Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

Παραφυάδες ψυχής

Κι αν δεις 
τα γράμματα .. Ανατολή 
ένα ένα σπουδάζουν 
την γνώση της ομορφιάς
στο θρόισμα των φύλλων 
τα νερά της ανάσας , 
τους σπόρους 
που ζωές μεγαλώνουν 
μαζί κι αντάμα 
σφυρίζοντας και τραγουδώντας
τη γεύση της ουσίας 
μυρίζοντας αγιόφτερα κερασιάς
στο στόμα της υγρής φωτιάς 
στην πράσινη κοιλάδα 
που γόνιμα ζεσταίνει το φιλί ,
γεννά την αγκαλιά 
θηλάζει πρωτόγαλα 
στις ρόγες της αγάπης
στον ένα ουρανό 
στο νόημα της απλότητας! 

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Αναγνωστήριο

Μέτρησα τόσες σελίδες 
και πάντα 
μια ξυπόλυτη γραφή
ζητούσε τα δάχτυλα μου 
Ίσως γιατί 
ο μόνος αναγνώστης 
του βιβλίου  
ειναι η καρδιά μου !

Ίσαλα

Ζύγισα το μοβ 
σε μια κόκκινη θάλασσα
ισόβαρα χτυπά η αγάπη !

Συναισθήματα

Εκεί που ξημερώνουν τα πουλιά
μια ανθρώπινη φωλιά μοιράζει τ άστρα
Ζεστά που ακούγονται τα χέρια σου !

Ατέλειωτος δρόμος

Και ως εκεί που πήγα 
την αρχή μαθαίνω 
κάτω απ τα ξέπλεκα μαλλιά 
μιας ρίζας του βασιλικού !


Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Στο μέτρημα των άστρων

Ξέρεις πόση δύναμη χρειάζεται 
για να σωπαίνει κανείς 
Βουίζουν στα αυτιά 
οι καύτρες των τσιγάρων 
δαγκώνουν τα χείλη το σκληρό μέλι
ετούτο που σερβίρουν κάποιοι τριγύρω 
γεμάτοι καλοσύνη κι αγάπη 
κι εσύ σιωπάς 
Όχι γιατί φοβάσαι 
μα γιατί πια ξέρεις 
Τα μάτια βλέπουν αυτό που θέλουν 
Μάθαμε όχι να αγαπάμε 
χωρίς χρώμα δίχως ήχο άνευ μνήμης
όχι να αγκαλιάζουμε 
μα να νικάμε τον δικό μας πόνο 
στα αδράχτι κάποιας άλλης βελονιάς 
κι έτσι σπουδαίοι να ακουμπάμε τον ήλιο 
Εμπορευάμενοι κι εμπορικοί
Μα καθώς πλησιάζει το φεγγάρι 
απλώνουμε τα πόδια στο χορτάρι του 
τι όμορφο αεράκι 
να σου γλυκαίνει το στόμα 
με μια θηλή γεμάτη γαλήνη 
κι όπως τρέχουμε διψασμένοι 
ξεδιψάμε από δυο στάλες βροχής 
Βλέπεις τίποτε δε μάθαμε 
από κείνο το ασταμάτητο χώμα 
το νερό της θάλασσας που τόσο τραγούδησε 
τους κύκνους που απαλά ψιθύριζαν 
μη και ξυπνήσουν οι καλαμιές 
από κείνα τα νούφαρα που χωρίς λέξη
ταξίδευαν στη λίμνη 
μόνο για να κοιτάξουν τον ορίζοντα
τα τριζόνια που πάνω απ τα κλαδιά 
σχημάτιζαν στα λόγια τους 
τη ζεστασιά της μουσικής 
Πως γίναμε έτσι 
ένα κουβάρι του όλου 
μπλεγμένοι στο παντού και στο τίποτα 
αναζητώντας την άκρη της φωτιάς 
κι ας ήταν μια φορά, μονάχα μια φορά 
να αρκεστούμε στο μέτρημα των άστρων 
Αδιανόητο θα μου πεις δε μετριούνται τ άστρα 
Μα έτσι έτσι χωρίς σκοπό 
ίσα που να μάθει το βλέμμα να αγκαλιάζει τη γαλήνη
Αλλά όταν βραδιάζει 
κουρνιάζει το κορμί στην ψυχή 
κι έτσι ζητά το ταίρι της 
ψυχή με ψυχή 
Κράτα το χέρι μου!


Χρυσόφτερος αετός

Δυο τρεις πηρούνες στάχυ 
κι ενας ρακέντυτος καβαλάρης 
να βυζαίνει την έρημο 
ραντίζοντας τη θάλασσα
με τα ακριβά φλουριά του
Φύτρωσε το λιμάνι αγριοκερασιές 
τι όμορφες ντάλιες στον πηγαιμό!

