Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

Να ακούς με την καρδιά
Ακούς;

Ξέρεις  σε τούτη τη γωνιά
γεννιούνται ατίθασες καμπάνες
σμιλεύουν σταλιά σταλιά
στην πέτρα τα λουλούδια
τα πιο όμορφα τραγούδια

στο θρόισμα των φύλλων
γέρνουν γλυκά τα βήματα
της φλογέρας,  στη μουσική
του νιώθω

Τίποτε πιότερο από το φως της καρδιάς
τούτος ο ήλιος βαθιά φεγγοβολάει
Ήσυχα που ναι στους χτύπους της
Η θάλασσα δεν λησμονεί
ακόμη πετά τα φλόγιστρα της

κι εκεί που θαρρείς  πως στο κουκούλι
μίκραιναν  τα φτερά της πεταλούδας
μεγαλώνουν  στα χείλη του φιλιού
τόσο που στη χούφτα κρατούν  ουρανό

οι ηλιόπετρες στοιβάζουν τις σπίθες τους
στα αλωνάρια της άσβηστης φλόγας
συνοδοιπόροι που γελούν με μάτια
μικροί ακροβάτες  που κλείσανε τον κόσμο
μαθαίνοντας τα αλφαβητάρι της πνοής

Ξέρεις σε τούτο το νησί
οι άνθρωποι μεγαλώνουν μικροί
κι έτσι δε λείπει το απλό κλωνάρι
που ζεσταίνει το δέντρο
και το χρυσοφυλλο πέφτει  απαλά

γλυκό από νεράντζι  αγκαλιά
κι ατέλειωτη η μοιρασιά
από αηδονιού φτερά
να παίρνει ο δρόμος ευωδιά

Να ακούς με την καρδιά
Ακούς;








Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018

Τώρα που όλα τα γράμματα 
της μέρας σβήσαν 
οι μουντζούρες , 
τα ρόδινα τερτίπια 
κι οι απλωτές ροδιές 
Τώρα που πήραν 
τα σύννεφα τη μυρουδιά 
του γιασεμιού 
χαμήλωσε τα φώτα 
να ανάψει το κερί της καρδιάς 
κι άσε να απαλύνει 
το βελούδινο στρώμα της ψυχής
δίχως το άνυδρο τυλιχτάρι.
Γυμνά πετούν πιο όμορφα 
τα αληθινά να αγγίξουν την αγάπη  ! 

