Σάββατο 4 Απριλίου 2020
Πίνακας βροχής
Νύχτωσε
Οι δυνατές στάλες της βροχής ακουμπούσαν στο τζάμι .
Ακαθόριστος ο χορός τους, μα κείνος τη μελωδία τους άκουγε
Χωρίς δεύτερη σκέψη έστησε το τρίποδο με τον καμβά του
άρπαξε τη παλέτα του και σιγοψυθιρισε.
Θα ζωγραφίσω την βροχή . Πως ήξεραν οι μικροί φωτεινοί
ξορκιστές ,τα πινέλα του κείνον ,χοροπήδησαν
με το γέλιο τους στα δάχτυλα του .
Σε μια άκρη κατέβαινε σαν καταρράχτης.
με το γέλιο τους στα δάχτυλα του .
Σε μια άκρη κατέβαινε σαν καταρράχτης.
Πω πω θυμωμένη που ήταν .
Ναι πολύ θυμωμένη με τους ανθρώπους,που μήτε το ταίρι της
τον ήλιο εκτίμησαν μήτε εκείνη που τόσα παιδιά της βύζαξε,
να γίνουν σύννεφα να μεγαλώσουν στις ποδιές τους
μικρά ρυάκια κι ύστερα τρέχοντας να τα δωρίσουν σε κείνους
να γεννηθεί η άνοιξη , να γίνει το στάχυ ψωμί ,
να μεγαλώσει το καλαμπόκι ,η ελιά ,να βγει το λάδι να τρέψει ,
να λικνιστούν οι παπαρούνες να παίξουν
παιδιά στα λιβάδια του νου και της καρδιάς .
Περίμενε ,περίμενε να καταλαγιάσει λίγο το γκρι να σταματήσει
το παράπονο .Με το μολύβι του σκιτσάρισε μικρά μπαλόνια
κι ύστερα τα γέμισε λευκό του κρίνου .
Για κείνα τα άσκεπα να χουν το χρόνο
να κρατήσουν στους κουβάδες τους τα παιδιά της ,
να πλύνουν το πρόσωπο ,να λούσουν τα μαλλιά της λευτεριάς ,
να βρουν τον τόπο τους τα μάτια.
Άφησε μερικά διάφανα να σβήσουν τους καπνούς ,
να χει ο πηγαιμός ορίζοντα στο αθέατο του κόσμου .
Να συναντήσουν τη λίμνη των κύκνων.
Κι εκείνη τι όμορφα στο αντάμωμα έπινε τα φιλιά της
Πέταξε πολύχρωμες πινελιές να μαζευτούν λουλούδια ,
ανακατεμένα να μουρμουρίζουν, το όνειρο της θάλασσας.
Φύτεψε μικρές κόκκινες σταγόνες απ άκρη σ άκρη του καμβά
να μη λογιάζει ο ουρανός,πως εχει άλλο χρώμα η αγάπη .
Στο μικρό διάδρομο που έμεινε είδε δυο σταγόνες
να αγκαλιάζονται στο ένα βήμα .
Ένα ζευγάρι έδενε το φιλί ξυπόλητα, πλατσούριζε στα νερά της.
Ανάγλυφα στο σώμα της ψυχής ξεπλύθηκε ο θυμός της
κι όμορφα που στέγνωνε στην αγκαλιά,
μυρίζοντας τον ερχομό του ήλιου!
Ναι πολύ θυμωμένη με τους ανθρώπους,που μήτε το ταίρι της
τον ήλιο εκτίμησαν μήτε εκείνη που τόσα παιδιά της βύζαξε,
να γίνουν σύννεφα να μεγαλώσουν στις ποδιές τους
μικρά ρυάκια κι ύστερα τρέχοντας να τα δωρίσουν σε κείνους
να γεννηθεί η άνοιξη , να γίνει το στάχυ ψωμί ,
να μεγαλώσει το καλαμπόκι ,η ελιά ,να βγει το λάδι να τρέψει ,
να λικνιστούν οι παπαρούνες να παίξουν
παιδιά στα λιβάδια του νου και της καρδιάς .
Περίμενε ,περίμενε να καταλαγιάσει λίγο το γκρι να σταματήσει
το παράπονο .Με το μολύβι του σκιτσάρισε μικρά μπαλόνια
κι ύστερα τα γέμισε λευκό του κρίνου .
Για κείνα τα άσκεπα να χουν το χρόνο
να κρατήσουν στους κουβάδες τους τα παιδιά της ,
να πλύνουν το πρόσωπο ,να λούσουν τα μαλλιά της λευτεριάς ,
να βρουν τον τόπο τους τα μάτια.
Άφησε μερικά διάφανα να σβήσουν τους καπνούς ,
να χει ο πηγαιμός ορίζοντα στο αθέατο του κόσμου .
Να συναντήσουν τη λίμνη των κύκνων.
Κι εκείνη τι όμορφα στο αντάμωμα έπινε τα φιλιά της
Πέταξε πολύχρωμες πινελιές να μαζευτούν λουλούδια ,
ανακατεμένα να μουρμουρίζουν, το όνειρο της θάλασσας.
Φύτεψε μικρές κόκκινες σταγόνες απ άκρη σ άκρη του καμβά
να μη λογιάζει ο ουρανός,πως εχει άλλο χρώμα η αγάπη .
Στο μικρό διάδρομο που έμεινε είδε δυο σταγόνες
να αγκαλιάζονται στο ένα βήμα .
