Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Ερμηνείες καρδιάς

Τα βότσαλα που περπατούν μέσα μου 
δεν παραδίνονται 
παρά μόνο στο κάστρο του ήλιου 
και στη φωτιά της θάλασσας 
που από βυθό κόκκινα τραγουδά !




Σάββατο 25 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Να φοράς την ψυχή 
τα βράδια 
τα λόγια της γίνονται πουλιά
να ζεσταίνουν 

τους γυμνούς κορμούς !



Αγαπημένε

Εκεί στο προσκεφάλι σου 
πλαγιάζω νια αγαπημένε 
και καθώς ένα σου γίνομαι 
το δέρμα σου μυρίζει στα μάτια μου 
ολόδροσο γιασεμί της άνοιξης

φιλώ τις γεύσεις των κερασιών
στα χείλη που πριν από μένα 
με το χυμό τους σ άγγιξαν 
στολίζοντας το γέλιο μου 
στο πιο γλυκό τους βυσσινί

Ξεκινώ τις βόλτες μας στο γρασίδι 
κρατώντας σε απ τα φτερά σου 
πολύχρωμη πεταλούδα μου
που άνθισε λίγο πριν το χάραμα 
μιλήσει με την γαρδένια 

κι όταν πάλι πληγώνει το δειλινό 
η απουσία σου τότε κρατώ το ρόδο 
στα φύλλα του να βάψω τα μάγουλά σου
που δυο κόσμοι μοιάζουν που ενώθηκαν 
στο δικό μου μικρό θερμοκήπιο 

Μετρώ τα αστέρια στη γέννα 
της νύχτας που ολόχρυσα 
στο ταβάνι παίζουν σαν σε περιμένω 
να μου σκεπάσεις τα βλέφαρα 
με το γυμνό κορμί των δακτύλων σου 

σε νιώθω να απαλαίνεις 
το φόρεμα της ζεστασιάς 
πλέκοντας τα μαλλιά σου στους τοίχους 
στις πιέτες τους χορεύει η μορφή σου 
γαλάζιο φως που γέννησε η καρδιά μου 

Έτσι σε γνωρίζω αγαπημένε 
είσαι δικός μου που δε σε έχω 
και που τόσο γεννιέμαι μέσα σου 
που μπορώ να σ αγαπώ δίχως λόγια 
παρά μόνο με τους χτύπους μου 

που σε ζω χωρίς να υπάρχω 
κι ανάμεσα στο φως και την ανάσα 
λαμπαδιάζει η φλόγα μου στο θέρος 
της αιώνιας γης που καρτερά 
το βροχοστάλαγμα του πρωινού 

κι αν δε το μαθες 
τόσες φορές σε φώναξα 
.. αγαπημένε !


Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Όταν τα φώτα σβήσουν
πίσω απ τη φλόγα να σταθείς
καίει μια ελπίδα!

Λευκή σελίδα

Ξέρεις τι βαρέθηκα φίλε 
να μου συμπεριφέρονται 
σαν να μαι μια λευκή σελίδα 
χωρίς άνθρωπο 
να μ αγαπάνε ανάλογα με το τι γράφω
να καταλαβαινουν αυτό που θέλουν 
να μου κρατούν ταμπέλες με σημειώματα 
πάνω στο κορμί πάνω στην καρδιά μου 
κι εγώ να πρέπει να τα δέχομαι 
Ένα άδειο κουστούμι που μπορούν 
να ράψουν στα μέτρα τους 
Όχι φίλε δεν με νοιαζει αν με πουν 
ποιήτρια ή όχι 
κανένας στίχος μου δεν αξίζει 
πάνω απ την ψυχή μου
κι αυτή δε θα τη βρεις 
διαλέγοντας τους στίχους μου 
ένα κομμάτι τους ειναι 
μα εγώ είμαι άνθρωπος 
με ολα τα κομμάτια μου 
Κλαίω , γελώ , τραγουδώ 
πονάω όχι σαν μαριονέτα 
αλλά άνθρωπος . 
Μη με ψάχνεις λοιπόν 
γιατί δε θα με βρεις 
να μένω στο θεαθήναι 
δε θα με δεις να δένομαι 
στο τάχα και στο πουθενά 
Τις άξιες μου τις μέτρησα στη ζωή 
κι όχι σε τοίχους .
Κουρνιάζω εκεί που μετρημένα 
η άνοιξη μιλά κι ανθίζουν 
οι πασχαλιές της καρδιάς μου!  