Ανάλαφρο αεράκι

Και να μαι πάλι
κρατώντας το βελόνι του καμβά
πίνοντας τον αέρα
να τραπεζώνω τον ήλιο
Σπασμένα βράχια τα δάχτυλα
στο ρίγος του κυκλάμινου
και πόσες φορές δε θέριεψαν
μυρίζοντας το χώμα
Αποστάτης καιρός
μα το ζωνάρι ασπρόρουχα κρατά
κι ο ήχος του δρόμου
πηγή λιακάδας πεισμώνει
Α!πάλι θα αρχίσω να τραγουδώ
σαν τίποτε να μην χώρεσε μέσα μου
που να μην είχε πέταλα
έτσι που να γνωρίσω στις νότες
τη φορεσιά του λευκού κύκνου !




Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2019

Γραμμές

Διαγράμματα, 
σκιτσογραφήματα 
μελάνες που αποσκοπούν 
στην ολοκλήρωση του πίνακα 
Κι ένα γεμάτο κουτί νερομπογιές 
να θυμίζει τον ήχο του άπιαστου 
Μα για σκέψου τι θα χανε 
το φεγγάρι αν δεν κρατούσαμε
τα αβάσταχτα μυστικά του
στο στέρνο μας ! 

Άτιτλο

Άναρχη σιωπή 
ζεστά αφήνεται στα χείλη
Καμιά της λέξη δε φοβάται 
τον ορυμαγδό της φλυαρίας!

Ανισόπεδες σκέψεις

Αλλάζουμε ναι αλλάζουμε
οι άνθρωποι
Γινόμαστε καχύποπτοι
από αυτα που μας πλήγωσαν
άθελα , άδικα ίσως
Ίσως πάλι να φταίνε τα ανείπωτα
κι όλα στριμώχθηκαν
στο αν και στο μήπως
Σφραγισμένα γιατί
που έμαθαν να κοιτάνε τα ερωτηματικά
δίχως να ξεδιπλώσουν μια απάντηση
Άδολα χαμόγελα που φορτώθηκαν
μύριες ενοχές
ανυπεράσπιστη αγάπη
στο βωμό της συνήθειας
Ποινικοποιησαμε τον έρωτα τον θαυμασμό
τη φιλία , τα αισθήματα
στα όρια του δήθεν και του ταχα
Πεθυμήσαμε την ζωή που δεν ζήσαμε
κεινη που μόνη της μίλαγε
χωρίς τα κόμματα ανάμεσα στα χνώτα της
Στολίσαμε το λεύτερο με χρώματα με μουσικές
μα δίχως την ελευθερία
Δεν μιλάμε ..λέμε μονάχα
Ναι αλλάζουμε οι άνθρωποι
Πονανε όσα δεν είπαμε και γίνονται
άηχες λεπίδες .
Καίνε όσα ξεχάσαμε και ψάχνουμε φωτιά
Πως να πιστέψεις τι να πιστέψεις όλα βουβά
και τόσο ίδια ένα κλουβι με λέξεις
κι οι άνθρωποι μισές αλήθειες
που ψάχνουμε τον αέρα της ομορφιάς
κι εκείνη γελά στο μέσα μας
παίζοντας κουτσό με το αιώνιο παιδί
Αντανάκλαση σιωπής
Κι ύστερα ένα τι μας φταίει να κρεμιέται
σε ένα σακί από γιατί
Φυγές , υπεκφυγές στην κρύπτη του μυαλού
κι ανάλυση της ζωγραφιάς του τοίχου
Βάτραχοι που ανάσκελα μυρίζουν χαμαιλέοντα
κι ανάλογα κοάζουν
Πίκρες σαν καλαμιές που άδικα και άστοχα
ψηλώνουν .
Γέλια που κύκλους κάνουν κι αναζητούν
τον παραλήπτη τους να βρουν
Κι όμως αν προσπαθούσα αν προσπαθούσες
θα μοιραστεί η βροχή ,
στις τσέπες χαμόγελο απόθεμα τη ζεστασιά θα βρει
Καμιά απόσταση πιο δυνατή
από αυτήν που ξεμακραίνει η ψυχή!


Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Σπίθα

Άναψα τα σπίρτα
δεν 'ήξερα
αν μπορέσω
να δω
στο σκοτάδι σου

όπως και να χει
θα σε έβρισκα
στη ζεστασιά
της σπίθας
που γνώριζε
τ ' άγγιγμα σου !


Πέρα απ τα μάτια

Πολύτιμο είναι
να μη χρειάζεται να μιλάς
μα να ξέρεις
πως διαβάζεται η σιωπή
κάποιος .. ακούει !