Ένα ζευγάρι έδενε το φιλί ξυπόλητα, πλατσούριζε στα νερά της.
Ανάγλυφα στο σώμα της ψυχής ξεπλύθηκε ο θυμός της
κι όμορφα που στέγνωνε στην αγκαλιά,
μυρίζοντας τον ερχομό του ήλιου!
Παρασκευή 3 Απριλίου 2020
Απολογισμός
Θλίβομαι για έναν κόσμο
που ποτέ δε θα σε ρωτήσει τι κάνεις
μια τελεία και ένας στίχος
είσαι για κεινον
που δε εκτίμησε ποτέ ότι του χάρισες
κομμάτια απ τα κομμάτια σου .
Για λίγες σταγόνες θεαθήναι
και καθωσπρεπισμου,
στο φλας της επικαιρότητας
μετρά το υφος και την πόζα που του πρέπει
Έναν κόσμο που μιλά για τον άνθρωπο
μα που φροντίζει να τον τσακίζει
να φτάσει ο ίδιος στην κορφή
της άδειας πατούσας
πέφτοντας πάνω σου σαν αρπακτικό
Λυπάμαι για έναν κόσμο
που το πρωί σε θαυμάζει το μεσημέρι σε δέχεται
το απόγευμα σε παρατηρεί το βράδυ σε ξεχνά
την χαραυγή σε πολεμά χατίρια ποτέ δε χαλά
Λυπάμαι αυτόν που δεν είδε ποτέ την ψυχή
μα χορταίνει στο βύζαγμα της δικής του σκέψης
κι αμολάει χαρταετούς να βρει λιβάδι
Αγάπησα την μοναξιά κι έμαθα ποια είμαι
Έμαθα να αγαπάω απ την αγάπη κι όχι απ την ανάγκη
να αφήνω χρόνο και χώρο να πεταχτούν οι μάσκες
να δέχομαι μα όχι να ανέχομαι
Κρατώ τα λίγα όμορφα αυτά που όπου κι αν βρεθούν
παρέα στους λεμονανθούς θα αγκαλιαστούν
Α! κι εκείνο το ωραίο αν δεν τους αφήσεις
δε σε πονάνε κρατήστε το για σας
Γιατί θα συνεχίσω να πιστεύω στον άνθρωπο
να βλέπω τα άσχημα και την ομορφιά
όχι μέσα από συνταγές μα στην καρδιά της ζωής
κι έτσι θα ονειρεύομαι πως κάποτε ο δρόμος
θα γεμίσει ανεμώνες
Στον κόσμο μου δε τα φυτεύουν
τα ξεριζώνουν τ 'αγκάθια να φανεί ο κήπος
Γυρίζω σε μένα όχι ποιήτρια αλλά άνθρωπος !
Τετάρτη 1 Απριλίου 2020
Όλα αλλάζουν
Όλα αλλάζουν
Οι πόλεις μετατρέπονται σε τεχνητά ρυάκια
να μηχανεύονται διακόπτες το σφυγμό τους
Τα ποδήλατα διακόπτονται στους δρόμους
από ελάχιστα πετάλια που ανθούν
Τα φώτα άτσαλα σμίγουν τα φρύδια τους
να σκοτεινιάζει και η λιγοστή φλόγα απ το λυχνάρι
Υποκλίσεις καπνών συναντούν τις ακτές
μπαρουτιασμένες ώρες με σβηστό το φιτίλι
Μπόρες φυλούν τη Δημοκρατία μη ξεμυτίσει
σγουρό το γαρύφαλλο και πάρει μυρουδιά ο αέρας
Ντυμένοι με κάγκελα βαδίζουν οι άνθρωποι
ώσπου να σπάσει η ψυχή τη σάρκα
Εσύ μελετημένος του τροχού αναβάτης
κι εγώ αδράχτι που έπλεξε τον αργαλειό
καρτερικά βαδίζουμε με κρατημένο το νου
ζωσμένοι με τα φυσίγγια της καρδιάς
να πολεμήσουμε τον αργό θάνατο
Νοσταλγοί της αδέσποτης ανεμώνης
τον χορό των κάμπων,τις σβούρες στις ηλιαχτίδες
Μιλάς κι άγνωστος είσαι και που εγώ σε ξέρω
κι έτσι σμίγοντας σιωπή με τη σιωπή
ξελυνει το καράβι μας κι αρμενίζει στα πέλαγα
προτείνοντας στο ορίζοντα μια αλλιώτικη μέρα
με φορτωμένα τα αμπάρια της ψυχής
όνειρα που δεν ήρθαν, σμιλεύονται στον ήλιο
να κρατούν τις αγκαλιές
να κρατούν τις αγκαλιές
που ακούν η μια την άλλη μονάχα με ένα νεύμα
αιώνιας νιότης .
Γυρεύοντας τον ίσκιο μας θα βγούμε στα ανοιχτά
μιλούν τα χελιδόνια !
μιλούν τα χελιδόνια !
