Τετάρτη 18 Μαΐου 2016
Δευτέρα 16 Μαΐου 2016
Κακία
Ποτέ δε θα καταλάβω
ποτέ αληθινά τι ζητούν
οι άνθρωποι απ τον άνθρωπο
Τότε που θέλουν να τραμπαλίζονται
στον πόνο σου και να γελούν
με τη σοδειά τους
να χαίρονται σε κάθε μαχαιριά
πλουτίζοντας
το νυστέρι του εγώ τους
κι έτσι φιλόσοφοι
καθώς γεννιούνται
να σιγοντάρουν το δρόμο
της γραντζουνιάς πλασάροντας
το μεγαλείο της αυτούσιας
γενναιότητας του ξέρω τους
Τίποτε δε φοβήθηκα
πιότερο απ τον άνθρωπο
Κι εσυ Θεε μου
που μ αγάπη τον έπλασες
πως άφησες το βλέμμα σου
στο διάολο χαιρέκακα να κοιτάει;
ποτέ αληθινά τι ζητούν
οι άνθρωποι απ τον άνθρωπο
Τότε που θέλουν να τραμπαλίζονται
στον πόνο σου και να γελούν
με τη σοδειά τους
να χαίρονται σε κάθε μαχαιριά
πλουτίζοντας
το νυστέρι του εγώ τους
κι έτσι φιλόσοφοι
καθώς γεννιούνται
να σιγοντάρουν το δρόμο
της γραντζουνιάς πλασάροντας
το μεγαλείο της αυτούσιας
γενναιότητας του ξέρω τους
Τίποτε δε φοβήθηκα
πιότερο απ τον άνθρωπο
Κι εσυ Θεε μου
που μ αγάπη τον έπλασες
πως άφησες το βλέμμα σου
στο διάολο χαιρέκακα να κοιτάει;
Παρασκευή 13 Μαΐου 2016
Γυμνή ψυχή
Ξεμάκραινα τόσο από την ακτή
που κύμα αλαφροΐσκιωτο μύριζε
να πλέει στα σωθικά μου
Κλείσανε τα κοχύλια τους
τα μαργαριτάρια μη και γεμίσουν
την άμμο της συνήθειας
Κείνα τα βότσαλα αναζητώ
που χαϊδεύουν την αλμύρα
να γεννηθεί το ανάγλυφο
ζουμερό ρόδι της αλήθειας
Μη και με ψάχνεις στους πίνακες
στάζει ακόμη το ειναι μου
στις πινελιές των χρωμάτων !
που κύμα αλαφροΐσκιωτο μύριζε
να πλέει στα σωθικά μου
Κλείσανε τα κοχύλια τους
τα μαργαριτάρια μη και γεμίσουν
την άμμο της συνήθειας
Κείνα τα βότσαλα αναζητώ
που χαϊδεύουν την αλμύρα
να γεννηθεί το ανάγλυφο
ζουμερό ρόδι της αλήθειας
Μη και με ψάχνεις στους πίνακες
στάζει ακόμη το ειναι μου
στις πινελιές των χρωμάτων !
Πέμπτη 12 Μαΐου 2016
Μυρουδιά καλοκαιριού
Άκουγα
το
τραγούδι των αστεριών
δυο
μικρές πανοπλίες
έκλειναν
μέσα τους
το
νόημα της σιωπής μου
αντάριαζε
το αίμα μου
στην
αύρα της ανάσας σου
ερχόσουν
σαν
μυρουδιά καλοκαιριού
που
ανοίγεται στο αγέρι
όπως
το τύλιγμα του ήλιου
στη
δροσιά της άνοιξης
σε
περίμενα
άνθιζε
το περβάζι του ονείρου
στο
πέρασμα της σκιάς σου
φύτρωναν
χιλιόχρωμα φιλιά
ήρθες
σαν σπόρος στη γη μου
κι
έγινες .. ανάσα και ζωή μου!
Τετάρτη 11 Μαΐου 2016
Απολογισμός
Δεν το φοβάμαι το θεριό
που λένε χρόνο ακριβόμα εκείνο που φοβάμαι
μη έρθει στέρφα η στιγμή
στηθεί μπροστά μου η ψυχή
γυμνή , διάφανη , πικρή
περιμένοντας
συγνώμη να ζητήσω
τη θλίψη της να σβήσω
για όλα όσα πίστεψα
τα χρόνια της που λήστεψα
τα όνειρα που της χρέωσα
για όλα εκείνα τα γιατί ;
που έψαχνα μέσα σ ’ αυτή !
