Κυριακή 26 Απριλίου 2020
Σάββατο 25 Απριλίου 2020
Αγαπημένε
Εκεί στο προσκεφάλι σου
πλαγιάζω νια αγαπημένε
και καθώς ένα σου γίνομαι
το δέρμα σου μυρίζει στα μάτια μου
ολόδροσο γιασεμί της άνοιξης
φιλώ τις γεύσεις των κερασιών
στα χείλη που πριν από μένα
με το χυμό τους σ άγγιξαν
στολίζοντας το γέλιο μου
στο πιο γλυκό τους βυσσινί
πλαγιάζω νια αγαπημένε
και καθώς ένα σου γίνομαι
το δέρμα σου μυρίζει στα μάτια μου
ολόδροσο γιασεμί της άνοιξης
φιλώ τις γεύσεις των κερασιών
στα χείλη που πριν από μένα
με το χυμό τους σ άγγιξαν
στολίζοντας το γέλιο μου
στο πιο γλυκό τους βυσσινί
Ξεκινώ τις βόλτες μας στο γρασίδι
κρατώντας σε απ τα φτερά σου
πολύχρωμη πεταλούδα μου
που άνθισε λίγο πριν το χάραμα
μιλήσει με την γαρδένια
κρατώντας σε απ τα φτερά σου
πολύχρωμη πεταλούδα μου
που άνθισε λίγο πριν το χάραμα
μιλήσει με την γαρδένια
κι όταν πάλι πληγώνει το δειλινό
η απουσία σου τότε κρατώ το ρόδο
στα φύλλα του να βάψω τα μάγουλά σου
που δυο κόσμοι μοιάζουν που ενώθηκαν
στο δικό μου μικρό θερμοκήπιο
η απουσία σου τότε κρατώ το ρόδο
στα φύλλα του να βάψω τα μάγουλά σου
που δυο κόσμοι μοιάζουν που ενώθηκαν
στο δικό μου μικρό θερμοκήπιο
Μετρώ τα αστέρια στη γέννα
της νύχτας που ολόχρυσα
στο ταβάνι παίζουν σαν σε περιμένω
να μου σκεπάσεις τα βλέφαρα
με το γυμνό κορμί των δακτύλων σου
σε νιώθω να απαλαίνεις
το φόρεμα της ζεστασιάς
πλέκοντας τα μαλλιά σου στους τοίχους
στις πιέτες τους χορεύει η μορφή σου
γαλάζιο φως που γέννησε η καρδιά μου
Έτσι σε γνωρίζω αγαπημένε
είσαι δικός μου που δε σε έχω
και που τόσο γεννιέμαι μέσα σου
που μπορώ να σ αγαπώ δίχως λόγια
παρά μόνο με τους χτύπους μου
που σε ζω χωρίς να υπάρχω
κι ανάμεσα στο φως και την ανάσα
λαμπαδιάζει η φλόγα μου στο θέρος
της αιώνιας γης που καρτερά
το βροχοστάλαγμα του πρωινού
κι αν δε το μαθες
τόσες φορές σε φώναξα
.. αγαπημένε !
της νύχτας που ολόχρυσα
στο ταβάνι παίζουν σαν σε περιμένω
να μου σκεπάσεις τα βλέφαρα
με το γυμνό κορμί των δακτύλων σου
σε νιώθω να απαλαίνεις
το φόρεμα της ζεστασιάς
πλέκοντας τα μαλλιά σου στους τοίχους
στις πιέτες τους χορεύει η μορφή σου
γαλάζιο φως που γέννησε η καρδιά μου
Έτσι σε γνωρίζω αγαπημένε
είσαι δικός μου που δε σε έχω
και που τόσο γεννιέμαι μέσα σου
που μπορώ να σ αγαπώ δίχως λόγια
παρά μόνο με τους χτύπους μου
που σε ζω χωρίς να υπάρχω
κι ανάμεσα στο φως και την ανάσα
λαμπαδιάζει η φλόγα μου στο θέρος
της αιώνιας γης που καρτερά
το βροχοστάλαγμα του πρωινού
κι αν δε το μαθες
τόσες φορές σε φώναξα
.. αγαπημένε !