Δείκτες του ήλιου

Κι εχει ένα χαμόγελο η άνοιξη 
Φτάνει να ανοίξεις το παράθυρο 
που κοιτά στον ήλιο 

κι έτσι ..από τα μάτια 
γεννιούνται οι πεταλούδες 

δες τα κουκούλια σπάσαν 
λευθερες οι ψυχές τραγουδούν 

γυρνούν οι δείκτες του ρολογιού 
κι όσο να κρατήσει στο χρόνο η φωτιά 
δε σταματά το όνειρο το κελάηδημα 

Απρίλης και γιορτάζει το φιλί 
δένει στον άνεμο κλωστή 

με ένα βιολί και μια λύρα 
ανθίζει κήπος και πορφύρα !






Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Στο ξάγναντο

Ένας τρελός αέρας σφύριζε
δυνατά πάνω απ τη πόλη
Έσερνε το κορμί του με δύναμη στην άσφαλτο
που απορημένη κοιτούσε γύρω της
Οι μικρές χάρτινες κορδέλες 
παρασύρονταν στο βήμα του
Έτρεχε λες και ήθελε να καθαρίζει το γκρίζο
απ τις σκέψεις …άρπαξε την σκούπα του
και μάζευε στην άκρη κάθε πικρό
που έβρισκε μπροστά του
Οι γλάστρες φοβήθηκαν για τα μικρά φυντάνια 
που κουβαλούσαν πάνω τους
Μα εκείνος σαν άλλος στοργικός πατέρας
χαμήλωσε την ανάσα του και τα κράτησε αγκαλιά
Σκούπιζε τα μάτια του ουρανού απ την ομίχλη του σύννεφου
χαμογελαστός πια δίνοντας όλο τα γαλάζιο σώμα του
άφηνε τα πουλιά να αρμενίζουν στην πύλη του
Το βλέμμα έμεινε σε μια μικρούλα τριανταφυλλιά
άνοιγε τα πέταλα της πίνοντας την πνοή του αγεριού
κι άπλωνε τη γύρη της εκεί που σώζονται τα αρώματα
φυτεμένα στις αυλές ..στις ψυχές των ανθρώπων
Τύλιξα στο λαιμό τη ζεστασιά της θαλπωρής της
ρούφηξα στάλες απ το φιλί του αέρα
κι αφέθηκα να ταξιδεύω με τα φτερά των λέξεων.
Σε φτάνω εκεί που τραγουδούν οι άνοιξες ,
στις ράχες που γεννούν αθώα ρίζες 
να θηλάσουν τα παιδιά ,
στις φωλιές των πουλιών ,
στο ξάγναντο της ομορφιάς,
μήνυμα του Απρίλη 
με ένα γαρυφαλλο  στο στόμα !

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Της σκιάς σου το χρώμα έχω 
κι εκείνο το μοβ του δειλινού 
κρίκος που μας κρατά ..στο φως ! 


Πλειοψηφίες

Κρεμασμένο στα χείλη ένα ..άρα
τόσο κοντά στο φως τόσο κοντά στο σκοτάδι
κι εκείνο το γιατί άγρυπνο να καρτερά 
Φθόγγος τις άγνοιας 
χορεύοντας  την ήττα του !



Φιλία

Παίζοντας πιάνο μοίραζε τα πλήκτρα κι όπως πετούσαν ψηλά σπουργίτια γεννιόταν Χόρευαν καφετιές μπαλαρίνες πέφταν κοχύλια στην άμμο λίγο αρμυρίκια λίγο σκόνη πεταλούδες κι ανέμισμα φωτιάς Γελούσε η γη φυλούσε το παρτέρι κι ανάμεσα στα μάτια του τζίτζικα ψιθύριζε της λίμνης το τραγούδι Τόσα και τόσα έδινε κι η κούπα γέμιζε κουκούλια να σπάσουν φυσαλίδες Κι αλήθεια εχει αρχή και τέλος ο ουρανός; και τούτη η θάλασσα ακόμη διψά Να δεις καμιά φορά θα βρουν οι γλάροι σ απάνεμο ταξίδι να τριγυρνά η ομορφιά !

