Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018
Κρέμασα λιγα λουλούδια και φύτρωσαν στους τοίχους
Οι στιγμές , οι φιλίες ,οι συμπάθιες
το σκίρτημα , το καρδιοχτύπι
καταγραφουν κάθε κοκκινο λεπτό
δέμα προς δέμα ταξινομούνται
οι μικρές πανοπλίες , τα λευτερα
ηλιοβασιλέματα κι εκεινα
τ ατέλειωτα που πάντα σμαράγδια κουβαλούν
Μια λευκή γραμμή που σκιαγραφει
το πέρασμα, τον ήλιο και την αντάρα .
Δεν ξέρω τι είδες δε βλέπεις που κοιτώ
σε ψάχνω στο κενό με βρίσκεις
ξυπόλητη να περπατάω στον ήχο και στο νερό .
Που πήγε ο Μανώλης , που ειναι η Ανατολή
τι ταχα σκεφτεται ο Ανδρέας και που μιλάει η Φανή
Ζεστάθηκε το ορφανό απο μια ακληρη πηγή
κι ενω γελάει ενα παιδί που την αλήθεια εχει δει
ανεμος παιρνει και βοριας τα ρούχα που φοράς
κι ειναι η γυμνια απαλή όπως το πρωτο σου φιλί
Σποράδες που τις γιόρτασες κυκλάδες που τις χόρεψα
παραφυάδες της ψυχής γύρω απ το δέντρο της ζωής
Χρώματα , δάφνες κι ερημιά σφιχτα να δένουν αγκαλιά
κι αν πίσω τρέχει ενα γιατί ειναι που βρήκαν
τα όνειρα τόπο να στήσουν μια κορυφή
Και αν τραγουδώ και τραγουδάς νότες μιας ανοιχτής χαράς
ειναι που αλλιως τρέφεις τους κύκλους κι αλλιώς
μοιράζω ψίχα που χει το χρώμα της φωτιάς
Μα ποιός μπορεί να αρνηθεί πως ειναι όμορφη η ζωή
αν την αγάπη εχει πιει σε ενα ποτήρι με κρασί
και πότισε η ζεστασιά αέναη νιότη και χαρά
κι όσο και να πεις σαν εχει λόγο η καρδιά
Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018
Πλατεία περιστεριών
Αυτό το μικρό σαλονάκι πάντα του άρεσε ,γωνία Αριστοτέλους και Ερμού
Τα μικρά ξύλινα τραπέζια θύμιζαν παλιές φωτογραφίες του παππού Γιάννη κι εκείνος
που μαζί του πήρε μπόι, κάτι από ζεστασιά σκάλωνε στα πόδια του
καθώς έπινε τον καφέ του ήσυχος και ήρεμος σαν μια κουκκίδα αχνιστής μυρουδιάς
Χαμήλωσε το βλέμμα απ τις φωνές κι ανέβασε τα φρύδια ρίχνοντας τα γυαλιά του
στη μέση της μύτης θαρρείς κι αν κατέβαιναν θα άκουγε καλύτερα μ αυτά
Ή που πρέπει να συμφωνεί με σένα ή που θα τον βρίζεις και θα τον σχολιάζεις
Αγανακτισμένος ακουγόταν ο Μηνάς κι από την άλλη ο Στέλιος ωχ βρε αδερφέ μυστήριος είσαι
μια κουβέντα είπαμε . Ο καυγάς για τον Πέτρο φίλος για τον Μηνά γνωστός για τον Στέλιο
Ο Πέτρος λιγομίλητος άνθρωπος . Από κείνους της παρέας που αν έχουν κάτι να πουν θα μιλήσουν
αν όχι θα μετέχουν με την σιωπή τους , με ένα χαμόγελο η με μια κουβέντα χαμηλών τόνων .
Ήξερε να ακούει και ποτέ δεν τον ένοιαζαν τα κουτσομπολίστικα
μανιφέστα ή κείνες οι γρηγοράδες της γλώσσας που τρέχαν πριν το μυαλό .
Τα σωθικά του που λένε τα παρεδιδε μόνο στους μπιστικούς
σε τούτους κανένα καλαμάρι του κρυφό δεν ήταν
Πολιτικοποιημένο άτομο με άποψη μα όχι από κείνους
που θα χαράμιζαν το χνώτο τους για να απαντήσουν σε βρισίματα
ή ότι άλλο βάζει ο νους με σκοπό πως το ύψος της φωνής πηδάει στη ράχη και νικάει την σιγή .
Ο Στέλιος πάλι τ ανάποδο καλός και φωνακλάς με όλους
μια κόκκινα παπούτσια μια μπλε αλλά και στα κίτρινα δεν έλεγε οχι
Εύθυμος τύπος με ένα γινάτι που σπαγε κόκαλα μα αν δεν του περνούσε
άλλαζε ύφος κι όλους τους καλοκάρδιζε πως ήθελε ο καθένας
Το μόνο που φοβόταν την μοναξιά ήταν κι έτσι κανόνιζε πάντα να χει παρέα
Κι αν έχανε κάποιον ααα εκείνος έφταιγε . Έπλαθε ιστορίες τόσο πιστευτές
που η παράσταση θύμιζε κωμικοτραγωδία που ζήλευαν ακόμη και τα σανίδια.
Δεν ήταν κακός όχι . Μα να . ετούτο το δοξάρι να ακουμπά πρώτα
στην κεφαλή του το είχε . Πρωτιά και παρτου την ψυχή .
