Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018
Πίνακας
Δυο τρεις πινελιές ακόμη
Κρατά τόσο όμορφα το ποτήρι
το μικρό του μπουκέτο που αδύνατον
να αντισταθώ .
Τα μωβιά του αγριολούλουδα μου δείχνουν
τα δάχτυλά τους .
Μικρές πιέτες που κοσμούν τη ρίζα τους
Λευκοί υάκινθοι που θαρρεις
πως στις μυτες τους ενας κόσμος
ειρήνης γεννιέται
φουριόζικες πετούνιες που απλώνουν
τα τούλια να σκεπαστει το χείλος
της κρυστάλλινης αγνότητας
Σκιές απο γαλάζια δέντρα που κόκκινα μιλούν
φυτρώνουν στον αγέρα τον ερωτα λαλουν
Ο νους μου ενα ζευγάρι ανεμοσάνδαλα
που γυρω γυρω απ τα πουλιά γυρίζει
τιτιβίζοντας στο γείσο του ουρανού
βυζαίνοντας το μήλο της καρδιας
Μια σταξιά απο κόκκινο να γεμίσει
η κερασια της θαλασσας τραγούδι
Πεισματικά πως κρατούν κείνες
Τρίτη 3 Ιουλίου 2018
Εγω δεν ειμαι ποιητής
Εγω δεν ειμαι ποιητής
Αλλα τα βράδια τι όμορφα .. τι όμορφα
Ποιός θρυματίζει τους ποιητές;
ποιός καίει τ άσπρο καράβι
σε ποιά λιμάνια οι ακτές
λατρέψαν του φονια λιμάνι
μην ειναι τάχα ο αόρατος εχθρός
ή μήπως τ αχτι που δεν φτάνει
κι αγκυλώνουν οι στροφές
σε άδειου κόμπου το σεργιάνι
Χτυπήστε τους σταυραετούς
ζυγώστε της φωλιάς τα αγκάθια
μα αφήστε εκεινους τους θνητούς
να περπατούν στα ασύνορα
που μέτρο δεν γνωρίζουν
να δίνουν ήλιο στη στερια
κι ανθούς βροχή να τους ποτίζουν
Τα χώματα ασφαλτώθηκαν
κι ανέμη τα βαφτίζει σε μια σονάτα
ολο φως γύρη τη μελισσα ταιζει
να χει φεγγάρι η ομορφιά
Ποιός λύτρωσε τον δικαστή
σε μιας στιγμής αποκοτιά
να σπέρνει αγριαδα στην τριανταφυλιά
με μιας σπιρτάδας τη μιλιά
Αφηστε να χουν να πετουν
λευτερα τα ολόλευκα αηδόνια
να βρει ο ερωτας γωνιά
η δυναμη λογο να γελά
η αγάπη να απλώνει δίχτυα
στα ανοιχτα να βρουν τους σπόρους ..τα παιδια!
Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018
Ξυπόλητα στην άμμο
Γιατί υπάρχεις
μυρίζει ο τόπος γιασεμί
κελαηδάνε τα πουλιά
φιλιώνουν στην κουπαστή
δροσοσταλιές που κέρδισαν
το συνεφο στο χρόνο
γελούν παιδιά ξυπόλητα στην αμμο
φυτρώνει ο μίσχος καλοκαίρι
μέσα στα χείλη της θαλασσας
ανάβει τα σπίρτα του το δειλι
να βάψει κόκκινο φιλί
βαθαίνουν οι ρίζες
κι όπου κοιτούν
σε πέλαγα ή σε στεριά
βλέπουν την ομορφιά
σε ονειροπαγίδα με φτερα
πετούν τα χέρια και κόβουν
κλωνάρια ελπίδας
γελούν σαν άστρα λαμπερά
σπιθίζουν στο σκοτάδι
δαδιά μ αγάπης φλόγα
αχ αυτα τα μάτια σου
κυματοθραύστες του θυμού
σε βράχο σιγαλιάς
στήνουν χορό στο κύμα
να λάμψει η φωνή
με μιας κιθάρας τη χορδή
αθώοι σπόροι της αυγής
σεργιάνι μες τον άνεμο
και στάλες απ τον ήλιο
μαζεύουν κόκκους της στιγμής
σε ενα κουκούτσι της πηγής
κερασμα νέκταρ να χουν οι θεοί
τριανταφυλλένιας ευωδιάς
καθρέφτης της είναι η ψυχή
κρίνο λευκό απ τη δική της γη
Κυριακή 1 Ιουλίου 2018
Παρασκευή 29 Ιουνίου 2018
Στοιχειωμένο σπίτι
Μια τελευταία μάτια στις γωνιές του σπιτιού
Άνοιξα το σεντούκι να δω τα λάθη
κανένα δεν έλειπε άλλα μαραμένα , νεκρά
απ την πληρωμή του χρόνου
κι άλλα νωπά να ζητούν το μερτικό τους
Κουδούνιζαν στις τσέπες βαλάντια καρδιάς
εξόφληση ζητούσαν .