Παράτες και γλυκό κρασί

Μεθυσμένες γραμμές στα στήθια μου
να σεργιανούν το ολόγιομο φεγγάρι

Η άστεγη θημωνιά μεγαλώνει ορμήνιες

παράτες που σπάνε στο διάφανο του τοίχου
τόσες άβουλες , βουλιμικές αυλές 
στοχευμένες μονάχα στην ερημιά

μα ο κούκος λαλεί την ομορφιά

κι ειναι τόσο ζεστός ο κόσμος
καθώς τσουγκρίζει τα ποτήρια
σε κόκκινο κρασί
Καληνύχτα αστέρι .. φιλί! 



Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

Απλά

Αφού λοιπόν
όλα ειναι
ένα άρα
άσε με
να ψάχνω το γιατί
στις φτέρνες
των λουλουδιών
το πως
στην ανατολή
των ώριμων καρπών
το που
στη σμίκρυνση
του κρότου
κι όταν φτάσω
στον ήλιο
να κρατήσω
την αγκαλιά
στην άνοιξη
δίχως συμπέρασμα

Με ένα απλό
σε νιώθω !


Ασυμμόρφωτος τρυγητής

Ξεφλούδιζε ο χρόνος άλλο ένα φύλλο 
από το μανταρίνι του .
Ένας αλλόκοτος Σεπτέμβρης αναποφάσιστος
βουτά το ένα πόδι στον ήλιο και το άλλο στο μίκρεμα

της μέρας .
Αρνητής των όσων θα ρθουν πλατσουρίζει 

στα ίσαλα του νερού
Κυματίζοντας τη σημαία που διάφανη είναι 
και κοιτά 
την νηνεμία περιμένοντας τις φουρτούνες που αγρυπνούν 
Μετρά τα αμπέλια του ζυγώνοντας τις ρόγες 
που ακροβατούν,ανάμεσα στο θρόισμα των φύλλων 
και της βροχής το παίνεμα
Ασυμμόρφωτος τρυγητής στα δίδακτρα της ιστορίας.
Με βία φορά την πανοπλία του σαν κουμανταδόρος
της άγνωστης στράτας .
Που κοιτά ποιόν δρόμο θα πάρει;
Αβόλευτος στα καμώματα του φθινόπωρου
και στα κιτρινισμένα φύλλα που άγραφα του γράφουν.

Κείνος τα κόκκινα κεντά να τρέξει
να αρμενίσει κείνα που κόβουν τα σπαθιά
και τα βιολιά με μουσικές τα ντύνουν
Στραφταλίζουν στα μάτια του μικρές πομπές 

που καλούν με τύμπανα της νιότης τα τριαντάφυλλα, 
της πείρας τα πλατάνια να νοιώσουν το αγνάντι 
που θωπεύει τον άνεμο της πλημμύρας .
Παρατηρώ τα βήματα του σαν σπόρος της στιγμής
που αντρειεύει κει που συναντιούνται τα όνειρα
στα κλαδιά που κρατούν ελιές και ρίγανη
Πορεύομαι στα κίνητρα της αθωότητας με ένα βλέμμα

που γυρνά τον κόσμο και σαν ξεπεταρούδι 
τραγουδά εντός μου . Μεγαλωμένα τα λόγια μου
σε βράχους κοιτούν μια θάλασσα που μελαγχολικά γελά

κι αντάρτικα μιλά πίσω απ τα βράχια . 
Μα τούτος ο τόπος πόσο γαλάζια ζεσταίνει τους καιρούς !




Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Αμάραντα

Κι έμεινα να κοιτώ
τον ορίζοντα στα μάτια σου
ένας επίγειος πλανήτης αστεριών
που έζεψε τον ουρανό
στις ανοιχτές γρίλιες του
Πλησίασα τόσο
που σαν αύρα με τύλιξες
Ήθελα να σου πω
τόσα σαν από κόκκους άμμου
Νανούριζε το κύμα το λευκό γιασεμί
στο απαλό του ασημί
κι έτσι όπως έφεγγε
έμοιαζες όλος ένα ηλιοτρόπιο
Έτρεξα να σ αγκαλιάσω σαν άνεμος
και τα δελφίνια φιλιόταν στα νερά
Πλατσούριζαν οι μικρές πεταλούδες
κι έτσι μπόρεσες να δεις τα χρώματα


Τίποτε πιότερο απ το βλέμμα ψυχής ψιθύρισα
Μικρός που ναι ο χρόνος που αμάραντα ριζώνει!