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Αναγνωστήριο

Απόλυτη σιγή 
δραπέτες τα λόγια μου
Κουδουνίσματα να ξυπνήσει ο ήλιος
στην κουπαστή του καιρού
Μια γλυκιά  τρυφεράδα  απλώνει 
τα δίχτυα της στο λιβάδι των ματιών
Στις μύτες κύκνοι σκιαγραφούν
το νόημα της αγκαλιάς
Σε βρίσκω στο αναγνωστήριο της ψυχής
Μυρίζει προζύμι έτοιμο να αναμειχθεί
με τα φτερά της παπαρούνας
Σε ένα καλάθι φράουλες τρέχει ένα φιλί  
Γελώ στον άνεμο κι αυτός 
με ένα τραγούδι απαλό μου απαντά
Γελά και παίρνει η νότα χρώμα
να ζωγραφίσει κήπους με ρόδα μες το στόμα
Πως το γέλιο από  δροσοσταλίδα  μια σταλιά
χωρά τον κόσμο μες το τσεπάκι  σου καρδιά!

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Υποκρισίες

Καλά που υπάρχουν 
και αυτές οι μεγάλες αρτίστες 
του ξέφρενου ρυθμού
ντυμένες μανόλιες  αγάπης 
κι έτσι ρίχνοντας το πέπλο
έμαθε ο ουρανός 
το δάκρυ του 
κι η σιωπή τη μιλιά της!



Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Τίποτε δε μίλησα που δεν ειχε συνείδηση

Οριακά κρυμμένες συμφωνίες
στα φτερά των χελιδονιών 
να τραγουδήσουν το αδιάβαστο μονοπάτι 
Στις φούστες των γυναικών 
ζωγραφισμένες ανεμώνες
ποδιές της άνοιξης φορτωμένες παιδικά μάτια  
Στην παγωμένη βρύση ανθίζει το μέλι 
να θερίσουν γαλανά καλοκαίρια 
Ο περίγυρος γυμνασμένα πέταλα 
στο άνθος του μεσημεριού 
Ζεστές μελαγχολίες με τη φλόγα στα χείλη 
καρτερούν νιούτσικες αχτίδες 
να γεμίσουν φως τα στόματα 
Τίποτε δε μίλησα που δεν είχε συνείδηση
Κι έτσι γυμνός από μένα ζευγατίζω 
την ομορφιά του ανέμου με το τραγούδι του νερού . 
Αβόλευτος βαφτίζομαι σπόρος 
να με μαθαίνει ο ουρανός το νόημα της ψυχής του 
Κι ότι αγαπώ τελάλης των άστρων
που βυζαίνει την ψίχα του στέρνου μου !



Καρφιά και κροτίδες

Καρφιά και κροτίδες ,
τίποτε που να θυμίζει  
λίγο ένα κάτι
γυμνής ανθρωπιάς
Τόσοι σταυροί κι ο Γολγοθάς
ατέλειωτα ματώνει 
μαζεύοντας πλαστικά λουλούδια 
στους τάφους των ζωντανών !




Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Τυφλό το βλέμμα 
μα τούτος ο δρόμος της καρδιάς 
ξάστερα πως κοιτά 
τα ακοίμητα του νου της !

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Πορευτηκαν τόσα στη μέρα 
μα να ειναι που 
τούτο το βάδισμα στη νύχτα
αλαφροίσκιωτο να γέρνει 
στους ώμους ζεστασιά 
με ένα ρόδο στο στόμα 
ξυπνά την ανατολή 
στο πιο γλυκό χαμόγελο! 