Ηχώ τιμής

Ξύπνησε πρωί  έτσι όπως ξυπνούν τα μάτια μιας κάποιας ηλικίας 
Τι άχαρη γλώσσα κι αυτή. Και επειδή βαδίζει ο χρόνος ;βρίσκει χαλινάρια η καρδιά; Μωρέ τούτη εχει μια μνήμη πεταλούδα κι όπου θέλει πετά με μια της δρασκελιά.Κάθε χρόνο τούτη η μέρα δάγκωνε τα στήθια Κι αυτός για να κρύψει τη μελανιά τους φίλους καλούσε.Κιτρινισμένες σελίδες μα ακόμη στα αυτιά του τσίριζαν οι ρόδες , απ τα ξέφρενα γεμάτα παραλογισμό κι αδέσποτη τρέλα κείνων των παρανοϊκών που με τα σιρίτια τους όριζαν τον κόσμο, με σύνορα τον άνθρωπο απ τον άνθρωπο. Φωνές, κραυγές κι εκείνα τα ποδοβολητά χτυπήματα αλόγου θαρρείς που ανοιγοκλειναν τα παντζούρια. Ποια να ταν τα πεσμένα σώματα στην άσφαλτο;.Νύχτα χωρίς ταυτότητα.Α να κι ο Δημήτρης. Ήσυχο παιδί παιδικός φίλος .Μονάχα με κανένα ματς ακουγόταν λίγο πιότερο η φωνή του. Μα κείνο το βράδυ που τον κυνήγαγαν οι μπάτσοι χωρίς δισταγμό τον άκουσε να του λέει, έλα μέσα μωρέ εμένα δε θα με ψάξουν. Κι ύστερα πως θυμόταν κείνο το σταματημένο δάκρυ του, που την άσχημη Τετάρτη μπουζουριάζαν τον Μηνά .Μετά ήρθαν τα σφαγεία. Λευκές πόρτες κάτω απ τα μάτια του ήλιου.Στο φως της μέρας το αίμα έτσι ώστε στο σφύριγμα της νύχτας να θρέψει το χώμα κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.Ακόμα φαγούριζε στα πόδια η αρμύρα απ τη Μακρόνησο κι η μαδημένη φλογέρα του Κωστή μουρμούριζε στα αυτιά . Κείνα τα γλέντια του θάρρους τραγούδαγαν σιγανά μέσα του. Η λευτεριά είναι σχολειό. Και πόσα σχολειά αλλάξαν .Άλλα αναλφάβητα μειναν ,άλλα έγραψαν στους τοίχους κι άλλα σώπασαν στα καινούργια παπούτσια.  Μα για τον Μηνά ανορθόγραφα σινιάλα μείναν .Φόρος τιμής στα αδέρφια η θύμηση .Όχι από κείνους με τα υποκριτικά στεφάνια στα χέρια της φόνισσας κληρονομιάς μα με το προσκύνημα του κόκκινου γαρύφαλλου ,
τούτο το άλμπουμ και τον μικρό εγγονό στην αγκαλιά ,που άκουγε ένα αληθινό παραμύθι κι ανέβαζε τους ήρωες του στα βουνά ,τους βάφτιζε πειρατές της θάλασσας και λύκους που φιλούσαν τις κοκκινοσκουφίτσες με την ελπίδα στα μαλλιά.Αλέξη να θυμάσαι να αγαπάς τον άνθρωπο. Γιατί παππού; Για να μη γίνεις ποτέ φασίστας.Τι είναι φασίστας παππού; Αυτός που δεν υπολογίζει τη ζωή  και μισεί τον  κόσμο γιέ μου.Κλείνοντας το άλμπουμ ο μικρός Μηνάς προσέχοντας τα λουλούδια στο βάζο του τραπεζιού όλος χαρά φώναξε.Κοίτα .. κοίτα παππού μια πασχαλίτσα εκεί στα φύλλα. Σαν εγγαστρίμυθος βάτραχος ακούστηκε ο Μηνάς .Να για τούτο άξιζε ο δρόμος για τούτο αξίζει να χει φωνή το όνειρο.
Γιατί κάθε φορά θα έρχεται ο ήλιος γιατί πίσω απ όλες τις εποχές φτεροκοπά μια άνοιξη! 



Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

Μια κουταλιά θάλασσα 
κι εκείνο το ζεστό πιοτί 
στα φύλλα της γλυκά πως με μεθά !


Πόσο μου μοιάζεις πόσο σου μοιάζω  

Σε μια άνοιξη νόθα ψάχνεις στάχυα αυγής 
γεννημένη στ αμπάρι περασμένου καιρού
στο μετά σου κουβαλάς δυο σπόρους ζωής 
να φυτέψεις τον ήλιο χρυσαφένιου βολβού

πόσοι τάχα νομίζαν πως σε είχανε μάθει 
χαραγμένοι οι δρόμοι στο βυθό των ματιών
μα η άμυνα σου των χρωμάτων τα πάθη
κι ένα γέλιο να σώνει τις πηγές των ευχών

στο σταθμό σου βαδίσαν τρίαινες μιας ουλής
σεργιανίσαν ανταύγειες μολυβένιας στιγμής
τραγουδούσες στ αγέρι μιας μικρής αμυχής 
οδηγούσες τις νότες σε καρνάγιο ψυχής 

πόσοι τάχα πως σε είδαν νομίζαν 
κρεμασμένη μαρκίζα στο δικό τους νυχτέρι 
να κρατάς ότι εκείνοι χρόνια γκρεμίζαν 
να φορτώνεις το κρίμα στο δικό τους μαχαίρι