Παρασκευή 24 Απριλίου 2020
Λευκή σελίδα
Ξέρεις τι βαρέθηκα φίλε
να μου συμπεριφέρονται
σαν να μαι μια λευκή σελίδα
χωρίς άνθρωπο
να μ αγαπάνε ανάλογα με το τι γράφω
να καταλαβαινουν αυτό που θέλουν
να μου κρατούν ταμπέλες με σημειώματα
πάνω στο κορμί πάνω στην καρδιά μου
κι εγώ να πρέπει να τα δέχομαι
Ένα άδειο κουστούμι που μπορούν
να ράψουν στα μέτρα τους
Όχι φίλε δεν με νοιαζει αν με πουν
ποιήτρια ή όχι
κανένας στίχος μου δεν αξίζει
πάνω απ την ψυχή μου
κι αυτή δε θα τη βρεις
διαλέγοντας τους στίχους μου
ένα κομμάτι τους ειναι
μα εγώ είμαι άνθρωπος
με ολα τα κομμάτια μου
Κλαίω , γελώ , τραγουδώ
πονάω όχι σαν μαριονέτα
αλλά άνθρωπος .
Μη με ψάχνεις λοιπόν
γιατί δε θα με βρεις
να μένω στο θεαθήναι
δε θα με δεις να δένομαι
στο τάχα και στο πουθενά
Τις άξιες μου τις μέτρησα στη ζωή
κι όχι σε τοίχους .
Κουρνιάζω εκεί που μετρημένα
η άνοιξη μιλά κι ανθίζουν
Δείκτες του ήλιου
Κι εχει ένα χαμόγελο η άνοιξη
Φτάνει να ανοίξεις το παράθυρο
που κοιτά στον ήλιο
κι έτσι ..από τα μάτια
γεννιούνται οι πεταλούδες
δες τα κουκούλια σπάσαν
λευθερες οι ψυχές τραγουδούν
γυρνούν οι δείκτες του ρολογιού
κι όσο να κρατήσει στο χρόνο η φωτιά
δε σταματά το όνειρο το κελάηδημα
Απρίλης και γιορτάζει το φιλί
δένει στον άνεμο κλωστή
με ένα βιολί και μια λύρα
ανθίζει κήπος και πορφύρα !
Τετάρτη 22 Απριλίου 2020
Τρίτη 21 Απριλίου 2020
Στο ξάγναντο
Ένας τρελός αέρας σφύριζε
δυνατά πάνω απ τη πόλη
Έσερνε το κορμί του με δύναμη στην άσφαλτο
που απορημένη κοιτούσε γύρω της
Οι μικρές χάρτινες κορδέλες
δυνατά πάνω απ τη πόλη
Έσερνε το κορμί του με δύναμη στην άσφαλτο
που απορημένη κοιτούσε γύρω της
Οι μικρές χάρτινες κορδέλες
παρασύρονταν στο βήμα του
Έτρεχε λες και ήθελε να καθαρίζει το γκρίζο
απ τις σκέψεις …άρπαξε την σκούπα του
και μάζευε στην άκρη κάθε πικρό
που έβρισκε μπροστά του
Οι γλάστρες φοβήθηκαν για τα μικρά φυντάνια
Έτρεχε λες και ήθελε να καθαρίζει το γκρίζο
απ τις σκέψεις …άρπαξε την σκούπα του
και μάζευε στην άκρη κάθε πικρό
που έβρισκε μπροστά του
Οι γλάστρες φοβήθηκαν για τα μικρά φυντάνια
που κουβαλούσαν πάνω τους
Μα εκείνος σαν άλλος στοργικός πατέρας
χαμήλωσε την ανάσα του και τα κράτησε αγκαλιά
Σκούπιζε τα μάτια του ουρανού απ την ομίχλη του σύννεφου
χαμογελαστός πια δίνοντας όλο τα γαλάζιο σώμα του
άφηνε τα πουλιά να αρμενίζουν στην πύλη του
Το βλέμμα έμεινε σε μια μικρούλα τριανταφυλλιά
άνοιγε τα πέταλα της πίνοντας την πνοή του αγεριού
κι άπλωνε τη γύρη της εκεί που σώζονται τα αρώματα
φυτεμένα στις αυλές ..στις ψυχές των ανθρώπων
Τύλιξα στο λαιμό τη ζεστασιά της θαλπωρής της
ρούφηξα στάλες απ το φιλί του αέρα
κι αφέθηκα να ταξιδεύω με τα φτερά των λέξεων.
