Σάββατο 11 Αυγούστου 2018
Κάτω από ένα πλατάνι του ουρανού
Σκέψου λέει να μαζευόμασταν κάποτε
κάτω από ένα πλατάνι του ουρανού
τα ρούχα μας να ταν λευκές τρομπέτες
που ανοιγόκλειναν το μολυβένιο τον ήχο
στο βλέμμα να θρέφεται η καρδιά
σκέψου να απλώναμε αράδες στα ίδια τα νερά
κι έτσι όπως βρέχονταν οι πατούσες
να στεγνώναμε τα νοτισμένα μαλλιά
με δάχτυλα τα χτένια της αγάπης
απλώνοντας χάδια τρυφεράδας
σκέψου λέει να καίγαμε τα άσκοπα
τα αγκάθια και μυρωμένη να έβγαινε φωτιά
να σπάναμε το άδικο κλαρί
στη ράχη που γελά η πράσινη ελιά
δέσιμο να χει η κλωστή κόμπο από αγκαλιά
σκέψου να προχωρούσαμε ζητώντας το χέρι
του άλλου όχι για να μην πέσουμε
μα για να βρει τόπο να σταθεί σφιχτά η ζεστασιά
κι όπως θα πέφτει το φεγγάρι φέτα φέτα
να μοιραζόμασταν τη γεύση του φιλιού
σκέψου λέει στο χορό των άστρων να βρισκόμασταν
κι όπως ζυγώνουν μοσχοβολιές κι αερικά
στολίδι να ταν η 'άποψη με μια γιρλάντα να γυρνά
κι όπου βρεθεί κι όπου σταθεί κέρασμα
να χει το σύμφωνο με ένα φωνήεν αντικριστά
σκέψου πόσο απορρημένα θα κοίταγαν τ ανείπωτα
γεμάτα τα κουκούλια από κουκούτσια του γιατί
σε ένα στρατό ονείρων δε δίνουμε πνοή
κι ακούει κρότο η ψυχή και απ τη σιωπή της
το άπιαστο κρατά για φυλαχτό και χέρια το μπορώ
σκέψου λέει να αγαπιόμαστε χωρίς ερωτηματικά
να φτάνει ο δρόμος να χει διάφανα υλικά
θηλή την αρμονία και χρώματα βεγγαλικά
σαν δυο απαντήσεις που μια κατάφαση γεννά
Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018
Πεντόβολα σε χέρια παιδικά
Σιγά σιγά μάθαινα να μιλώ μουντζουρώνοντας ένα λευκό χαρτί
ή πατώντας σιγανά στα χνώτα μιας κίτρινης περγαμηνής
Καμιά φορά λέω να μαζέψω τα σωθικά τους και να τα ρίξω στη θάλασσα
Ύστερα πάλι χτίζω ένα γιοφύρι να τα σκεπάζει μη και τα παγώσει ο άνεμος
Λένε πως ο ποιητής ονείρατα φτιάχνει μα παίζουν παιδιά δίχως μπαλόνια ;
Λένε πως ζωγραφίζει το μυαλό του μα υπάρχει πινέλο δίχως φλέβες;
Λένε πως ερωτεύεται τα πουλιά και τα άνθη μα αρνήθηκε ποτέ κανείς την ομορφιά;
Λένε πως άψυχα στεριώνει τα φτερά μα άραγε υπάρχει πέταγμα χωρίς καρδιά;
Λένε πως η αγάπη του δεν έχει μορφή να νιώσαν άραγε ποτέ πως αγαπάει η ψυχή
Λένε πως στον ύπνο του οι μούσες γράφουν μουσική
μα βλέπει κανείς άλλος ότι μονάχος του εχει δει;
Λένε και τι δε λένε κι ανοίγουν ουρανοί
κι αρχίζει η λίμνη να γελά κι ο βάτραχος να χει φτερά
πετρώνουν τα νερά στη στάλα της βροχής
κι ουράνιο τόξο απαντά πως γέρνει η άμαξα αμαξά.