Τα μικρά ξύλινα τραπέζια θύμιζαν παλιές φωτογραφίες του παππού Γιάννη κι εκείνος
που μαζί του πήρε μπόι, κάτι από ζεστασιά σκάλωνε στα πόδια του
καθώς έπινε τον καφέ του ήσυχος και ήρεμος σαν μια κουκκίδα αχνιστής μυρουδιάς
Χαμήλωσε το βλέμμα απ τις φωνές κι ανέβασε τα φρύδια ρίχνοντας τα γυαλιά του
στη μέση της μύτης θαρρείς κι αν κατέβαιναν θα άκουγε καλύτερα μ αυτά
Ή που πρέπει να συμφωνεί με σένα ή που θα τον βρίζεις και θα τον σχολιάζεις
Αγανακτισμένος ακουγόταν ο Μηνάς κι από την άλλη ο Στέλιος ωχ βρε αδερφέ μυστήριος είσαι
μια κουβέντα είπαμε . Ο καυγάς για τον Πέτρο φίλος για τον Μηνά γνωστός για τον Στέλιο
Ο Πέτρος λιγομίλητος άνθρωπος . Από κείνους της παρέας που αν έχουν κάτι να πουν θα μιλήσουν
αν όχι θα μετέχουν με την σιωπή τους , με ένα χαμόγελο η με μια κουβέντα χαμηλών τόνων .
Ήξερε να ακούει και ποτέ δεν τον ένοιαζαν τα κουτσομπολίστικα
μανιφέστα ή κείνες οι γρηγοράδες της γλώσσας που τρέχαν πριν το μυαλό .
Τα σωθικά του που λένε τα παρεδιδε μόνο στους μπιστικούς
σε τούτους κανένα καλαμάρι του κρυφό δεν ήταν
Πολιτικοποιημένο άτομο με άποψη μα όχι από κείνους
που θα χαράμιζαν το χνώτο τους για να απαντήσουν σε βρισίματα
ή ότι άλλο βάζει ο νους με σκοπό πως το ύψος της φωνής πηδάει στη ράχη και νικάει την σιγή .
Ο Στέλιος πάλι τ ανάποδο καλός και φωνακλάς με όλους
μια κόκκινα παπούτσια μια μπλε αλλά και στα κίτρινα δεν έλεγε οχι
Εύθυμος τύπος με ένα γινάτι που σπαγε κόκαλα μα αν δεν του περνούσε
άλλαζε ύφος κι όλους τους καλοκάρδιζε πως ήθελε ο καθένας
Το μόνο που φοβόταν την μοναξιά ήταν κι έτσι κανόνιζε πάντα να χει παρέα
Κι αν έχανε κάποιον ααα εκείνος έφταιγε . Έπλαθε ιστορίες τόσο πιστευτές
που η παράσταση θύμιζε κωμικοτραγωδία που ζήλευαν ακόμη και τα σανίδια.
Δεν ήταν κακός όχι . Μα να . ετούτο το δοξάρι να ακουμπά πρώτα
στην κεφαλή του το είχε . Πρωτιά και παρτου την ψυχή .
Όπου δεν τον έπαιρνε το δρόμο και σε άλλη πόρτα . Α ! από πόρτες
γεμάτος ο μπαξές . Ο Μηνάς πάλι καθ ότι τόσα χρόνια εμποράκος του μόχθου στον
καφενέ χιλιόμετρα ιστορίες είχε ακούσει . Είχε μάθει να μην χώνει τη μούρη του εκεί
που δεν τον έσπερναν . Κι αν πάλι κάτι χτυπούσε στα σωθικά του πλησίαζε κι
έδωνε τα χέρια να το μάθει . Μα με ένα χωρατό
τα φύτευε στο γέλιο με μια ατάκα είχε τον τρόπο του . Μα τούτο το
άδικο κι άσκοπο της κατινιάς καθόλου δε το χώνευε . Ο άνθρωπος μιλά όταν θέλει
να μιλά κι αγκαλιάζει όλα τα λουλούδια μα άλλα τα βάζει στο δρόσο να τα
θαυμάζει άλλα να τα προσέχει μη μαραθούν , τα φυτεύει στη γη του να τα κουβαλά
μαζί του κι ένα βάζει στο πέτο έλεγε.
Θυμωμένος απευθύνθηκε
στο Στέλιο . Καλά κι εγώ σε ξέρω . Αύριο που θα ρθεί ο Πέτρος όλο
χαρές
θα του είσαι έτσι για να σε βλέπουν οι άλλοι . Ανοιχτός άνθρωπος
λες και τέλος . Μα να σαι ανοιχτός δε γίνεσαι κριτής πίσω του και ρόιδο μπροστά
του .
Άμα είσαι πως λες αύριο πες τα μπροστά του να τ ακούσουν όλοι . Σταμάτησε ο Μηνάς σώπασε κι ο Στέλιος τραβώντας την καρέκλα που σύχασε κι αυτή καθώς τρομαγμένη ήταν από τα τριξίματα και βηματίζοντας έφτασε στην έξοδο με ένα μουρμουρητό μέσα από τα δόντια που λες και μέλισσα είχε κρυφτεί και φυλακισμένη πως ήταν ζουζούνιζε το λευτέρωμα . Ο Γιάννης ήπιε τον καφέ του μάζεψε το γυαλικό του στη θήκη μη και ξεχάσει, με ενα σήκωμα του χεριού χαιρέτισε την παρέα κι έφυγε .Ο νους του γύρευε το μερτικό του στη συζήτηση να γελάσει ή να κλάψει; Τόσο ξόδεμα για την κατσίκα του γείτονα κι ούτε μια δεκάρα στην πληρωμή της αποξένωσης ξεχρέωμα να δώσει.
Μα τώρα βουρλίζονταν οι τζίτζικες της σκέψης κι η περιέργεια είχε στήσει το χορό της Θα ρχοταν κι αύριο . Να χε άραγε δίκιο ο Μηνάς;
Αγίου Στυλιανού . Η μέρα φεγγοβολούσε τόσο γαλάζιο που η ξαστεριά της ,θάλασσα μύριζε.
Ο Γιάννης χάζευε το λευτέρωμα των περιστεριών . Το τσιμπολόγημα τους στα ψίχουλα της πλατείας το πιοτί τους στην γαβάθα του νερού και κάθε φορά της γουλιάς κοίταγμα στον ουρανό .