Χρώματα και ψίθυροι

Γεμάτος εκσταση χάζευε το ηλιοβασίλεμα
η μικρή του ποδιά φορτωμένη
μύρια λουλούδια που περίμεναν
ένα του νευμα να κλείσουν τα πορτόφυλλα
Το κόκκινο γαρούφαλλο εμπαινε στην πρωτιά
πίσω σαν ένας γενναίος ιππότης
έτοιμος να υπερασπιστει τη φυλλωσια
ενα αραχνούφαντος υακινθος
πιο πίσω γυμνή η πορτοκαλλια
θα σκέπαζε τα βλέφαρα με τ ακριβό της ριχτάρι
Ακόμη κι εκεινο το χρυσοκέντητο πέπλο
έτοιμο να πλαγιάσει στην κλίνη του βουνού
κι ύστερα πάλι θα ζεσταινε τον κόρφο του
στα απαλά σεντόνια της θάλασσας
Κουρασμένος θα γυρνούσε ο ήλιος
μα τα νερά κεντούσαν αλαφροισκιωτο προσκέφαλο
Ανάμεσα στις γρίλιες των ματιών του
ακούγονταν ψίθυροι .
Γκρίνιαζε το γκρί . Βραδιάζει νύχτα ξερή
Ουφ πάλι δε θα φαίνομαι ..δυσανασχετησε το καφέ
Ωραια θα απλωθώ παντου ειπε τεντώνοντας τα χέρια 

το μαυρο. Ανοιγόκλεισε τις κουρτίνες των ματιων
σαν ναθελε να πετάξει τη σκόνη που εμπόδιζαν

το φως του .Μα ειναι τόσα χρώματα .. μονολογούσε
Σαν να ακουσαν οι κορες του βυθού του
κι ένα μωβ φουρό άπλωσε τα φτερά του
Τον πήγαινε σε μέρη όπου φυλούν

τα όνειρα συναισθήματα .
Ειδε το γαλάζιο να σκουραίνει χαμογελώντας
το κίτρινο , το μπλέ να γίνονται αστέρια
που κρατούσαν στις μύτες ευχες
το πορτοκαλί να δίνει το χυμό του να δροσιστούν 

τα χείλη,σε ένα φιλί ανατολή
το λευκό να του μιλά για κείνα τα μικρά μπαλόνια
που βάσταγαν ψυχές .
Το ρόζ να πλημυρίζει το δώμα του στέρνου
με το τραγούδι μιας άρπας . 

Το πράσινο να φυτευει χορτάρι να ντύσει το χώμα του .
Κι όταν αντίκρισε τον κόκκινο καταρραχτη ενιωσε

ανάγλυφα να κυλά πάνω του , πλένοντας το πρόσωπο,
το κορμί, το ειναι του .Φωτιά που σβήνει το νερό ..
Γύρισε απότομα το βλέμμα στο βυθό που αμίλητα
καρτερούσε τη φωνή του .
Δες αγάπη μου πόσα χρώματα εχει το σκοτάδι.. ψιθύρισε
γεμίζοντας την αγκαλιά του με το χάδι
Φτάνει τα δάχτυλα της καρδιάς να αγγίζουν την παλέτα!


Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Αθόρυβα

Μια κιμωλία κι ένας πίνακας 
στο μπλε του ουρανού 

και πόσα δεν γράψαμε 

κι ύστερα άπλα κρύψαμε 
τα μάτια στο χαρτί 

χαθήκαμε !

Κεριά

Άναψα τρια κεριά 

ένα να μυρίζει αγάπη
να μεθοκοπουν
οι άγριες βελόνες 


ένα να τρέχει λευτερο
να λυσει τους κόμπους
του κόσμου 


κι ένα να απλώνει χέρια
στα λασπωμένα μάτια
απο τους άδικους καπνούς


θα μου πεις
τι να σου κανουν
τρια κεριά


μα να .. ειναι που ακόμη
πιστευω στη ζεστασια 

των ανθρώπων! 


Μυστικά

Κι όπως βάδιζα
στα πεζοδρόμια του ήλιου
ένα μικρό περιστέρι
εμεινε μπροστά μου
τριγύρω του δυο τρεις
απορίες στο μπόι του

- Που εισαι; τιτίβισε

- Μετρούσα τα χρώματα
του πλακόστρωτου
που κοιτάς
κι ανέμισαν οι πανσέδες

- μα δε σε είδα

-κοιτάει κανείς τα μάτια
στο βήμα του;

- λιόγερμα πως να φανούν
οι σκιές

- μα δεν εχω χρωμα
φλέβα σου ειμαι

γελάσαν οι α-πορείες
χύθηκαν τα μυστικά

και πως ... σου έμοιαζε !


Στην ξύστρα του καιρού

Έμεινα να κοιτώ έξω από την αυλόπορτα 
Είδα να κουβεντιάζουν όνειρα θαρρείς  μισοτσαλακωμένα 
ήταν .Oι κόμποι τους φανέρωναν τα μικρο βαρίδια
που σέρνονταν απ τα κρόσσια τους 
Θυμήθηκα κεiνη την λαχτάρα του δικού μου σχολειού
την τρέλα την αυθόρμητη αγωνία
δίχως πελέκια να ροκανίζουν το χρόνο μου .