Άμοιρε ποιητή ποιος τη στιγμή σου να χει βρει!
Τίποτε το σπουδαίο οι λέξεις μου πεντόβολα σε χέρια παιδικά ,
μαζεύουν χαμομήλι να δένει η ρίζα με χτένι του μίσχου τα μαλλιά
Μα να είναι που όπου κι αν πάω τα λόγια που απ το στέρνο έχουν γεννηθεί
με κόκκινη φασκιά που ανένταχτα κυλά στου ήλιου το πηγάδι να προφυλάξει τα νερά
μένουν μαζί σου σε φτάνουν εκεί που δε φτάνω, φέρνουν στα μάτια σου φιλί
γλύκα κι αρμύρα η πηγή. Πετούν του πέταλου αερικό και δεν σ αφήνουν μοναχό
Είναι που όπου βρεθείς κι όπου βρεθώ
στο στόμα τους με ένα ρόδο σου κελαηδούν το ''σ αγαπώ ''
ή πατώντας σιγανά στα χνώτα μιας κίτρινης περγαμηνής
Καμιά φορά λέω να μαζέψω τα σωθικά τους και να τα ρίξω στη θάλασσα
Ύστερα πάλι χτίζω ένα γιοφύρι να τα σκεπάζει μη και τα παγώσει ο άνεμος
Λένε πως ο ποιητής ονείρατα φτιάχνει μα παίζουν παιδιά δίχως μπαλόνια ;
Λένε πως ζωγραφίζει το μυαλό του μα υπάρχει πινέλο δίχως φλέβες;
Λένε πως ερωτεύεται τα πουλιά και τα άνθη μα αρνήθηκε ποτέ κανείς την ομορφιά;
Λένε πως άψυχα στεριώνει τα φτερά μα άραγε υπάρχει πέταγμα χωρίς καρδιά;
Λένε πως η αγάπη του δεν έχει μορφή να νιώσαν άραγε ποτέ πως αγαπάει η ψυχή
Λένε πως στον ύπνο του οι μούσες γράφουν μουσική
μα βλέπει κανείς άλλος ότι μονάχος του εχει δει;
Λένε και τι δε λένε κι ανοίγουν ουρανοί
κι αρχίζει η λίμνη να γελά κι ο βάτραχος να χει φτερά
πετρώνουν τα νερά στη στάλα της βροχής
κι ουράνιο τόξο απαντά πως γέρνει η άμαξα αμαξά.
Άμοιρε ποιητή ποιος τη στιγμή σου να χει βρει!
Τίποτε το σπουδαίο οι λέξεις μου πεντόβολα σε χέρια παιδικά ,
μαζεύουν χαμομήλι να δένει η ρίζα με χτένι του μίσχου τα μαλλιά
Μα να είναι που όπου κι αν πάω τα λόγια που απ το στέρνο έχουν γεννηθεί
με κόκκινη φασκιά που ανένταχτα κυλά στου ήλιου το πηγάδι να προφυλάξει τα νερά
μένουν μαζί σου σε φτάνουν εκεί που δε φτάνω, φέρνουν στα μάτια σου φιλί
γλύκα κι αρμύρα η πηγή. Πετούν του πέταλου αερικό και δεν σ αφήνουν μοναχό
Είναι που όπου βρεθείς κι όπου βρεθώ
στο στόμα τους με ένα ρόδο σου κελαηδούν το ''σ αγαπώ ''
Τρίτη 7 Αυγούστου 2018
Ασημί μαργαριτάρι
Κουράστηκα τόσο ..