Να ταν ένα ευχαριστώ που γλύτωσαν και σήμερα την πείνα τους; ποιος ξέρει . Ανάμεσα στις καμάρες ένας μουσικός με το σαντούρι του άφηνε ξέμπαρκες τις νότες να βάψουν το γύρω . Το τσίγκινο κουτί γέμιζε κουδουνίσματα ευχαριστώ για το τραγούδι που χάριζε στη μέρα. Κόσμος πάει κι έρχεται φουριόζος, γελαστός , φορτωμένος από αγωνία , κόσμος. Τόσο ίδιοι και τόσο άλλοι Ο ίδιος αδειούχος άρα αρχηγός της μέρας του . Τα βήματα του στη γωνιά που μύριζε η χόβολη κι ο αχνιστός καφές . Η παρέα όλη εκεί έλειπε ο Πέτρος μόνο . Άφησε την καλημέρα του να πλανιέται από αυτί σε αυτί κι έκατσε στο λημέρι του ανοίγοντας το χάρτινο φυλλάδιο που τα νέα θα του λεγε. Οι ψίθυροι του κένταγαν τον ήχο . Γέλια, μιλήματα που αν τα άπλωνες θα φταναν στο Λευκό Πύργο . Δεν ξεχώριζε κουβέντες μα τούτοι οι μορφασμοί που κλεβαν απ την άκρη του ματιού του όλα του τα λεγαν . Γέλασε οι ομορφάδες της καθημερινότητας ψιθύρισε σαν εγγαστρίμυθος βάτραχος . Το απότομο άνοιγμα της πόρτας τον τρόμαξε και γύρισε το κεφάλι .
Ο Πέτρος με μάτια χαμογελαστά και κρατώντας ένα μεγάλο μπουκάλι φουριόζος μπήκε. Χρόνια πολλά βρε φίλε να σαι γερός και δυνατός είπε απευθυνόμενος στο Στέλιο κι απλώνοντας το χέρι . Μουδιασμένος λίγο ο Στέλιος ψέλλισε ένα ευχαριστώ. Βάλε μας βρε Μηνά μια τσικουδιά να πιούμε για του φίλου τη γιορτή χανιώτικη είναι και μοσχοβολά πατρίδα. Κρητικός είσαι τον ρώτησε ο Στέλιος που εκείνη τη ώρα μάθαινε τη γη του.
Ναι μωρέ και η μέρα της γιορτής σου χαρά μου έδωκε . Από αύριο πιάνω δουλειά . Ούτε κι αυτό το ήξερε ο Στέλιος . Τι ήξερε άραγε για αυτόν ; τίποτα κι ας έβρισκε να πει. Ο Μηνάς μες τη χαρα τον αγκάλιασε κοιτάζοντας λίγο λοξά τον Στέλιο . Ο Γιάννης μετείχε στη χαρά με τις ευχές του .
Το γύρω μύριζε ανθρώπινο βασιλικό . Η ώρα πέρασε γοργά. Βλέπεις όταν μιλάει η χαρά η ώρα γίνεται στιγμή μα όταν αυτή αφήνει στίγμα ζωγραφιά χρόνια ο νους την κουβαλά .
Περπάτησε λίγο να φτάσει στη στάση . Η σκέψη του μιλούσε . Να βαζε μυαλό ο Στέλιος ; μπαα
Ίσως όμως θυμόταν που και που τα λόγια του Μηνά και άφηνε κάπου κάπου να μιλά η καρδιά.
Μικρόκοσμος τρανός που αν του δώσεις χρώματα παίρνει πνοή το βιός .
Μα τώρα βουρλίζονταν οι τζίτζικες της σκέψης κι η περιέργεια είχε στήσει το χορό της Θα ρχοταν κι αύριο . Να χε άραγε δίκιο ο Μηνάς;
Αγίου Στυλιανού . Η μέρα φεγγοβολούσε τόσο γαλάζιο που η ξαστεριά της ,θάλασσα μύριζε.
Ο Γιάννης χάζευε το λευτέρωμα των περιστεριών . Το τσιμπολόγημα τους στα ψίχουλα της πλατείας το πιοτί τους στην γαβάθα του νερού και κάθε φορά της γουλιάς κοίταγμα στον ουρανό .
Να ταν ένα ευχαριστώ που γλύτωσαν και σήμερα την πείνα τους; ποιος ξέρει . Ανάμεσα στις καμάρες ένας μουσικός με το σαντούρι του άφηνε ξέμπαρκες τις νότες να βάψουν το γύρω . Το τσίγκινο κουτί γέμιζε κουδουνίσματα ευχαριστώ για το τραγούδι που χάριζε στη μέρα. Κόσμος πάει κι έρχεται φουριόζος, γελαστός , φορτωμένος από αγωνία , κόσμος. Τόσο ίδιοι και τόσο άλλοι Ο ίδιος αδειούχος άρα αρχηγός της μέρας του . Τα βήματα του στη γωνιά που μύριζε η χόβολη κι ο αχνιστός καφές . Η παρέα όλη εκεί έλειπε ο Πέτρος μόνο . Άφησε την καλημέρα του να πλανιέται από αυτί σε αυτί κι έκατσε στο λημέρι του ανοίγοντας το χάρτινο φυλλάδιο που τα νέα θα του λεγε. Οι ψίθυροι του κένταγαν τον ήχο . Γέλια, μιλήματα που αν τα άπλωνες θα φταναν στο Λευκό Πύργο . Δεν ξεχώριζε κουβέντες μα τούτοι οι μορφασμοί που κλεβαν απ την άκρη του ματιού του όλα του τα λεγαν . Γέλασε οι ομορφάδες της καθημερινότητας ψιθύρισε σαν εγγαστρίμυθος βάτραχος . Το απότομο άνοιγμα της πόρτας τον τρόμαξε και γύρισε το κεφάλι .