Σε φτάνω εκεί που τραγουδούν οι άνοιξες ,
Μα εκείνος σαν άλλος στοργικός πατέρας
χαμήλωσε την ανάσα του και τα κράτησε αγκαλιά
Σκούπιζε τα μάτια του ουρανού απ την ομίχλη του σύννεφου
χαμογελαστός πια δίνοντας όλο τα γαλάζιο σώμα του
άφηνε τα πουλιά να αρμενίζουν στην πύλη του
Το βλέμμα έμεινε σε μια μικρούλα τριανταφυλλιά
άνοιγε τα πέταλα της πίνοντας την πνοή του αγεριού
κι άπλωνε τη γύρη της εκεί που σώζονται τα αρώματα
φυτεμένα στις αυλές ..στις ψυχές των ανθρώπων
Τύλιξα στο λαιμό τη ζεστασιά της θαλπωρής της
ρούφηξα στάλες απ το φιλί του αέρα
κι αφέθηκα να ταξιδεύω με τα φτερά των λέξεων.
Σε φτάνω εκεί που τραγουδούν οι άνοιξες ,
στις ράχες που γεννούν αθώα ρίζες
να θηλάσουν τα παιδιά ,
στις φωλιές των πουλιών ,
στις φωλιές των πουλιών ,
στο ξάγναντο της ομορφιάς,
μήνυμα του Απρίλη
με ένα γαρυφαλλο στο στόμα !
Δευτέρα 20 Απριλίου 2020
Φιλία
Παίζοντας πιάνο
μοίραζε τα πλήκτρα
κι όπως πετούσαν ψηλά
σπουργίτια γεννιόταν
Χόρευαν καφετιές μπαλαρίνες
πέφταν κοχύλια στην άμμο
λίγο αρμυρίκια λίγο σκόνη
πεταλούδες κι ανέμισμα φωτιάς
Γελούσε η γη φυλούσε το παρτέρι
κι ανάμεσα στα μάτια του τζίτζικα
ψιθύριζε της λίμνης το τραγούδι
Τόσα και τόσα έδινε
κι η κούπα γέμιζε κουκούλια
να σπάσουν φυσαλίδες
Κι αλήθεια εχει αρχή
και τέλος ο ουρανός;
και τούτη η θάλασσα ακόμη διψά
Να δεις καμιά φορά θα βρουν οι γλάροι
σ απάνεμο ταξίδι να τριγυρνά η ομορφιά !
Κυριακή 19 Απριλίου 2020
Αναγνωστήριο
Απόλυτη σιγή
δραπέτες τα λόγια μου
Κουδουνίσματα να ξυπνήσει ο ήλιος
δραπέτες τα λόγια μου
Κουδουνίσματα να ξυπνήσει ο ήλιος
στην κουπαστή του καιρού
Μια γλυκιά τρυφεράδα απλώνει
τα δίχτυα της στο λιβάδι των ματιών
Στις μύτες κύκνοι σκιαγραφούν
το νόημα της αγκαλιάς
Σε βρίσκω στο αναγνωστήριο της ψυχής
Μυρίζει προζύμι έτοιμο να αναμειχθεί
με τα φτερά της παπαρούνας
Σε ένα καλάθι φράουλες τρέχει ένα φιλί
Γελώ στον άνεμο κι αυτός
με ένα τραγούδι απαλό μου απαντά
Γελά και παίρνει η νότα χρώμα
να ζωγραφίσει κήπους με ρόδα μες το στόμα
Πως το γέλιο από δροσοσταλίδα μια σταλιά
χωρά τον κόσμο μες το τσεπάκι σου καρδιά!
Παρασκευή 17 Απριλίου 2020
Πέμπτη 16 Απριλίου 2020
Τετάρτη 15 Απριλίου 2020
Τίποτε δε μίλησα που δεν ειχε συνείδηση
Οριακά κρυμμένες συμφωνίες
στα φτερά των χελιδονιών
να τραγουδήσουν το αδιάβαστο μονοπάτι
Στις φούστες των γυναικών
ζωγραφισμένες ανεμώνες
ποδιές της άνοιξης φορτωμένες παιδικά μάτια
Στην παγωμένη βρύση ανθίζει το μέλι
να θερίσουν γαλανά καλοκαίρια
Ο περίγυρος γυμνασμένα πέταλα
στο άνθος του μεσημεριού
Ζεστές μελαγχολίες με τη φλόγα στα χείλη
καρτερούν νιούτσικες αχτίδες
να γεμίσουν φως τα στόματα
Τίποτε δε μίλησα που δεν είχε συνείδηση
Κι έτσι γυμνός από μένα ζευγατίζω
την ομορφιά του ανέμου με το τραγούδι του νερού .
Αβόλευτος βαφτίζομαι σπόρος
να με μαθαίνει ο ουρανός το νόημα της ψυχής του
Κι ότι αγαπώ τελάλης των άστρων
που βυζαίνει την ψίχα του στέρνου μου !