με τρομάζει τούτη η προσεχώς συνήθεια του γκρίζου
κι αυτό το φουλάρι της θλίψης γύρω απ το λαιμό μου
με πνίγει σαν κόμπος μιας άγριας δίνης
Δραπετεύω.. λυγίζω το κελί του εντός μου
κλειδώνω τις σκέψεις αποχαιρετώντας τις με ένα φιλί
στο ντουλάπι του νου μου ψελλίζω ένα ‘’ αύριο πάλι ‘’
κι αναζητώ την ζεστασιά γυρεύω το ξαποστάσι μου
κλείνω τα μάτια τρυπώνω ανάμεσα
στις ασημόλευκες φτερούγες σου
η θαλπωρή σου μια αιώρα που καθώς με κουνά
νανουρίζει το χρόνο μου
η αυλή σου γεμάτη φωτισμένες φωλιές
όλες στην αγκαλιά τους κρατούν μια ψυχή
σαν βρέφη τυλιγμένα με την πάνα του ουρανού
διαπερνά το είναι μου μια μελωδία
δεν ξέρω από πού ξεπήδησε η πρώτη της νότα
ίσως από κεινο τα άστρο που στροβιλίζονταν
χορεύοντας το χορό της γλυκιάς μοναξιάς
με ένα σιγοψιθύρισμα που καλούσε
τις φωνές να ενωθούν μοιράζοντας αναπνοές
τι όμορφα ! τραγουδά η σιωπή
κι αυτά τα λόγια μικρές αύρες που ζώνουν
με το αγέρι τους το κορμί μου
ξυπνούν τα κύτταρα κι αναπνέουν γαλήνη
λευτερο το βλέμμα μου κεντά το απέραντο
ανατέλλει στο ατέρμονο δώμα του όλου
χάνεται στους κήπους των αισθήσεων
μεθώντας απ τη μυρωδιά φρεσκοκομμένου βασιλικού
αγγίζοντας το μίσχο απ το αγιόκλημα
νοιώθω την ψυχή μου να σπάει τη σάρκα
να ξεκλειδώνει την πύλη της καρδιάς
θέλει να περπατήσει ολόγυμνη στα χνάρια της σιγής
να αφεντέψει σαν κυρά στης νύχτας τ’ ακρογιάλι
βουτά τα πέταλα της στη δροσερή άμμο της νηνεμίας
κι αφήνει τις λέξεις με μια απαλή βροχή
σκορπούν τα βελουδένια χάδια της στο στρώμα
λάμψεις από μια αστραπή γητεύουν τη ματιά
που σέρνει στο υφαντό σου κείνο που οι πούλιες μάγεψαν
κι οι στιγμές το ντύσαν να μένει στο πλευρό σου
αχνή η μιλιά της και το χαμόγελό σου είναι εκεί
σαν ένα ρούχο ασημόσκονης απ τη μορφή σου
ανοίγεις το δισάκι σου ευλαβικά μαζεύεις τους σπόρους της
ξεδιπλώνεις το φόρεμα της αλήθειας κι η ανάσα σου
μια πιρόγα που πλέει σ αλαφροΐσκιωτο κανάλι με νούφαρα
ταξιδεύω στον κόσμο σου στην ομορφιά της ύπαρξης σου
απλώνεις το δίχτυ σου κι όλα γύρω ζωγραφίζουν
τα όνομα σου ‘’ Φεγγάρι ‘’ μου ακριβό μαργαριτάρι μου !