Τούτο π αντίκριζα τώρα ήταν ένας ιδρώτας που άσκοπα

κυλούσε βαριεστημένος δίχως να ξέρει που να πάει . 
Και μήπως είχε άδικο;
Πόσα πτυχία φάνηκαν κρεμασμένα στους τοίχους 

πόσα μεταπτυχιακά κυνήγησαν τους δρόμους. 
Τι κάναμε μωρέ; φορτώσαμε τα παιδιά μια σάκα
και τ αφήσαμε να την αδειάσουν όπου βρουν;
Κι άραγε είδες; κι άραγε είδα; Στραβό ειναι το κλίμα 
ή στραβά αρμενίζουμε ; Ως πότε θα μας σερβίρουν 
φύλλα ξερά για μπακλαβά ως πότε θα μασάμε 
δίχως να φτύνει η μιλιά .

Στυγνό , αδιάφορο και άδειο κοινωνίας κράτος .
Ωραία που τα βόλεψε .Και με τι σειρά !! 

Μια απελπιστική σκαλωσιά που όσο πάει και κατεβαίνει .
Kι έχεις κι εκείνες τις ξερες κουβέντες ..
Νεολαία ειναι αυτή,όλο στις καφετέριες τους βρίσκεις .
Φορές απαντώ με τις ενοχές μου .
Βλέπεις ενοχές έχουν μόνο οι άνθρωποι, 
δίχως υπουργεία και διαλέξεις .
Και ναι εμείς ρωτάμε γιατί αφήσαμε 

να πουλούν έμποροι που ξένες αγορές κοιτούν . 
Και ναι μαζέψαμε πανέρια μη και τα βρουν δουλέμποροι
και φτάσουν μισοτιμής σε λασπωμένα χέρια .

Κι ετούτοι αυτοί που μιλούν για μας χωρίς εμάς τι κάνουν;
Ετούτοι μπαα μικρόφωνα μόνο και φερέφωνα
πακτωλού συμφερόντων . Κάποια μικρά κόκκινα λάβαρα 
ακόμη φυλούν την στεριά μη μας κλέψουν τη θάλασσα .

Ακούω την Δήμητρα να φωνάζει . 

Δύναμη παιδί μου και όπως έρθουν .
Κι εγώ το ίδιο κάνω κι ας μη μιλώ για τα δικά μου παιδιά . 

Ναι ήταν λίγο πιο τυχερά γεννήθηκαν πιο νωρίς . 
Και κάθε νωρίς τύχη κάθε αύριο ..άγνωστο
Και θα βγουν οι φανφαρόνοι να σπουδάζουν 

την περηφάνια τους στις πλάτες της πρωτιάς . 
Και θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι στη μπροσούρα
που θα φανεί . Γίνεται να παρει η ευχή να διψά ένα παιδί 
και να του δίνεις καραμέλα να ξεχάσει τη δίψα του ;

Περασμένες τρεις καταμεσήμερο . 

Πίνοντας καφέ να περιμένουμε τα παιδιά
Ένα τσούρμο από φωνές και γέλια βάδιζε στο μέρος μας. 

Οι σκέψεις έγιναν μικρά λουλούδια που φύτρωσαν 
στα μάτια μου . 
Υπάρχει καιρός φώναζε μια φωνή μέσα μου ναι υπάρχει .
Ο δρόμος ειναι εκεί παρέα θα περπατήσουμε
Κι εκείνο το παιδί μέσα μου πόσα ακόμη εχει να μάθει ,

άνοιξε την κασετίνα του καιρού ,
πετώντας τα ξερά φλούδια του μολυβιού . 
Μια ξύστρα θα γινόταν ένα κλαρί 
να ενωθούν τα δάχτυλα ώσπου .. έως !







Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Φύλλα ανοιχτά

Να σ αγαπούν για αυτό που είσαι
ναι έτσι απλά χωρίς τα πως και τα γιατί
Γιατί κανείς δεν έσυρε τα χρόνια σου
γιατί κανείς δεν ήταν πλάι στις ουλές σου
Κι αν δεις τον κόσμο τόσο ίδιος μοιάζει
Να επιμείνεις στο όνειρό σου στις αξίες σου
στα δικά σου θέλω. 