Τρίτη 14 Απριλίου 2020
Δευτέρα 13 Απριλίου 2020
Μεγάλη Δευτέρα
Μεγάλη Δευτέρα
Ετούτη η εβδομάδα βουνό της φαινόταν
σαν απολογισμός του κόσμου που μόνο δάκρυα
της έφερνε. Θυμόταν τα μικράτα της
κι έμπαιναν στα μάτια της τόσα πεινασμένα,
σκονισμένα παιδιά που θαρρείς ένοχη αισθανόταν
της έφερνε. Θυμόταν τα μικράτα της
κι έμπαιναν στα μάτια της τόσα πεινασμένα,
σκονισμένα παιδιά που θαρρείς ένοχη αισθανόταν
που κείνη γελούσε κι έπαιζε με την πάνινη μπάλα
στην αυλή με τους βασιλικούς .
Πονούσε που από κεινα τα τσουρέκια της μαμάς
με το μοσχοβολιστό Χαλέπι δε μπορούσε να ταΐσει,
τα λυπημένα στόματα
στην αυλή με τους βασιλικούς .
Πονούσε που από κεινα τα τσουρέκια της μαμάς
με το μοσχοβολιστό Χαλέπι δε μπορούσε να ταΐσει,
τα λυπημένα στόματα
Θυμόταν τα κεριά της εκκλησιάς που τόσο μικρή
σαν ήταν καθώς άναβαν οι φλόγες τους
ζέσταιναν θαρρείς την πλάση ολάκερη .
Όχι πως ήταν της εκκλησίας της πίστης ήταν .
Κείνης που προσπαθούσε να δει έναν καλύτερο άνθρωπο .
Όχι αναβοντας μανουάλια μήτε χαρίζοντας
χρυσά και ασημένια σκουλαρίκια ή πλουτίζοντας το παγκάρι
με πουγγιά να γεννηθεί το θάμα .
Κείνη να από το ζυμωτό ψωμί και λίγα αυγά φρεσκοβγαλμενα
από τη φωλιά θα δωνε στην κυρα Αφροδίτη .
Μεγάλη γυναίκα και μονάχη της πως ήταν,
πάντα στο νου την είχε .
σαν ήταν καθώς άναβαν οι φλόγες τους
ζέσταιναν θαρρείς την πλάση ολάκερη .
Όχι πως ήταν της εκκλησίας της πίστης ήταν .
Κείνης που προσπαθούσε να δει έναν καλύτερο άνθρωπο .
Όχι αναβοντας μανουάλια μήτε χαρίζοντας
χρυσά και ασημένια σκουλαρίκια ή πλουτίζοντας το παγκάρι
με πουγγιά να γεννηθεί το θάμα .
Κείνη να από το ζυμωτό ψωμί και λίγα αυγά φρεσκοβγαλμενα
από τη φωλιά θα δωνε στην κυρα Αφροδίτη .
Μεγάλη γυναίκα και μονάχη της πως ήταν,
πάντα στο νου την είχε .
Θυμόταν τόσες χαρές στην αυλή ,γέλια σφιχταγκαλιασμένα
Τουρκοι , Έλληνες, Κούρδοι μα μια γλώσσα τους έδενε
αυτή της καρδιάς . Από ένα πιάτο ο παστουρμάς ,
κι εκείνο το τσιμενι του το στόμα του άνοιγε να κάψει
κάθε ξένο . Καθώς άκουγε στο ράδιο τις ειδήσεις ολα χωριστά.
Χωριστά άνθιζαν τα χώματα κι αυτό κινίνο στα χείλη της έπεφτε.
Τουρκοι , Έλληνες, Κούρδοι μα μια γλώσσα τους έδενε
αυτή της καρδιάς . Από ένα πιάτο ο παστουρμάς ,
κι εκείνο το τσιμενι του το στόμα του άνοιγε να κάψει
κάθε ξένο . Καθώς άκουγε στο ράδιο τις ειδήσεις ολα χωριστά.
Χωριστά άνθιζαν τα χώματα κι αυτό κινίνο στα χείλη της έπεφτε.
Θυμόταν την μάνα τον πατέρα που έφυγαν λέει,
μα κείνοι να που ακόμη και σ αυτά τα μικρά ξυλίκια
της ρίγανης ήταν που κρατούσε στα δάχτυλα ,
μα κείνοι να που ακόμη και σ αυτά τα μικρά ξυλίκια
της ρίγανης ήταν που κρατούσε στα δάχτυλα ,
καρτέρι της να χυθούν στο γιαουρτ τσορμπά
να νοστιμίζουν το λάρυγγα .