Μεγάλη Δευτέρα

Μεγάλη Δευτέρα
Ετούτη η εβδομάδα βουνό της φαινόταν 
σαν απολογισμός του κόσμου που μόνο δάκρυα
της έφερνε. Θυμόταν τα μικράτα της
κι έμπαιναν στα μάτια της τόσα πεινασμένα,
σκονισμένα παιδιά που θαρρείς ένοχη αισθανόταν 
που κείνη γελούσε κι έπαιζε με την πάνινη μπάλα
στην αυλή με τους βασιλικούς .
Πονούσε που από κεινα τα τσουρέκια της μαμάς
με το μοσχοβολιστό Χαλέπι δε μπορούσε να ταΐσει,
τα λυπημένα στόματα 
Θυμόταν τα κεριά της εκκλησιάς που τόσο μικρή
σαν ήταν καθώς άναβαν οι φλόγες τους 
ζέσταιναν θαρρείς την πλάση ολάκερη . 
Όχι πως ήταν της εκκλησίας της πίστης ήταν . 
Κείνης που προσπαθούσε να δει έναν καλύτερο άνθρωπο . 
Όχι αναβοντας μανουάλια μήτε χαρίζοντας 
χρυσά και ασημένια σκουλαρίκια ή πλουτίζοντας το παγκάρι
με πουγγιά να γεννηθεί το θάμα . 
Κείνη να από το ζυμωτό ψωμί και λίγα αυγά φρεσκοβγαλμενα
από τη φωλιά θα δωνε στην κυρα Αφροδίτη .
Μεγάλη γυναίκα και μονάχη της πως ήταν,
πάντα στο νου την είχε .
Θυμόταν τόσες χαρές στην αυλή ,γέλια σφιχταγκαλιασμένα
Τουρκοι , Έλληνες, Κούρδοι μα μια γλώσσα τους έδενε
αυτή της καρδιάς . Από ένα πιάτο ο παστουρμάς , 
κι εκείνο το τσιμενι του το στόμα του άνοιγε να κάψει
κάθε ξένο . Καθώς άκουγε στο ράδιο τις ειδήσεις ολα χωριστά.
Χωριστά άνθιζαν τα χώματα κι αυτό κινίνο στα χείλη της έπεφτε.
Θυμόταν την μάνα τον πατέρα που έφυγαν λέει,
μα κείνοι να που ακόμη και σ αυτά τα μικρά ξυλίκια
της ρίγανης ήταν που κρατούσε στα δάχτυλα ,
καρτέρι της να χυθούν στο γιαουρτ τσορμπά 
να νοστιμίζουν το λάρυγγα .
Αχάριστη δεν ήταν είχε τα παιδιά τα εγγόνια ,
κείνες τις ζεστές πεταλούδες που ακόμα 
και στην παγωνιά έφτανε μια αγκαλιά να σβήσει το μαγκάλι 
απ τη φωτιά τους . Είχε τον Νίκο που μέσα απ την ανημποριά του
τόσα χωρατά της έλεγε και πως γελούσε παναγία μου .
Όχι κανένα παράπονο απ την ζωή δεν είχε . 
Ότι πέρασε δικός της δρόμος ήταν κι αυτός σπυρί σπυρί
μεγάλωνε την ομορφιά του . 
Μα τούτη η εβδομάδα σκληρή γινόταν καθώς στο παζάρι
συναντούσε στα καλάθια λογής λογής κοπίδια . 
Πλούτο και υποκρισία , σκυμμένες ψυχές δουλικά 
προετοιμασμένες κι ανήμπορες να σηκώσουν τους σταυρούς. 
Πως γίνανε τόσοι που να πρωτο κοιτάξει κι ο ουρανός . 
Μάτωνε τούτη η βδομάδα ,μάτωνε τους συλλογισμούς της καρδιάς. 
Μα πάλι και με βρεγμένα μάτια γελούσε .
Ίσως να ταν ,τούτο το χελιδόνι που κουβαλούσε την άνοιξη,
το μωρό στο μπαλκόνι που έπαιζε με τα αυτοκινητάκι του,
η πασχαλίτσα που κοβε βόλτες στην κουρτίνα ,
το ακάλεστο αηδόνι που θρονιάστηκε στο δέντρο
ίσως η Αθηνά που την κοιτούσε και ίσως... να της έμοιαζε!  