Κάποτε ψυχή μου
Κάποτε θα μπορώ
να σε κοιτάξω στα μάτια
αφήνοντας τη θάλασσα μου
να κυλήσει στο πέλαο σου
θα μπορώ να σου μιλήσω
γιατί σ άφησα να φύγεις
κέντησα την αγάπη μου
σε ένα κλειστό κελί
κι αυτό έσπασε τις κλειδωνιές του
κι απλώθηκε σαν κισσός
να προστατέψει το σώμα
της ψυχής στο απέραντο
κάποτε αγάπη μου θα δεις
πόσο πολύ σ αγάπησα
που τίποτε από μένα δεν έμεινε
παρά μονάχα η λευκή σου σκιά
να συντροφεύει τις νύχτες μου
στη χειμωνιά της ζωής μου
μην τρομάξεις ζωή μου
άφησα το αστέρι μου να σιγοτραγουδά
τη μελωδία της αγάπης
κείνο ξέρει πως ειναι να ζω
μαζί και χώρια σου
ανάσα και πνιγμός μου
κάποτε ψυχή μου θα δεις
πως όλα τα χωρά η αγάπη
ακόμη και το μακρυά
αρκεί να βλέπει
δυο λατρεμένα μάτια
να περπατούν στον ήλιο
με βλέφαρα που λάμπουν από χαρά!
να σε κοιτάξω στα μάτια
αφήνοντας τη θάλασσα μου
να κυλήσει στο πέλαο σου
θα μπορώ να σου μιλήσω
γιατί σ άφησα να φύγεις
κέντησα την αγάπη μου
σε ένα κλειστό κελί
κι αυτό έσπασε τις κλειδωνιές του
κι απλώθηκε σαν κισσός
να προστατέψει το σώμα
της ψυχής στο απέραντο
κάποτε αγάπη μου θα δεις
πόσο πολύ σ αγάπησα
που τίποτε από μένα δεν έμεινε
παρά μονάχα η λευκή σου σκιά
να συντροφεύει τις νύχτες μου
στη χειμωνιά της ζωής μου
μην τρομάξεις ζωή μου
άφησα το αστέρι μου να σιγοτραγουδά
τη μελωδία της αγάπης
κείνο ξέρει πως ειναι να ζω
μαζί και χώρια σου
ανάσα και πνιγμός μου
κάποτε ψυχή μου θα δεις
πως όλα τα χωρά η αγάπη
ακόμη και το μακρυά
αρκεί να βλέπει
δυο λατρεμένα μάτια
να περπατούν στον ήλιο
με βλέφαρα που λάμπουν από χαρά!
Τρίτη 10 Μαΐου 2016
Γευσιγνώστες
Ένας σάκος
από λόγια του ανέμου
σαν πολύχρωμο αερόστατο
που έψαχνε
το θαυμασμό της εικόνας
το άψυχο χειροφίλημα
κι εκείνα
τα νιόβγαλτα σπαρτά
πλάι τους
μόλις που ψήλωναν
τα βράδια
που παρόν δηλώναν
τι όμορφα που μιλούσαν
μέσα απ το χώμα τους
γευσιγνώστες ψυχής
καταπίνοντας την επιφάνεια
πίνανε το μέλι του ουρανίσκου
και πως ''τότε'' μύριζε αγάπη
'' στα υπόγεια ειναι η θέα ''
από λόγια του ανέμου
σαν πολύχρωμο αερόστατο
που έψαχνε
το θαυμασμό της εικόνας
το άψυχο χειροφίλημα
κι εκείνα
τα νιόβγαλτα σπαρτά
πλάι τους
μόλις που ψήλωναν
τα βράδια
που παρόν δηλώναν
τι όμορφα που μιλούσαν
μέσα απ το χώμα τους
γευσιγνώστες ψυχής
καταπίνοντας την επιφάνεια
πίνανε το μέλι του ουρανίσκου
και πως ''τότε'' μύριζε αγάπη
'' στα υπόγεια ειναι η θέα ''
Δευτέρα 9 Μαΐου 2016
Αυγερινός
Θεριέψαν τα χρόνια
θέρισαν τα στάχυα
χρυσόφτερα
να λιάζονται στον κάμπο
Το μίτο της Αριάδνης
γύρεψα
να σπάσω το λαβύρινθο
που έκλεινε της τριανταφυλλιάς
τα μπουμπούκια στο κελί του δρόμου
Μα εκείνο το τραγούδι
μακριά του με πήρε
κι αλάργεψα
στον κήπο της ροδιάς μου
να μετρώ το δείλι
στις φλέβες του αυγερινού !