Άφησα στα χέρια και τις τελευταίες δεκάρες
έτσι κι αλλιώς γυμνά πια θα βάδιζα .
Πόση καταχνιά πως μου λειψε το φως
Περπατώντας τόσο στις καταιγίδες
πως ξέχασα το δροσερό φιλί της θάλασσας
Σκέπασα τα λάθη μου θα σας θυμάμαι είπα
ευχαριστώ γιατί με μάθατε να ψάχνω άλλο δρόμο.
Μάζεψα τους φόβους μου απ το πάτωμα
αρκετά τους μήνυσα και με ένα μπορώ
στο χρονοντούλαπο τους κλείδωσα
πετώντας το κλειδί στον άνεμο
Είδα τη δρασκελιά μου πόσο είχε μεγαλώσει
κι ας πέρασαν μονάχα λίγα χρόνια
Επιτέλους μου φώναξε μετέωρη ξεφλούδιζα τις μέρες
Γέλασα με τα λόγια της πόσο δίκιο ειχε
Το πιο μεγαλο βήμα πόσο μικρά το μέτρησα
Οτι κρατούσα στα χερια του χρόνου μια καρδιά
και μια φέτα ήλιου μη και πνιγώ στο σκοτάδι
Τελικά πόση δύναμη εχει μια φέτα
καρπούζι που ατελείωτα αιματώνει την αορτή
μη και σωπάσει σε μια ακίνητη στιγμή
Τα ρούχα μου κρεμασμένα στο πόμολο
μιας ντουλάπας με αναμνήσεις
Άνοιξα για λίγο να δω .. πως τρόμαξα
αραχνιασμένα τα χρώματα μου σκουντούσαν ιστούς
απλώνοντας μου το χέρι να τα τραβήξω απ το βυθό
Δυο δάχτυλα και στήριξαν το δοκάρι της γέφυρας
Ξέφυγαν .. ξέφυγαν χοροπηδώντας πάνω μου
σαν μικρές πιρουέτες που χαίρονταν το φουρό του χορού
Ξύπνησα τα όνειρα σηκωθείτε είπα καιρός να αγκαλιαστούμε
Μια βαλίτσα μου ζέσταινε την παλάμη , διάλεξε έγραφε
Ότι μου χρειαζόταν πια ήταν εκείνη η δρασκελιά
να μου θυμίζει να μην ξεχνώ το βάδισμα
και τα μικρά μου χρώματα να παίξουν στην παλέτα
του γυρισμού μου στον πίνακα της ζωής
Ετούτες οι αποσκευές μου για το ταξίδι στο άγνωστο
Τώρα πια ήξερα πως ειναι να φτιάχνεις το φως
Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και βγήκα
απ το στοιχειωμένο..εντός μου σπίτι
Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018
Μίλα ποιητή
Ξύπνα ποιητή
βελάζουν οι τριανταφυλλιές
βουίζουνε τα χώματα
αστράφτει η σιωπή
κι η άνοιξη αργει
Δωσε το αιμα στη γενιά
ονείρατα δέσε της γης
φύτρες να νιώσει ο άνεμος
σε ένα δυνατό φιλί ζωής
το απόστημα να πεσει καταγής
Ξύπνα να βρουν τα λάβαρα
με ένα στασίδι μοιρασιάς
να λύσει κόμπους η πληγή
πανιά να κρατηθούν
τα αχρωμα χρόνια να κοπούν
Ολοχαρος ο κόσμος