Κάθε τριαντάφυλλο τ άρωμα κουβαλά απ τη δική του γη
Δεν γεννιέται ο κόσμος για να γεμίζει γιασεμί
μα για να φτιάχνει κήπους από αγριολούλουδα βουνών
από φύκια της θάλασσας , λεπτεπίλεπτα και άγρια
δένει τις φωλιές κουβαλώντας στην άκρη της πλάτης
πότε ένα πούπουλο και πότε ένα αδράχτι .
Το ίδιο όμορφα κυλά στο τζάμι η βροχή
ίδιο φυλά το μάγουλο το δάκρυ .
Στα δικά σου πόδια στάθηκες χωρίς πατερίτσες
κουτσός ακόμα απ τ αγκάθι .
Τα πέλματα γίνανε θεριά που σκόρπισαν ένα γιατί
απ το γιαχάτι του φυγά μέχρι του λάβαρου την κορυφή
Να σ αγαπούν για αυτό που είσαι
όχι για κείνο που ζητούν . Δεν είσαι μια νερομπογιά
που όποιο πινέλο την κρατά στήνει δική του ζωγραφιά .
Χρωστούμενα έχεις πολλά .. χρωστάς το γέλιο της ζωής
του βότσαλου την μυρουδιά , το ίχνος της αστραπής
του ονείρου σου το χάδι του έρωτα τα μυστικά
τα βράδια τα αξημέρωτα που αλαφροΐσκιωτα
πετούσες στο φεγγάρι , του μίσχου το παράστημα
και της αυγής το μίλημα στο πιο ακριβό σου φίλημα
Να το τολμάς να σαι εσύ κι όχι ένας στους άλλους
το θυμιατό σου σε σκαλί να βρίσκει δρόμους ανοιχτούς
κι αχέροντες της δρασκελιάς με ένα σου βήμα να περνάς
Κι αν την αγάπη συναντάς τα φύλλα σου κρατά ανοιχτά
δέντρο που άπλωσε κλαδιά να μπει ο ήλιος κι η φωτιά
να του ζυγιάσουν την καρδιά .
Είναι η αγάπη μουσική με νότες από άγνωστη γη
μα σαν την μελωδία βρεις γράψε στον ίσκιο της σιωπής
πως άγγελος σε βρήκε και έπεσε ουρανός στη γη .
Για όλους υπάρχει ένα νησί άγραφο απ το χάρτη
μα ακούει την ρότα της ψυχής και στέλνει τα σινιάλα
απ άκρη σ άκρη της πηγής .
Να σ αγαπούν για αυτό που είσαι στο μπλε σου , 

στο γαλάζιο , στο κόκκινο της σαϊτιάς , 
στο γκρίζο του λυγμού , στο πράσινο
χορτάριασμα να πλένεται το βλέμμα , 

κι αν θολά τα μάτια σου φανούν
να χεις δυο μάτια να γελούν .
Αποθυμιά και δειλινό λαχτάρα να σου δίνουν

που να χει ούριο άνεμο,κι οι πειρατές της άνοιξης 
τα στήθια σου με ανεμώνες να στολίζουν .
Να σ αγαπούν αληθινά για να το νιώθει η καρδιά
μα μην ξεχάσεις ''να αγαπάς'' για να γευτείς ότι ζητάς !



Ανθρωπων εργα

Πρόσεχε

μη σπάσεις
το ποτήρι

θα κοπείς
και θα ματώσω

στα χέρια σου! 

Ατιτλο

Έτσι μικρά και ευθραυστα ειναι τα φιλιά μας 
για αυτό και κρατησα στο στόμα το ρόδο !


Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

Προσανατολισμός

Προσαρμόσου ... 
προσαρμόσου της είπαν
αλαφροισκιωτη κι αλλόκοτη θα σε πουν 
προσαρμόσου 

Εφτά μοίρες γύρω απ τη φούστα του όλου 
δυο τιμονιές στο ναύλον του καθωσπρεπισμού 
κι η άγκυρα μισή θάλασσα μισή στεριά 

Προσευχή στη γεύση της ύπουλης νηνεμίας 
Οχυρώσου στην αλοιφή της επιφάνειας 
Προσαρμογή στη βαμμένη σκουριά  
Τακτική στα σιδερωμένα , ατσαλάκωτα λόγια 
Στρατηγική με επ ώμου το όπλο του εγώ 
Γυναίκα στ αμπάρι του καιρού δίχως ήχο
Ευτυχία δίχως ευ άνευ τύχης 

Κουφή η λογική της απροσάρμοστη η ακοή 

Χορεύει στα αγκάθια , δακρύζει στο σπασμένο 
παιχνίδι ενός παιδιού, 
βουτά βαθιά στα άπατα ανασαίνει 
τα μάτια της νούφαρα και πουλιά .
Μεθά απο έρωτα ,γαργαλά τα πόδια του ήλιου 
με το φτερό τ αηδονιού,
περπατά στο όρος της αγάπης ιδρωμένη ως τη ρίζα της
Θυμώνει στου εγωισμού την μπόρα 
κι αστράφτει στου άδικου το καρφί  
Φιλιέται με το στόμα της άνοιξης , 
φιλιώνει με την οργή του αντάρτη .
Στρατηλάτης συνοδοιπόρος της ο γιος του ονείρου 
φίλος αδερφικός ο αγέρας που τρέφει τα γυμνά κλαριά 
κόβει φεγγάρια να ζεσταθούν τα ασκέπαστα 
ξέστηθη απ τα πρέπει μακρινή του τάχα 

επιτέλους άνθρωπος ! 


