Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019
Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019
Φθινοπωρινή βραδιά
Θαρρείς και μόνο για να κελαηδήσουν
τα πουλιά , γεννήθηκαν τούτα τα δέντρα
σαν λεωφόροι που οδηγούν
στα μάτια των αστεριών
υπομονετικά περίμεναν τα φτερωτά
να παίξουν με τα φύλλα τους
Στα μικρά τους στερεώματα
που σαν στημένα τσαλιά ακουμπούσαν
μύριζε το κλαρί το άρωμα του πεύκου
αχ!! σαν σιγοψυθυρίζει το ανεμάκι
πως μέσα μου φτερουγά το σφύριγμά τους
που γίνηκα βελόνι της κορφής
π' άγγιζε ουρανό.
Κι ότι ζεστά πάνω μου κρατιόταν ήταν
μια φυλλωσιά της γύμνιας
που σωνε την ψυχή μου
στη γέννα της φθινοπωρινής βραδιάς
τυλίγοντας τα σπλάχνα μου
στη φασκιά της φραγκομηλιάς.
Στρώσε μου νύχτα να ξαποστάσω
το ανάκλινδρό σου να χω σταθμό
κι όταν χαράξει να σου χαρίσω
μια χούφτα ονείρατα για πηγαιμό
κει που σωπαίνουν οι άγγελοι
κι ανοίγει ο δρόμος
που τραγουδούν οι πολλοί
κει που τα χνώτα βρίσκουν ταίρι
κι αφήνονται στον άνεμο
κόποι που γίνανε περιστέρια
κι αγκάλιασαν σταυρούς τα χέρια!
σαν λεωφόροι που οδηγούν
στα μάτια των αστεριών
υπομονετικά περίμεναν τα φτερωτά
να παίξουν με τα φύλλα τους
Στα μικρά τους στερεώματα
που σαν στημένα τσαλιά ακουμπούσαν
μύριζε το κλαρί το άρωμα του πεύκου
αχ!! σαν σιγοψυθυρίζει το ανεμάκι
πως μέσα μου φτερουγά το σφύριγμά τους
που γίνηκα βελόνι της κορφής
π' άγγιζε ουρανό.
Κι ότι ζεστά πάνω μου κρατιόταν ήταν
μια φυλλωσιά της γύμνιας
που σωνε την ψυχή μου
στη γέννα της φθινοπωρινής βραδιάς
τυλίγοντας τα σπλάχνα μου
στη φασκιά της φραγκομηλιάς.
Στρώσε μου νύχτα να ξαποστάσω
το ανάκλινδρό σου να χω σταθμό
κι όταν χαράξει να σου χαρίσω
μια χούφτα ονείρατα για πηγαιμό
κει που σωπαίνουν οι άγγελοι
κι ανοίγει ο δρόμος
που τραγουδούν οι πολλοί
κει που τα χνώτα βρίσκουν ταίρι
κι αφήνονται στον άνεμο
κόποι που γίνανε περιστέρια
κι αγκάλιασαν σταυρούς τα χέρια!
Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019
Το μάθημα της πεταλούδας
Άνοιγε τα φτερά της το πρωί
ξυπνώντας στα μάτια του καταγάλανου
Ε κει συναντιόταν με τα άσπρα περιστέρια
που τα ράμφη τους τραγουδούσαν το γήτεμα της μέρας
Κι εκείνη καλωσορίζοντας το φως
χτυπούσε ανέμελη τα φτερά της να γαργαλίσει τον άνεμο .
Είχε κολλήσει σε κείνο το μποστάνι γεμάτο ηλίανθους
κι έτρεχε σαν σβούρα να χαμηλώσει τα πλευρά της
να αγγίξουν το μυρωδάτο χορτάρι
που αγκαλιά τα κρατούσε .
Ανάμεσα τους ένας ηλίανθος που έμοιαζε στα μάτια
σαν να ξεχάστηκε απ το απέραντο και βρέθηκε στη γη
Σκαρφάλωνε στα φύλλα του και πετάριζε
σαν μπαλαρίνα στην πίστα των λουλουδιών
Κεντούσε τη γύρη με τις πολύχρωμες κλωστές της
και τύλιγε στη ζεστασιά κάθε μικρό κλωνάρι
που χόρευε στον ίσκιο της .
Σαν από θάμα με δίχως να γνωρίζουν
τη γλώσσα τους άρχισαν να μιλάνε
Να του μιλά για τα ταξίδια της ,
να της μιλά για τις ατέλειωτες γιορτές
της άνοιξης του καλοκαιριού .
Κάποια στιγμή λαβώθηκε απ την απροσεξία της
σε ένα κλαρί που κόμπαζε το βήμα της .
Λυπημένη του ιστορούσε το χτύπημα στα πλευρά της
Κείνος τούτη την ώρα ετοιμαζόταν για το μεγάλο βαλς
Ήταν η επέτειος της ίδρυσης των ηλίανθων
κι έπρεπε να ετοιμαστεί . Βιαστικά της απάντησε
πως τόσους ηλίανθους είχε το μποστάνι ας μίλαγε
σε κάποιον να άνοιγε τα φύλλα του να ξαποστάσει ,
έτσι κι αλλιώς το βότανο το γνώριζαν οι πολλοί
να της το δώσουν να γιατρευτεί.
Πληγώθηκε τόσο πολύ που μάζεψε το λιγνό της κορμί
κι έφυγε. Στο δρόμο της συνάντησε μια αναλαμπή .
Τι έχεις πεταλούδα μου και γκρίζο σε η χαρά σου
Άρχισε να της εξηγεί μόνο που μέσα απ τα αναφιλητά της
μια φράση επαναλάμβανε .. ήταν ο ήλιος μου .
Η αναλαμπή την πήρε αγκαλιά και με ένα γλυκό φιλί
την αποχαιρέτισε ψιθυρίζοντας της μοναχά
Μην κλαις μικρή μου .
Δεν υπάρχει ήλιος που να αφήνει τόσο σκοτάδι .
Στην υπόλοιπη διαδρομή της η πεταλούδα
σκεφτόταν την ίδια φράση .
''Δεν υπάρχει ήλιος που να αφήνει τόσο σκοτάδι'' .
Την βρήκε το χάραμα στο δρόσο μιας ιτιάς .
Ζεστές ηλιαχτίδες στέγνωναν τα φτερά της .
Η μικρή λίμνη στο πλάι της σαν αντανάκλαση
ρουφούσε το σώμα της .
Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό .
Ο ήλιος μου φώναξε ο ήλιος μου και πέταξε ψηλά!
ξυπνώντας στα μάτια του καταγάλανου
Ε κει συναντιόταν με τα άσπρα περιστέρια
που τα ράμφη τους τραγουδούσαν το γήτεμα της μέρας
Κι εκείνη καλωσορίζοντας το φως
χτυπούσε ανέμελη τα φτερά της να γαργαλίσει τον άνεμο .
Είχε κολλήσει σε κείνο το μποστάνι γεμάτο ηλίανθους
κι έτρεχε σαν σβούρα να χαμηλώσει τα πλευρά της
να αγγίξουν το μυρωδάτο χορτάρι
που αγκαλιά τα κρατούσε .