με τρομάζει τούτη η προσεχώς συνήθεια του γκρίζου
κι αυτό το φουλάρι της θλίψης γύρω απ το λαιμό μου
με πνίγει σαν κόμπος μιας άγριας δίνης
Δραπετεύω.. λυγίζω το κελί του εντός μου
κλειδώνω τις σκέψεις αποχαιρετώντας τις με ένα φιλί
στο ντουλάπι του νου μου ψελλίζω ένα ‘’ αύριο πάλι ‘’
κι αναζητώ την ζεστασιά γυρεύω το ξαποστάσι μου
κλείνω τα μάτια τρυπώνω ανάμεσα
στις ασημόλευκες φτερούγες σου
η θαλπωρή σου μια αιώρα που καθώς με κουνά
νανουρίζει το χρόνο μου
η αυλή σου γεμάτη φωτισμένες φωλιές
όλες στην αγκαλιά τους κρατούν μια ψυχή
σαν βρέφη τυλιγμένα με την πάνα του ουρανού
διαπερνά το είναι μου μια μελωδία
δεν ξέρω από πού ξεπήδησε η πρώτη της νότα
ίσως από κεινο τα άστρο που στροβιλίζονταν
χορεύοντας το χορό της γλυκιάς μοναξιάς
με ένα σιγοψιθύρισμα που καλούσε
τις φωνές να ενωθούν μοιράζοντας αναπνοές
τι όμορφα ! τραγουδά η σιωπή
κι αυτά τα λόγια μικρές αύρες που ζώνουν
με το αγέρι τους το κορμί μου
ξυπνούν τα κύτταρα κι αναπνέουν γαλήνη
λευτερο το βλέμμα μου κεντά το απέραντο
ανατέλλει στο ατέρμονο δώμα του όλου
χάνεται στους κήπους των αισθήσεων
μεθώντας απ τη μυρωδιά φρεσκοκομμένου βασιλικού
αγγίζοντας το μίσχο απ το αγιόκλημα
νοιώθω την ψυχή μου να σπάει τη σάρκα
να ξεκλειδώνει την πύλη της καρδιάς
θέλει να περπατήσει ολόγυμνη στα χνάρια της σιγής
να αφεντέψει σαν κυρά στης νύχτας τ’ ακρογιάλι
βουτά τα πέταλα της στη δροσερή άμμο της νηνεμίας
κι αφήνει τις λέξεις με μια απαλή βροχή
σκορπούν τα βελουδένια χάδια της στο στρώμα
λάμψεις από μια αστραπή γητεύουν τη ματιά
που σέρνει στο υφαντό σου κείνο που οι πούλιες μάγεψαν
κι οι στιγμές το ντύσαν να μένει στο πλευρό σου
αχνή η μιλιά της και το χαμόγελό σου είναι εκεί
σαν ένα ρούχο ασημόσκονης απ τη μορφή σου
ανοίγεις το δισάκι σου ευλαβικά μαζεύεις τους σπόρους της
ξεδιπλώνεις το φόρεμα της αλήθειας κι η ανάσα σου
μια πιρόγα που πλέει σ αλαφροΐσκιωτο κανάλι με νούφαρα
ταξιδεύω στον κόσμο σου στην ομορφιά της ύπαρξης σου
απλώνεις το δίχτυ σου κι όλα γύρω ζωγραφίζουν
τα όνομα σου ‘’ Φεγγάρι ‘’ μου ακριβό μαργαριτάρι μου !
Δευτέρα 6 Αυγούστου 2018
Βλαστάρι του ήλιου
Να αγγίζεις
το δέρμα της ψυχής
σαν ενα βλαστάρι
που τόλμησε να βγει στον ήλιο
δίχως να ψάξει κρυψώνα
στην βροχή και στον άνεμο
γυμνά και με το χτύπο της μόνο
βρέθηκε ανάμεσα στα πουλιά
εκει γνώρισε τα μαυροπούλια
τα χελιδόνια και τις άδειες φωλιές
να τολμάς
να μυρίσεις το άρωμα της
βουτώντας τα χέρια σου στην καφτρα της
κι ας χάσεις τα δάχτυλα στο ποτήρι της
να λιώνεις κερί την παγωνιά της
στις περασμένες ωρες που δεν πέρασες
ξέστηθα βύζαινε την απουσία σου
κι αντάμωνε το νεκρό της κενό
τι ξέρεις απ τα ανείπωτα μονοπάτια
ξυπόλητα κι ορθα γδέρναν αγριους δρόμους
εφτα φορές σκοτώθηκε
κι εννιά ειναι που ζούσε
η επιφάνεια μικρή
κι αυτή δεν την χωρά
κι αυτή δεν την χωρά
ρίζωσε κι έβγαλε φτερά
με τα δικά της τα νερά
με τα δικά της τα νερά
πάψε στα ισαλα να την μετράς
και πες μου αν τολμάς
βαθύ πηγάδι η φωνή της
Το ταγκό της Νεφέλης
Οι μέρες περνούν ο χρόνος κυλά
τα πουλιά ίδια κοιτάζουν
περίεργα και απορημένα
καρφώνει ο ήχος της σιωπής
Κι εσύ να μετράς στις φλέβες
σημάδια που ξύπνησαν
αμίλητα και τραγουδούν
το ταγκό της Νεφέλης
Ποιο μικρός
κι απ ένα κουκούτσι
πως να σηκώσεις ουρανό
με τόσα σύμφωνα και φωνήεντα
Αγράμματος έμεινες
μονάχα με μια φωνή καρδιάς
να καις την πραμάτεια της
στα μάτια της θάλασσας
ως πότε η προσμονή !