θέρισαν τα στάχυα
χρυσόφτερα
να λιάζονται στον κάμπο
Το μίτο της Αριάδνης
γύρεψα
να σπάσω το λαβύρινθο
που έκλεινε της τριανταφυλλιάς
τα μπουμπούκια στο κελί του δρόμου
Μα εκείνο το τραγούδι
μακριά του με πήρε
κι αλάργεψα
στον κήπο της ροδιάς μου
να μετρώ το δείλι
στις φλέβες του αυγερινού !
Σάββατο 7 Μαΐου 2016
Δίδυμος ανθός
Να γιατί σε λατρεύω
Γιατί τίποτε μικρό δε σου μοιάζει
Τράνεψε ο ουρανός στα μάτια σου
κι η θάλασσα μίκραινε στο βλέμμα σου
Γιατί που σιωπώ με ακούς
κι η ζεστασιά μου στην αγκαλιά σου μίλησε
Γιατί σε φύλαγα σαν κόκκινο
γαρίφαλο στη μήτρα μου
κι η ευωδιά της ρίζας σου έρωτας μου έγινε
Τα πανιά μου ανοίγω κι η πυξίδα μου γίνεσαι
στη ρότα μου φιλάς το φάρο των χειλιών
Να γιατί ρόδο σε βάφτισα
Να ραντίζεις τη γη με το μιλητό σου
Τρυφεράδα ανέμου σου χάρισα
Στα πέταλα των χεριών σου να φυτρώνουν
ανεμώνες χρωμάτων
Να γατί τόσο σε νοιάζομαι
Το βελούδο της σκέψης σου τραγουδά
της στοργής το λυχνάρι δίχως ύψος
μονάχα με τη νότα της ψυχής
Να γιατί σ αγαπώ ..
γιατί από σένα μαθαίνω εμένα
κι αντανακλώ σαν νούφαρο
Στη γειτονιά του βυθού σου
Γύρισες στη σπηλιά σου
λύκος ή αρνί ,σύμπλεγμα και των δύό
Ασκητής που φόρεσε τον κόσμο στις πλάτες
να γνωρίσει το σύμπαν.
Καλά είσαι εδώ στα γνώριμα σου
αυτά κανείς δεν μπορεί να σου τα πάρει
όμορφα που στρώθηκε ο ήλιος στο δώμα σου
μήτε τον νοιάζουν οι νοτισμένοι τοίχοι
ξέρει καλά θα αρχίσει να τους μιλά
κι έτσι σιγά σιγά θα στεγνώσουν
α!!! πως χορεύουν οι άνοιξες των χρόνων σου
μικρές μπαλαρίνες που παίζουν στη σκιά της αντηλιάς
Γύρισες τόσους τόπους κι όλα στα χέρια τα κράτησες
που τίποτε δεν ήταν δικό σου
Κι εκείνο το φεγγάρι πως πάντα πίσω σου γυρνούσε
πιστός θεατής του κόσμου σου
Κελάηδησες σαν άλλος αποστάτης της φωνής
κυνηγώντας τη νότα που έπλεε στο γρασίδι
Τίποτε πιότερο δε ζήτησες παρά ένα καθάριο νερό
να σου δροσίζει το νου την ώρα που περνά η λαλιά του
στο άπιαστο . Γέλασες με κείνα τα σκαθάρια
που άκουσες να παίζουν στην αυλή της λίμνης
έτρεξες με τα νούφαρα παίζοντας κρυφτό
στις καλαμιές των ονείρων.
Στο πέλαο περπάτησες τα μίλια σου
α!! όμορφος κόσμος ντυμένος αντάρτης
έτοιμος να κόψει τη σκιά .