Ανάμεσα τους ένας ηλίανθος που έμοιαζε στα μάτια
σαν να ξεχάστηκε απ το απέραντο και βρέθηκε στη γη
Σκαρφάλωνε στα φύλλα του και πετάριζε
σαν μπαλαρίνα στην πίστα των λουλουδιών
Κεντούσε τη γύρη με τις πολύχρωμες κλωστές της
και τύλιγε στη ζεστασιά κάθε μικρό κλωνάρι
που χόρευε στον ίσκιο της .
Σαν από θάμα με δίχως να γνωρίζουν
τη γλώσσα τους άρχισαν να μιλάνε
Να του μιλά για τα ταξίδια της ,
να της μιλά για τις ατέλειωτες γιορτές
της άνοιξης του καλοκαιριού .
Κάποια στιγμή λαβώθηκε απ την απροσεξία της
σε ένα κλαρί που κόμπαζε το βήμα της .
Λυπημένη του ιστορούσε το χτύπημα στα πλευρά της
Κείνος τούτη την ώρα ετοιμαζόταν για το μεγάλο βαλς
Ήταν η επέτειος της ίδρυσης των ηλίανθων
κι έπρεπε να ετοιμαστεί . Βιαστικά της απάντησε
πως τόσους ηλίανθους είχε το μποστάνι ας μίλαγε
σε κάποιον να άνοιγε τα φύλλα του να ξαποστάσει ,
έτσι κι αλλιώς το βότανο το γνώριζαν οι πολλοί
να της το δώσουν να γιατρευτεί.
Πληγώθηκε τόσο πολύ που μάζεψε το λιγνό της κορμί
κι έφυγε. Στο δρόμο της συνάντησε μια αναλαμπή .
Τι έχεις πεταλούδα μου και γκρίζο σε η χαρά σου
Άρχισε να της εξηγεί μόνο που μέσα απ τα αναφιλητά της
μια φράση επαναλάμβανε .. ήταν ο ήλιος μου .
Η αναλαμπή την πήρε αγκαλιά και με ένα γλυκό φιλί
την αποχαιρέτισε ψιθυρίζοντας της μοναχά
Μην κλαις μικρή μου .
Δεν υπάρχει ήλιος που να αφήνει τόσο σκοτάδι .
Στην υπόλοιπη διαδρομή της η πεταλούδα
σκεφτόταν την ίδια φράση .
''Δεν υπάρχει ήλιος που να αφήνει τόσο σκοτάδι'' .
Την βρήκε το χάραμα στο δρόσο μιας ιτιάς .
Ζεστές ηλιαχτίδες στέγνωναν τα φτερά της .
Η μικρή λίμνη στο πλάι της σαν αντανάκλαση
ρουφούσε το σώμα της .
Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό .
Ο ήλιος μου φώναξε ο ήλιος μου και πέταξε ψηλά!
Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019
Βύσσινο και γλυκό κρασί
Ώριμα πια
Ώριμα τα χείλη σαν βύσσινα
που άγουρα κρεμάστηκαν
μονάχα για να γλυκάνουν
το ψυχρό του καιρού
το ψυχρό του καιρού
Γλυκό κρασί σε γόνιμη γη
γέννα του κύκνου σε άφθαρτη πηγή
Μακριά από στεγνές φορεσιές
Μεστά κοιτούν στα μάτια το άσκουφο του νου
Γεμάτο το στήθος της καρδιάς
γρατζουνίσματα και ζεστές φλογέρες
Έτσι κοπάζουν τα κύματα
Φυσώντας τον καπνό του τσιγάρου
να ξεχαστούν τα στεγανά της φθοράς
Ώριμα πια . Μακρυά από τις βιαστικές ανάγκες
Χρειάζονται οι αγκαλιές δεν ζητούν άσκοπες ώρες
Φιλιώνουν στα αυτιά οι φωνές του τζίτζικα
με κείνες που το απαλό αεράκι περνά
γράφουν οι δυο τραγούδι .
Κοινωνός το έργο δίχως σενάρια
Απλά και ξάστερα στο μαξιλάρι ένα σ αγαπώ
Γραμμα προς γράμμα να σπέρνει διαδρόμους
από συναίσθημα δίχως τον βήχα του κενού
Ώριμα πια .. φθινόπωρο μ όλες τις εποχές
να ανθίζουν στη γη της απλότητας
Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019
Γυμνή χορδή
Άφησα να μιλάς έτσι μέσα μου σιγανά
Τα φτερουγίσματα μικρές τρομπέτες
που σφύριζαν τα δαντελένια κύματα
- Πως βρέθηκες εδώ σε ρώτησα
Με κλειστά τα μάτια μια μπουρμπουλήθρα
κύλησε χαρούμενη στο μάγουλό μου .
-Πάντα εδώ ήμουν μου μήνυσες
σε περίμενα .. περίμενα να αγγίξεις
το δοξάρι του ήλιου
να αφουγκραστείς τη γυμνή χορδή
που χόρευε στην πίστα του βιολιού
- Ποιος ούριος άνεμος γέμισε τα βήματα σου
φορώντας τα σκαλοπάτια μου
- Στο αντάμωμα ένιωσα την υφή των γλάρων
δρασκέλισα τη νύμφη με τα γαλάζια πέταλα
να βρω το πέπλο που σκέπαζε το άνθος
- Στον καθρέφτη μιας νότας με γνώρισα
ψάχνοντας τα απαλά της σκιρτήματα με είδα ..
δυο λευκά όρη που φιλούσαν τα μάτια σου.
Φωτεινά που.. βραδιάζει !
Τα φτερουγίσματα μικρές τρομπέτες
που σφύριζαν τα δαντελένια κύματα
- Πως βρέθηκες εδώ σε ρώτησα
Με κλειστά τα μάτια μια μπουρμπουλήθρα
κύλησε χαρούμενη στο μάγουλό μου .
-Πάντα εδώ ήμουν μου μήνυσες
σε περίμενα .. περίμενα να αγγίξεις
το δοξάρι του ήλιου
να αφουγκραστείς τη γυμνή χορδή
που χόρευε στην πίστα του βιολιού
- Ποιος ούριος άνεμος γέμισε τα βήματα σου
φορώντας τα σκαλοπάτια μου
- Στο αντάμωμα ένιωσα την υφή των γλάρων
δρασκέλισα τη νύμφη με τα γαλάζια πέταλα
να βρω το πέπλο που σκέπαζε το άνθος
- Στον καθρέφτη μιας νότας με γνώρισα
ψάχνοντας τα απαλά της σκιρτήματα με είδα ..
δυο λευκά όρη που φιλούσαν τα μάτια σου.
Φωτεινά που.. βραδιάζει !
Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019
Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019
Υδατογράφημα
Έτρεχα
έτρεχα να προλάβω να μαζέψω
τη γύμνια του δρόμου ,
να απλώσω τα κλαδιά μου
να μη τρομάξουν τα πουλιά ,
τα μάτια των παιδιών να κυκλώσω
μη φοβηθούν την ομορφιά της αστραπής.