μια ειρωνεία μονάχα σε κοιτάει βαθιά
κι είναι εκείνη που πάντα σε κρατά σταθερά
το βιός σου όλο αγάπη πουχει νοιώσει η καρδιά 
κι απλόχερα αφήνει να γλιστρά στα νερά 

κι εσύ που νομίζεις πως σε εμένα εσένα κοιτάς 
στα δικά μου αγγεία χτυπάς μα εσύ πολεμάς 
κι αν εμένα νε χάσω μην τρομάξεις φτάνει μόνο

να δεις το δικό σου τ αχνάρι για να ρθεις να με βρεις !






Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018

Κι όταν όλα σωπαίνουν 
τούτες οι μικρές 
καμπάνες στο στήθος
μια φλογέρα ακούν 
να μουρμουρά την αγάπη

φορούν το νυχτικό 
των πουλιών κι αγκαλιάζονται 

Τόσο μακρινά που σ αγγίζω
που πάνω μου
φτερουγούν οι χτύποι σου 
ακριβό μου γιασεμί 
φιλί στο φως ανάβει το σκοτάδι  !


Και να δεις που κάποτε
θα στάξει ο ουρανός 
τόσο γαλάζιο 
που η θάλασσα 
θα απλώσει τα χέρια της 
δωρίζοντας στις καρδιές μας 
τα λευκά της κύματα
να ταξιδεύουν τα όνειρα 
με μόνη μας παντιέρα 
ένα φιλί αγάπης !  




Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Συνοδοιπόροι στο αυριο 

Κόσμος.. πολύς στους δρόμους
κι η αγανάκτηση ξεπέρασε τους νόμους
Πλακάτ .. φωνές .. συνθήματα σωρό
ρυτίδιασε η απόγνωση ..συρρίκνωσε το βλέμμα
κύρτωσε η απαντοχή .. γονάτισε στο τέρμα
στο τέρμα; οχι … όχι … υπάρχει ακόμα λίγη αναπνοή

Με τρομάζουν οι σκέψεις μου που κυνηγάν η μια την άλλη
νοιώθω πως παλευουν μεταξύ τους να βρουν την αλήθεια
σαν δυο αντίπαλοι ....αντάρες και κάλμα στην ιδια θάλασσα
κρατώντας αγκάθινα στεφάνια και κλαριά ελιάς
πετώντας στα μάτια μου χαμόγελο και θλίψη

κοινό μονοπάτι ... ένα βασανιστικο ερώτημα
που τρέχει σε ποια κατευθυνση είναι η οργή;

Ακουω γυρω μου συζητήσεις που με κάνουν κομματια
΄΄ δεν πάει άλλο ..πόσο πιο κάτω ΄΄ πεινάμε πιά
΄΄ τι θα πω στα παιδιά μου ..τι θα τους πω για τα ονειρα ;
ποια να αφήσω ιδανικά να αρχίσουνε στη γη να σπέρνουν Ανθρωπιά΄΄
δεν έχω να πληρώσω .. δουλευω μια ζωή κι η φτώχια μου ανταμοιβή ΄΄
΄΄ξόδεψα χρόνια αλμυρά ήπια καπνό από φωτιά και τελικά ..
να ζητιανευω για ένα γάλα ..λιγα ανθρώπων υλικά ΄΄

Μα πιο πολύ με τρομάζουν με φοβίζουν κίτρινα ανθρώπων λόγια
΄΄ να φύγουν .. να δουμε άσπρη μέρα να μπουμε εκει που ειμασταν
να ξαναβρούμε τις θέσεις μας …
θα τους γ……... όταν θα ρθουμε στην εξουσία
καλή είναι καλή είναι η αγανάκτηση ..βολευει …
τι να σου πω αν ήμουν εκει θα σε βόλευα …
πάμε ρε ..εμεις ειμαστε στην άλλη γωνία ΄΄
πανώ …κόκκινα ..πράσινα …μπλέ και. ..και...και