Δυο λέξεις

Κι όσο και να πεις 
φτάνουν δυο λέξεις 
να κοιμηθεί ήσυχα το φεγγάρι 
΄΄ σε σκέφτομαι ''
κι αυτό πόσο ζεστά φυλά 
το μαξιλάρι της νύχτας 
έτσι που κανείς μας 
να μη λείπει !


Άτιτλο

Όχι μάτια μου 
μη φοβάσαι 
εγώ θα φορώ
την ψυχή στο στόμα

ακόμη κι αν τύχει
να την δαγκώσω !

Τρανό το μπόι της ψυχής (αφιέρωμα στον Μάνο Κατράκη )

Περπάτησαν πάνω του
νόμοι χιλλια σκουλήκια
που του τρωγαν τα σωθικά

όμηρος

μη σταματάς
φώναζαν τα μάτια
κι έμαθαν να σκάβουν τη γη

σακάτης καιρός

ρίξαν σκουριά στα πόδια
να σαπίσει το μπουντρούμι
να πιει το βήμα

σφαγμένος

μη σκοντάφεις
του ορμνήναε ο ομαλός
κι έτρεχε η σκέψη

κόκκινο φως

στένεψαν την ανάσα
βαρίδια ζώσαν το λαιμό
να πνίξουν τ αντριλίκι

μικρός ο αρχηγός

μη λυγάς
μηνύσανε οι δροσουλιτες
το φραγκοκάστελο εψήλωσε

τρανό το μποι της ψυχής

τσακίσανε τα όρνεα
και στήσαν γκιλοτίνες
της θάλασσας η αλμύρα

πότισε αίμα αδερφικό

μη σιωπάς
βγάζει κραυγή η θέρισσο
κι απλώνουν της μάνας γιοί

στο χέρι σου τ αδράχτι στο χέρι κι η ζωή

κι όσοι πολλοι αγάπησαν
της λευτεριάς το κάτασπρο πουλί
μαζί σου επλαγιασαν γινήκαν αετοί
στάξαν στης μνήμης το νερό
να καίει απέθαντη γροθιά
θάρρος , ελπίδα κι αντρειοσύνη
για να γελά η ρωμιοσύνη !


Μελτεμάκι

Δυο τρεις πινελιές
μια φουσκαλήθρα του καφέ
μια γουλιά πνοής
στην ανάσα

το μελτεμάκι στα μαλλιά
το πορφυρό χαμόγελο
το μιλητό της καρδιάς
χωμένο στη σκέψη σου
κι αγκαζέ
στο ανώι του καιρού

τόσες λευκές πετούνιες
και πως κερδίζει ..ένα φιλί!

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

Μονός αριθμός

Ποτέ δε της άρεσε να μιλά με δεκαδικούς αριθμούς 
Όχι όχι ήξερε πως σε αυτούς μπαίνει η έγνοια του όλου
Ιδρώνει το μαλλί από τα πολλά κεφάλια 
που κουβαλά πάνω του . 
Λερναία ύδρα τα χέρια που αποζητούσαν το χέρι
μιας άλλης ανάσας .Εκεί χωρούσαν οι δεκαδικοί γινόταν
εκατοντάδες , χιλιάδες σπόροι και κόκκοι της θάλασσας .
Αν μπορούσε θα τους κράταγε όλους στην αγκαλιά της. 
Για κείνους έβγαλε φτερά να τους μαζεύει απ την θάλασσα 
κι ύστερα να τους δίνει το είναι της να κρατούν ένα χέρι . 
Ποτέ όμως δεν της άρεσε να της δείχνουν 
το δρόμο της καρδιάς. 
Αυτός για τον καθένα ένα μονοπάτι είχε 
που μονάχα δυο γόνατα τον γνωρίζουν ,
αντλούν την ανάσα απ το δικό τους πηγάδι και ξεδιψούν 
Και ποτέ δε σήκωσε το χέρι να χαστουκίσει 
τον γκρίζο άνεμο ,να σπάσει το ποτήρι 
με τις φουσκάλες και τα άδεια του λόγια. 
Εκείνη ήξερε που πήγε, τι έκανε ,τι έσπασε ,τι πέταξε 
κι έτσι ξεφλούδιζε το μανταρίνι του χρόνου. 
Κάποτε η μυρουδιά του την μεθούσε ,
άλλοτε δυο τρεις πιτσιλιές έπεφταν στα μάτια 
κι άλλοτε πάλι τόση δροσιά πότιζε στα χείλη.
Μα σαν διάλεγε να πει για αγάπη 
ένας κύκλος ,ένας μίσχος κι ένα μικρό ξαποστασι 
σχημάτιζαν το δυο. 
Στα μάτια της ποθεί η θάλασσα να παίξει με τα αστέρια,
ο έρωτας κυλιέται σε ρόδα και αγκάθια 
κι εκείνες οι μικρές κυδωνιές που κάποτε 
γυάλιζαν τη φλούδα τους ακόμη κι εκείνες 
έναν κίτρινο ήλιο φορούν . Έτσι έμεινε στα χρώματα . 
Κρατά το αδύνατο στα χέρια και τίποτε άπιαστο δεν υπάρχει 
Ποιος κερδίζει την αγάπη; 