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020
Άτιτλο
Τώρα που βραδιάζει
σφράγισε τα λόγια
στο χρονοντούλαπο της μέρας
κι άσε την ψυχή
να τραγουδήσει
να μυρίσει τα τριαντάφυλλα
του κήπου της
να φτερουγίσει
πλάι απ το φεγγάρι
άστη να πλατσουρίσει
στις όχθες της σιωπής της
να σκεπάσει απαλά το όνειρό της
μιλώντας με τον ήχο
των χτύπων της να νιώσει .. να νιώσει
Τίποτε πιο ζεστό απ το χνώτο της
και τόσο όμορφη κουβέντα
ετούτο το.. αύριο πάλι
αύριο μια άλλη μέρα
Καληνύχτα να προσέχεις !
σφράγισε τα λόγια
στο χρονοντούλαπο της μέρας
κι άσε την ψυχή
να τραγουδήσει
να μυρίσει τα τριαντάφυλλα
του κήπου της
να φτερουγίσει
πλάι απ το φεγγάρι
άστη να πλατσουρίσει
στις όχθες της σιωπής της
να σκεπάσει απαλά το όνειρό της
μιλώντας με τον ήχο
των χτύπων της να νιώσει .. να νιώσει
Τίποτε πιο ζεστό απ το χνώτο της
και τόσο όμορφη κουβέντα
ετούτο το.. αύριο πάλι
αύριο μια άλλη μέρα
Καληνύχτα να προσέχεις !
Κοιμήσου και αγνάντευε
Για τον Μανώλη Γλέζο
Μίλησε μου
για κείνα που λέγαμε ιδανικά
θυμάσαι πως σβούριζαν
στο κεφάλι μας ασκέπαστα
σαν φύλλα που ξέφυγαν
απ τον κορμό της συνήθειας
Θύμισε μου
ήταν ο ήλιος που ξύπναγε
κάθε πρωί φορτωμένος
με το λιοπύρι της καυτής ανάσας
ή εκείνο το άλμπουρο
που ζήλευε τα ταξίδια μας
Πες μου
σε ποια κιτάπια γράφτηκαν
οι ιδέες του λεύτερου χορού
που αρμένιζαν στα κύματα
κι άγγιζαν το λυχνάρι
του άδικου λυτρώνοντας το στάχυ
μα άκου με
δεν τέλειωσαν τα ανήμπορα
δεν σώθηκαν οι μπόρες
στα χέρια έμειναν σταυρός
και λόγχες που φωνάζουν
άγουρο πηγαιμό τα νώτα να διαβάζουν
Δες πόσα άφησες να ζουν
στης νιότης το κανάτι
αμάραντο έχει η ψυχή
ενός παιδιού το δάκρυ
Κοιμήσου και αγνάντευε
πως θα ρθει εκείνη η ώρα
που θα βαδίζει η φωνή
με μιας χροιάς τα δώρα!
Μίλησε μου
για κείνα που λέγαμε ιδανικά
θυμάσαι πως σβούριζαν
στο κεφάλι μας ασκέπαστα
σαν φύλλα που ξέφυγαν
απ τον κορμό της συνήθειας
Θύμισε μου
ήταν ο ήλιος που ξύπναγε
κάθε πρωί φορτωμένος
με το λιοπύρι της καυτής ανάσας
ή εκείνο το άλμπουρο
που ζήλευε τα ταξίδια μας
Πες μου
σε ποια κιτάπια γράφτηκαν
οι ιδέες του λεύτερου χορού
που αρμένιζαν στα κύματα
κι άγγιζαν το λυχνάρι
του άδικου λυτρώνοντας το στάχυ
μα άκου με
δεν τέλειωσαν τα ανήμπορα
δεν σώθηκαν οι μπόρες
στα χέρια έμειναν σταυρός
και λόγχες που φωνάζουν
άγουρο πηγαιμό τα νώτα να διαβάζουν
Δες πόσα άφησες να ζουν
στης νιότης το κανάτι
αμάραντο έχει η ψυχή
ενός παιδιού το δάκρυ
Κοιμήσου και αγνάντευε
πως θα ρθει εκείνη η ώρα
που θα βαδίζει η φωνή
με μιας χροιάς τα δώρα!
Γλυκοχάραμα
Χαράζει
τα χρώματα του ουρανού
χτίζουν την δική τους
φωλιά τραγουδώντας
Απόλυτη ησυχία
Τούτη την ώρα σωπαίνουν
οι σκέψεις των ανθρώπων
κι ακούγονται τα οράματα των πουλιών
Το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα
ζεστή μουσική που απλώνει
τα δίχτυα της στον άνεμο
Ρουφά η πεταλούδα το μέλι του πρωινού
στη γύρη της μαργαρίτας
Ακολουθώ τα ανοίγματα
απ τα φτερά του ήλιου
σκανδαλιαρικες μικρές πιρουέτες
στο χορό της γεμάτης κοιλάδας
Α! όμορφη που σαι άνοιξη
που και σε μυρίζω μέσα μου
αλλιώτικα ανθίζει ο κήπος του κόσμου!
τα χρώματα του ουρανού
χτίζουν την δική τους
φωλιά τραγουδώντας
Απόλυτη ησυχία
Τούτη την ώρα σωπαίνουν
οι σκέψεις των ανθρώπων
κι ακούγονται τα οράματα των πουλιών
Το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα
ζεστή μουσική που απλώνει
τα δίχτυα της στον άνεμο
Ρουφά η πεταλούδα το μέλι του πρωινού
στη γύρη της μαργαρίτας
Ακολουθώ τα ανοίγματα
απ τα φτερά του ήλιου
σκανδαλιαρικες μικρές πιρουέτες
στο χορό της γεμάτης κοιλάδας
Α! όμορφη που σαι άνοιξη
που και σε μυρίζω μέσα μου
αλλιώτικα ανθίζει ο κήπος του κόσμου!