Ο Πέτρος με μάτια χαμογελαστά και κρατώντας ένα μεγάλο μπουκάλι φουριόζος μπήκε. Χρόνια πολλά βρε φίλε να σαι γερός και δυνατός είπε απευθυνόμενος στο Στέλιο κι απλώνοντας το χέρι . Μουδιασμένος λίγο ο Στέλιος ψέλλισε ένα ευχαριστώ. Βάλε μας βρε Μηνά μια τσικουδιά να πιούμε για του φίλου τη γιορτή χανιώτικη είναι και μοσχοβολά πατρίδα. Κρητικός είσαι τον ρώτησε ο Στέλιος που εκείνη τη ώρα μάθαινε τη γη του.
Ναι μωρέ και η μέρα της γιορτής σου χαρά μου έδωκε . Από αύριο πιάνω δουλειά . Ούτε κι αυτό το ήξερε ο Στέλιος . Τι ήξερε άραγε για αυτόν ; τίποτα κι ας έβρισκε να πει. Ο Μηνάς μες τη χαρα τον αγκάλιασε κοιτάζοντας λίγο λοξά τον Στέλιο . Ο Γιάννης μετείχε στη χαρά με τις ευχές του .
Το γύρω μύριζε ανθρώπινο βασιλικό . Η ώρα πέρασε γοργά. Βλέπεις όταν μιλάει η χαρά η ώρα γίνεται στιγμή μα όταν αυτή αφήνει στίγμα ζωγραφιά χρόνια ο νους την κουβαλά .
Περπάτησε λίγο να φτάσει στη στάση . Η σκέψη του μιλούσε . Να βαζε μυαλό ο Στέλιος ; μπαα
Ίσως όμως θυμόταν που και που τα λόγια του Μηνά και άφηνε κάπου κάπου να μιλά η καρδιά.
Μικρόκοσμος τρανός που αν του δώσεις χρώματα παίρνει πνοή το βιός .
Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018
Ταξιδευτής
Σε μύριες στέρνες ακουμπάς με χνώτο από θυμάρι
αγγίζεις χίλια χρώματα με το πινέλο της στιγμής
ξεθάβεις πόθους κι όνειρα από παλιό πιθάρι
σπίθες από θολό λυχνάρι που πεσαν καταγής
περπατητής στο άγνωστο μοιράζεις τη φωνή σου
αντίλαλος από ψυχές που μέσα σου κοιμίζεις
πέργκολες με τριανταφυλλιές υψώνουν την υφή σου
φοράς φτερά του άνεμου σε φύλλα φτερουγίζεις
τρέχεις να πιάσεις ουρανό στο πουθενά και στο κενό
ανοίγεις δρόμους του χιονιά με ένα σου βλέμμα από φωτιά
σέρνεις μαζί σου τις πληγές τις ομορφιές από βυθό
σκορπάς τα βλέφαρα στη γη στου πέλαου την αγκαλιά
μικρός εσύ ταξιδευτής του άπειρου και της βροχής
τις σκέψεις σου απλώνεις σε ένα λευκό σεντόνι
μετράς τις στάλες του στα λόγια της σιωπής
σε μια απόκρημνη στροφή γυρεύεις το τιμόνι
ποιες μοίρες να σε οδηγούν ποιας παραμάνας καύτρα
κέντησε πάνω σου γυαλιά και μέλι από κηρήθρα
σου δωσε ευχή ..κατάρα να τραγουδάς με τα άστρα
πιόμα να έχεις χαραυγή και νύχτα κολυμβήθρα
τα ίχνη σου μικρή γιορτή απέθαντη του ήλιου μελωδία
αληθινή κρυστάλλινη ματιά αγγέλων αέρινη μορφή
σήμαντρα που γλυκά χτυπούν ξυπνούν τη νυκτωδία
ελπίδες που ζεστά κυλούν σε απάτητη κορυφή !
Σε μύριες στέρνες ακουμπάς με χνώτο από θυμάρι
αγγίζεις χίλια χρώματα με το πινέλο της στιγμής
ξεθάβεις πόθους κι όνειρα από παλιό πιθάρι
σπίθες από θολό λυχνάρι που πεσαν καταγής
περπατητής στο άγνωστο μοιράζεις τη φωνή σου
αντίλαλος από ψυχές που μέσα σου κοιμίζεις
πέργκολες με τριανταφυλλιές υψώνουν την υφή σου
φοράς φτερά του άνεμου σε φύλλα φτερουγίζεις
τρέχεις να πιάσεις ουρανό στο πουθενά και στο κενό
ανοίγεις δρόμους του χιονιά με ένα σου βλέμμα από φωτιά
σέρνεις μαζί σου τις πληγές τις ομορφιές από βυθό
σκορπάς τα βλέφαρα στη γη στου πέλαου την αγκαλιά
μικρός εσύ ταξιδευτής του άπειρου και της βροχής
τις σκέψεις σου απλώνεις σε ένα λευκό σεντόνι
μετράς τις στάλες του στα λόγια της σιωπής
σε μια απόκρημνη στροφή γυρεύεις το τιμόνι
ποιες μοίρες να σε οδηγούν ποιας παραμάνας καύτρα
κέντησε πάνω σου γυαλιά και μέλι από κηρήθρα
σου δωσε ευχή ..κατάρα να τραγουδάς με τα άστρα
πιόμα να έχεις χαραυγή και νύχτα κολυμβήθρα
τα ίχνη σου μικρή γιορτή απέθαντη του ήλιου μελωδία
αληθινή κρυστάλλινη ματιά αγγέλων αέρινη μορφή
σήμαντρα που γλυκά χτυπούν ξυπνούν τη νυκτωδία
ελπίδες που ζεστά κυλούν σε απάτητη κορυφή !
Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018
Οι άνθρωποι αγαπούν
απ όπου κι αν βρίσκονται
βλέπει πιο πέρα
κι απ τα μάτια η καρδιά
χάδι απαλό του αγεριού γίνονται
ψίθυρος στο θρόισμα των φύλλων
τελάληδες πουλιών
άστρα το φως της γης να υμνούν
νεράντζι και σταφύλι
πιοτί, γλυκό του κουταλιού
στης θάλασσας τα χείλη
Φυλάξου φθινοπώριασε
να φοράς την ψυχή μου !