της θλίψης τρώει το ψωμί
φώναξε σπάσε τα βουνά
σφεντόνα να βρει το παιδί
γεννα να δώσει νεα αρχή
Ξύπνα λυγούν τα γόνατα
κι η αντοχή μια κυρά
παέι να βρέξει το γιατί
με ενα σεντόνι αποκοτιά
ναχει η αδιαφορία ζεστασιά
Πες για του ήλιου την καρδιά
τη χαραυγή που ολονυκτίς
βυζαίνει αγεννητα μωρά
στις ίριδας τα χρώματα
δρόμο να δουν που περπατούν
βηματα με ολόδροσα νερά
οι λίγοι πουναι οι πολλοί
να τραγουδήσουμε μαζί
Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018
Δρόμοι
Υπάρχουν εκεινοι
αγάπη άνθισε γιασεμί
που θρέφονται με ψυχές
εκεινοι που ανασαίνουν
στον ήλιο
οι αλλοι που εμπιστευτηκες
κι αναψαν μαυρο κρίνο
κείνοι που γινανε δαδιά
να κρύψουν τις σκιές
ολοι δρόμοι δικοί σου
χάραξες κι ανοιξες στοές
μοναχικες γιορτές
νυχτες που γιόρτασαν φιλί
κι αλλες που γιναν θειάφι
και κάψαν την πληγή
μέρα γλυκιά που ξύπνησε πνοήαγάπη άνθισε γιασεμί
μα αν την ρωτησεις την ψυχή
τι εμαθε με μια φωνή
αντίλαλος θα γίνει να σου φωνάξει τη ζωή
προχώρα με τα χέρια
ανθίζει η άμμος
Γυρολόγος
Μέσα στις ρωγμές του χρόνου
σε ανελέητους χτύπους του πόνου
σέρνεσαι να βρεις ουρανό
να ξεπεράσεις σκόνες βουνό
να πιεις ανάσας καθάριο το νερό
μετράς χάντρες του γέλιου και σφιχτά τις κρατάς
στ ακριβό τους το χάδι τη ματιά σου κυλάς
στα κελιά των χεριών σου τις κλειδώνεις διπλά
μη και χάσουν τη λάμψη μη τις βρει παγωνιά
κυνηγάς τις σκιές και σκορπάς
μες στις στάχτες μια σπίθα ζητάς
κομματιάζεσαι μα άστρα κοιτάς
κουβεντιάζεις μα ποτέ δε μιλάς
τη σιωπή στην ψυχή σου κεντάς
των ονείρων τα κάστρα κύκλωσαν χίλιοι ιστοί
στα θολά σου τα μάτια ειν οι κήποι κλειστοί
να μπορούσες να δεις μονοπάτι αυγής
να θρηνούσες το χθες με βιγόνιες λευκές
βουτηγμένη η ανάσα σε τοπίο πικρό
και το χνώτο που βγαίνει νεκρό
ξεδιψάς με αλμύρας ποτάμι
ξαποσταίνεις σε σταυρού το λιμάνι
η πληγή στην καρδιά σου σημάδι
σε μαρμάρινους τοίχους ζωγραφίζεις φωνές
παίρνεις χρώματα ήχους να ντυθούν γιορτινές
τις ελπίδες σαν βρέφη τις θηλάζεις να πιούν
γάλα κόκκινο δάκρυ κάποιο ήλιο να δουν!
τι πιστεύεις..τι γυρεύεις..που πας; τ άγνωστο συναντάς
μα ακόμα … ακόμα
την αγάπη στα στήθια κρατάς και μ αυτήν …προχωράς!