τα πουλιά ίδια κοιτάζουν
περίεργα και απορημένα
καρφώνει ο ήχος της σιωπής
Κι εσύ να μετράς στις φλέβες
σημάδια που ξύπνησαν
αμίλητα και τραγουδούν
το ταγκό της Νεφέλης
Ποιο μικρός
κι απ ένα κουκούτσι
πως να σηκώσεις ουρανό
με τόσα σύμφωνα και φωνήεντα
Αγράμματος έμεινες
μονάχα με μια φωνή καρδιάς
να καις την πραμάτεια της
στα μάτια της θάλασσας
ως πότε η προσμονή !
Κυριακή 5 Αυγούστου 2018
Κύμινο και μπαχάρι
Κοιτούσα απ το παράθυρο
Πάλι εκεί στο ίδιο σημείο καθισμένος
στο δικό σου βράχο
Τόσο δεμένος με τα δάχτυλα της θάλασσας
κάθε που τ άπλωνε το βλέμμα σου χόρευε
στο πάλκο της την πιο αντρίκεια ζεϊμπεκιά
Τι να περίμενες ; Φορές ένιωθα
πως το καράβι σου δεν είχε φτάσει
κι έτσι καρτέραγες να σκάσει μύτη
στο φως των ματιών σου .
Άλλοτε πάλι μαγείρευα τα ακούσματα της
και ρίχνοντας κανέλα και θυμάρι
σε έβλεπα να γεύεσαι τη νοστιμιά της σιγής
Και κάποτε ένα νανούρισμα ψιθύριζα να σπάσει
το τζάμι και να ρθει να σ αγκαλιάσει .
Να χα μια χαραμάδα του νου να μπω στη σκέψη σου
Έβλεπα το βλέμμα σου ανάμεσα απ τα μικρά της λευκά
άλογα που ξαπόσταιναν στην άμμο
Χτισμένα σε φυλλωσιές , μικρά κάστανα
με γρίλιες που ανεβοκατέβαιναν να χορτάσουν θάματα.
Πλησίασα πως είστε Κύριε σου είπα σας κοιτώ
αιώνες τώρα κι οσα χρόνια ξεφλούδισα
αναλλοίωτη η μορφή σας στο ίδιο σημείο .
Τι περιμένετε; Ένα απορημένο γιατί;
χώθηκε στις φλέβες μου σαν ακάλεστο βαλς
σε αγέννητη μουσική . Ντράπηκα για την αυθάδεια μου
μα ασίγαστα η μέσα μου φωνή στρογγυλοκάθισε
στο πλάι σου . Δε με νοιάζει συνέχισα μη πείτε
τίποτε που δεν θέλετε. Άρχισα να μυρίζω το αλάτι
της σιωπής σου κουκούτσια από πιπέρι
μου δείχναν το διάβα σου στις μπόρες .
Γέμισα μια χούφτα άμμου στο χέρι μου
κύμινο και μπαχάρι θαρρείς κι αγαπήθηκαν
σε ένα αγκάλιασμα τους . Ερωτικές μυρουδιές
της παραζάλης στη δίνη του μικρού φτερωτού.
Τα δάχτυλα μου δαφνόφυλλα που άπλωσα
να πέσουν πάνω τους τα χέρια σου να κοιμηθούν
στο στρώμα του ονείρου .
Η φλόγα δυνάμωσε και οι ατμοί έβρεξαν τα βλέφαρα μου
Άνοιξα το παράθυρο περίμενα να ρθείς .