Να σκαλώσω ένα πουλόβερ του ουρανού
στις πλάτες των πεζοδρομιών
κι ύστερα να τραγουδήσω στις νότες της
Κυλούσε πάνω μου γοργά
κι ανάγλυφα έσωνε
ολα τα μάτια της ψυχής μου
ολα τα μάτια της ψυχής μου
Βουτούσε στο στέρνο μου
σαν πρωτολουλουδο που τίναζε
τα φτερά του στον άνεμο ,
πιτσιλώντας σταγόνες
ξεδιψασμένου καιρού
να νοτιστούν οι στεγνές ώρες .
να νοτιστούν οι στεγνές ώρες .
Τα πόδια μου γελούσαν
πλατσουρίζοντας στα μικρά της ρυάκια .
Ένας τρελός χορός εξιλέωσης
σαν καταρράχτης βύζαινε τη μοσχοβολιά
της ανεμώνης κι αυτή χοροπηδούσε
να ομορφαίνει το αραχνοΰφαντο της νύχτας .
Ο νους μου μέλισσα που σβούριζε
στο στόμα του αέρα .
Κι ότι έβλεπα καράβι να πετά
τον χτύπο σου γνώριζε .
Έτρεχα στάλα .. κι έχει τόση ζεστασιά
Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019
Βήματα στα κύματα
Αναθαρρέψαμε
από δυο σταγόνες μέλι
της κούπας που βαστάξαμε
Οι καπετάνιοι μας δυο ναύτες
που αστέγαστα στις πλάτες
κράτησαν τους γλάρους
Λαχταρά το δειλινό το φιλί
κι από τα χείλη στάζουν τ άστρα
Έτσι όπως δέσαμε το βλέμμα
σπιρτάδα τρέμει της φωτιάς
κι εκείνα που δεν φώναξαν
γίνονται μουσικές μιας αγκαλιάς
σε ένα τραγούδι της καρδιάς !
της κούπας που βαστάξαμε
Οι καπετάνιοι μας δυο ναύτες
που αστέγαστα στις πλάτες
κράτησαν τους γλάρους
Λαχταρά το δειλινό το φιλί
κι από τα χείλη στάζουν τ άστρα
Έτσι όπως δέσαμε το βλέμμα
σπιρτάδα τρέμει της φωτιάς
κι εκείνα που δεν φώναξαν
γίνονται μουσικές μιας αγκαλιάς
σε ένα τραγούδι της καρδιάς !
Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019
Αισθήσεις
Απροσδιόριστα
Έτσι έμεινε να τρέχει ο χρόνος
Μοιράζοντας μικρές μικρές στιγμές
ζεστά μπουμπούκια που ανθίζουν
στη μέση του φθινόπωρου
Σκορπά ο ήλιος τα φύλλα του
κι αυτά ντροπαλά με κόκκινα μάγουλα
γυρίζουν στη γη τους
Αχνίζει το χνώτο της σαν μόλις να έφαγε
και το τελευταίο κουκούτσι της κερασιάς
Σε μυρίζω γλυκό τριαντάφυλλο του κήπου μου
Ξεδιψώ στην αλμύρα της θάλασσας σου ,
σκασμένα τα χείλη της στεριάς
πετούν ένα νέο φυντάνι .
Πεινώ και χαϊδεύω την άκρη των μαλλιών σου
χορταίνουν τα χέρια μου
φουσκωτό, απαλό χρυσόψωμο τρυφεράδας
Σφυρίζει τ αγέρι κι η φωνή σου
σκίζει το στέρνο μου και δένει στις κλωστές
στους χτύπους που τραμπαλίζεται η ανάσα του κόσμου
Απροσδιόριστα χτυπούν τα μάτια μου τον ορίζοντα
γεννά φωλιές το κελάηδημα , ζυγώνουν οι καλαμιές
τις λίμνες να κυματίσουν νούφαρα
κι εκείνο το κοράλλι του βράχου ρουφά αδιάκοπα
τα αστέρια τυλίγοντας στα πλοκάμια του τα κύματα .
Μια δίνη με καταπίνει .
Αναδύομαι και μιλώ την γλώσσα που δεν γνωρίζω
μου μιλούν κεινα που άλλη μιλιά
πέρα απ το κοίταγμα δεν έχουν
Αναρωτιέμαι ..πως να ναι ο παράδεισος
κι ουρανός μια χούφτα φεγγάρια σου μου χαρίζει
Πετώ πετώ στα χέρια σου
κι ανάμεσα στα δάχτυλα σου περπατώ
γυμνό κυκλάμινο
Πιότερο κι απ τον άνεμο το κόκκινο πουλί
μετρά το ράμφος σου στα πόδια μου
Κανένα φτερό δε μπορεί να μας φτάσει !
Έτσι έμεινε να τρέχει ο χρόνος
Μοιράζοντας μικρές μικρές στιγμές
ζεστά μπουμπούκια που ανθίζουν
στη μέση του φθινόπωρου
Σκορπά ο ήλιος τα φύλλα του
κι αυτά ντροπαλά με κόκκινα μάγουλα
γυρίζουν στη γη τους
Αχνίζει το χνώτο της σαν μόλις να έφαγε
και το τελευταίο κουκούτσι της κερασιάς
Σε μυρίζω γλυκό τριαντάφυλλο του κήπου μου
Ξεδιψώ στην αλμύρα της θάλασσας σου ,
σκασμένα τα χείλη της στεριάς
πετούν ένα νέο φυντάνι .
Πεινώ και χαϊδεύω την άκρη των μαλλιών σου
χορταίνουν τα χέρια μου
φουσκωτό, απαλό χρυσόψωμο τρυφεράδας
Σφυρίζει τ αγέρι κι η φωνή σου
σκίζει το στέρνο μου και δένει στις κλωστές
στους χτύπους που τραμπαλίζεται η ανάσα του κόσμου
Απροσδιόριστα χτυπούν τα μάτια μου τον ορίζοντα
γεννά φωλιές το κελάηδημα , ζυγώνουν οι καλαμιές
τις λίμνες να κυματίσουν νούφαρα
κι εκείνο το κοράλλι του βράχου ρουφά αδιάκοπα
τα αστέρια τυλίγοντας στα πλοκάμια του τα κύματα .
Μια δίνη με καταπίνει .
Αναδύομαι και μιλώ την γλώσσα που δεν γνωρίζω
μου μιλούν κεινα που άλλη μιλιά
πέρα απ το κοίταγμα δεν έχουν
Αναρωτιέμαι ..πως να ναι ο παράδεισος
κι ουρανός μια χούφτα φεγγάρια σου μου χαρίζει
Πετώ πετώ στα χέρια σου
κι ανάμεσα στα δάχτυλα σου περπατώ
γυμνό κυκλάμινο
Πιότερο κι απ τον άνεμο το κόκκινο πουλί
μετρά το ράμφος σου στα πόδια μου
Κανένα φτερό δε μπορεί να μας φτάσει !
Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019
Και τραγουδώ και τραγουδάς
Πόσα μυστικά δε κρύψαμε
κάτω απ το μαξιλάρι του ουρανού
Κι εκείνο το φεγγάρι
μαζεύοντας τα στο δισάκι του
αφήνει το ασημί του χρώμα
να φανεί στο κομποσκοίνι τους
Μικροί τσιλιαδόροι
που δε φοβούνται τον καιρό
και καρτερούν με ινάτι να φανεί
το άπιαστο να πιάσουν
με δίχτυ τα ακροδάχτυλα
που ζεσταίνουν τους χειμώνες
και σβήνουν το νερό μες στη φωτιά
Ίδρωτας της μέρας κι όνειρο φωτεινό
με μακριά πόδια και μάτια αγκαλιά
Ατέλειωτες λέξεις που αν τις στοιχίσεις
θαρρείς πως μαθητούδια ειναι
που δέσανε τα χέρια και κύκλωσαν τη γη
Ζεστά φαναράκια της άσκεπης στέγης
κείνες οι φυσαλίδες των πεθυμιών,
κουμπωμένα κοχύλια
στο χορό της ίδιας ανάσας
Λουσμένες προσμονές στο αραχνοΰφαντο
της σιωπηλής βραδιάς , στο νήμα της ημέρας
Γίνομαι φύλλο και μ ακούς
στο θρόισμα των αστεριών
γίνεσαι αγέρας και περνάς
τη χαραμάδα της στιγμής
κι αφήνεις ίχνη στο βάθος της ψυχής
Και σου μιλώ και μου γελάς κι είμαι η Μαριώ
κι είσαι ο Μηνάς κι ύστερα πάλι φτερουγάς.
Ο δρόμος ράβει το στρατί
κι έχει καράβια που πετούν
κι άσπρα σύννεφα που μιλούν
Και τραγουδώ και τραγουδάς κι ειναι ο ρυθμός
μια μουσική με άγνωστο πρωταγωνιστή
που ξενυχτά το όνειρο με μια φωνή
για να το βρει η χαραυγή
να παίζει στο τραμπολίνο τη ζωή
και σαν ζωγράφος το χρωματίζει η ψυχή
με της αγάπης το φιλί!
κάτω απ το μαξιλάρι του ουρανού
Κι εκείνο το φεγγάρι
μαζεύοντας τα στο δισάκι του
αφήνει το ασημί του χρώμα
να φανεί στο κομποσκοίνι τους
Μικροί τσιλιαδόροι
που δε φοβούνται τον καιρό
και καρτερούν με ινάτι να φανεί
το άπιαστο να πιάσουν
με δίχτυ τα ακροδάχτυλα
που ζεσταίνουν τους χειμώνες
και σβήνουν το νερό μες στη φωτιά
Ίδρωτας της μέρας κι όνειρο φωτεινό
με μακριά πόδια και μάτια αγκαλιά
Ατέλειωτες λέξεις που αν τις στοιχίσεις
θαρρείς πως μαθητούδια ειναι
που δέσανε τα χέρια και κύκλωσαν τη γη
Ζεστά φαναράκια της άσκεπης στέγης
κείνες οι φυσαλίδες των πεθυμιών,
κουμπωμένα κοχύλια
στο χορό της ίδιας ανάσας
Λουσμένες προσμονές στο αραχνοΰφαντο
της σιωπηλής βραδιάς , στο νήμα της ημέρας
Γίνομαι φύλλο και μ ακούς
στο θρόισμα των αστεριών
γίνεσαι αγέρας και περνάς
τη χαραμάδα της στιγμής
κι αφήνεις ίχνη στο βάθος της ψυχής
Και σου μιλώ και μου γελάς κι είμαι η Μαριώ
κι είσαι ο Μηνάς κι ύστερα πάλι φτερουγάς.
Ο δρόμος ράβει το στρατί
κι έχει καράβια που πετούν
κι άσπρα σύννεφα που μιλούν
Και τραγουδώ και τραγουδάς κι ειναι ο ρυθμός
μια μουσική με άγνωστο πρωταγωνιστή
που ξενυχτά το όνειρο με μια φωνή
για να το βρει η χαραυγή
να παίζει στο τραμπολίνο τη ζωή
και σαν ζωγράφος το χρωματίζει η ψυχή
με της αγάπης το φιλί!
Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2019
Απο του στέρνου τα πουλιά
να ανοίγεις κάθε μέρα
τα παράθυρά σου και να γελάς
να βλέπεις τον αχνιστό καφέ
και στους κύκλους του
να χτίζεις τα όνειρα
σε μια γουλιά να πίνεις
όλη τη ζεστασιά
να κλέβεις με μια ματιά
το γύρω του ουρανού
να βλέπω τα μήλα
στα μάγουλα σου
και κόκκινο πουλί να γίνομαι
κι όταν σπας τα χείλη
στη δροσιά του χαμόγελου
να πετώ στα νερά της χαράς σου
με τα φτερά μου να σπρώξω τον ήλιο
να μιλάς με το ξάστερο
έτσι που να ακούγεται
στο παντού η λαλιά του χτύπου
κι εγώ μια Κυριακή στις αυλές σου
να φυτεύω λουλούδια να ανθίζεις
σφυρίζοντας ένα τραγούδι
γλυκού φθινόπωρου!
όμορφε κόσμε!

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019
Γλώσσα φωτιάς
Ακόμη κι αν λείπω
μαζί σου είμαι
Γιατί σαν ήρθες γνώρισα
τα άγνωστα μονοπάτια μου
στις γραμμές των χεριών σου
Μύρισα το χάραμα
καταμεσής του φεγγαριού
Ένιωσα τα σπασμένα στάχυα σου
να ακροβατούν στο χωράφι μου
Τόσο που σε έζησα
να τρέχεις στη βροχή
που ανάγλυφα στο σώμα μου
ζεστά κυλά το γέλιο σου
Η ανάσα σου τόσο γνωστή φλόγα
που θύμιζε την καμινάδα της στέγης μου
Ναι ξέρω απ τις ρυτίδες των ματιών
τίποτε δεν κρύβεται
Γυαλίζουν τα ραγισμένα πατώματα
και θολώνουν τα παράθυρα
Τόσο που μέσα μου περπάτησες
που άλλο τόπος δεν έμεινε
παρά μόνο
εκείνες οι τριανταφυλλιές
που πάνω τους φύλλα γεννιόμαστε
κι όταν ροδίζουν τα αψηλά νερά
με τα χέρια ανοιχτά κολυμπάμε
στα κύματα των ανθρώπων
Για λίγο .. ξανά
Ξύπνησα νωρίς ..
μια ανεξήγητη χαρά άπλωσε το κορμί της
στην καρδιά μου χύνοντας στο στρώμα της
την μυρωδιά της άνοιξης
ξεδίπλωσε προσεκτικά ένα χαμόγελο
και το άλειψε με χάδι λάβδανου στα χείλη μου
έτσι χωρίς αιτία κι αφορμή,
πλύθηκα , ντύθηκα ένα κουλουράκι για το δρόμο
την τσάντα στον ώμο κι έφυγα
η σκέψη γυρίζει στο καινούργιο μάθημα
σήμερα θα ανοίξουμε το βιβλίο της ζωής
Η δασκάλα μας είπε ότι έχει πολλές ομορφιές
ετούτο το βιβλίο πως ειναι ένα ταξίδι
που κάθε μέρα θα το κάνουμε μαζί .
Μιλώντας αληθινά και προσπαθώντας να ακούμε
τους χτύπους της καρδιάς .
