φώναξε ..τα ψίχουλα του κόσμου να βαστάτε
στον πετροπόλεμο κερδίζει κείνος που έχει τα φτερά!