Σάββατο 28 Μαρτίου 2020
Μεθυσμένο τζιτζίκι
Φτηνές κατασκευές
προκάτ που αλφαδιάζουν
το στερέωμα
σε σάπια σανίδια
να ζαλίσουν το χρόνο
άνοιξε τα μάτια σου άνοιξη
πως θόλωσες στην ίδια σου τη γύρη
μεμβράνες σε χαλεπούς καιρούς
πως να κρατήσουν
της φυλλωσιάς το βάρος
τραβάς το κρόσσι να ξηλώσεις το χαλί
μα αλλού βαρούν οι κόμποι
κι άλλου της άκρης η διάφανη κλωστή
κι εσύ εκεί πείσμα αγονάτιστο
να τραγουδάς τα όνειρα που κουβαλάς
τζιτζίκι που βαλε παλτό τον ήλιο
κλάδεψε μια φέτα ουρανού
και μέθυσε απ της ελπίδας το νερό!
προκάτ που αλφαδιάζουν
το στερέωμα
σε σάπια σανίδια
να ζαλίσουν το χρόνο
άνοιξε τα μάτια σου άνοιξη
πως θόλωσες στην ίδια σου τη γύρη
μεμβράνες σε χαλεπούς καιρούς
πως να κρατήσουν
της φυλλωσιάς το βάρος
τραβάς το κρόσσι να ξηλώσεις το χαλί
μα αλλού βαρούν οι κόμποι
κι άλλου της άκρης η διάφανη κλωστή
κι εσύ εκεί πείσμα αγονάτιστο
να τραγουδάς τα όνειρα που κουβαλάς
τζιτζίκι που βαλε παλτό τον ήλιο
κλάδεψε μια φέτα ουρανού
και μέθυσε απ της ελπίδας το νερό!
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020
Υπόγεια θέα
Όταν ολα θα έχουν τελειώσει
τι μακρύς κι αόριστος δρόμος
Μα εγώ δεν θέλω όταν
εδώ θέλω να είσαι , τώρα
Τώρα που δύσκολα περνά η μέρα
κι απλώνει τη μοναξιά το φεγγάρι
Τώρα να μένεις δίπλα μου
να γεμίζει το δωμάτιο φωνές και γέλια
Να σου μαντάρω τις πληγές που κρατάς
στο λαιμό κοιτώντας τα δάχτυλά σου
Να δακρύζω για σένα κι εσύ να γελάς
Ασπόνδυλα πουλιά εμείς να κοιτάμε ,
τα λυπημένα συννεφα
που ψάχνουν να ρίξουν το είναι τους
και σαστισμένα κοιτούν μια τον καπνό
μια το φόβο . Που να γείρουν ;
να θέλει βροχή κείνο το ριχταρι που πουλά
άδικα κορμιά στο στόμα του λύκου
μη λογαριάζοντας μήτε τις λαλιές της θάλασσας
μήτε το κλάμα απ το χώμα;να χρειάζονται δάκρυα
να ξεπλυθούν τις ψυχές που άσκοπα παραδόθηκαν;
Λογάδες , λογάδες να μαστε που αναζητούν
το αίνιγμα στον κόμπο της παγίδας
Εδω να σαι να μπορώ να ράβω τ αστρα
ένα ένα στο μαξιλάρι σου να κρατηθούν τα όνειρα
Να γελώ στην άδεια καρέκλα σου
κι αυτή να ζωγραφίζει την μορφή σου
Τα κρύα χέρια σου να μπαίνουν
σαν άνεμος στη χούφτα απ το μαϊστράλι
που πλεγμένο είναι απ τα μαλλιά
της τρυφεράδας κι από το Α του ατέλειωτου
Να συλλαβίζεις τα φωνήεντα κι εγώ τα σύμφωνα,
να σου δίνω γεμάτα φως από μια μπάντα καλοκαιριού,
έτσι που κάθε νότα να χει το ταίρι της
Να βρει το λόγο η μουσική
που η φλογέρα που απλώνει τα φτερά της
να παίξουν χαρούμενα παιδιά , το κρυφτό του ήλιου
στην τραμπάλα της σκονισμένης άνοιξης
σκεπάζοντας τα φύλλα με τη γύρη της .
Εδω να σαι να ανοίγει η πόρτα της γης
στο γαλάζιο σακάκι του ουρανού
καρφιτσώνοντας στο πέτο
ένα κόκκινο μολύβι να κουβαλά το νόημα !