Με ενθουσιάζει αυτό κι η περιέργεια μου
θρονιάστηκε κι αυτή στο μυαλό μου,
κι όλο ρωτάει ..λες ..και ξέρω
αφού σήμερα θα κάνουμε το πρώτο μάθημα
τρέχω γιατί φοβάμαι μην αργήσω
Μπαίνω στην τάξη ..κι όλα ειναι εκεί
τα γράμματα στήθηκαν με την σειρά στον πίνακα
σαν μικρά στρατιωτάκια που περιμένουν το μαρς
για να αρχίσουν να περπατάνε
ο πίνακας χαμογελαστός περιμένει την κιμωλία
να την πάρει στην αγκαλιά του να της δώσει
ένα γλυκό φιλί…η δασκάλα μου αρχίζει να μιλά
και εγώ εκεί ..να κρέμομαι σαν φυλλαράκι
από το δέντρο των χειλιών της
να περιμένω με λαχτάρα από το στόμα της
που μοιάζει με ένα πηγάδι που πετά
λευκές μπουρμπουλήθρες , λόγια που σκαν
στον αέρα και γίνονται μικρές πυγολαμπίδες
- Σήμερα το πρώτο μάθημα είναι ΄΄τα όνειρα ΄΄
τα όνειρα χωρίζονται στα δυο ..
κείνα που τα βλέπουμε στον ύπνο μας
που ίσως το πρωί και να μην θυμόμαστε
και εκείνα που φτάνει μια στιγμή να κλείσουμε τα μάτια,
να τα δούμε σαν μικρά γαλάζια συννεφάκια
με αναμμένα τα λαμπάκια
που φωτίζουν το δρόμο του ουρανού,
σαν πεταλούδα που κρύβεται στη σπηλιά της ψυχής
και πετάγεται απότομα απ το πουθενά
έτσι για να δούμε ότι υπάρχει,
είναι εκείνα τα θέλω μας που μόλις τα δούμε
αρχίζουν να τρέχουν σε έναν κάμπο γεμάτο στάχυα
μεταμορφώνονται σε ένα μικρό τριφύλλι
που ζει ανάμεσα σε τεράστιες καλαμποκιές ,
περιμένουν να τα βρούμε ..ένα κρυφτό κι ένα κυνηγητό
που όμως αν τα αφήσουμε αν τα παρατήσουμε
φεύγουν και εμφανίζονται ξανά σαν νεράιδες μόνο
όταν η ψυχή μας βγει στο σεργιάνι να τα ψάξει,
την ακούω και νομίζω πως έχω πετάξει … κλείνω τα μάτια,
και είμαι ένα σύννεφο ... δένομαι στο χορτάρι,
κυλώ ανάμεσα σ αγριολούλουδα
γίνομαι ένα αστέρι ..ένα τριφύλλι …τι όμορφο μάθημα
………....τι ........
Χτυπά το κινητό μου ….
Να πάρει ευχή ..ποιος με ξυπνά απ το όνειρό μου;
μια ανεξήγητη χαρά άπλωσε το κορμί της
στην καρδιά μου χύνοντας στο στρώμα της
την μυρωδιά της άνοιξης
ξεδίπλωσε προσεκτικά ένα χαμόγελο
και το άλειψε με χάδι λάβδανου στα χείλη μου
έτσι χωρίς αιτία κι αφορμή,
πλύθηκα , ντύθηκα ένα κουλουράκι για το δρόμο
την τσάντα στον ώμο κι έφυγα
η σκέψη γυρίζει στο καινούργιο μάθημα
σήμερα θα ανοίξουμε το βιβλίο της ζωής
Η δασκάλα μας είπε ότι έχει πολλές ομορφιές
ετούτο το βιβλίο πως ειναι ένα ταξίδι
που κάθε μέρα θα το κάνουμε μαζί .
Μιλώντας αληθινά και προσπαθώντας να ακούμε
τους χτύπους της καρδιάς .
Με ενθουσιάζει αυτό κι η περιέργεια μου
θρονιάστηκε κι αυτή στο μυαλό μου,
κι όλο ρωτάει ..λες ..και ξέρω
αφού σήμερα θα κάνουμε το πρώτο μάθημα
τρέχω γιατί φοβάμαι μην αργήσω
Μπαίνω στην τάξη ..κι όλα ειναι εκεί
τα γράμματα στήθηκαν με την σειρά στον πίνακα
σαν μικρά στρατιωτάκια που περιμένουν το μαρς
για να αρχίσουν να περπατάνε
ο πίνακας χαμογελαστός περιμένει την κιμωλία
να την πάρει στην αγκαλιά του να της δώσει
ένα γλυκό φιλί…η δασκάλα μου αρχίζει να μιλά
και εγώ εκεί ..να κρέμομαι σαν φυλλαράκι
από το δέντρο των χειλιών της
να περιμένω με λαχτάρα από το στόμα της
που μοιάζει με ένα πηγάδι που πετά
λευκές μπουρμπουλήθρες , λόγια που σκαν
στον αέρα και γίνονται μικρές πυγολαμπίδες
- Σήμερα το πρώτο μάθημα είναι ΄΄τα όνειρα ΄΄
τα όνειρα χωρίζονται στα δυο ..
κείνα που τα βλέπουμε στον ύπνο μας
που ίσως το πρωί και να μην θυμόμαστε
και εκείνα που φτάνει μια στιγμή να κλείσουμε τα μάτια,
να τα δούμε σαν μικρά γαλάζια συννεφάκια
με αναμμένα τα λαμπάκια
που φωτίζουν το δρόμο του ουρανού,
σαν πεταλούδα που κρύβεται στη σπηλιά της ψυχής
και πετάγεται απότομα απ το πουθενά
έτσι για να δούμε ότι υπάρχει,
είναι εκείνα τα θέλω μας που μόλις τα δούμε
αρχίζουν να τρέχουν σε έναν κάμπο γεμάτο στάχυα
μεταμορφώνονται σε ένα μικρό τριφύλλι
που ζει ανάμεσα σε τεράστιες καλαμποκιές ,
περιμένουν να τα βρούμε ..ένα κρυφτό κι ένα κυνηγητό
που όμως αν τα αφήσουμε αν τα παρατήσουμε
φεύγουν και εμφανίζονται ξανά σαν νεράιδες μόνο
όταν η ψυχή μας βγει στο σεργιάνι να τα ψάξει,
την ακούω και νομίζω πως έχω πετάξει … κλείνω τα μάτια,
και είμαι ένα σύννεφο ... δένομαι στο χορτάρι,
κυλώ ανάμεσα σ αγριολούλουδα
γίνομαι ένα αστέρι ..ένα τριφύλλι …τι όμορφο μάθημα
………....τι ........
Χτυπά το κινητό μου ….
Να πάρει ευχή ..ποιος με ξυπνά απ το όνειρό μου;
Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019
Είναι που...