απ όπου κι αν βρίσκονται
βλέπει πιο πέρα
κι απ τα μάτια η καρδιά
χάδι απαλό του αγεριού γίνονται
ψίθυρος στο θρόισμα των φύλλων
τελάληδες πουλιών
άστρα το φως της γης να υμνούν
νεράντζι και σταφύλι
πιοτί, γλυκό του κουταλιού
στης θάλασσας τα χείλη
Φυλάξου φθινοπώριασε
να φοράς την ψυχή μου !
Δεν είχε άλλο να σκοτωθεί
κι έτσι έζησε
το κόστος κουβαλούσε καπνό
μα τούτο το χρέος
ξάστερο του πρέπει βυζί
και ξέστηθο γαλάζιο του φόρτωνε
Κι απα στο νου της καρδιάς
ριζώνουν στητά τα πόδια
Απλώνουν το βλέμμα
ακόμα φυτρώνουν ρόδα
στα μάτια
κι η ηλιόπετρα πως καίει
στη μυρωδιά του δρόμου
να χορταριάσει ελπίδα
πως μου γελάς γιαγιά
Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018
Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018
βαθιά σιωπή
σσσσς
χάνουν οι λέξεις τη μιλιά τους
και η φωνή κάνει σιγή
μες το δικό τους το στρατί
περνάει αρχόντισσα κυρά
στα ξέπλεκα της τα μαλλιά
πετούν αμέτρητα πουλιά
τα μάτια της στάζουν φιλιά
τα χείλη της ρόδα άλικα
κήπος αγριολούλουδο κορμί
υπόκλιση κάνουν σ αυτή
βαθιά σιωπή
σσσςςς
χτυπούν καμπάνες χαρωπά
η μουσική βρήκε τις νότες σε δαδί
τα κόκκινα φεγγάρια μιλούν με συναξάρια
το κύμα δίνει το φιλί σε βράχο που κοιμάται
η νύχτα μια θεά κοιτά μα και θυμάται
τ άστρα ντύθηκαν στα λευκά
το νυχτολούλουδο άνοιξε τα φτερά του
η αύρα του απλώθηκε μεθά η μοσχοβολιά του
τα δέντρα ανοίγουν τα κλαριά
δένουν τα χέρια σαν μια αγκαλιά
βαθιά σιωπή
σσσς
ακούς; τώρα μιλά η καρδιά!
σσσσς
χάνουν οι λέξεις τη μιλιά τους
και η φωνή κάνει σιγή
μες το δικό τους το στρατί
περνάει αρχόντισσα κυρά
στα ξέπλεκα της τα μαλλιά
πετούν αμέτρητα πουλιά
τα μάτια της στάζουν φιλιά
τα χείλη της ρόδα άλικα
κήπος αγριολούλουδο κορμί
υπόκλιση κάνουν σ αυτή
βαθιά σιωπή
σσσςςς
χτυπούν καμπάνες χαρωπά
η μουσική βρήκε τις νότες σε δαδί
τα κόκκινα φεγγάρια μιλούν με συναξάρια
το κύμα δίνει το φιλί σε βράχο που κοιμάται
η νύχτα μια θεά κοιτά μα και θυμάται
τ άστρα ντύθηκαν στα λευκά
το νυχτολούλουδο άνοιξε τα φτερά του
η αύρα του απλώθηκε μεθά η μοσχοβολιά του
τα δέντρα ανοίγουν τα κλαριά
δένουν τα χέρια σαν μια αγκαλιά
βαθιά σιωπή
σσσς
ακούς; τώρα μιλά η καρδιά!
Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018
Φοβάται ο κόσμος φοβάται τις σιωπές
κι όμως ετούτες τόσα σχολειά χτίσανε
Δασκάλισσες με ρόδια σκουλαρίκια
να χει το χνάρι ρόδο φιλιού
Φοβάται .. δε βλέπει άραγες
πόσα παιδιά γέννησαν μεγάλους;
να φαίνονταν μήπως τα σχήματα
που κόβαν τα γράμματα;
να βλέπουν τα νερά πως σκύβει το φεγγάρι ;
Φοβούνται τη σιωπή ναι ναι
γιατί εμείς την ακούμε μάτια μου
την κάναμε μπροστάρη να ανοίγει δρόμους
να χει ο βράχος λόγο και το κλωνάρι γη
Απλώνω τα μάτια να κλείσω τον αγέρα
αλαφροισκιωτα να σε σκεπάσω
διαβάζω το συναξάρι της να ανοίξει η ρίζα αγκαλιά
και τούτη η πνοή πως ξάγρυπνα βραδιάζει τον ήλιο
κι αχάραγα τραγούδι η πούλια σου κεντά
Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018
Ποίημα σιωπής
Πέρασες πάλι απ τα γνώριμα στενά
κείνα που κοιτούν τον ήλιο κατάματα
κεντήστρες στου αργαλειού τη βελονιά
λέξεις που γδέρνουν με σπαθιά
στη ρόκα τους το νήμα εξουσιάζει
δεν πειράζει …
αντάμωσες δυο δάκρυα πάνω στο λόφο της ψυχής
τα σκούπισες μη και φανεί το χρώμα
γύρισες το βλέμμα σου αλλού στη δίνη μη μπλεχτείς
θα γράψεις για τον έρωτα για βράδια αξημέρωτα
πιάνεις την πένα και μιλάς με μιας ανάμνησης γιορτή
μιας στιγμής ανάσα για να αντέχει η ζωή
ξεστρατισμένα όνειρα στο δώμα του γιαλού
μικρές αποσταξιές πνοής στην άκρη του κενού
δίπλα σου περνά ένα παράπονο με πυρετό που στάζει
μα ..δεν πειράζει
δυο μάτια μελαγχολικά ρωτούν ένα γιατί
ο νους τρέχει σαν άτι να κρυφτεί
δεν το αντέχει απάντηση να βρει
ν απέχει θέλει … σ απόσταση η ψυχή
η πίκρα έστησε χορό στου άγνωστου την πίστα
κι εσύ τα βήματα κοιτάς σαν να ναι πέταλα δροσιάς
αρνείσαι να αναμετρηθείς με όσα δεν μπορείς να δεις
και προσπερνάς.... ότι σου μοιάζει όταν πονάς
δεν πειράζει ..