Φοβάμαι .. μπερδευονται οι σκέψεις μου … Θεε μου τι ζητάμε;
να πάμε πίσω; πάλι εκει ; να βολευτούμε ...απ την αρχή;

συναντιούνται τα φρύδια και θολώνουν τα μάτια
.. όχι ..οχι ..δεν μπορεί ...τόσος πόνος πως γίνεται να ξεχαστεί
σπασμένα λάφυρα τα όνειρα ποιός άνεμος να τα πετάξει μακριά
δεμένη κόμπους η ψυχή πια ....με πόσα γρόσια να πουληθεί
οχι ..οχι ..περνώ τα χέρια μου γυρω απ τα μαλλιά μου ..
με τα ακροδάκτυλα τινάζω αυτές τις σκέψεις και τις πετάω μακριά

Περνά απ το πλαϊ μου μια παρέα παιδιών
… μέσα απ το γέλιο τους ακούγεται η πίκρα να περνά
΄΄ το παλευω ακόμα αλλιώς θα φύγω ΄΄
΄΄ ποια οικογένεια ..με τι; η ανεργία έστησε βωμό
εμένα να συντηρήσω δε μπορώ που τετοια να σκεφτώ;
΄΄ ναι ..εχω την δύναμη της νιότης μα τι να κρατήσω;
σάπισε το σανίδι ...άδειο το σκηνικό

Παιρνω μια βαθιά ανάσα ..στηρίζω τα πόδια μου γερά
..πλαι τους για να πορευτώ ..ναι … ναι… για αυτά ..
ΝΑΙ …μένω εδώ … μαζί τους να φωνάξω ..
με τις δικές μου ενοχές και τις δικές τους αντοχές
για ένα κόσμο αληθινό ....για μα ανθρωπινη ζωή !




Αναζητητής 

Όσο εσυ θα μου μιλάς για νότες ξεχασμένες
θα παίζω άρπα και βιολί σ ακτές ερημωμένες

όταν η κίτρινη βροχή τον ήλιο μου θα κρυβει
σε καταρράκτη θα βρεθώ να λούζομαι οτι ανθίζει

κι αν μου πετρώσαν τα όνειρα άγρια ξωτικά 
θα χω ανεμώνες λάβδανο ..ξόρκι για ανασεμιά

σε ξέρες κι άγονους καιρούς αν με πετάξεις σε βυθούς
στα μάτια φύτεψα ροδιά με κατακκόκινους ανθούς

τη γη μου αν μου κλέψεις τα ιχνη μου να μην πατώ
στα πέλματα τα ανεμόπτερα φορω να πιάσω ουρανό

και αν η μέρα μου κρυφτεί σε γκρίζα και μουντή αυλή
με καρτερά ένα φεγγάρι με φως .χαμόγελο κι ένα φιλί

όσο την πίκρα θα κοιτώ θα ψάχνω το χαμόγελο να βρω
πελέκισα τ αγιάζι και έστρωσα σταυρό .λευκό να περπατώ

όταν ζωή το βλέμμα μου θα συναντήσεις μην απορείς
δικό σου δημιούργημα ειμαι .εσυ μου κέντησες .το ζεις

ψάχνω το άρωμά σου ... πιστός σου αναζητητής !



Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018

Καμιά άλλη ένταση 
δε λάτρεψα 
παρά μόνο εκείνη 
που εχει τον ήχο 
της αγάπης !