Είναι που είσαι εδώ
και μπορώ να μαι
στους ώμους σου
πολύχρωμη πεταλούδα
ειναι που βλέπω
να κεντώ τ όνειρο
της χαραυγής
στο βελόνι των ματιών σου
να περπατώ πλάι σου
γνωρίζοντας το χνάρι
του φεγγαριού
δίχως άγγιγμα
να πλέκω τα δάχτυλα
στον ιστό της ψυχής
Είναι που τίποτε
πιότερο δε μετρώ
παρά μονάχα
εκείνη την ανάσα σου
που χτυπά στα στήθια μου
και μιλά στα χείλη σου
αντίλαλος της φωνής μου!
και μπορώ να μαι
στους ώμους σου
πολύχρωμη πεταλούδα
ειναι που βλέπω
να κεντώ τ όνειρο
της χαραυγής
στο βελόνι των ματιών σου
να περπατώ πλάι σου
γνωρίζοντας το χνάρι
του φεγγαριού
δίχως άγγιγμα
να πλέκω τα δάχτυλα
στον ιστό της ψυχής
Είναι που τίποτε
πιότερο δε μετρώ
παρά μονάχα
εκείνη την ανάσα σου
που χτυπά στα στήθια μου
και μιλά στα χείλη σου
αντίλαλος της φωνής μου!
Πολύτιμα κι ασήμαντα
Δήμητρα ..
Να σου θυμίσω Κατερίνα .
Όταν γεμάτη απελπισία σου είπα
με απέλυσαν .. συμβαίνουν αυτά είπες
Γιωργή στο βλέμμα σου συνάντησα
τον ήχο της συμπαράστασης
Δημήτρη έφτανε να μου κρατάς το χέρι
κι εσύ Αθηνά μ αγκάλιασες
Ήξερα πως θα το περάσω
μα τι σου ειναι ..το νιώθω
Γιάννης ..
ΜΙχάλη για σκέψου χώρισα σου είπα κι εσύ ..
Μη μου λες τίποτα είπες έχω κι εγώ προβλήματα
κι ήμουν έτοιμος να τ ακούσω
μα δες πόσο μακριά έφυγες
δε θέλω να ξέρω είπες μ αρεσεις όταν γελάς
Μαρία να ξες πως είμαστε εδώ ψιθύρισες
και θαρρείς πως χίλιες πλάτες
κεντήθηκαν στους ώμους μου
Πετρή σαν να σπαγε βράχος ακούστηκες .. όπα εδώ μαι
κι ας ήξερα πως μόνος θα περπατούσα
μα πως αγγίζει .. το χάδι
Δέσποινα ..
Φοβάμαι ρε παιδιά.Ξανά στην αναμονή
στους άδειους τοίχους κι εκείνο το ζω δε ζω
να γυρίζει σφίγγοντας τη βάνα του μυαλού μου
Αχ βρε Θανάση πως με έκανες να γελάσω
με τούτη τη γκριμάτσα .
Χάθηκες Κωστή .. τρόμαξες ..πολύ θλίψη
Θα ρθω μαζί σου είπες Σοφία κι ας ήξερα
πως τα χιλιόμετρα ήταν πολλά
Ει μην ξεχάσεις .. μια αναπάντητη θέλω
να σε παίρνω να μιλάμε μαζί θα το περάσουμε
Μικρή μου Ανθή πως ρίγησε η φωνή μου
κι ας ήξερα πως τα χείλη μου θα μάτωναν
απ το δάγκωμα μα πάλι κόκκινα θα γινόταν
μα τι ζεστασιά ακόμη και στη γύμνια
Με μια χούφτα άμμο αλλάζει ο κόσμος
Κι εσύ μιλάς για μίση για αποστάσεις
για νεκρωμένες ψυχές ..
με ποιο δικαίωμα .. χαμήλωσε άνθρωπε
κι άσε να δείξει το μπόι η ψυχή !
Να σου θυμίσω Κατερίνα .
Όταν γεμάτη απελπισία σου είπα
με απέλυσαν .. συμβαίνουν αυτά είπες
Γιωργή στο βλέμμα σου συνάντησα
τον ήχο της συμπαράστασης
Δημήτρη έφτανε να μου κρατάς το χέρι
κι εσύ Αθηνά μ αγκάλιασες
Ήξερα πως θα το περάσω
μα τι σου ειναι ..το νιώθω
Γιάννης ..
ΜΙχάλη για σκέψου χώρισα σου είπα κι εσύ ..
Μη μου λες τίποτα είπες έχω κι εγώ προβλήματα
κι ήμουν έτοιμος να τ ακούσω
μα δες πόσο μακριά έφυγες
δε θέλω να ξέρω είπες μ αρεσεις όταν γελάς
Μαρία να ξες πως είμαστε εδώ ψιθύρισες
και θαρρείς πως χίλιες πλάτες
κεντήθηκαν στους ώμους μου
Πετρή σαν να σπαγε βράχος ακούστηκες .. όπα εδώ μαι
κι ας ήξερα πως μόνος θα περπατούσα
μα πως αγγίζει .. το χάδι
Δέσποινα ..
Φοβάμαι ρε παιδιά.Ξανά στην αναμονή
στους άδειους τοίχους κι εκείνο το ζω δε ζω
να γυρίζει σφίγγοντας τη βάνα του μυαλού μου
Αχ βρε Θανάση πως με έκανες να γελάσω
με τούτη τη γκριμάτσα .
Χάθηκες Κωστή .. τρόμαξες ..πολύ θλίψη
Θα ρθω μαζί σου είπες Σοφία κι ας ήξερα
πως τα χιλιόμετρα ήταν πολλά
Ει μην ξεχάσεις .. μια αναπάντητη θέλω
να σε παίρνω να μιλάμε μαζί θα το περάσουμε
Μικρή μου Ανθή πως ρίγησε η φωνή μου
κι ας ήξερα πως τα χείλη μου θα μάτωναν
απ το δάγκωμα μα πάλι κόκκινα θα γινόταν
μα τι ζεστασιά ακόμη και στη γύμνια
Με μια χούφτα άμμο αλλάζει ο κόσμος
Κι εσύ μιλάς για μίση για αποστάσεις
για νεκρωμένες ψυχές ..
με ποιο δικαίωμα .. χαμήλωσε άνθρωπε
κι άσε να δείξει το μπόι η ψυχή !
Ξυπόλητος Πύργος
Κι εκεί που περπατούσε
ξυπόλητος στα νερά της βροχής
άρχισαν να ξαναζωντανευουν στα πόδια του
κάτι χαλασμένα χαλίκια του ..θα
Το καπέλο τους ένα παλιό νόμισμα
με πολλαπλές όψεις
Πότε μύριζε μπαρούτι
να φοβάται μη βγει στο δρόμο η μιλιά
πότε πετούσε φωτιές
να κάψει το φρεσκοψημένο ψωμί
πότε γελαστά σαν απουσία
που κρυβόταν απ το βλέμμα
πότε σαν πλαστικά λουλούδια
που περίμεναν το χώμα να σεργιανίσει πλάι τους
γεμάτα σπασμένες υποσχέσεις
του χτεσινού χαρτιού
που έσταζε την ιστορία του
σαν βολικό μπαλκόνι σε άδειο ουρανό
Οι πατούσες σήκωσαν το πέλμα
να ξεσκεπάσουν τα λασπωμένα
από χρόνους κουτσά πετρώματα
Στ ' αγνάντι του φουριόζος
ένας Λευκός Πύργος εξιστορούσε
στους επισκέπτες του , τη γέννα της γοργόνας.