τι μακρύς κι αόριστος δρόμος
Μα εγώ δεν θέλω όταν
εδώ θέλω να είσαι , τώρα
Τώρα που δύσκολα περνά η μέρα
κι απλώνει τη μοναξιά το φεγγάρι
Τώρα να μένεις δίπλα μου
να γεμίζει το δωμάτιο φωνές και γέλια
Να σου μαντάρω τις πληγές που κρατάς
στο λαιμό κοιτώντας τα δάχτυλά σου
Να δακρύζω για σένα κι εσύ να γελάς
Ασπόνδυλα πουλιά εμείς να κοιτάμε ,
τα λυπημένα συννεφα
που ψάχνουν να ρίξουν το είναι τους
και σαστισμένα κοιτούν μια τον καπνό
μια το φόβο . Που να γείρουν ;
να θέλει βροχή κείνο το ριχταρι που πουλά
άδικα κορμιά στο στόμα του λύκου
μη λογαριάζοντας μήτε τις λαλιές της θάλασσας
μήτε το κλάμα απ το χώμα;να χρειάζονται δάκρυα
να ξεπλυθούν τις ψυχές που άσκοπα παραδόθηκαν;
Λογάδες , λογάδες να μαστε που αναζητούν
το αίνιγμα στον κόμπο της παγίδας
Εδω να σαι να μπορώ να ράβω τ αστρα
ένα ένα στο μαξιλάρι σου να κρατηθούν τα όνειρα
Να γελώ στην άδεια καρέκλα σου
κι αυτή να ζωγραφίζει την μορφή σου
Τα κρύα χέρια σου να μπαίνουν
σαν άνεμος στη χούφτα απ το μαϊστράλι
που πλεγμένο είναι απ τα μαλλιά
της τρυφεράδας κι από το Α του ατέλειωτου
Να συλλαβίζεις τα φωνήεντα κι εγώ τα σύμφωνα,
να σου δίνω γεμάτα φως από μια μπάντα καλοκαιριού,
έτσι που κάθε νότα να χει το ταίρι της
Να βρει το λόγο η μουσική
που η φλογέρα που απλώνει τα φτερά της
να παίξουν χαρούμενα παιδιά , το κρυφτό του ήλιου
στην τραμπάλα της σκονισμένης άνοιξης
σκεπάζοντας τα φύλλα με τη γύρη της .
Εδω να σαι να ανοίγει η πόρτα της γης
στο γαλάζιο σακάκι του ουρανού
καρφιτσώνοντας στο πέτο
ένα κόκκινο μολύβι να κουβαλά το νόημα !
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020
Τρίτη 24 Μαρτίου 2020
Στο άσπρο δωμάτιο
Επαναλήψεις
Κουρντισμένες σαν από άλλη εποχή
Ξαναζεσταμενες αυταπάτες
γυρνώντας το κουτάλι και το κυνηγητό
ηδονής , αυταρέσκειας , κι ίσως
η νέα μικρή πια να του ανήκε
Άνθρωπος που χόρταινε πια
στο βυζί του σίγουρου
και ξεροστάλιαζε για λίγο κενό .
Το ιστορικό του διάβαζε ο γιατρός
που τον πρόσεχε .
Σπασμένοι κύκλοι και ξανά κύκλοι που ούτε
μια άκρη δεν βρίσκαν να ενωθούν
Και τώρα κύριε Φώτη έχετε κανέναν
να σας ακούσει κάποιον να σας ξυπνά το πρωί
ραντίζοντας τη μέρα με ένα δροσερό φιλί ;
Ξέρετε κοροϊδεύουμε τη ζωή
μα εχει κι αυτή τις μικρές σφαίρες
στηρίζει έναν καθρέφτη στον άνεμο
κι έρχεται κάποια στιγμή που εκεί καρφώνει
όλο το βιος του καθενός μας .
Σκεπτικός στεκόταν ο κύριος Φωτης
Ξαφνικά θυμήθηκε το κοριτσάκι του ,
τον άνθρωπό του όπως την αποκαλούσε
Η Αννουλα ήταν για καιρό σύντροφος του
πρωι , μεσημέρι, βραδυ εκει
Να μιλούν , να γελούν, να απλώνουν
το αλφα της στιγμής και να τους βρίσκει το ωμεγα
της μέρας , και πάλι απ την αρχή .
Κάποια στιγμή ομως η Αννουλα άνοιξε την πόρτα
και του ειπε να περάσει εξω .
Βλέπεις δεν εμοιαζε με καμια . Δε φοβόταν να παλεψει .
Ειναι κι αυτές οι γυναίκες που δήλωσαν την δική τους δυναμη
οχι στη φωτογραφια αλλα στη σφραγίδα τους
Αλλάζει όμως το χούι; Μόλις βαριόταν απ τα δύσκολα
ανέμιζε σε άλλες πλατείες . Κοροιδευε το παλιό
και κανακευε το καινούργιο . Μια γλυκια νοσταλγία πέρασε
μέσα του . Αλλα μόνο για μια στιγμή .
Κυριε Φώτη κάτι σας ρώτησα . Άυριο μπαινετε χειρουργείο
Ποιόν να ειδοποιουσουμε ; αμήχανος ο κυρ Φώτης .
Κοίτα τωρα αυτός που μιλουσε για ψυχές
ουτε μια δεν εβρισκε . Η Αννουλα που ναναι η Αννούλα;
Συμβιβάστηκε με την άδεια πορεια .
Τους συγγενείς μου γιατρέ . Μοναχα αυτούς .
Ολα καλα κυριε Φωτη ολα θα πανε καλά .
Ετούτη η φραση του θυμιζε τα λόγια της .
Ησύχασε ολα θα πανε καλα αυτό του έλεγε εκεινη .
Η θύμιση του γέλιου της τον γέμισε δύναμη
Αχ κυριε Φωτη περαστικοί έρωτες πολλοι
μα να ξερες ποσα φυλά η αγάπη !
Κουρντισμένες σαν από άλλη εποχή
Ξαναζεσταμενες αυταπάτες
γυρνώντας το κουτάλι και το κυνηγητό
ηδονής , αυταρέσκειας , κι ίσως
η νέα μικρή πια να του ανήκε
Άνθρωπος που χόρταινε πια
στο βυζί του σίγουρου
και ξεροστάλιαζε για λίγο κενό .