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Αναμονή

Το ρολόι χτυπάει τα τακούνια του 
ακούγεται ο θόρυβος απ την ξύλινη σκάλα
Ο μικρός λεπτοδείχτης τρέχει , γελά , παίζει 
σε κύκλους καπνού. Ακάθεκτος ο μεγάλος 
δείκτης σεργιανά , κουρντίζει στιγμές .
Πακέτα με μοβ και ροζ κορδέλες 
έτοιμα να μοιραστούν στα φύλλα στα δέντρα 
στα χέρια . Περιμένω . Χτυπώ τα δάχτυλα . 
Νομίζει πως τον χειροκροτώ
Λικνίζεται με ύφος καρδινάλιου . 
Οι κουρτίνες χορεύουν τ αεράκι σφυρίζει
την δική του μελωδία .Πρίμο σεκόντο οι στίχοι 
του τζίτζικα γραμμένοι στα κλαριά 
Λυγίζουν χαμηλώνει ο ήχος νιώθω το χάδι .
Αρπάζω απ το χέρι την καρδιά μου σκοντάφτει 
στα πόδια ενός άστρου . Φωνάζω κι η φωνή μου ψίχα 
για ένα πουλί ξεχασμένο . Τσιμπολογά και φεύγει. 
Τραγουδώ το σώμα μου γεμίζει νότες 
Μεθά η γαρδένια κι απλώνει το πέπλο της στην νύχτα 
Περιμένω και αυτός ο χρόνος μου παίζει κρυφτά 
Έρχεται φεύγει κλέβει την ανάσα μου 
Που πήγα ; Με βρίσκω να κεντώ προικιό της αγάπης 
Μένω στροβιλίζομαι γύρω από μένα κοντεύει 
η άνοιξη . Τέλειωσε η άνοιξη φωνάζει η τριανταφυλλιά 
Διαμαρτύρομαι της δείχνω το στέρνο μου 
Την πείθω να μείνει στον κήπο .
Φορά τα κόκκινα της .Μοιάζει σαν άστρο της γης 
Περιμένω . Κλείνω για λίγο τα βλέφαρα . Ένα λεπτό 
Πόσος χρόνος ειναι ένα λεπτό . Αιώνας , μια στάλα, 
ένα απαλό χτένισμα στα μαλλιά , μια ρόγα από γλυκό σταφύλι .
Χρόνος πάλι χρόνος . Παλμοί , γέλιο. λαχτάρα 
Αναμονή .. αναμονή στη στιγμή . Που να ναι ; 
Δεν μπορεί κάπου εδώ άφησα την ψυχή μου . 
Τη βρίσκω . Σ ακούω ...γελάς !


Ούριος άνεμος

Όσο υπάρχει το στόμα
να κουβαλά γαρούφαλα
τα μάτια στο ξύπνημα
να γεννούν ένα παιδί
το στέρνο να πίνει ζωή
από κούπα ζεστασιάς

κι εκείνο το τριαντάφυλλο
να χει το κόκκινο φιλί
τίποτε μη λογάς φίλε μου
αγνάντι ειναι το φως
καρφίτσωσε στο πέτο
χαμόγελο από πηγή
κι άνοιξε τα φτερά σου
γυμνά πετά η ψυχή !

Αυτόφωτα

Και να δεις που θα μάθουν
να μιλούν τ άστρα


και πόσα μάτια θα φωτίζουν
στάζοντας μόνο ..αγάπη !





Στίγματα

Και θα χειροκροτήσουν 
οι άνθρωποι
θα σε ματώσουν
θα σ αγκαλιάσουν
θα κλέψουν
κάτι απ το ειναι σου
θα σου χαρίσουν
μια στάλα πνοής
θα σου γελάσουν
θα σε χλευάσουν
θα πιουν το δάκρυ σου
ντυμένο στον ιδρώτα τους
θα σ αγαπήσουν
θα σε μισήσουν
μα εσύ ν αγναντευεις
τα πέλαγα στα μάτια τους
στη θύμηση
εκείνης της πρώτης φοράς
στο πρωτόγαλα
που άγνωστα
κοίταξες
γεμάτος αγάπη
κουνώντας τα βλέφαρα
σαν να γνεφες
κείνο το πουλί
να ανοίξει τα φτερά του
σαν..άνθρωπος !