Σαν άλλος μαχητής που με μια χούφτα χόρτο
παλεύει την ξερολιθιά .
Τόσα που έμαθες που τίποτε δεν ξέρεις
Κείνους τους ποιητές παλιούς παραμυθάδες
στοίβαξες στο στέρνο άμα ξεχνιέσαι να σε ξυπνούν .
Τους έκαμες σπαθιά , σφεντόνες τις νυχτερίδες να χτυπούν
κι όπου βαρούν τα κύματα το κάλμα σου να συναντούν
Να γυρνάς να γυρνάς να περνάς τη γειτονιά του βυθού σου
ανάσες να πίνεις κι ύστερα πάλι να ξεκινάς
να.. έτσι ξεντύνεται η ζωή αλλάζει χρώματα μια δύση
μια ανατολή μα εσυ να μην ξεχνάς στην ενδοχώρα
της ψυχής κρατάς τα ρούχα που φοράς !
λύκος ή αρνί ,σύμπλεγμα και των δύό
Ασκητής που φόρεσε τον κόσμο στις πλάτες
να γνωρίσει το σύμπαν.
Καλά είσαι εδώ στα γνώριμα σου
αυτά κανείς δεν μπορεί να σου τα πάρει
όμορφα που στρώθηκε ο ήλιος στο δώμα σου
μήτε τον νοιάζουν οι νοτισμένοι τοίχοι
ξέρει καλά θα αρχίσει να τους μιλά
κι έτσι σιγά σιγά θα στεγνώσουν
α!!! πως χορεύουν οι άνοιξες των χρόνων σου
μικρές μπαλαρίνες που παίζουν στη σκιά της αντηλιάς
Γύρισες τόσους τόπους κι όλα στα χέρια τα κράτησες
που τίποτε δεν ήταν δικό σου
Κι εκείνο το φεγγάρι πως πάντα πίσω σου γυρνούσε
πιστός θεατής του κόσμου σου
Κελάηδησες σαν άλλος αποστάτης της φωνής
κυνηγώντας τη νότα που έπλεε στο γρασίδι
Τίποτε πιότερο δε ζήτησες παρά ένα καθάριο νερό
να σου δροσίζει το νου την ώρα που περνά η λαλιά του
στο άπιαστο . Γέλασες με κείνα τα σκαθάρια
που άκουσες να παίζουν στην αυλή της λίμνης
έτρεξες με τα νούφαρα παίζοντας κρυφτό
στις καλαμιές των ονείρων.
Στο πέλαο περπάτησες τα μίλια σου
α!! όμορφος κόσμος ντυμένος αντάρτης
έτοιμος να κόψει τη σκιά .
Σαν άλλος μαχητής που με μια χούφτα χόρτο
παλεύει την ξερολιθιά .
Τόσα που έμαθες που τίποτε δεν ξέρεις
Κείνους τους ποιητές παλιούς παραμυθάδες
στοίβαξες στο στέρνο άμα ξεχνιέσαι να σε ξυπνούν .
Τους έκαμες σπαθιά , σφεντόνες τις νυχτερίδες να χτυπούν
κι όπου βαρούν τα κύματα το κάλμα σου να συναντούν
Να γυρνάς να γυρνάς να περνάς τη γειτονιά του βυθού σου
ανάσες να πίνεις κι ύστερα πάλι να ξεκινάς
να.. έτσι ξεντύνεται η ζωή αλλάζει χρώματα μια δύση
μια ανατολή μα εσυ να μην ξεχνάς στην ενδοχώρα
της ψυχής κρατάς τα ρούχα που φοράς !
Πέμπτη 5 Μαΐου 2016
Μη λυπάσαι
Μη λυπάσαι
κείνους που κοίταξαν
τον πόνο κατάματα
γραντζούνισαν
τα χέρια τους πάνω του
κόψαν
τα κύτταρα τους
στις ουλές
βύζαξαν
το μαστό του
με ματωμένα χείλη
τούτοι θα βρουν
το δρόμο που διψά η χαρά
κι ότι ποθούν
θα το κερδίσουν
τραβώντας του ήλιου
τα φτερά
μονάχα αυτούς
που τρόμαξαν
και στη σκιά του μόνο
και κρύφτηκαν
σε πινελιές
που δειχναν άδειο νόμο
τούτους
να τους λυπάσαι
που ίσκιοι μείνανε δειλοί
δεν έμαθαν
πως πιότερο γλυκό φιλί
δεν έχει
από την αστραπή
που πέρασε και χάθηκε
στου ουράνιου τόξου
τη μορφή !