Το ιστορικό του διάβαζε ο γιατρός
που τον πρόσεχε .
Σπασμένοι κύκλοι και ξανά κύκλοι που ούτε
μια άκρη δεν βρίσκαν να ενωθούν
Και τώρα κύριε Φώτη έχετε κανέναν
να σας ακούσει κάποιον να σας ξυπνά το πρωί
ραντίζοντας τη μέρα με ένα δροσερό φιλί ;
Ξέρετε κοροϊδεύουμε τη ζωή
μα εχει κι αυτή τις μικρές σφαίρες
στηρίζει έναν καθρέφτη στον άνεμο
κι έρχεται κάποια στιγμή που εκεί καρφώνει
όλο το βιος του καθενός μας .
Σκεπτικός στεκόταν ο κύριος Φωτης
Ξαφνικά θυμήθηκε το κοριτσάκι του ,
τον άνθρωπό του όπως την αποκαλούσε
Η Αννουλα ήταν για καιρό σύντροφος του
πρωι , μεσημέρι, βραδυ εκει
Να μιλούν , να γελούν, να απλώνουν
το αλφα της στιγμής και να τους βρίσκει το ωμεγα
της μέρας , και πάλι απ την αρχή .
Κάποια στιγμή ομως η Αννουλα άνοιξε την πόρτα
και του ειπε να περάσει εξω .
Βλέπεις δεν εμοιαζε με καμια . Δε φοβόταν να παλεψει .
Ειναι κι αυτές οι γυναίκες που δήλωσαν την δική τους δυναμη
οχι στη φωτογραφια αλλα στη σφραγίδα τους
Αλλάζει όμως το χούι; Μόλις βαριόταν απ τα δύσκολα
ανέμιζε σε άλλες πλατείες . Κοροιδευε το παλιό
και κανακευε το καινούργιο . Μια γλυκια νοσταλγία πέρασε
μέσα του . Αλλα μόνο για μια στιγμή .
Κυριε Φώτη κάτι σας ρώτησα . Άυριο μπαινετε χειρουργείο
Ποιόν να ειδοποιουσουμε ; αμήχανος ο κυρ Φώτης .
Κοίτα τωρα αυτός που μιλουσε για ψυχές
ουτε μια δεν εβρισκε . Η Αννουλα που ναναι η Αννούλα;
Συμβιβάστηκε με την άδεια πορεια .
Τους συγγενείς μου γιατρέ . Μοναχα αυτούς .
Ολα καλα κυριε Φωτη ολα θα πανε καλά .
Ετούτη η φραση του θυμιζε τα λόγια της .
Ησύχασε ολα θα πανε καλα αυτό του έλεγε εκεινη .
Η θύμιση του γέλιου της τον γέμισε δύναμη
Αχ κυριε Φωτη περαστικοί έρωτες πολλοι
μα να ξερες ποσα φυλά η αγάπη !
Δυνάστες
Έρποντας έφτασαν στο αρχείο του κόσμου
τράβηξαν την περόνη ανάμεσα απ τους κόμπους που έχτισαν,
κι αργά αργά έσβηνε ο ήλιος
η θάλασσα περιμένει να παίξουν παιδιά
Φίμωσαν τα στόματα μη χυθεί η λάβα
του ανέραστου καιρού της Περσεφόνης
μη πέσουν τα μαλλιά της στη γη και φυτρώσουν πνοές
το δίχτυ του ψαρά χαϊδεύει κοράλλια
Άμορφοι όμοιοι δικοί ξένοι φορώντας τα λευκά τους γάντια,
να κρυφτεί το γηραλέο κεφάλι που φορούν στα δάχτυλα,
κι η φλέβα του πλούτου που σβήνει το ύψος του δούλου
η άνοιξη καρτερά τον χορό των πεταλούδων
γέμισαν τους τοίχους κελιά να μαστιγώσουν τα λουλούδια
φωνή δεν ακούγεται να ουρλιάζει,
να κόψει τη σκουριά αιώνων,
να κόψει τη σκουριά αιώνων,
στιγματισμένη θα γυρνά πάλι ,
πόρνη πολυτελείας μονάχα για μια ανάσα
πόρνη πολυτελείας μονάχα για μια ανάσα
η ρυτίδα γυρεύει τη ζεστασιά στα μέτρα του καλοκαιριού
Μα θα σκοτωθεί ο θάνατος στον αριθμό του ,
σκιαγμένος από ακτίνες ματιών ,
πολύχρωμα φιτίλια του απέραντου δάσους,
γέλια αγέννητων Σποράδων
θα ανοίξουν τα αμπάρια να παίξουν τα ανεμακια,
να γεψει η φυλλωσιά το πρώτο της φιλί
Θα βγουν από την αρχή κυκλάδες
κι ορεινές κορφές μπροστάρη να χουν τις ελιές
θα ρθει γλυκό το πρωινό
στο ζυμωτό ψωμί ο άνθρωπος τον άνθρωπο να βρει !