σε ανελέητους χτύπους του πόνου
σέρνεσαι να βρεις ουρανό
να ξεπεράσεις σκόνες βουνό
να πιεις ανάσας καθάριο το νερό
μετράς χάντρες του γέλιου και σφιχτά τις κρατάς
στ ακριβό τους το χάδι τη ματιά σου κυλάς
στα κελιά των χεριών σου τις κλειδώνεις διπλά
μη και χάσουν τη λάμψη μη τις βρει παγωνιά
κυνηγάς τις σκιές και σκορπάς
μες στις στάχτες μια σπίθα ζητάς
κομματιάζεσαι μα άστρα κοιτάς
κουβεντιάζεις μα ποτέ δε μιλάς
τη σιωπή στην ψυχή σου κεντάς
των ονείρων τα κάστρα κύκλωσαν χίλιοι ιστοί
στα θολά σου τα μάτια ειν οι κήποι κλειστοί
να μπορούσες να δεις μονοπάτι αυγής
να θρηνούσες το χθες με βιγόνιες λευκές
βουτηγμένη η ανάσα σε τοπίο πικρό
και το χνώτο που βγαίνει νεκρό
ξεδιψάς με αλμύρας ποτάμι
ξαποσταίνεις σε σταυρού το λιμάνι
η πληγή στην καρδιά σου σημάδι
σε μαρμάρινους τοίχους ζωγραφίζεις φωνές
παίρνεις χρώματα ήχους να ντυθούν γιορτινές
τις ελπίδες σαν βρέφη τις θηλάζεις να πιούν
γάλα κόκκινο δάκρυ κάποιο ήλιο να δουν!
τι πιστεύεις..τι γυρεύεις..που πας; τ άγνωστο συναντάς
μα ακόμα … ακόμα
την αγάπη στα στήθια κρατάς και μ αυτήν …προχωράς!
Τρίτη 26 Ιουνίου 2018
Ξέστηθα
Γυμνός να πετάς
λευτερος που είσαι
λιακάδα στο χιόνι !
Με κείνα τα λιγοστά βαγόνια
γυρίζει η ανέμη των λουλουδιών!
Φύσα αγέρι
να σκορπιστεί η σκόνη
θηλάζουν οι φλογέρες !
Μοιράσου τον ήλιο
να κρατηθούν οι παπαρούνες !
Ένα πουλί
δάσκαλος να μου γίνει
να κελαηδώ τον κόσμο !
Μια φέτα από φιλί
να ξοδευτεί η αγάπη !
Χόρεψε ο έρωτας
γλώσσες φωτιάς
άναψαν το καντήλι !
Να απλώνεις το χέρι
Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018
Κυκλάμινο και γιασεμί
Αλλιώτικο τούτο το καλοκαίρι
φοβέρες , καπνοί , σπασμένες ιδέες
βροχές του χαμού σε άγνωστο τόπο
ένα σημειωματάριο με ψηλά τις σημαίες
χαμηλά κοντάρια και
κρόσσια
που δένουν κενά
κι έχει έναν φως να κρυφογελά
παιδιά που βαδίζουν χωρίς προορισμό
σε άγνωρους δρόμους κι αφέντη καιρό
Δοξάρια που σμίγουν στου χτες τη βολή
χορδές που θροΐζουν μια σκάλα
να ανέβει στον ήλιο γυμνή η πατούσα
το χώμα να βρει γιασεμί
νιούτσικο πως σφυρίζει κι η φυλλωσιά γυαλίζει
ρυτίδες που τρέμουν την παλιά τους σκιά
μη ζυγώσει το αμπέλι το σκιάχτρο
που απαλά τη σφεντόνα κρατά
που να πήγε ο Γκάτσος που γυρνά η Αμοργός
σε ποιάς δόξας το χέρι μυρίζει κοπάδι
που χει φάει ο λύκος κι έμεινε ο σκορπιός
πως το κυκλάμινο θωρεί του βράχου τη ρωγμή
Αλλιώτικο τούτο το καλοκαίρι
μα κοίτα πως έλιωσε η άνοιξη σε ένα του φιλί
κι ο αργαλειός χτυπά βελόνι την αυγή
πλέκει τον άνεμο η κλωστή με χρώματα της ίριδας
να κρύψει το μωρό που θήλασε γάλα από βυζί
που χε φωτιά στο στέρνο από ελπίδας γη
μοσχοβολά ο μίσχος που τρέφει άγουρη πνοή
Σάββατο 23 Ιουνίου 2018
Ερμηνείες
Ανιχνεύεις
την ψυχή μου
σπιθαμή προς σπιθαμή
λέξεις και όρια
κομματιάζεις
κάθε αντοχή μου
που σπάει θρύψαλα
σε γυμνό γυαλί
ιχνηλάτης στου κόσμου μου
την ασημένια γη
μαζεύοντας σπόρους
αστείρευτης βροχής
ψηλαφίζεις
την ανάσα μου
κεντάς τον χτύπο της καρδιάς μου
σε ανέμη της στιγμής
κοιτάς
μα πες μου ..