να νοστιμίζουν το λάρυγγα .
Αχάριστη δεν ήταν είχε τα παιδιά τα εγγόνια ,
κείνες τις ζεστές πεταλούδες που ακόμα
και στην παγωνιά έφτανε μια αγκαλιά να σβήσει το μαγκάλι
απ τη φωτιά τους . Είχε τον Νίκο που μέσα απ την ανημποριά του
τόσα χωρατά της έλεγε και πως γελούσε παναγία μου .
Όχι κανένα παράπονο απ την ζωή δεν είχε .
Ότι πέρασε δικός της δρόμος ήταν κι αυτός σπυρί σπυρί
μεγάλωνε την ομορφιά του .
Μα τούτη η εβδομάδα σκληρή γινόταν καθώς στο παζάρι
συναντούσε στα καλάθια λογής λογής κοπίδια .
Πλούτο και υποκρισία , σκυμμένες ψυχές δουλικά
προετοιμασμένες κι ανήμπορες να σηκώσουν τους σταυρούς.
Πως γίνανε τόσοι που να πρωτο κοιτάξει κι ο ουρανός .
Μάτωνε τούτη η βδομάδα ,μάτωνε τους συλλογισμούς της καρδιάς.
Μα πάλι και με βρεγμένα μάτια γελούσε .
Ίσως να ταν ,τούτο το χελιδόνι που κουβαλούσε την άνοιξη,
το μωρό στο μπαλκόνι που έπαιζε με τα αυτοκινητάκι του,
η πασχαλίτσα που κοβε βόλτες στην κουρτίνα ,
το ακάλεστο αηδόνι που θρονιάστηκε στο δέντρο
ίσως η Αθηνά που την κοιτούσε και ίσως... να της έμοιαζε!

κείνες τις ζεστές πεταλούδες που ακόμα
και στην παγωνιά έφτανε μια αγκαλιά να σβήσει το μαγκάλι
απ τη φωτιά τους . Είχε τον Νίκο που μέσα απ την ανημποριά του
τόσα χωρατά της έλεγε και πως γελούσε παναγία μου .
Όχι κανένα παράπονο απ την ζωή δεν είχε .
Ότι πέρασε δικός της δρόμος ήταν κι αυτός σπυρί σπυρί
μεγάλωνε την ομορφιά του .
Μα τούτη η εβδομάδα σκληρή γινόταν καθώς στο παζάρι
συναντούσε στα καλάθια λογής λογής κοπίδια .
Πλούτο και υποκρισία , σκυμμένες ψυχές δουλικά
προετοιμασμένες κι ανήμπορες να σηκώσουν τους σταυρούς.
Πως γίνανε τόσοι που να πρωτο κοιτάξει κι ο ουρανός .
Μάτωνε τούτη η βδομάδα ,μάτωνε τους συλλογισμούς της καρδιάς.
Μα πάλι και με βρεγμένα μάτια γελούσε .
Ίσως να ταν ,τούτο το χελιδόνι που κουβαλούσε την άνοιξη,
το μωρό στο μπαλκόνι που έπαιζε με τα αυτοκινητάκι του,
η πασχαλίτσα που κοβε βόλτες στην κουρτίνα ,
το ακάλεστο αηδόνι που θρονιάστηκε στο δέντρο
ίσως η Αθηνά που την κοιτούσε και ίσως... να της έμοιαζε!