Θα βρω ενα ξόρκι 
που να γελά σαν τα παιδιά 
να κλέψει την ομίχλη 
απο του κόσμου τα κλαδιά 
Eνα βιολί να παίζει τη χαρά 
κι απ του δρόμου το σκαλί
νότες να πέφτουν 
σε κάθε μια αγκαλιά 
Θα βρω ενα ξόρκι 
να διώχνει τους καπνούς
κι απο τα σπάργανα της γης 
γέννα να εχει
της αντοχής τους γιούς
κόρες να σπάνε αγκάθια 
με δάχτυλα απαλά 
να πλέκουν χελιδόνια 
να βρίσκουν τα φτερά φωλιά 
Στα μάτια να φυτέψω 
ζουμπούλι δροσερό 
να παίζει με ηλιαχτίδες 
σε ξέφρενο χορό
Κι οταν θα φτάσει φως μου
στο παραθύρι σου μπροστά 
ρόδι και μέλι να στάξει στο περβάζι
για να ναι η μέρα σου γλυκιά !
Μήτε η πρώτη σταγόνα
ήταν μήτε η δευτερη 
ειχε ξεχειλίσει το ποτήρι 
κι οτι του έμελλε ηταν να πιεί 
δροσάτο νερό απ το πάτωμα 

Τα νύχια βαραιναν πια 
κι ειχε πολύ κουράσει ετούτος 
ο θολός καθρέφτης 

Τα παρατάς; του μήνυσε ο ήλιος 
σπας το σχοινί; του φώναξε η φωνή 
μπλέκεις στα δίχτυα μου 
ζωγράφιζε η σιωπή 
γέρνεις στων γλάρων την αυλή 

και τούτη η ακρογιαλιά 
ήρεμη προς τη θάλασσα γελά
πως να ιστορίσει 
πως η καρδιά που αγαπά  
δεν ξέρει τι ειναι ερημιά 

φοιτά με φύλλα χρυσοκόκκινα  
και πλέκει ομορφιά 
στεφάνι κάθε στιγμή να το φορά !





Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Κι άκουσες τόσα 
ήπιες τόσα 

που ακόμα κι εκείνες
οι μολυβένιες σου βέρες 
έσπασαν στα χέρια σου 

να μαι άνθρωπος ρώτησες 

μπα οι άνθρωποι μονολογούν 
με τα αστέρια 

κι εσύ απλά τα άκουγες 
σαν πως δεν υπήρξες 

μα μόνο ζούσες στο υπαρκτό 
του πουθενά 
χαρίζοντας μπουκαμβίλιες 

που μόνο ένα χέρι τις είδε 
και χάιδεψε το φεγγάρι 

Νύχτωσε κι ακόμα φωλιάζει ο ήλιος !






Δεν πειράζει 
που δεν κατάλαβες 
εμένα 
μα αυτό που πονά 
ειναι που 
δεν είδες 
τι είσαι εσύ για μένα

να προσέχεις 
έξω κάνει κρύο 
να σκεπάζεσαι 
την ψυχή μου  !



Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Μια λέξη 
μια λέξη μόνο 
γεννά τον ήλιο 
σκαρφαλώνει στα αθέατα 
του ουρανού
μυρίζει όλες τις ευωδιές 
των λουλουδιών 
και τόσες φορές 
σε φώναξα 
αγάπη 
που ακόμα κι η σκιά 
πορφύρα ντύθηκε 
να ζεσταίνει τη νύχτα 
Ατίθασα
που κοιτούν τ αστέρια 
τα μάτια !



Γιατί κάποιοι άνθρωποι 
ακόμα τραγουδάνε μέσα μας 
( αφιέρωμα στον Π.Τζαβέλα )

Έτσι είναι άνθρωπε κυρ Παναγή
αλλού το αίμα σου αλλού η φυλή 
γύπες τα νιάτα σου σ άδεια αυλή 
σαθρά δέναν το όνειρο κούφια η ουλή 

κι εσύ μοιράστηκες κυρ Παναγή
σε ένα στρατόπεδο από κλουβί 
να ακούς τα χόρτα να περπατάνε 
τα ποτιστήρια να τραγουδάνε  

σε ένα σήριαλ μπλέχτηκες κυρ Παναγή
που τάζει τ αυγουστου χιόνι να δει 
στη Σκύλα και στη Χάρυβδη νότισε φιλί 
μα έμοιαζε ρόδι και μπέρδεψε την αστραπή 