αλήθεια …. με βλέπεις ;
την ψυχή μου
σπιθαμή προς σπιθαμή
λέξεις και όρια
κομματιάζεις
κάθε αντοχή μου
που σπάει θρύψαλα
σε γυμνό γυαλί
ιχνηλάτης στου κόσμου μου
την ασημένια γη
μαζεύοντας σπόρους
αστείρευτης βροχής
ψηλαφίζεις
την ανάσα μου
κεντάς τον χτύπο της καρδιάς μου
σε ανέμη της στιγμής
κοιτάς
μα πες μου ..
αλήθεια …. με βλέπεις ;
Βήματα ήλιου
Έφηβος ξύπνησες
τα μάτια σου χρωματιστή κολόνια
να ξεδιψά η αλμύρα
Ένα μπουκέτο σπυριά από κεράσια
φυτρώνουν ανέμελα στο φως
Μυρίζει ακόμα η μουσική το φλάουτο
Βλέπεις όλη τη νύχτα
νανούριζες τις γέννες της καρδιάς
πως να μη ζηλέψει η χαραυγή
το διάφανο πουκάμισο
Η χλόη ζωντανή, οι παπαρούνες
κοπελιές καμαρωτές στον άνεμο
και τούτο το σχήμα
πως θάλασσα απλώνει
ζεστό το χάδι της τρυφεράδας κυλά
Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018
Γλυκιά μου αγκαλιά
Γιοματάρι μεσημεριανού.
Οι φωνές στους δρόμους λιγόστεψαν
τα στεγνά τους βήματα
Ήταν καιρός πια να τραγουδήσουν
τα γαρύφαλλα κι οι ανεμώνες.
Βάραινε και η τροφή του αγέρα
σκεπάζοντας τα πόδια των περιστεριών.
Μήτε που ήξερα τι μου συνέβαινε
Αλλιώτικη μέρα. Τα χέρια σου
έγραφαν στα δαχτυλά μου,
τα μάτια μου φευγάτα
σε άλλες γειτονιές.
Η φωνη μου χαμενη γυρνουσε
στο στομα σου, να ακουστω ηθελα
κι ετρεχε απ τα χειλη μου το χαμογελο σου
Τι εγινε; που πηγα,που χαθηκα;
Τρομαξα κι ο πανικος μου σε καλουσε
το κορμί μου γύρευε επιβεβαίωση
της υπαρξης του, κι εκεινη η καρδια μου
άλλο ψιθύρισμα δεν είχε παρά μονάχα
το " δε μένω εδώ "
Άρχισε να τρέχει η ανάσα μου
Να σε ψάχνει στις πλατείες των αστεριών.
στο συντριβάνι της γαλήνης,
στα πεζοδρόμια των φύλλων,
στο στέκι των ονείρων ,
στα μικρά καφενεδάκια των ψυχών,
στο ξάγναντο του έρωτα
που να σαι. Σε χρειάζομαι.
Σαν από μηχανής θεός ένα γλυκό κουδούνισμα
ένα μικρο ντριν, μου χτύπησε το παράθυρο
της ύπαρξης μου. Άνοιξα με λαχτάρα
κι ένα τραγούδι μου μιλούσε απ τα χείλη σου
Τα φιλιά του ένα ένα κυρίευαν τα κύτταρα μου
Πνοές που πέφταν δροσοσταλιδες να φανεί
το σώμα μου. Άρπαξα μια μελωδία απ το χέρι
Τρέχα τρέχα της φώναξα και πες του
Πες του να προσέχει τα μάτια του
τσουζουν τα βλέφαρα μου στα δάκρυα τους
Τα χέρια του..τα χέρια του να αφήνει στο φως
να κρατούν οι χούφτες μου ηλιαχτίδες
Να γελάει να χαίρεται η λίμνη στα στήθια μου
Α!κι αν δεις πως πλησιάζει τ αγέρι πάνω του
σκέπασε τον.Να σου δίνω την ψυχή μου
να την φορέσει.
Αντάλλαξαν τα λόγια τους οι μουσικές
και με ένα φιλί έκλεισαν
το επόμενο ραντεβού τους
Ησύχασα..ήξερα πια που θα με βρω.
Έκλεισα τα μάτια και πατώντας
στις μύτες των ποδιών
μη σε ξυπνήσω ξάπλωσα πλάι σου.