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Χορός

-Που κοιτούσαν τα μάτια σου
την ώρα της μουσικής;
-στa τάστa της κιθάρας
δεν είδες το χορό
-όχι
-λεπτές ισορροπίες
-και πως να τις δω
-διαλέγοντας
τα χρώματα που φοράς
κι εκείνες τα βήματα που θα σε βρουν
Και που δεν είσαι εδώ τραγουδάμε 
Στις κορδέλες των μαλλιών μας 
τρέχουν ζεστά τα όνειρά μας, 
τα μεγάφωνα της καρδιάς μας 
στο τέρμα της μουσικής 
Και που γελούμε σαν να μην υπάρχουμε 
μακρινά να γεννιόμαστε, 
στην πράσινη κοιλάδα  
στα λευκά πόδια των αλόγων 
Η πέτρινη βρύση κυλά αργά αργά 
το καθάριο νερό της 
μεθούν οι πασχαλιές κι ανοίγουν 
τα κουμπάκια απ το πουκάμισο της άνοιξης 
Στρατιές παιδιών βάφουν την νύχτα 
Ζούμε μάτια  μου ζούμε σε διάφανο ορίζοντα 
στις μικρές πόλεις μας βαδίζουν ξυπόλητες 
μπουμπουκιασμένες , δροσερές χαρές 
να μοιράσουν τα φύλλα τους 
στην αγκαλιά των φτωχών σπουργιτιών 
Στο καλωσόρισμα των χελιδονιών 
ζεσταίνουμε την φωλιά μας 
Και που λείπεις μαζί σου γελώ 
στην αυλή μου δεν εχει όρια η αγάπη 
Χορεύουμε; 


Άτιτλο

Κι έρχεται εκείνη η σιωπή
βουτώντας τα μάτια της
στην ψίχα της ανάσας
οργώνει
όλα τα λόγια που χύθηκαν
να ξεστομίσει!

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Τόσο αλλιώς 
τόσες αποστάσεις
κύκλοι ..δρόμοι 
γέλια ,φωνές
ψίθυροι 


κι αυτό το χαμόγελο
στον καθρέφτη
εσένα δείχνει !

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Κι από όλες τις ερμηνείες
που έδωσα τίποτε δεν έμαθα .
Άγουρα βαδίζω . 

Νωρίς να πω το ξέρω
αργά αργά να ακολουθώ
Μοναδικός ήλιος ο άνθρωπος!

Συνθηματα στο βλέμμα

Μετρώ
δυο τριανταφυλλιές , 

ένας ήλιος
μια αγριομηλιά
ένα μπουκέτο καρδιές
δέκα μίσχους
στο μπόι των ματιών
εφτά ουρανούς
να χτυπούν φτερά
τρία συνθήματα
στους τοίχους να μιλούν
έξι κόκκινες φορεσιές
να ανταλλάσουν αγκαλιά
εννια μελισσουλες να ποτίζουν
ζουζούνισμα γλυκολαλιάς
Τι όμορφος κόσμος!
Γελάς, γιατί γελάς
Δεν ξέρω εσύ;
Ούτε εγώ
Να για αυτό ξύπνησε η ζωή
με ένα γλυκό φιλί!

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Στάζει φως το σκοτάδι
τίποτε πια δεν κρύβει το φεγγάρι 
ανέμελα ροδίζουν τα φύλλα  !

Ποδηλάτες άνοιξης

Για τούτο νικάμε 
γιατί τα λόγια μας
ανταμώνουν σε ξάστερο ουρανό .
Φύλαξαν 
την λιακάδα κάτω από ιστό ομίχλης 
γητεύουν 
το ώριμο να ξαναγεννηθεί το νιο 
απλώνουν
στους Κύκλωπες κόρες με χίλια μάτια 
στις συμπληγάδες 
το φιλί να σπά τον ίσκιο η πνοή 
ξοδεύουμε 
τον ήλιο σε φεγγαριού αυλή 
Για τούτο νικάμε 
τη ζωή κερνώντας την ψυχή!


Φωνή


Τρίτη 7 Απριλίου 2020

'Ατιτλο

Αν ακούς τη σιωπή
δος της τη νότα να τραγουδήσει

τα χέρια της μυρίζουν γιασεμί !

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

'Ατιτλο

Και τι νομίζεις
πως ειναι η ομορφιά
ένα παράθυρο
με θέα
το ενυδρείο της ψυχής
που κουβαλά
τη γη της αγάπης!