άμοιρε άγνωστε  κυρ Παναγή
που πάει η ζύμη που το ψωμί 
γάλα κι αλεύρι από βροχή 
κι άδειο κοφίνι τρύπα εχει βρει 

μα εσύ βολεύτηκες κυρ Παναγή
κι άσε το γιο μοίρα να βρει
δώσε της κόρης να χει προικιά 
γαλάζια θάλασσα δίχως νερά 

καημένε άνθρωπε κυρ φουκαρά 
μας φάγαν το όνειρο κόρα η καρδιά 
σπάσε τα σίδερα να βγει φωνή 
κι άντε να διώξουμε πια τη χολή 

δικέ μας άνθρωπε κυρ Παναγή απ την αρχή
στρώνει το χώμα να βρει την ξεχασμένη γη 
πιάσε αμόνι πιάσε σφυρί να ανάψει η φωτιά 
βίρα την άγκυρα να βρει ξανά βυθό η ψαριά !



Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Πέρασα τόσες ζωές για να σε βρω .
Μουσκεμένα τα πόδια μου για αιώνες
στο αλμυρό φιλί της θάλασσας 
βάδιζαν τα λημέρια του ουρανού

Σιρίτια των άστρων αγνάντευαν τη σκέψη της ψυχής
στο φάρο που γεννούν οι γλάροι το δρόμο της φωτιάς
Σκαλιά που γήτευαν τα χείλη μου στα φύλλα τους
γέμιζαν τα πιθάρια τους αμάραντους ανθούς 

Έβγαλα ρίζα στα σύννεφα , 
λαλιά αηδονιού στο πρωινό της άνοιξης
χειμώνεψα στα καταφύγια των πουλιών 
λιώνοντας το βουνό των πάγων

Παραφυάδες τα χέρια μου κλαδιά του άπειρου
του ατέλειωτου της αγάπης
Και αν ακόμα ανθίζουν τα λουλούδια 
είναι γιατί κάποτε πλάι τους πέρασε η καρδιά σου 
κι ακολουθούν το ρυθμό της

Ίσως και να ανθίζουν συνέχεια γιατί ένα σου δάκρυ ,
λίγος ιδρώτας, μια δροσοσταλιά από το κορμί σου,
κάτι δικό σου, δεν ξέρω τι, τα άγγιξε
και τα έκανε ευωδιαστά και για πάντα ζωντανά

Ο δρόμος .. ο δρόμος που πέρασε η αγάπη 
τίποτα από χώμα και κρύο δεν είχε.
Παρά μόνο σπόρους, σπόρους που γίνηκαν πουλιά και ρόδα

Όσα πουλιά ταξίδεψαν να πάνε σε άλλους τόπους
δεν γνώριζαν εσενανε να τα φιλοξενήσεις, 
μόνο εγώ ο τυχερός ταξίδεψα σε εσένα, 
και η ψυχή και η καρδιά βρήκανε όμορφο νερό
μακρυά από κάθε ψέμα

Πέρασα τόσες ζωές για να σε βρω 
και να που μέσα μου κυλούσες 
σαν αίμα , ανάσα, φιλί δροσερό  σ αέρα καθαρό !





Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Σσσσσς πάτα στις μύτες σιγά  
Μόλις κοιμήθηκε η αγάπη
Αιώνες τώρα φυλούσε μέσα μου για να σε βρει !