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020
Άτιτλο
Γνώριζα τα μάτια σου
πριν αντικρίσω
τα κύματα του ουρανού
Κάτι από ήχο μελάνης είχαν
κι ανέσπερο φως
Ένιωσα την αγωνία σου
Λαχανισμένη προχώρησα
να κρατήσω τα δάκρυα
μη ξεχειλίσει η αλμύρα
και χαθεί η φωνή σου
απ το βλέμμα
Ρίγωνα στο παγωμένο σου σώμα
να σου φορέσω τον κίτρινο κύκλο
Έσπασες μέσα στα χέρια μου
ρόδι που γέμιζε τους κήπους
κοκκινέλι απ το στόμα
Μη φοβάσαι σου είπα
Κανείς δεν φεύγει
Νοικιάζει μόνο το δρόμο του
στα πεζοδρόμια
μα εδώ .. εδώ εχει γη
εδώ εχει φεγγάρι
τραγανό ζεστόψωμο
να χορταίνει η άβουλη πείνα
γυμνώνουν οι άνοιξες
να ράψουν τα πανωφόρια μας
εδώ εδώ κατοικούν
οι ανάσες μας !

πριν αντικρίσω
τα κύματα του ουρανού
Κάτι από ήχο μελάνης είχαν
κι ανέσπερο φως
Ένιωσα την αγωνία σου
Λαχανισμένη προχώρησα
να κρατήσω τα δάκρυα
μη ξεχειλίσει η αλμύρα
και χαθεί η φωνή σου
απ το βλέμμα
Ρίγωνα στο παγωμένο σου σώμα
να σου φορέσω τον κίτρινο κύκλο
Έσπασες μέσα στα χέρια μου
ρόδι που γέμιζε τους κήπους
κοκκινέλι απ το στόμα
Μη φοβάσαι σου είπα
Κανείς δεν φεύγει
Νοικιάζει μόνο το δρόμο του
στα πεζοδρόμια
μα εδώ .. εδώ εχει γη
εδώ εχει φεγγάρι
τραγανό ζεστόψωμο
να χορταίνει η άβουλη πείνα
γυμνώνουν οι άνοιξες
να ράψουν τα πανωφόρια μας
εδώ εδώ κατοικούν
οι ανάσες μας !

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020
Δρόμοι και δρόμοι
Κάποτε θα καταλάβεις ,ήταν οι μόνες λέξεις
που βγήκαν απ το στόμα της
που βγήκαν απ το στόμα της
κι έτσι ησυχα κι απλά τον χαιρέτησε .
Καλοτάξιδος νάσαι φίλε μου
στα ανοιχτα σου μονοπάτια .
στα ανοιχτα σου μονοπάτια .
Δυσκολο πραγμα να μιλήσεις
Έτσι ήταν η Γιώτα σιωπηλά κι αθόρυβα
τα βήματα της. Ετσι ηταν κι οταν
άνοιξε την πόρτα της διχως δευτερη σκεψη .
Μετρούσε συμπεριφορές .Αλλαζονεία , ψέμα
Χριστέ μου πόσο ψέμα κι απέραντη υποκρισία
άνοιξε την πόρτα της διχως δευτερη σκεψη .
Μετρούσε συμπεριφορές .Αλλαζονεία , ψέμα
Χριστέ μου πόσο ψέμα κι απέραντη υποκρισία
Μια μάσκα για κάθε ανθρωπο κι ανάλογα τα αυτιά
οι νότες της μουσικής . Φίλοι και φίλοι λοιπόν
αλλα σκαλια για να δουν και να φυγουν
κι αλλα αληθινα να σ αγκαλιάσουν
Τρόμαξε κι έτσι σιγά σιγά
αλλα σκαλια για να δουν και να φυγουν
κι αλλα αληθινα να σ αγκαλιάσουν
Τρόμαξε κι έτσι σιγά σιγά
απλωνε το βήμα της στις παπαρούνες .
Εκει ανάσανε . Θυμόταν τα λόγια του Πατέρα
να συγχωρεις για να μπορεις να προχωράς .
Τον πρωτο καιρό της φαινόταν αδιανόητο
πως να συγχωρήσει τόσο κακό κι ακόμα
κι αν συγχωρούσε ,πως να συγχωρούσε
τον εαυτό της που το επέτρεψε .
κι αν συγχωρούσε ,πως να συγχωρούσε
τον εαυτό της που το επέτρεψε .
Ο χρόνος όμως της έδειξε τις μυγδαλιές
που πλαι της φυτούσαν,εκεινα τα ροδοκόκκινα
μάγουλα που κάθε μέρα μαζί της γελούσαν,
που πλαι της φυτούσαν,εκεινα τα ροδοκόκκινα
μάγουλα που κάθε μέρα μαζί της γελούσαν,
τις μικρές πορτοκαλιές που γευονταν γύρω της
τον ίδιο ζωμό στα χείλη.
τον ίδιο ζωμό στα χείλη.
Κι εκεινοι οι πλάτανοι , στημένοι χρόνων φιλίες ,
γέλια και καμώματα του καιρού,που δίπλωναν
την κάθε ώρα του φεγγαριου στη σκέψη
της καρδιάς της .
γέλια και καμώματα του καιρού,που δίπλωναν
την κάθε ώρα του φεγγαριου στη σκέψη
της καρδιάς της .
Η Γιώτα θυμήθηκε , θυμήθηκε τα λόγια
της γιαγιας της. Μπένιμ κιζ (κορίτσι μου )
μήτε οι τίτλοι μήτε το άκομψο μπόι
χωράνε στην καρδιά. Αιμα και χτύπο να χει
να λαχταρουν οι φλέβες στο αντάμωμα .