Πίνακας βροχής

Νύχτωσε 
Οι δυνατές στάλες της βροχής ακουμπούσαν στο τζάμι .
Ακαθόριστος ο χορός τους, μα κείνος τη μελωδία τους άκουγε
Χωρίς δεύτερη σκέψη έστησε το τρίποδο με τον καμβά του
άρπαξε τη παλέτα του και σιγοψυθιρισε.
Θα ζωγραφίσω την βροχή . Πως ήξεραν οι μικροί φωτεινοί 
ξορκιστές ,τα πινέλα του κείνον ,χοροπήδησαν 
με το γέλιο τους στα δάχτυλα του . 
Σε μια άκρη κατέβαινε σαν καταρράχτης.
Πω πω θυμωμένη που ήταν . 
Ναι πολύ θυμωμένη με τους ανθρώπους,που μήτε το ταίρι της
τον ήλιο εκτίμησαν μήτε εκείνη που τόσα παιδιά της βύζαξε,
να γίνουν σύννεφα να μεγαλώσουν στις ποδιές τους 
μικρά ρυάκια κι ύστερα τρέχοντας να τα δωρίσουν σε κείνους 
να γεννηθεί η άνοιξη , να γίνει το στάχυ ψωμί ,
να μεγαλώσει το καλαμπόκι ,η ελιά ,να βγει το λάδι να τρέψει , 
να λικνιστούν οι παπαρούνες να παίξουν 
παιδιά στα λιβάδια του νου και της καρδιάς . 
Περίμενε ,περίμενε να καταλαγιάσει λίγο το γκρι να σταματήσει 
το παράπονο .Με το μολύβι του σκιτσάρισε μικρά μπαλόνια 
κι ύστερα τα γέμισε λευκό του κρίνου  . 
Για κείνα τα άσκεπα να χουν το χρόνο 
να κρατήσουν στους κουβάδες τους τα παιδιά της ,
να πλύνουν το πρόσωπο ,να λούσουν τα μαλλιά της λευτεριάς ,
να βρουν τον τόπο τους τα μάτια. 
Άφησε μερικά διάφανα να σβήσουν τους καπνούς ,
να χει ο πηγαιμός ορίζοντα στο αθέατο του κόσμου .
Να συναντήσουν τη λίμνη των κύκνων.
Κι εκείνη τι όμορφα στο αντάμωμα έπινε τα φιλιά της 
Πέταξε πολύχρωμες πινελιές να μαζευτούν λουλούδια ,
ανακατεμένα να μουρμουρίζουν, το όνειρο της θάλασσας.
Φύτεψε μικρές κόκκινες σταγόνες απ άκρη σ άκρη του καμβά 
να μη λογιάζει ο ουρανός,πως εχει άλλο χρώμα η αγάπη . 
Στο μικρό διάδρομο που έμεινε είδε δυο σταγόνες 
να αγκαλιάζονται στο ένα βήμα .
Ένα ζευγάρι έδενε το φιλί ξυπόλητα, πλατσούριζε στα νερά της. 
Ανάγλυφα στο σώμα της ψυχής ξεπλύθηκε ο θυμός της 
κι όμορφα που στέγνωνε στην αγκαλιά,
μυρίζοντας τον ερχομό του ήλιου! 



    