Άνοιξα σιγά σιγά την πόρτα του ονείρου
και σιγανά ακούστηκα σςςςςς εγώ είμαι.
Ένιωσα την καρδιά σου
να ανοίγει την αγκαλιά της
κουρνιασα μέσα της.. εκεί ήμουν
Αγκαλιά στο όνειρο μας!
Οι φωνές στους δρόμους λιγόστεψαν
τα στεγνά τους βήματα
Ήταν καιρός πια να τραγουδήσουν
τα γαρύφαλλα κι οι ανεμώνες.
Βάραινε και η τροφή του αγέρα
σκεπάζοντας τα πόδια των περιστεριών.
Μήτε που ήξερα τι μου συνέβαινε
Αλλιώτικη μέρα. Τα χέρια σου
έγραφαν στα δαχτυλά μου,
τα μάτια μου φευγάτα
σε άλλες γειτονιές.
Η φωνη μου χαμενη γυρνουσε
στο στομα σου, να ακουστω ηθελα
κι ετρεχε απ τα χειλη μου το χαμογελο σου
Τι εγινε; που πηγα,που χαθηκα;
Τρομαξα κι ο πανικος μου σε καλουσε
το κορμί μου γύρευε επιβεβαίωση
της υπαρξης του, κι εκεινη η καρδια μου
άλλο ψιθύρισμα δεν είχε παρά μονάχα
το " δε μένω εδώ "
Άρχισε να τρέχει η ανάσα μου
Να σε ψάχνει στις πλατείες των αστεριών.
στο συντριβάνι της γαλήνης,
στα πεζοδρόμια των φύλλων,
στο στέκι των ονείρων ,
στα μικρά καφενεδάκια των ψυχών,
στο ξάγναντο του έρωτα
που να σαι. Σε χρειάζομαι.
Σαν από μηχανής θεός ένα γλυκό κουδούνισμα
ένα μικρο ντριν, μου χτύπησε το παράθυρο
της ύπαρξης μου. Άνοιξα με λαχτάρα
κι ένα τραγούδι μου μιλούσε απ τα χείλη σου
Τα φιλιά του ένα ένα κυρίευαν τα κύτταρα μου
Πνοές που πέφταν δροσοσταλιδες να φανεί
το σώμα μου. Άρπαξα μια μελωδία απ το χέρι
Τρέχα τρέχα της φώναξα και πες του
Πες του να προσέχει τα μάτια του
τσουζουν τα βλέφαρα μου στα δάκρυα τους
Τα χέρια του..τα χέρια του να αφήνει στο φως
να κρατούν οι χούφτες μου ηλιαχτίδες
Να γελάει να χαίρεται η λίμνη στα στήθια μου
Α!κι αν δεις πως πλησιάζει τ αγέρι πάνω του
σκέπασε τον.Να σου δίνω την ψυχή μου
να την φορέσει.
Αντάλλαξαν τα λόγια τους οι μουσικές
και με ένα φιλί έκλεισαν
το επόμενο ραντεβού τους
Ησύχασα..ήξερα πια που θα με βρω.
Έκλεισα τα μάτια και πατώντας
στις μύτες των ποδιών
μη σε ξυπνήσω ξάπλωσα πλάι σου.
Άνοιξα σιγά σιγά την πόρτα του ονείρου
και σιγανά ακούστηκα σςςςςς εγώ είμαι.
Ένιωσα την καρδιά σου
να ανοίγει την αγκαλιά της
κουρνιασα μέσα της.. εκεί ήμουν
Αγκαλιά στο όνειρο μας!