κείνους που κοίταξαν
τον πόνο κατάματα
γραντζούνισαν
τα χέρια τους πάνω του
κόψαν
τα κύτταρα τους
στις ουλές
βύζαξαν
το μαστό του
με ματωμένα χείλη
τούτοι θα βρουν
το δρόμο που διψά η χαρά
κι ότι ποθούν
θα το κερδίσουν
τραβώντας του ήλιου
τα φτερά
μονάχα αυτούς
που τρόμαξαν
και στη σκιά του μόνο
και κρύφτηκαν
σε πινελιές
που δειχναν άδειο νόμο
τούτους
να τους λυπάσαι
που ίσκιοι μείνανε δειλοί
δεν έμαθαν
πως πιότερο γλυκό φιλί
δεν έχει
από την αστραπή
που πέρασε και χάθηκε
στου ουράνιου τόξου
τη μορφή !
Τετάρτη 4 Μαΐου 2016
Τρίτη 3 Μαΐου 2016
Άγγιγμα
Αγκάλιασα τα μάτια σου
Πάνω μου έγειραν
σαν μικρές πεταλούδες
που τη φλούδα τους ψάχνουν
να στηρίξουν τα φτερά τους
Τα άκουγα να μου μιλούν
αυτά τα μικρά σκαθάρια
που πιότερο
καθάριους ωκεανούς δεν είδα
σπίθωναν τα πέταλα τις γαζίας
κι άναβαν τον ήλιο
στο κούμπωμα τους
Ακούμπησα τα χείλη μου
στις ζεστές τους μπιζουτιέρες
Μερώστε λατρεμένα μου
Σάββατο 23 Απριλίου 2016
Να τραγουδώ στον ουρανό
Ξόδεψα τόση αγάπη
μετρώντας μονάχα
ξύλινα χαμόγελα
στις χαρακιές
της φωτιάς
Τίποτε πια δε θέλω
παρά μονάχα
μια παπαρούνα
να ζεσταίνει τα όνειρά μου
μια χούφτα λευκού αέρα
να ανασαίνω στο φως
και μια πένα
να ζωγραφίζει
τη λίμνη της αλήθειας
ακούγοντας
την γλώσσα των κοραλλιών
από βυθό ψυχής
άγνωστου τόπου
χωρίς διεύθυνση
και δίχως αριθμό
να τραγουδώ
στον ουρανό
αγγίζοντας άδολο θεό!
μετρώντας μονάχα
ξύλινα χαμόγελα
στις χαρακιές
της φωτιάς
Τίποτε πια δε θέλω
παρά μονάχα
μια παπαρούνα
να ζεσταίνει τα όνειρά μου
μια χούφτα λευκού αέρα
να ανασαίνω στο φως
και μια πένα
να ζωγραφίζει
τη λίμνη της αλήθειας
ακούγοντας
την γλώσσα των κοραλλιών
από βυθό ψυχής
άγνωστου τόπου
χωρίς διεύθυνση
και δίχως αριθμό
να τραγουδώ
στον ουρανό
αγγίζοντας άδολο θεό!
Πέμπτη 21 Απριλίου 2016
Σαράκι
Πως θέλω να ξυπνήσω μια μέρα
κι όλα να ναι όπως τότε
Όταν ανέμελα βάδιζαν
οι σκέψεις μου στα μάτια σου
Μου έβγαινε εκείνο το παιδί
που ζητούσε με λαχτάρα να πέσει
στην αγάπη σου, με χίλια φιλιά
να μετρά το στόμα το μέτωπο
τα χέρια , τα κυτταρα σου
Να δω το ηλιοβασίλεμα
να περνά απ το βλέμμα σου
στο βλέμμα μου και να χάνομαι
στον καταρράχτη της αγάπης
λουσμένη από σένα.
Να σου δίνω τόσα
που πάντα να μου βγαίνουν λίγα
κι εγώ να αναζητώ τα αερικά
τα ξόρκια να μου πουν
κει να που στη ψυχή σου μόνο να γελούν.