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Απολογισμός

Θλίβομαι για έναν κόσμο 
που ποτέ δε θα σε ρωτήσει τι κάνεις
μια τελεία και ένας στίχος 
είσαι για κεινον 
που δε εκτίμησε ποτέ ότι του χάρισες
κομμάτια απ τα κομμάτια σου .
Για λίγες σταγόνες θεαθήναι
και καθωσπρεπισμου, 
στο φλας της επικαιρότητας 
μετρά το υφος και την πόζα που του πρέπει 
Έναν κόσμο που μιλά για τον άνθρωπο 
μα  που φροντίζει να τον τσακίζει
να φτάσει ο ίδιος στην κορφή 
της άδειας πατούσας 
πέφτοντας πάνω σου σαν αρπακτικό  
Λυπάμαι για έναν κόσμο 
που το πρωί σε θαυμάζει το μεσημέρι σε δέχεται 
το απόγευμα σε παρατηρεί το βράδυ σε ξεχνά 
την χαραυγή σε πολεμά χατίρια ποτέ δε χαλά 
Λυπάμαι αυτόν που δεν είδε ποτέ την ψυχή
μα χορταίνει στο βύζαγμα της δικής του σκέψης 
κι αμολάει χαρταετούς να βρει λιβάδι 
Αγάπησα την μοναξιά κι έμαθα ποια είμαι 
Έμαθα να αγαπάω απ την αγάπη κι όχι απ την ανάγκη 
να αφήνω χρόνο και χώρο να πεταχτούν οι μάσκες 
να δέχομαι μα όχι να ανέχομαι 
Κρατώ τα λίγα όμορφα αυτά που όπου κι αν βρεθούν 
παρέα στους λεμονανθούς θα αγκαλιαστούν
Α! κι εκείνο το ωραίο αν δεν τους αφήσεις 
δε σε πονάνε κρατήστε το για σας 
Γιατί θα συνεχίσω να πιστεύω στον άνθρωπο 
να βλέπω τα άσχημα και την ομορφιά 
όχι μέσα από συνταγές μα στην καρδιά της ζωής 
κι έτσι θα ονειρεύομαι πως κάποτε ο δρόμος 
θα γεμίσει ανεμώνες 
Στον κόσμο μου δε τα φυτεύουν
τα  ξεριζώνουν τ 'αγκάθια να φανεί ο κήπος  
Γυρίζω σε μένα όχι ποιήτρια αλλά άνθρωπος !

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Στο μοβ δεμένα λουλούδια 
ακολουθούν το φως 
στη γη του στέρνου να κοιμηθούν!

Όλα αλλάζουν

Όλα αλλάζουν 
Οι πόλεις μετατρέπονται σε τεχνητά ρυάκια 
να μηχανεύονται διακόπτες το σφυγμό τους 
Τα ποδήλατα διακόπτονται στους δρόμους 
από ελάχιστα πετάλια που ανθούν 
Τα φώτα άτσαλα σμίγουν τα φρύδια τους 
να σκοτεινιάζει και η λιγοστή φλόγα απ το λυχνάρι
Υποκλίσεις καπνών συναντούν τις ακτές 
μπαρουτιασμένες ώρες με σβηστό το φιτίλι
Μπόρες φυλούν τη Δημοκρατία μη ξεμυτίσει
σγουρό το  γαρύφαλλο και πάρει μυρουδιά ο αέρας 
Ντυμένοι με κάγκελα βαδίζουν οι άνθρωποι
ώσπου να σπάσει η ψυχή τη σάρκα 
Εσύ μελετημένος του τροχού αναβάτης 
κι εγώ αδράχτι που έπλεξε τον αργαλειό
καρτερικά βαδίζουμε με κρατημένο το νου 
ζωσμένοι με τα φυσίγγια της καρδιάς 
να πολεμήσουμε  τον αργό θάνατο 
Νοσταλγοί της αδέσποτης ανεμώνης 
τον χορό των κάμπων,τις σβούρες στις ηλιαχτίδες 
Μιλάς κι άγνωστος είσαι και που εγώ σε ξέρω 
κι έτσι σμίγοντας σιωπή με τη σιωπή 
ξελυνει το καράβι μας κι αρμενίζει στα πέλαγα 
προτείνοντας στο ορίζοντα μια αλλιώτικη μέρα 
με φορτωμένα τα αμπάρια της ψυχής
όνειρα που δεν ήρθαν, σμιλεύονται στον ήλιο 
να κρατούν τις αγκαλιές 
που ακούν η μια την άλλη μονάχα με ένα νεύμα 
αιώνιας νιότης .
Γυρεύοντας τον ίσκιο μας θα βγούμε στα ανοιχτά
μιλούν τα χελιδόνια !




Ανυπότακτα

Σε πείσμα των καιρών
των άθεων θεών
μες τους καπνούς
και στα φουγάρα
στη χαρμολύπη της ζωής
κεντάμε το χαμόγελο
μιας όμορφης στιγμής
και προχωράμε
Όσο υπάρχει ουρανός
θα πετάμε
με ένα φιλί της προσμονής
σε ένα ατέλειωτο ταξίδι
με μέντα μια αγκαλιά 
κι αστέρια 
κόκκινα φύλλα από καρδιά !