Συμπληγάδες
Γεννήθηκες
σαν μια μικρή πυγολαμπίδα
απο κοιλιά μιάς απνοης νύχτας
σε κουκούλι πρωιμης ηλιαχτίδας
κούρνιασες
σε μια γωνιά λευκής στιγμής
αντικρύζοντας το λαμπερό του πάγου
απ το παράθυρο λουλουδιασμένου ουρανού
ζεστάθηκες
απο τα χνώτα της ατέρμονης ζωγραφιάς
τυλιγμένη στα στάχυα χρυσαυγής
δεμένη στον ομφάλιο λώρο της αλήθειας
βύζαξες
γλυκόπικρο γάλα απ της θηλές του ονείρου
ξεδιψώντας τα χείλη στην κρήνη των άστρων
ματώνοντας τον ουρανίσκο
η αλμύρα άχρωμου χρόνου
κι ... ύστερα ... ύστερα
σε κύκλωσαν στοιχειωμένες ανάσες χιονιού
δράκοι που καίγαν τα πέταλα της ψυχής
χάραζαν το δέρμα με νύχια διπρόσωπης οχιάς
ρίζωσε ο φόβος στα σπλάχνα της ανασαιμιάς σου
άπλωνε κλαδιά η αγριάδα της υποκρισίας
κρύβοντας το μωβ της ανεμώνης σου
πάγωσε το φιλί του δειλινού σε θολά χρώματα
κάλπικα νομίσματα διπλού γκρίζου γέλιου
γονάτισε η αντοχή ...
κύρτωσε το φωτεινό σου βλέμμα
πάγωσαν τα φτερά σου ... σταλαχτίτες οι ήχοι
χάθηκες ... πνίγηκες ....
ανάμεσα στη γαλανή σου θάλασσα
και στις συμπληγάδες ενός κήπου με κισσούς
πλεγμένες στα δίχτυα λέξεων .. άηχων λόγων
κάποια αγριολούλουδα στέκονταν όρθια ακόμα
στις μαυρες σφαίρες των ματιών σου
φώτιζαν σαν λαμπιόνια σε στρατί σκοταδιού
μα εσυ .. εσυ ... έπαψες να ανασαίνεις
έγειρες στα σέπαλα μιας γλυκιάς βραδιάς
έκλεισες τη φωνή σα θρόισμα
στο πέρασμα απ τ άγγιγμα του αγεριού
κι έμεινες μια κηλίδα ... σε άγραφη σελίδα!
σαν μια μικρή πυγολαμπίδα
απο κοιλιά μιάς απνοης νύχτας
σε κουκούλι πρωιμης ηλιαχτίδας
κούρνιασες
σε μια γωνιά λευκής στιγμής
αντικρύζοντας το λαμπερό του πάγου
απ το παράθυρο λουλουδιασμένου ουρανού
ζεστάθηκες
απο τα χνώτα της ατέρμονης ζωγραφιάς
τυλιγμένη στα στάχυα χρυσαυγής
δεμένη στον ομφάλιο λώρο της αλήθειας
βύζαξες
γλυκόπικρο γάλα απ της θηλές του ονείρου
ξεδιψώντας τα χείλη στην κρήνη των άστρων
ματώνοντας τον ουρανίσκο
η αλμύρα άχρωμου χρόνου
κι ... ύστερα ... ύστερα
σε κύκλωσαν στοιχειωμένες ανάσες χιονιού
δράκοι που καίγαν τα πέταλα της ψυχής
χάραζαν το δέρμα με νύχια διπρόσωπης οχιάς
ρίζωσε ο φόβος στα σπλάχνα της ανασαιμιάς σου
άπλωνε κλαδιά η αγριάδα της υποκρισίας
κρύβοντας το μωβ της ανεμώνης σου
πάγωσε το φιλί του δειλινού σε θολά χρώματα
κάλπικα νομίσματα διπλού γκρίζου γέλιου
γονάτισε η αντοχή ...
κύρτωσε το φωτεινό σου βλέμμα
πάγωσαν τα φτερά σου ... σταλαχτίτες οι ήχοι
χάθηκες ... πνίγηκες ....
ανάμεσα στη γαλανή σου θάλασσα
και στις συμπληγάδες ενός κήπου με κισσούς
πλεγμένες στα δίχτυα λέξεων .. άηχων λόγων
κάποια αγριολούλουδα στέκονταν όρθια ακόμα
στις μαυρες σφαίρες των ματιών σου
φώτιζαν σαν λαμπιόνια σε στρατί σκοταδιού
μα εσυ .. εσυ ... έπαψες να ανασαίνεις
έγειρες στα σέπαλα μιας γλυκιάς βραδιάς
έκλεισες τη φωνή σα θρόισμα
στο πέρασμα απ τ άγγιγμα του αγεριού
κι έμεινες μια κηλίδα ... σε άγραφη σελίδα!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






