δένεις σε κόμπους τη λύπη φτιάχνεις με φιόγκους τη χαρά
κλείνεις τις αγωνίες σε κελιά λεύτερη την ανεμελιά
φιλιά με γεύση ανθόμελου κερνάς χείλη σα σκόνη που σκορπάς
κι οι αγκαλιές βουτιές που χουν γκρεμίσει τις καρδιές
τυλίγεις φλασκιά από αμυχές να καλυφτούν οι ουλές
τρέμεις σε άγουρο κλαδί στα φύλλα του ρίχνεις πληγή
κι αν σου χιμήξει η αγανάκτηση μ ορμή
καντήλι ανάβεις τάμα της λησμονιάς πηγή
μα ξέρεις ;πειράζει
να αποφεύγεις τη ζωή να της γυρνάς την πλάτη σα να τανε απάτη
το πείσμα σου κάνε σταυρό καδένα σου τα μάτια του παιδιού
Πέρασες πάλι απ τα γνώριμα στενά
κείνα που κοιτούν τον ήλιο κατάματα
κεντήστρες στου αργαλειού τη βελονιά
λέξεις που γδέρνουν με σπαθιά
στη ρόκα τους το νήμα εξουσιάζει
δεν πειράζει …
αντάμωσες δυο δάκρυα πάνω στο λόφο της ψυχής
τα σκούπισες μη και φανεί το χρώμα
γύρισες το βλέμμα σου αλλού στη δίνη μη μπλεχτείς
θα γράψεις για τον έρωτα για βράδια αξημέρωτα
πιάνεις την πένα και μιλάς με μιας ανάμνησης γιορτή
μιας στιγμής ανάσα για να αντέχει η ζωή
ξεστρατισμένα όνειρα στο δώμα του γιαλού
μικρές αποσταξιές πνοής στην άκρη του κενού
δίπλα σου περνά ένα παράπονο με πυρετό που στάζει
μα ..δεν πειράζει
δυο μάτια μελαγχολικά ρωτούν ένα γιατί
ο νους τρέχει σαν άτι να κρυφτεί
δεν το αντέχει απάντηση να βρει
ν απέχει θέλει … σ απόσταση η ψυχή
η πίκρα έστησε χορό στου άγνωστου την πίστα
κι εσύ τα βήματα κοιτάς σαν να ναι πέταλα δροσιάς
αρνείσαι να αναμετρηθείς με όσα δεν μπορείς να δεις
και προσπερνάς.... ότι σου μοιάζει όταν πονάς
δεν πειράζει ..
δένεις σε κόμπους τη λύπη φτιάχνεις με φιόγκους τη χαρά
κλείνεις τις αγωνίες σε κελιά λεύτερη την ανεμελιά
φιλιά με γεύση ανθόμελου κερνάς χείλη σα σκόνη που σκορπάς
κι οι αγκαλιές βουτιές που χουν γκρεμίσει τις καρδιές
τυλίγεις φλασκιά από αμυχές να καλυφτούν οι ουλές
τρέμεις σε άγουρο κλαδί στα φύλλα του ρίχνεις πληγή
κι αν σου χιμήξει η αγανάκτηση μ ορμή
καντήλι ανάβεις τάμα της λησμονιάς πηγή
μα ξέρεις ;πειράζει
να αποφεύγεις τη ζωή να της γυρνάς την πλάτη σα να τανε απάτη
το πείσμα σου κάνε σταυρό καδένα σου τα μάτια του παιδιού
που μέσα σου κρυφά κοιτά κι ανθίζει της θάλασσας πνοή
σαν μενταγιόν να το φοράς που χει το σχήμα της καρδιάς
ντύσου με μάτια της ψυχής χαραματιά στα εσώψυχα να μπεις
γράψε ένα ποίημα της σιωπής σ άγραφο τόμο μιας κραυγής
τις χούφτες άνοιξε να δεις αλήθειας τα σημάδια
μέσα απ τον πόνο να γελάς να σπάζεις δάκρυα χαράς
να πολεμάς .. να πολεμάς ... για ότι αξίζει ν αγαπάς !
σαν μενταγιόν να το φοράς που χει το σχήμα της καρδιάς
ντύσου με μάτια της ψυχής χαραματιά στα εσώψυχα να μπεις
γράψε ένα ποίημα της σιωπής σ άγραφο τόμο μιας κραυγής
τις χούφτες άνοιξε να δεις αλήθειας τα σημάδια
μέσα απ τον πόνο να γελάς να σπάζεις δάκρυα χαράς
να πολεμάς .. να πολεμάς ... για ότι αξίζει ν αγαπάς !
Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018
Κούφια έδρανα
Κι αφού πια τίποτε
δεν είχε να χάσει από κανέναν
είχε κερδίσει την ασχήμια
κρυμμένη στα πέταλα της ομορφιάς
φόρεσε το στέμμα της νίκης της
σαν άλλη πριγκίπισσα
που έθαψε τόσες αθωότητες
μονάχα για ένα χρυσό δόντι
να λάμπει στα πλοκάμια της
Υποκρισία το όνομά της
βαφτισμένη σε τρύπια κολυμπήθρα
Μέδουσα που γεννά ασπόνδυλα παιδιά
γεννημένα σε κούφια έδρανα
σε σπηλιές ονείρων
να σμίξουν τους μαύρους πόθους
Μονάχα μια θάλασσα την γνώριζε
σ αυτή δεν θα κολυμπούσε ποτέ
Με την ψυχή να τραγουδά
Να μαι λοιπόν και πάλι
κερί τ ανάστημα επάνω το κεφάλι
χτυπούν τα λόγια ανείπωτα
ανάμεσα στο τίποτα
στο τέρμα τα ταρατατζούμ
σε μεγαλείο αλαλούμ
ο επίτροπος με το σπαθί
μετράει το βήμα μη κοπεί
μείον να δώσει στο παρόν
να κόψει λίγο παρελθόν
στήθηκαν και οι αρχηγοί
βγάλαν χαμόγελο γυαλί
χαράζει σαν την σκοτεινιά
γραμμή εισόδου στο πουθενά
εξέδρες τρίζουν κρότος κραυγή
να σπάσει κι άλλο η αντοχή
μετράν οι ξένοι όπλα και πολυβόλα
να αφήσουν τα μισά; ή να τα πάρουν όλα
οι μαριονέτες λικνίζουν το κορμί
εκλιπαρούν για μια σταγόνα ένα φιλί
Μια γαλανόλευκη ακούει μα δε μιλά
ρίχνει σε όλα αυτά μια λοξή ματιά
την ανιστόρητη στολή κοιτάει σε βάθος κι απορεί
γιατί δεν ξήλωσε κουμπιά γυμνοί να μείνουν οι μικροί
την πένα πιάνει κι αρχινά με μαύρα γράμματα γραφή
'' πάψτε βρε αρχοντάδες ..δεν είμαστε ασκέρι που τραβάτε
απέναντι σε κάθε κατακτητή .. το ΟΧΙ το λένε οι Λαοί
''εκείνοι που χουνε καρδιά που ξεψυχά μα δε λυγά
δάκρυ στο αίμα τους κυλά μα στάζουν χαμόγελα φιλιά ''
εσείς ...αθέατοι ...τρανοί ... θα βο(υ)λευτείτε με φυγή
σε κάποιο εξόριστο νησί ...Παρίσι ή Αμερική
μα να φοβάστε ... όταν ανοίγει μια πληγή
οργή ρέει από αυτή ... κλείνει στης νίκης την πηγή
που γεύονται ... μόνο οι δυνατοί !
Να μαι λοιπόν και πάλι
κερί τ ανάστημα επάνω το κεφάλι
χτυπούν τα λόγια ανείπωτα
ανάμεσα στο τίποτα
στο τέρμα τα ταρατατζούμ
σε μεγαλείο αλαλούμ
ο επίτροπος με το σπαθί
μετράει το βήμα μη κοπεί
μείον να δώσει στο παρόν
να κόψει λίγο παρελθόν
στήθηκαν και οι αρχηγοί
βγάλαν χαμόγελο γυαλί
χαράζει σαν την σκοτεινιά
γραμμή εισόδου στο πουθενά
εξέδρες τρίζουν κρότος κραυγή
να σπάσει κι άλλο η αντοχή
μετράν οι ξένοι όπλα και πολυβόλα
να αφήσουν τα μισά; ή να τα πάρουν όλα
οι μαριονέτες λικνίζουν το κορμί
εκλιπαρούν για μια σταγόνα ένα φιλί
Μια γαλανόλευκη ακούει μα δε μιλά
ρίχνει σε όλα αυτά μια λοξή ματιά
την ανιστόρητη στολή κοιτάει σε βάθος κι απορεί
γιατί δεν ξήλωσε κουμπιά γυμνοί να μείνουν οι μικροί
την πένα πιάνει κι αρχινά με μαύρα γράμματα γραφή
'' πάψτε βρε αρχοντάδες ..δεν είμαστε ασκέρι που τραβάτε
απέναντι σε κάθε κατακτητή .. το ΟΧΙ το λένε οι Λαοί
''εκείνοι που χουνε καρδιά που ξεψυχά μα δε λυγά
δάκρυ στο αίμα τους κυλά μα στάζουν χαμόγελα φιλιά ''
εσείς ...αθέατοι ...τρανοί ... θα βο(υ)λευτείτε με φυγή
σε κάποιο εξόριστο νησί ...Παρίσι ή Αμερική
μα να φοβάστε ... όταν ανοίγει μια πληγή
οργή ρέει από αυτή ... κλείνει στης νίκης την πηγή
που γεύονται ... μόνο οι δυνατοί !
Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018
Στην φίλη μου Έφη
Θα θελα να μουν καλλιτέχνης
Ένας ζωγράφος
να ζωγραφίσω την ψυχή σου
Έτσι θα γέμιζε ο τόπος
καταπράσινα λιβάδια
θα χε το χώμα φωνή να τραγουδήσει
για τις ατελείωτες γέννες του
Τα πολύχρωμα παιδιά του
θα λίκνιζαν τα φύλλα τους
φιλώντας στον κόρφο τους
σπόρους από χρωματιστά πανιά
πίνοντας τον καθαρό αγέρα
Ένας γλύπτης
να είχε η σμίλη του, μάτια της καρδιάς σου
δε θα έλειπε η ομορφιά από καμιά αυλή
κι ότι θα φόραγε το σώμα
θα ταν ντυμένο από απαλή υφή
που ακόμα και από τα σκοτάδια
μύρο από γιασεμί θα μύριζε η ανατολή
Ένας μουσικός
να χόρταιναν οι νότες τους χτύπους
κι οι μελωδίες να άπλωναν
τα ασπρόρουχα να φέγγει βάλσαμο
σαν πιάνει γκρίζο με τους παλμούς
να γράφει η μουσική χαρά
κλεμμένη από της ζεστασιάς σου τα νερά
Ένας ποιητής
να μη του λείπει ο ουρανός
στα μάτια σου μόνιμος σύντροφος αγνός
να χει η θάλασσα ,του βυθού σου το φως
κλαδιά ο ήλιος τω βλεφάρων σου ο αδερφός
Μα είμαι μόνο μια καρδιά που μέσα της
χτυπάς γοργά σαν βύσσινο και γιασεμί
που της το χάρισε η ζωή σε μια στιγμή
εκεί στο πάντα στο παντού σε ένα φιλί
που αληθινά γνώρισε φιλία τι θα πει
Να σαι αστέρι μου καλά να ζεις
σαν τα ψηλά βουνά με ένα φιλί
σου στέλνω μια μεγάλη αγκαλιά
και σου χαρίζω αγάπη από καρδιά !