Κυριακή 12 Απριλίου 2020
Χορός
-Που κοιτούσαν τα μάτια σου
την ώρα της μουσικής;
-στa τάστa της κιθάρας
δεν είδες το χορό
-όχι
-λεπτές ισορροπίες
-και πως να τις δω
-διαλέγοντας
τα χρώματα που φοράς
κι εκείνες τα βήματα που θα σε βρουν
την ώρα της μουσικής;
-στa τάστa της κιθάρας
δεν είδες το χορό
-όχι
-λεπτές ισορροπίες
-και πως να τις δω
-διαλέγοντας
τα χρώματα που φοράς
κι εκείνες τα βήματα που θα σε βρουν
Και που δεν είσαι εδώ τραγουδάμε
Στις κορδέλες των μαλλιών μας
τρέχουν ζεστά τα όνειρά μας,
τα μεγάφωνα της καρδιάς μας
στο τέρμα της μουσικής
Και που γελούμε σαν να μην υπάρχουμε
μακρινά να γεννιόμαστε,
στην πράσινη κοιλάδα
στα λευκά πόδια των αλόγων
Η πέτρινη βρύση κυλά αργά αργά
το καθάριο νερό της
μεθούν οι πασχαλιές κι ανοίγουν
τα κουμπάκια απ το πουκάμισο της άνοιξης
Στρατιές παιδιών βάφουν την νύχτα
Ζούμε μάτια μου ζούμε σε διάφανο ορίζοντα
στις μικρές πόλεις μας βαδίζουν ξυπόλητες
μπουμπουκιασμένες , δροσερές χαρές
να μοιράσουν τα φύλλα τους
στην αγκαλιά των φτωχών σπουργιτιών
Στο καλωσόρισμα των χελιδονιών
ζεσταίνουμε την φωλιά μας
Και που λείπεις μαζί σου γελώ
στην αυλή μου δεν εχει όρια η αγάπη
Χορεύουμε;
Παρασκευή 10 Απριλίου 2020
Πέμπτη 9 Απριλίου 2020
Συνθηματα στο βλέμμα
Μετρώ
δυο τριανταφυλλιές ,
δυο τριανταφυλλιές ,
ένας ήλιος
μια αγριομηλιά
ένα μπουκέτο καρδιές
δέκα μίσχους
στο μπόι των ματιών
εφτά ουρανούς
να χτυπούν φτερά
τρία συνθήματα
στους τοίχους να μιλούν
έξι κόκκινες φορεσιές
να ανταλλάσουν αγκαλιά
εννια μελισσουλες να ποτίζουν
ζουζούνισμα γλυκολαλιάς
Τι όμορφος κόσμος!
Γελάς, γιατί γελάς
Δεν ξέρω εσύ;
Ούτε εγώ
Να για αυτό ξύπνησε η ζωή
με ένα γλυκό φιλί!
μια αγριομηλιά
ένα μπουκέτο καρδιές
δέκα μίσχους
στο μπόι των ματιών
εφτά ουρανούς
να χτυπούν φτερά
τρία συνθήματα
στους τοίχους να μιλούν
έξι κόκκινες φορεσιές
να ανταλλάσουν αγκαλιά
εννια μελισσουλες να ποτίζουν
ζουζούνισμα γλυκολαλιάς
Τι όμορφος κόσμος!
Γελάς, γιατί γελάς
Δεν ξέρω εσύ;
Ούτε εγώ
Να για αυτό ξύπνησε η ζωή
με ένα γλυκό φιλί!
Τετάρτη 8 Απριλίου 2020
Ποδηλάτες άνοιξης
Για τούτο νικάμε
γιατί τα λόγια μας
ανταμώνουν σε ξάστερο ουρανό .
Φύλαξαν
την λιακάδα κάτω από ιστό ομίχλης
γητεύουν
το ώριμο να ξαναγεννηθεί το νιο
απλώνουν
στους Κύκλωπες κόρες με χίλια μάτια
στις συμπληγάδες
το φιλί να σπά τον ίσκιο η πνοή
ξοδεύουμε
τον ήλιο σε φεγγαριού αυλή
Για τούτο νικάμε
τη ζωή κερνώντας την ψυχή!
Τρίτη 7 Απριλίου 2020
Σάββατο 4 Απριλίου 2020
Πίνακας βροχής
Νύχτωσε
Οι δυνατές στάλες της βροχής ακουμπούσαν στο τζάμι .
Ακαθόριστος ο χορός τους, μα κείνος τη μελωδία τους άκουγε
Χωρίς δεύτερη σκέψη έστησε το τρίποδο με τον καμβά του
άρπαξε τη παλέτα του και σιγοψυθιρισε.
Θα ζωγραφίσω την βροχή . Πως ήξεραν οι μικροί φωτεινοί
ξορκιστές ,τα πινέλα του κείνον ,χοροπήδησαν
με το γέλιο τους στα δάχτυλα του .
Σε μια άκρη κατέβαινε σαν καταρράχτης.
με το γέλιο τους στα δάχτυλα του .
Σε μια άκρη κατέβαινε σαν καταρράχτης.
Πω πω θυμωμένη που ήταν .
Ναι πολύ θυμωμένη με τους ανθρώπους,που μήτε το ταίρι της
τον ήλιο εκτίμησαν μήτε εκείνη που τόσα παιδιά της βύζαξε,
να γίνουν σύννεφα να μεγαλώσουν στις ποδιές τους
μικρά ρυάκια κι ύστερα τρέχοντας να τα δωρίσουν σε κείνους
να γεννηθεί η άνοιξη , να γίνει το στάχυ ψωμί ,
να μεγαλώσει το καλαμπόκι ,η ελιά ,να βγει το λάδι να τρέψει ,
να λικνιστούν οι παπαρούνες να παίξουν
παιδιά στα λιβάδια του νου και της καρδιάς .