Γυμνός περπατητής 

Όσο σπούδαζε τα λόγια γνώριζε τις σιωπές 
Στα μαλλιά τους μια αλλιώτικη ευωδιά
γέμιζε μπαξέδες κι αμπέλια ρόδινα 
Σίμωσε τα βλαστάρια τους ,αέρας πως είναι
ίσα που να χαϊδέψει απαλά τα φύλλα τους 
Τόσο ντελικάτα που μένουν φοβόταν μη
και χαθεί η γλυκιά θαμπάδα της μελαγχολίας τους
στο άγριο φως απ το φακό της περιέργειας 
Πόσο λάτρεψε τα γεμάτα μάτια τους  
γαλάζιες θάλασσες που κάθε που αντίκριζαν 
να τρέχει ένα τραγούδι της χαράς καβάλα 
στο λευκό του άτι , τούτα χορτάριαζαν 
τριφύλλια και παπαρούνες κι άπλωνε 
ο ήλιος τα πλοκάμια του να αγκαλιάσει 
το βιός του ατέλειωτου. Άλλοτε πάλι 
σαν έβλεπαν πεσμένα βλέφαρα κάποιας ντάλιας
μουρμούριζαν την αλφάβητο της αγκαλιάς 
έτσι που να ξεχάσει η θλίψη το λεπίδι της 
στον πέρα βράχο . Εκεί που ανέμιζε η παντιέρα 
της λησμονιάς κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του καιρού 
Αγάπησε τούτες τις σιωπές κι έμελλε να μάθει το συναξάρι 
της μελωδίας τους από τη χώρα των πουλιών .
Κάποτε έγινε κοτσύφι . Μιαν άλλη φορά λαγός 
που κυνηγούσε το ελάφι . Ύστερα πάλι μια χελώνα 
που αργά αργά γευόταν τις στάλες της ομορφιάς 
Κι έτσι σίγα σιγά μεγάλωνε μέσα του ο άνθρωπος 
Κάτω από μια πέτρα ο σπόρος , από μια μπάλα ένα παιδί 
από ένα τόξο ο έρωτας κι αυτή η μικρή σπίθα 
άπλωνε την γλώσσα της και τράνευε φλόγα αγάπης 
Κρυφό σχολειό ανάμεσα στην άσφαλτο και τα φουγάρα 
Να ταν αέρας και φωτιά ή μήπως ζει κι ειναι ο κανείς 
Τούτος γεμάτος αρμαθιές με στάχυα ανθισμένα 
βυζαίνει ήχους της σιγής σε φλάμπουρα αναμμένα 
Γυμνός με μια ψυχή μικρός περπατητής 
του άδικου πολεμιστής 
μιας άλλης γέννας μαθητής κι άγουρος καρπός 
ώριμης γης 
Καθώς ακούει τη σιωπή κάποιοι τον λεν τρελό 
και κάποιοι ποιητή!



Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Αποφεύγοντας τα μεγάλα κάδρα 
Στο στασίδι του πάντα 
χωρούσε ένα καβαλέτο κι ένα πινέλο 
πότε στην πλάτη να χει θάλασσα
πότε να σπα στα δάχτυλα τον ουρανό 
Μα τούτη η μικρή με τις πλεξούδες 
πως κράταγε τα λημέρια της βροχής 
στην ποδιά της, σπηλιές του Αίολου θαρρείς .
Μικρά χαμομήλια τα μαλλιά της που σαν τα έβλεπες λυτά 
την Αφροδίτη γεννούσαν κι άνοιγαν τα φτερά του Ερμή 
Ένα ζεστό ξωτικό που όσο την πλησίαζε 
κολλούσε κατάσαρκα πάνω του κι απ το μεδούλι τρέχαν 
λευκοί καταρράχτες που προ λαλούσαν 
κόκκινο λειρί νυχτοφυλούσας νιότης 
Άσε το βράχο κυρά .. εχει γλυκά νερά το γιόμα 
Τα μάτια της φώτισαν μύρια φορέματα αστεριών 
Κι εχει μια γλύκα τούτο το βράδυ .. πόσος αιώνας!








Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

Ο κόσμος αλλάζει
ανάμεσα στα στήθια σου 
Κράτα τις πεταλούδες 
μη φύγει το παιδί της ανοιξης 
κι ασε τους χειμώνες 
ανεγγιχτα 
να μετρούν την φυλλωσιά 
της θάλασσας !


Στις σταγόνες της  βροχής 
μια χούφτα ζεστασιά 
πλαγιάζει. 
Άνοιξε τα μάτια να βγει ο ήλιος !