Θα θελα να μουν καλλιτέχνης
Ένας ζωγράφος
να ζωγραφίσω την ψυχή σου
Έτσι θα γέμιζε ο τόπος
καταπράσινα λιβάδια
θα χε το χώμα φωνή να τραγουδήσει
για τις ατελείωτες γέννες του
Τα πολύχρωμα παιδιά του
θα λίκνιζαν τα φύλλα τους
φιλώντας στον κόρφο τους
σπόρους από χρωματιστά πανιά
πίνοντας τον καθαρό αγέρα
Ένας γλύπτης
να είχε η σμίλη του, μάτια της καρδιάς σου
δε θα έλειπε η ομορφιά από καμιά αυλή
κι ότι θα φόραγε το σώμα
θα ταν ντυμένο από απαλή υφή
που ακόμα και από τα σκοτάδια
μύρο από γιασεμί θα μύριζε η ανατολή
Ένας μουσικός
να χόρταιναν οι νότες τους χτύπους
κι οι μελωδίες να άπλωναν
τα ασπρόρουχα να φέγγει βάλσαμο
σαν πιάνει γκρίζο με τους παλμούς
να γράφει η μουσική χαρά
κλεμμένη από της ζεστασιάς σου τα νερά
Ένας ποιητής
να μη του λείπει ο ουρανός
στα μάτια σου μόνιμος σύντροφος αγνός
να χει η θάλασσα ,του βυθού σου το φως
κλαδιά ο ήλιος τω βλεφάρων σου ο αδερφός
χτυπάς γοργά σαν βύσσινο και γιασεμί
που της το χάρισε η ζωή σε μια στιγμή
εκεί στο πάντα στο παντού σε ένα φιλί
που αληθινά γνώρισε φιλία τι θα πει
Να σαι αστέρι μου καλά να ζεις
σαν τα ψηλά βουνά με ένα φιλί
σου στέλνω μια μεγάλη αγκαλιά
και σου χαρίζω αγάπη από καρδιά !
Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018
Κι όπου θερίζει πέλαο
η ηλιόπετρα το άνθος της ορίζει
Η αλμύρα κρύβει το μέλι στο βυθό
κι απ το νεράντζι μια παραστιά το πέρασμα
Στ αντίκρυ λούζεται απάνεμο φτερό
τρατάρει ο βράχος νάμα ψυχής ιερό
η ηλιόπετρα το άνθος της ορίζει
Η αλμύρα κρύβει το μέλι στο βυθό
κι απ το νεράντζι μια παραστιά το πέρασμα
Στ αντίκρυ λούζεται απάνεμο φτερό
τρατάρει ο βράχος νάμα ψυχής ιερό
Μα τούτη η θάλασσα
στιγμή δεν έπαψε να τραγουδά
την αγάπη παίζοντας την άρπα της
κι έτσι δεθήκαν τα δάχτυλα στις χορδές
Ανυπότακτες ρίζες ενάντια στο πουθενά
κουφές στα λόγια του θανάτου
κι ορμήνιες κόκκινης βαφής
στο καβαλέτο αιώνιας στιγμής
Πατημασιές στα ανείπωτα
κι άδουλο νεύμα στο όνομα
στο άγγιγμα και στο διπλό
Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018
Μην αλλάξεις ποτέ
Σ αγαπάω για αυτό που είσαι
Αγαπάω το γέλιο
που μέσα απ τα φύλλα το άκουσα
το άλφα σου που νυχτώνει στα χείλη σου
το αχαλίνωτο που τρέχει μέσα σου
το ήτα σου που μια ατελείωτη
άνοιξη ανθίζει
τη μελαγχολία σου που παίρνει
το χρώμα του δειλινού
τη σιωπή σου που φωτίζει άστρα
να λάμπει ο ουρανίσκος σου
το στόμα σου που βρέχει θάλασσα
τα σύμφωνα σου που αγέρι
στα μαλλιά σου κυλούν
τις αυλακιές σου που μέσα τους
ριζώνουν η ζεστασιά
το ξάστερο του ουρανού
εκείνες τις μικρές τελείες σου
κηλίδες απ το νου της καρδιάς
ακόμη κι εκείνη τη γκριμάτσα σου
που διάβασα στο χάραμα του μπλε
Μην αλλάξεις ποτέ
άσε με να σε βρίσκω την ώρα
που ακολουθώ τον ήλιο !
Σ αγαπάω για αυτό που είσαι
Αγαπάω το γέλιο
που μέσα απ τα φύλλα το άκουσα
το άλφα σου που νυχτώνει στα χείλη σου
το αχαλίνωτο που τρέχει μέσα σου
το ήτα σου που μια ατελείωτη
άνοιξη ανθίζει
τη μελαγχολία σου που παίρνει
το χρώμα του δειλινού
τη σιωπή σου που φωτίζει άστρα
να λάμπει ο ουρανίσκος σου
το στόμα σου που βρέχει θάλασσα
τα σύμφωνα σου που αγέρι
στα μαλλιά σου κυλούν
τις αυλακιές σου που μέσα τους
ριζώνουν η ζεστασιά
το ξάστερο του ουρανού
εκείνες τις μικρές τελείες σου
κηλίδες απ το νου της καρδιάς
ακόμη κι εκείνη τη γκριμάτσα σου
που διάβασα στο χάραμα του μπλε
Μην αλλάξεις ποτέ
άσε με να σε βρίσκω την ώρα
που ακολουθώ τον ήλιο !
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)