Περίμενε ,περίμενε να καταλαγιάσει λίγο το γκρι να σταματήσει
το παράπονο .Με το μολύβι του σκιτσάρισε μικρά μπαλόνια
κι ύστερα τα γέμισε λευκό του κρίνου .
Για κείνα τα άσκεπα να χουν το χρόνο
να κρατήσουν στους κουβάδες τους τα παιδιά της ,
να πλύνουν το πρόσωπο ,να λούσουν τα μαλλιά της λευτεριάς ,
να βρουν τον τόπο τους τα μάτια.
Άφησε μερικά διάφανα να σβήσουν τους καπνούς ,
να χει ο πηγαιμός ορίζοντα στο αθέατο του κόσμου .
Να συναντήσουν τη λίμνη των κύκνων.
Κι εκείνη τι όμορφα στο αντάμωμα έπινε τα φιλιά της
Πέταξε πολύχρωμες πινελιές να μαζευτούν λουλούδια ,
ανακατεμένα να μουρμουρίζουν, το όνειρο της θάλασσας.
Φύτεψε μικρές κόκκινες σταγόνες απ άκρη σ άκρη του καμβά
να μη λογιάζει ο ουρανός,πως εχει άλλο χρώμα η αγάπη .
Στο μικρό διάδρομο που έμεινε είδε δυο σταγόνες
να αγκαλιάζονται στο ένα βήμα .
Ένα ζευγάρι έδενε το φιλί ξυπόλητα, πλατσούριζε στα νερά της.
Ανάγλυφα στο σώμα της ψυχής ξεπλύθηκε ο θυμός της
κι όμορφα που στέγνωνε στην αγκαλιά,
μυρίζοντας τον ερχομό του ήλιου!
Ναι πολύ θυμωμένη με τους ανθρώπους,που μήτε το ταίρι της
τον ήλιο εκτίμησαν μήτε εκείνη που τόσα παιδιά της βύζαξε,
να γίνουν σύννεφα να μεγαλώσουν στις ποδιές τους
μικρά ρυάκια κι ύστερα τρέχοντας να τα δωρίσουν σε κείνους
να γεννηθεί η άνοιξη , να γίνει το στάχυ ψωμί ,
να μεγαλώσει το καλαμπόκι ,η ελιά ,να βγει το λάδι να τρέψει ,
να λικνιστούν οι παπαρούνες να παίξουν
παιδιά στα λιβάδια του νου και της καρδιάς .
Περίμενε ,περίμενε να καταλαγιάσει λίγο το γκρι να σταματήσει
το παράπονο .Με το μολύβι του σκιτσάρισε μικρά μπαλόνια
κι ύστερα τα γέμισε λευκό του κρίνου .
Για κείνα τα άσκεπα να χουν το χρόνο
να κρατήσουν στους κουβάδες τους τα παιδιά της ,
να πλύνουν το πρόσωπο ,να λούσουν τα μαλλιά της λευτεριάς ,
να βρουν τον τόπο τους τα μάτια.
Άφησε μερικά διάφανα να σβήσουν τους καπνούς ,
να χει ο πηγαιμός ορίζοντα στο αθέατο του κόσμου .
Να συναντήσουν τη λίμνη των κύκνων.
Κι εκείνη τι όμορφα στο αντάμωμα έπινε τα φιλιά της
Πέταξε πολύχρωμες πινελιές να μαζευτούν λουλούδια ,
ανακατεμένα να μουρμουρίζουν, το όνειρο της θάλασσας.
Φύτεψε μικρές κόκκινες σταγόνες απ άκρη σ άκρη του καμβά
να μη λογιάζει ο ουρανός,πως εχει άλλο χρώμα η αγάπη .
Στο μικρό διάδρομο που έμεινε είδε δυο σταγόνες
να αγκαλιάζονται στο ένα βήμα .
Ένα ζευγάρι έδενε το φιλί ξυπόλητα, πλατσούριζε στα νερά της.
Ανάγλυφα στο σώμα της ψυχής ξεπλύθηκε ο θυμός της
κι όμορφα που στέγνωνε στην αγκαλιά,
μυρίζοντας τον ερχομό του ήλιου!