Άνοιξε τα χέρια σφυρίζοντας τα πουλιά
ει !! φώναξε ..τα ψίχουλα του κόσμου να βαστάτε
στον πετροπόλεμο κερδίζει κείνος που έχει τα φτερά!
ξυπόλητος στα νερά της βροχής
άρχισαν να ξαναζωντανευουν στα πόδια του
κάτι χαλασμένα χαλίκια του ..θα
Το καπέλο τους ένα παλιό νόμισμα
με πολλαπλές όψεις
Πότε μύριζε μπαρούτι
να φοβάται μη βγει στο δρόμο η μιλιά
πότε πετούσε φωτιές
να κάψει το φρεσκοψημένο ψωμί
πότε γελαστά σαν απουσία
που κρυβόταν απ το βλέμμα
πότε σαν πλαστικά λουλούδια
που περίμεναν το χώμα να σεργιανίσει πλάι τους
γεμάτα σπασμένες υποσχέσεις
του χτεσινού χαρτιού
που έσταζε την ιστορία του
σαν βολικό μπαλκόνι σε άδειο ουρανό
Οι πατούσες σήκωσαν το πέλμα
να ξεσκεπάσουν τα λασπωμένα
από χρόνους κουτσά πετρώματα
Στ ' αγνάντι του φουριόζος
ένας Λευκός Πύργος εξιστορούσε
στους επισκέπτες του , τη γέννα της γοργόνας.
Άνοιξε τα χέρια σφυρίζοντας τα πουλιά
ει !! φώναξε ..τα ψίχουλα του κόσμου να βαστάτε
στον πετροπόλεμο κερδίζει κείνος που έχει τα φτερά!
Παραφυάδες ψυχής
Κι αν δεις
τα γράμματα .. Ανατολή
ένα ένα σπουδάζουν
την γνώση της ομορφιάς
στο θρόισμα των φύλλων
τα νερά της ανάσας ,
τους σπόρους
που ζωές μεγαλώνουν
μαζί κι αντάμα
σφυρίζοντας και τραγουδώντας
τη γεύση της ουσίας
μυρίζοντας αγιόφτερα κερασιάς
στο στόμα της υγρής φωτιάς
στην πράσινη κοιλάδα
που γόνιμα ζεσταίνει το φιλί ,
γεννά την αγκαλιά
θηλάζει πρωτόγαλα
στις ρόγες της αγάπης
στον ένα ουρανό
στο νόημα της απλότητας!
Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019
Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019
Στο μέτρημα των άστρων
Ξέρεις πόση δύναμη χρειάζεται
για να σωπαίνει κανείς
Βουίζουν στα αυτιά
οι καύτρες των τσιγάρων
δαγκώνουν τα χείλη το σκληρό μέλι
ετούτο που σερβίρουν κάποιοι τριγύρω
γεμάτοι καλοσύνη κι αγάπη
κι εσύ σιωπάς
Όχι γιατί φοβάσαι
μα γιατί πια ξέρεις
Τα μάτια βλέπουν αυτό που θέλουν
Μάθαμε όχι να αγαπάμε
χωρίς χρώμα δίχως ήχο άνευ μνήμης
όχι να αγκαλιάζουμε
μα να νικάμε τον δικό μας πόνο
στα αδράχτι κάποιας άλλης βελονιάς
κι έτσι σπουδαίοι να ακουμπάμε τον ήλιο
Εμπορευάμενοι κι εμπορικοί
Μα καθώς πλησιάζει το φεγγάρι
απλώνουμε τα πόδια στο χορτάρι του
τι όμορφο αεράκι
να σου γλυκαίνει το στόμα
με μια θηλή γεμάτη γαλήνη
κι όπως τρέχουμε διψασμένοι
ξεδιψάμε από δυο στάλες βροχής
Βλέπεις τίποτε δε μάθαμε
από κείνο το ασταμάτητο χώμα
το νερό της θάλασσας που τόσο τραγούδησε
τους κύκνους που απαλά ψιθύριζαν
μη και ξυπνήσουν οι καλαμιές
από κείνα τα νούφαρα που χωρίς λέξη
ταξίδευαν στη λίμνη
μόνο για να κοιτάξουν τον ορίζοντα
τα τριζόνια που πάνω απ τα κλαδιά
σχημάτιζαν στα λόγια τους
τη ζεστασιά της μουσικής
Πως γίναμε έτσι
ένα κουβάρι του όλου
μπλεγμένοι στο παντού και στο τίποτα
αναζητώντας την άκρη της φωτιάς
κι ας ήταν μια φορά, μονάχα μια φορά
να αρκεστούμε στο μέτρημα των άστρων
Αδιανόητο θα μου πεις δε μετριούνται τ άστρα
Μα έτσι έτσι χωρίς σκοπό
ίσα που να μάθει το βλέμμα να αγκαλιάζει τη γαλήνη
Αλλά όταν βραδιάζει
κουρνιάζει το κορμί στην ψυχή
κι έτσι ζητά το ταίρι της
ψυχή με ψυχή
Κράτα το χέρι μου!
για να σωπαίνει κανείς
Βουίζουν στα αυτιά
οι καύτρες των τσιγάρων
δαγκώνουν τα χείλη το σκληρό μέλι
ετούτο που σερβίρουν κάποιοι τριγύρω
γεμάτοι καλοσύνη κι αγάπη
κι εσύ σιωπάς
Όχι γιατί φοβάσαι
μα γιατί πια ξέρεις
Τα μάτια βλέπουν αυτό που θέλουν
Μάθαμε όχι να αγαπάμε
χωρίς χρώμα δίχως ήχο άνευ μνήμης
όχι να αγκαλιάζουμε
μα να νικάμε τον δικό μας πόνο
στα αδράχτι κάποιας άλλης βελονιάς
κι έτσι σπουδαίοι να ακουμπάμε τον ήλιο
Εμπορευάμενοι κι εμπορικοί
Μα καθώς πλησιάζει το φεγγάρι
απλώνουμε τα πόδια στο χορτάρι του
τι όμορφο αεράκι
να σου γλυκαίνει το στόμα
με μια θηλή γεμάτη γαλήνη
κι όπως τρέχουμε διψασμένοι
ξεδιψάμε από δυο στάλες βροχής
Βλέπεις τίποτε δε μάθαμε
από κείνο το ασταμάτητο χώμα
το νερό της θάλασσας που τόσο τραγούδησε
τους κύκνους που απαλά ψιθύριζαν
μη και ξυπνήσουν οι καλαμιές
από κείνα τα νούφαρα που χωρίς λέξη
ταξίδευαν στη λίμνη
μόνο για να κοιτάξουν τον ορίζοντα
τα τριζόνια που πάνω απ τα κλαδιά
σχημάτιζαν στα λόγια τους
τη ζεστασιά της μουσικής
Πως γίναμε έτσι
ένα κουβάρι του όλου
μπλεγμένοι στο παντού και στο τίποτα
αναζητώντας την άκρη της φωτιάς
κι ας ήταν μια φορά, μονάχα μια φορά
να αρκεστούμε στο μέτρημα των άστρων
Αδιανόητο θα μου πεις δε μετριούνται τ άστρα
Μα έτσι έτσι χωρίς σκοπό
ίσα που να μάθει το βλέμμα να αγκαλιάζει τη γαλήνη
Αλλά όταν βραδιάζει
κουρνιάζει το κορμί στην ψυχή
κι έτσι ζητά το ταίρι της
ψυχή με ψυχή
Κράτα το χέρι μου!