Κι ύστερα ήρθαν εκείνες οι φωτιές
να σιγοκαίνε τα σωθικά μου
εκείνα τα αγκάθια αμφιβολίες
που από σένα φυτεύτηκαν.
Και που δεν έκανες
τίποτε να ξεριζώσεις
κι ήρθαν και γίνηκαν σαράκι
Κι ας ήξερα τι μέτρησες
πάνω από μας
τι άξιζε τόσο απ την αλήθεια
της αγάπης μας
γιατι μ άφησες να παλεύω
μόνη μου ;
Όχι ψυχή μου έβλεπα σε σένα εμένα
δεν ειμασταν δυο ..υπήρχα με δυο
και ζούσαμε το ένα .
Και να που τώρα εδώ με σπασμένα φτερά
να αναπολώ που γέννησα το γέλιο μου
Σάββατο 16 Απριλίου 2016
Αγριολούλουδο
Όλα μακραιναν τόσο
που θαρρείς κι αλλού ξεχνιόταν το πέλμα μου
κι αλλού ακολουθούσε η γάμπα .
Στις μύτες πατούσα το πράσινο χορτάρι
κι ότι πίσω μου έμενε σαν να μη με είδε
Κατέβαινα να γνωρίσω τον κορμό που φύλαγε
τα ξέμπαρκα φυντάνια , τους αρχοντορεμπέτες
που με τα χέρια στις χάντρες μετρούσαν
τ΄ αντρίκιο ζεϊμπέκικο που με θάρρος διάβαζε τον καιρό
ήθελα να μαι κείνο το αγριολούλουδο που ξέρει
πως μυρουδιά δεν έχει μα χαρίζεται με νάζι
να δω το κυκλάμινο που περίμενε
στου βράχου τη σχισμάδα να ροδίσει ο ήλιος
να ξεκινήσουν οι ορχήστρες της τουλίπας .
Τίποτε που γνώριζα δικό μου δεν ήταν
κι όλα στα χέρια μου τα κράτησα .
Ταχιά μου άδειασαν το τάσι της παραμάνας γωνιάς
που με έδενε στο λώρο της
Βαριά με κοίμιζαν τα σχοινιά της άρπας στην κούνια τους
α !!! το όνειρό μου το όνειρό μου στις πλάτες μου ακουμπούσε
να φτάσει να τυλίξει ανάμεσα στις γραμμές και στις μουντζούρες μου
πολύχρωμα μπαλόνια να θρυμματίζουν το γκρίζο
Θα περπατήσω φώναξα της γαριφαλιάς θα περπατήσω
στα πέλαγα του νου με πιέτες απερίσπαστες απ την ψυχή
Να ..έτσι όπως μου φτάνει να κοιτώ
κεινον τον αποσπερίτη που πάντα πλαγιάζει στο στήθος μου
και πόση αγάπη πάνω του έσπειρα να νιώθει το φιλί μου !
που θαρρείς κι αλλού ξεχνιόταν το πέλμα μου
κι αλλού ακολουθούσε η γάμπα .
Στις μύτες πατούσα το πράσινο χορτάρι
κι ότι πίσω μου έμενε σαν να μη με είδε
Κατέβαινα να γνωρίσω τον κορμό που φύλαγε
τα ξέμπαρκα φυντάνια , τους αρχοντορεμπέτες
που με τα χέρια στις χάντρες μετρούσαν
τ΄ αντρίκιο ζεϊμπέκικο που με θάρρος διάβαζε τον καιρό
ήθελα να μαι κείνο το αγριολούλουδο που ξέρει
πως μυρουδιά δεν έχει μα χαρίζεται με νάζι
να δω το κυκλάμινο που περίμενε
στου βράχου τη σχισμάδα να ροδίσει ο ήλιος
να ξεκινήσουν οι ορχήστρες της τουλίπας .
Τίποτε που γνώριζα δικό μου δεν ήταν
κι όλα στα χέρια μου τα κράτησα .