της γιαγιας της. Μπένιμ κιζ (κορίτσι μου )
μήτε οι τίτλοι μήτε το άκομψο μπόι
χωράνε στην καρδιά. Αιμα και χτύπο να χει
να λαχταρουν οι φλέβες στο αντάμωμα .
Άρπαξε στα χέρια κείνο το κιτρινισμένο βιβλίο,
του χαμογέλασε,να πας στο καλό του είπε
μα τα ράφια μου γεμάτα ειναι απο πολύχρωμες
σελίδες και κείνες οι λευκές περιμένουν
κεινα τα νιούτσικα βλαστάρια να γεννηθούν.
Άνοιξε το συρταρι κι εχωσε το βιβλίο στα περασμένα.
του χαμογέλασε,να πας στο καλό του είπε
μα τα ράφια μου γεμάτα ειναι απο πολύχρωμες
σελίδες και κείνες οι λευκές περιμένουν
κεινα τα νιούτσικα βλαστάρια να γεννηθούν.
Άνοιξε το συρταρι κι εχωσε το βιβλίο στα περασμένα.
Μονάχα μου δίδαξες σε ευχαριστώ.
Ενα σπουργίτι βάδιζε κορδωμένο στο μπαλκόνι
λες κι ειχε κατακτήσει τον κόσμο κουνώντας
την ουρά του απο πλακάκι σε πλακάκι .
Τα λίγα σουσαμένια ψίχουλα στο πιατακι
που βρισκόταν στη γωνιά του μπαλκονιού
λες κι ειχε κατακτήσει τον κόσμο κουνώντας
την ουρά του απο πλακάκι σε πλακάκι .
Τα λίγα σουσαμένια ψίχουλα στο πιατακι
που βρισκόταν στη γωνιά του μπαλκονιού
λουκούλλειο γεύμα στο τραπέζι του .
Το κεφάλι του πέρα δώθε να ερμηνεύει
τον ουρανό Στα σύρματα απ το κολώνα της Δεη
ισορροπούσε με τους μικρους της μίσχους
μια μικρή παρέα . Σαν μικροί συνομώτες χαμήλωσαν
το βλέμμα και το σπουργίτι του μπαλκονιού
ψήλωσε τα μάτια. έφτασε μια στιγμή να δει η Γιώτα
τα μυτερά τους στόματα στο ίδιο πιάτο .
Άραγε να καταλάβαιναν πόσο πολύτιμος
ειναι ο φίλος που τους πρόσφερε απ το φαγητό του;
Μα και μήπως το ένιαζε το κανε γιατι τόθελε .
Αυτό λοιπόν ηταν το νόημα . Η μοιρασιά
και το πόσο όμορφα ενιωθε εκείνο που μοιραζόταν
Ενα μικρό χελιδόνι πέταξε μέσα της .
Το κεφάλι του πέρα δώθε να ερμηνεύει
τον ουρανό Στα σύρματα απ το κολώνα της Δεη
ισορροπούσε με τους μικρους της μίσχους
μια μικρή παρέα . Σαν μικροί συνομώτες χαμήλωσαν
το βλέμμα και το σπουργίτι του μπαλκονιού
ψήλωσε τα μάτια. έφτασε μια στιγμή να δει η Γιώτα
τα μυτερά τους στόματα στο ίδιο πιάτο .
Άραγε να καταλάβαιναν πόσο πολύτιμος
ειναι ο φίλος που τους πρόσφερε απ το φαγητό του;
Μα και μήπως το ένιαζε το κανε γιατι τόθελε .
Αυτό λοιπόν ηταν το νόημα . Η μοιρασιά
και το πόσο όμορφα ενιωθε εκείνο που μοιραζόταν
Ενα μικρό χελιδόνι πέταξε μέσα της .
Ποίηση
Στόμα παιδιού,
σπαθί του αδικημένου,
ανάσα του έρωτα,
του τρύγου το σταφυλι,
ίσκιος καλοκαιριού,
ασύνορα πανιά
στης λεύκας το λιοπύρι,
βύζαγμα της βροχής,
του άστεγου γιοφύρι,
ψυχής αμπέλι στο Νοτιά,
επαναστάτης του Βορρά ,
του άγουρου ορίζοντας ,
αστροφεγγιάς το πέπλο,
αιώνια άνοιξη της γης,
αμάραντο που χύθηκε
στην αγκαλιά της ομορφιάς
και σ ήλιου πατητήρι,
να σβήσει η φωτιά νερό
σε ρόδο κόκκινο ακριβό !
σπαθί του αδικημένου,
ανάσα του έρωτα,
του τρύγου το σταφυλι,
ίσκιος καλοκαιριού,
ασύνορα πανιά
στης λεύκας το λιοπύρι,
βύζαγμα της βροχής,
του άστεγου γιοφύρι,
ψυχής αμπέλι στο Νοτιά,
επαναστάτης του Βορρά ,
του άγουρου ορίζοντας ,
αστροφεγγιάς το πέπλο,
αιώνια άνοιξη της γης,
αμάραντο που χύθηκε
στην αγκαλιά της ομορφιάς
και σ ήλιου πατητήρι,
να σβήσει η φωτιά νερό
σε ρόδο κόκκινο ακριβό !
Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)