Παρασκευή 3 Απριλίου 2020
Απολογισμός
Θλίβομαι για έναν κόσμο
που ποτέ δε θα σε ρωτήσει τι κάνεις
μια τελεία και ένας στίχος
είσαι για κεινον
που δε εκτίμησε ποτέ ότι του χάρισες
κομμάτια απ τα κομμάτια σου .
Για λίγες σταγόνες θεαθήναι
και καθωσπρεπισμου,
στο φλας της επικαιρότητας
μετρά το υφος και την πόζα που του πρέπει
Έναν κόσμο που μιλά για τον άνθρωπο
μα που φροντίζει να τον τσακίζει
να φτάσει ο ίδιος στην κορφή
της άδειας πατούσας
πέφτοντας πάνω σου σαν αρπακτικό
Λυπάμαι για έναν κόσμο
που το πρωί σε θαυμάζει το μεσημέρι σε δέχεται
το απόγευμα σε παρατηρεί το βράδυ σε ξεχνά
την χαραυγή σε πολεμά χατίρια ποτέ δε χαλά
Λυπάμαι αυτόν που δεν είδε ποτέ την ψυχή
μα χορταίνει στο βύζαγμα της δικής του σκέψης
κι αμολάει χαρταετούς να βρει λιβάδι
Αγάπησα την μοναξιά κι έμαθα ποια είμαι
Έμαθα να αγαπάω απ την αγάπη κι όχι απ την ανάγκη
να αφήνω χρόνο και χώρο να πεταχτούν οι μάσκες
να δέχομαι μα όχι να ανέχομαι
Κρατώ τα λίγα όμορφα αυτά που όπου κι αν βρεθούν
παρέα στους λεμονανθούς θα αγκαλιαστούν
Α! κι εκείνο το ωραίο αν δεν τους αφήσεις
δε σε πονάνε κρατήστε το για σας
Γιατί θα συνεχίσω να πιστεύω στον άνθρωπο
να βλέπω τα άσχημα και την ομορφιά
όχι μέσα από συνταγές μα στην καρδιά της ζωής
κι έτσι θα ονειρεύομαι πως κάποτε ο δρόμος
θα γεμίσει ανεμώνες
Στον κόσμο μου δε τα φυτεύουν
τα ξεριζώνουν τ 'αγκάθια να φανεί ο κήπος
Γυρίζω σε μένα όχι ποιήτρια αλλά άνθρωπος !
Τετάρτη 1 Απριλίου 2020
Όλα αλλάζουν
Όλα αλλάζουν
Οι πόλεις μετατρέπονται σε τεχνητά ρυάκια
να μηχανεύονται διακόπτες το σφυγμό τους
Τα ποδήλατα διακόπτονται στους δρόμους
από ελάχιστα πετάλια που ανθούν
Τα φώτα άτσαλα σμίγουν τα φρύδια τους
να σκοτεινιάζει και η λιγοστή φλόγα απ το λυχνάρι
Υποκλίσεις καπνών συναντούν τις ακτές
μπαρουτιασμένες ώρες με σβηστό το φιτίλι
Μπόρες φυλούν τη Δημοκρατία μη ξεμυτίσει
σγουρό το γαρύφαλλο και πάρει μυρουδιά ο αέρας
Ντυμένοι με κάγκελα βαδίζουν οι άνθρωποι
ώσπου να σπάσει η ψυχή τη σάρκα
Εσύ μελετημένος του τροχού αναβάτης
κι εγώ αδράχτι που έπλεξε τον αργαλειό
καρτερικά βαδίζουμε με κρατημένο το νου
ζωσμένοι με τα φυσίγγια της καρδιάς
να πολεμήσουμε τον αργό θάνατο
Νοσταλγοί της αδέσποτης ανεμώνης
τον χορό των κάμπων,τις σβούρες στις ηλιαχτίδες
Μιλάς κι άγνωστος είσαι και που εγώ σε ξέρω
κι έτσι σμίγοντας σιωπή με τη σιωπή
ξελυνει το καράβι μας κι αρμενίζει στα πέλαγα
προτείνοντας στο ορίζοντα μια αλλιώτικη μέρα
με φορτωμένα τα αμπάρια της ψυχής
όνειρα που δεν ήρθαν, σμιλεύονται στον ήλιο
να κρατούν τις αγκαλιές
να κρατούν τις αγκαλιές
που ακούν η μια την άλλη μονάχα με ένα νεύμα
αιώνιας νιότης .
Γυρεύοντας τον ίσκιο μας θα βγούμε στα ανοιχτά
μιλούν τα χελιδόνια !
μιλούν τα χελιδόνια !
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

