Ταχιά μου άδειασαν το τάσι της παραμάνας γωνιάς
που με έδενε στο λώρο της
Βαριά με κοίμιζαν τα σχοινιά της άρπας στην κούνια τους
α !!! το όνειρό μου το όνειρό μου στις πλάτες μου ακουμπούσε
να φτάσει να τυλίξει ανάμεσα στις γραμμές και στις μουντζούρες μου
πολύχρωμα μπαλόνια να θρυμματίζουν το γκρίζο
Θα περπατήσω φώναξα της γαριφαλιάς θα περπατήσω
στα πέλαγα του νου με πιέτες απερίσπαστες απ την ψυχή
Να ..έτσι όπως μου φτάνει να κοιτώ
κεινον τον αποσπερίτη που πάντα πλαγιάζει στο στήθος μου
και πόση αγάπη πάνω του έσπειρα να νιώθει το φιλί μου !
Τρίτη 12 Απριλίου 2016
Πως πάντα σε ήξερα
Ένοιωσα την ανάγκη να θυμηθώ
πότε ..πότε ήταν εκείνη η πρώτη φορά
Η πρώτη φορά που ένιωσα εκείνο το σκίρτημα
Αυτό που με τρόμαξε γιατί τόσο επιβλητικά
μου φώναξε .. ήρθα και θα μείνω .
Πότε ναταν τότε που χελιδόνι πετούσα στα κλαριά
κι έχτιζες τη φωλιά που με περίμενε;
ναταν κείνη η ζεστή γωνιά που φύλαγε η σκιά μου
να ανταμώσει το άστρο της ;
να ταν κεινη η ψυχή μου που διψούσε να στάξει τα χείλη μου
πίνοντας το φιλί σου ..
Α!!! μήτε που ξέρω . νομίζω πως πριν γεννηθώ
σ είχα δει να περπατάς στα κυτταρα μου
Κι ύστερα γεννιόμουν κάθε φορά που σε κοίταζα
Ναι .. ναι σε βάφτισμα σκίρτημα σε φώναξα έρωτα
κι ύστερα σε μεγάλωσα αγάπη .
Πως πάντα σε ήξερα που ποτέ δε σε είδα
κι εκεί που σκαρφαλώνεις να πιάσεις τα φύλλα μου
δέντρο σου γίνομαι κι ανοίγω τα κλαδιά μου να σ αγκαλιάσω
Σε φτάνω εκεί που ξέθωρο τίποτε δε φυτρώνει
χρωματίζω τον άνεμο να πνέει την ανάσα σου
Ναι τώρα το ξέρω .. ήρθες για να μείνεις
ακόμη κι αν δεν πέρασες ποτέ τα σκαλιά μου
κι αν σαν άπιαστο πετάς εγώ έτσι θα σε κρατώ
Φιλί φιλί στο όνειρο κείνο που ερωτευμένη είμαι
Πέμπτη 7 Απριλίου 2016
Τρίτη 5 Απριλίου 2016
Αμίλητα
Πόσα
κόκκινα χρόνια
αμίλητα ταξίδια
αχώριστα χείλη
που γεύονται
την αλμύρα
πόσες
ανείπωτες ώρες
χέρι με χέρι
λευκές σκιές
να πολεμούν
το άστατο του αέρα
κι εκείνη η λέξη
πεισματικά
κλειδωμένη στα έγκατα
μη και τρομάξει
το όνειρο και χαθεί
μη σβήσει η ζωή
ποιος πρώτος
θα σπάσει τη σιωπή
ποιος σε άτοπους καιρούς
να αγγίξει το κλειδί
για να σε ελευθερώσει
αγάπη .. μοναδική !
κόκκινα χρόνια
αμίλητα ταξίδια
αχώριστα χείλη
που γεύονται
την αλμύρα
πόσες
ανείπωτες ώρες
χέρι με χέρι
λευκές σκιές
να πολεμούν
το άστατο του αέρα
κι εκείνη η λέξη
πεισματικά
κλειδωμένη στα έγκατα
μη και τρομάξει
το όνειρο και χαθεί
μη σβήσει η ζωή
ποιος πρώτος
θα σπάσει τη σιωπή
ποιος σε άτοπους καιρούς
να αγγίξει το κλειδί
για να σε ελευθερώσει
αγάπη .. μοναδική !
Δευτέρα 4 Απριλίου 2016
Κυριακή 3 Απριλίου 2016
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




