Ανάλαφρο αεράκι
Και να μαι πάλι
κρατώντας το βελόνι του καμβά
πίνοντας τον αέρα
να τραπεζώνω τον ήλιο
Σπασμένα βράχια τα δάχτυλα
στο ρίγος του κυκλάμινου
και πόσες φορές δε θέριεψαν
μυρίζοντας το χώμα
Αποστάτης καιρός
μα το ζωνάρι ασπρόρουχα κρατά
κι ο ήχος του δρόμου
πηγή λιακάδας πεισμώνει
Α!πάλι θα αρχίσω να τραγουδώ
σαν τίποτε να μην χώρεσε μέσα μου
που να μην είχε πέταλα
έτσι που να γνωρίσω στις νότες
τη φορεσιά του λευκού κύκνου !
κρατώντας το βελόνι του καμβά
πίνοντας τον αέρα
να τραπεζώνω τον ήλιο
Σπασμένα βράχια τα δάχτυλα
στο ρίγος του κυκλάμινου
και πόσες φορές δε θέριεψαν
μυρίζοντας το χώμα
Αποστάτης καιρός
μα το ζωνάρι ασπρόρουχα κρατά
κι ο ήχος του δρόμου
πηγή λιακάδας πεισμώνει
Α!πάλι θα αρχίσω να τραγουδώ
σαν τίποτε να μην χώρεσε μέσα μου
που να μην είχε πέταλα
έτσι που να γνωρίσω στις νότες
τη φορεσιά του λευκού κύκνου !
Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2019
Ανισόπεδες σκέψεις
Αλλάζουμε ναι αλλάζουμε
οι άνθρωποι
Γινόμαστε καχύποπτοι
από αυτα που μας πλήγωσαν
άθελα , άδικα ίσως
Ίσως πάλι να φταίνε τα ανείπωτα
κι όλα στριμώχθηκαν
στο αν και στο μήπως
Σφραγισμένα γιατί
που έμαθαν να κοιτάνε τα ερωτηματικά
δίχως να ξεδιπλώσουν μια απάντηση
Άδολα χαμόγελα που φορτώθηκαν
μύριες ενοχές
ανυπεράσπιστη αγάπη
στο βωμό της συνήθειας
Ποινικοποιησαμε τον έρωτα τον θαυμασμό
τη φιλία , τα αισθήματα
στα όρια του δήθεν και του ταχα
Πεθυμήσαμε την ζωή που δεν ζήσαμε
κεινη που μόνη της μίλαγε
χωρίς τα κόμματα ανάμεσα στα χνώτα της
Στολίσαμε το λεύτερο με χρώματα με μουσικές
μα δίχως την ελευθερία
Δεν μιλάμε ..λέμε μονάχα
Ναι αλλάζουμε οι άνθρωποι
Πονανε όσα δεν είπαμε και γίνονται
άηχες λεπίδες .
Καίνε όσα ξεχάσαμε και ψάχνουμε φωτιά
Πως να πιστέψεις τι να πιστέψεις όλα βουβά
και τόσο ίδια ένα κλουβι με λέξεις
κι οι άνθρωποι μισές αλήθειες
που ψάχνουμε τον αέρα της ομορφιάς
κι εκείνη γελά στο μέσα μας
παίζοντας κουτσό με το αιώνιο παιδί
Αντανάκλαση σιωπής
Κι ύστερα ένα τι μας φταίει να κρεμιέται
σε ένα σακί από γιατί
Φυγές , υπεκφυγές στην κρύπτη του μυαλού
κι ανάλυση της ζωγραφιάς του τοίχου
Βάτραχοι που ανάσκελα μυρίζουν χαμαιλέοντα
κι ανάλογα κοάζουν
Πίκρες σαν καλαμιές που άδικα και άστοχα
ψηλώνουν .
Γέλια που κύκλους κάνουν κι αναζητούν
τον παραλήπτη τους να βρουν
Κι όμως αν προσπαθούσα αν προσπαθούσες
θα μοιραστεί η βροχή ,
στις τσέπες χαμόγελο απόθεμα τη ζεστασιά θα βρει
Καμιά απόσταση πιο δυνατή
από αυτήν που ξεμακραίνει η ψυχή!
οι άνθρωποι
Γινόμαστε καχύποπτοι
από αυτα που μας πλήγωσαν
άθελα , άδικα ίσως
Ίσως πάλι να φταίνε τα ανείπωτα
κι όλα στριμώχθηκαν
στο αν και στο μήπως
Σφραγισμένα γιατί
που έμαθαν να κοιτάνε τα ερωτηματικά
δίχως να ξεδιπλώσουν μια απάντηση
Άδολα χαμόγελα που φορτώθηκαν
μύριες ενοχές
ανυπεράσπιστη αγάπη
στο βωμό της συνήθειας
Ποινικοποιησαμε τον έρωτα τον θαυμασμό
τη φιλία , τα αισθήματα
στα όρια του δήθεν και του ταχα
Πεθυμήσαμε την ζωή που δεν ζήσαμε
κεινη που μόνη της μίλαγε
χωρίς τα κόμματα ανάμεσα στα χνώτα της
Στολίσαμε το λεύτερο με χρώματα με μουσικές
μα δίχως την ελευθερία
Δεν μιλάμε ..λέμε μονάχα
Ναι αλλάζουμε οι άνθρωποι
Πονανε όσα δεν είπαμε και γίνονται
άηχες λεπίδες .
Καίνε όσα ξεχάσαμε και ψάχνουμε φωτιά
Πως να πιστέψεις τι να πιστέψεις όλα βουβά
και τόσο ίδια ένα κλουβι με λέξεις
κι οι άνθρωποι μισές αλήθειες
που ψάχνουμε τον αέρα της ομορφιάς
κι εκείνη γελά στο μέσα μας
παίζοντας κουτσό με το αιώνιο παιδί
Αντανάκλαση σιωπής
Κι ύστερα ένα τι μας φταίει να κρεμιέται
σε ένα σακί από γιατί
Φυγές , υπεκφυγές στην κρύπτη του μυαλού
κι ανάλυση της ζωγραφιάς του τοίχου
Βάτραχοι που ανάσκελα μυρίζουν χαμαιλέοντα
κι ανάλογα κοάζουν
Πίκρες σαν καλαμιές που άδικα και άστοχα
ψηλώνουν .
Γέλια που κύκλους κάνουν κι αναζητούν
τον παραλήπτη τους να βρουν
Κι όμως αν προσπαθούσα αν προσπαθούσες
θα μοιραστεί η βροχή ,
στις τσέπες χαμόγελο απόθεμα τη ζεστασιά θα βρει
Καμιά απόσταση πιο δυνατή
από αυτήν που ξεμακραίνει η ψυχή!
Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)