Γύρισες το κεφάλι και μου χαμογέλασες
Ήξερες πως πάντα ήμουν εκεί .
Ήξερα πως ήρθες για να μείνεις
Ποιος αντιστέκεται στο μαγειρειό της αγάπης !
Πάλι εκεί στο ίδιο σημείο καθισμένος
στο δικό σου βράχο
Τόσο δεμένος με τα δάχτυλα της θάλασσας
κάθε που τ άπλωνε το βλέμμα σου χόρευε
στο πάλκο της την πιο αντρίκεια ζεϊμπεκιά
Τι να περίμενες ; Φορές ένιωθα
πως το καράβι σου δεν είχε φτάσει
κι έτσι καρτέραγες να σκάσει μύτη
στο φως των ματιών σου .
Άλλοτε πάλι μαγείρευα τα ακούσματα της
και ρίχνοντας κανέλα και θυμάρι
σε έβλεπα να γεύεσαι τη νοστιμιά της σιγής
Και κάποτε ένα νανούρισμα ψιθύριζα να σπάσει
το τζάμι και να ρθει να σ αγκαλιάσει .
Να χα μια χαραμάδα του νου να μπω στη σκέψη σου
Έβλεπα το βλέμμα σου ανάμεσα απ τα μικρά της λευκά
άλογα που ξαπόσταιναν στην άμμο
Χτισμένα σε φυλλωσιές , μικρά κάστανα
με γρίλιες που ανεβοκατέβαιναν να χορτάσουν θάματα.
Πλησίασα πως είστε Κύριε σου είπα σας κοιτώ
αιώνες τώρα κι οσα χρόνια ξεφλούδισα
αναλλοίωτη η μορφή σας στο ίδιο σημείο .
Τι περιμένετε; Ένα απορημένο γιατί;
χώθηκε στις φλέβες μου σαν ακάλεστο βαλς
σε αγέννητη μουσική . Ντράπηκα για την αυθάδεια μου
μα ασίγαστα η μέσα μου φωνή στρογγυλοκάθισε
στο πλάι σου . Δε με νοιάζει συνέχισα μη πείτε
τίποτε που δεν θέλετε. Άρχισα να μυρίζω το αλάτι
της σιωπής σου κουκούτσια από πιπέρι
μου δείχναν το διάβα σου στις μπόρες .
Γέμισα μια χούφτα άμμου στο χέρι μου
κύμινο και μπαχάρι θαρρείς κι αγαπήθηκαν
σε ένα αγκάλιασμα τους . Ερωτικές μυρουδιές
της παραζάλης στη δίνη του μικρού φτερωτού.
Τα δάχτυλα μου δαφνόφυλλα που άπλωσα
να πέσουν πάνω τους τα χέρια σου να κοιμηθούν
στο στρώμα του ονείρου .
Η φλόγα δυνάμωσε και οι ατμοί έβρεξαν τα βλέφαρα μου
Άνοιξα το παράθυρο περίμενα να ρθείς .
Γύρισες το κεφάλι και μου χαμογέλασες
Ήξερες πως πάντα ήμουν εκεί .
Ήξερα πως ήρθες για να μείνεις
Ποιος αντιστέκεται στο μαγειρειό της αγάπης !
Σάββατο 4 Αυγούστου 2018
Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018
Σημάδι του ουρανού
Μέθαγαν τα αστέρια
από το λίκνισμα του κορμιού
στο βρεγμένο της φόρεμα
ανάγλυφα σχηματίζονταν
τα συναισθήματα
κι απ το ακριβό της τούλι
κρέμονταν οι χτύποι της καρδιάς
σαν φλόγες πηγής
κυμάτιζαν τα μακριά μαλλιά της
κι ένα φεγγάρι στόλιζε
το βελούδο τους
τα χείλη της δυο πορφυρένιοι όρμοι
σε θάλασσα αγέραστου φιλιού
φάροι μ αγνάντεμα το γύρω του κόσμου
μάτια δροσοσταλιές της άνοιξης
μπλεγμένες σ άσπρες νιφάδες του χιονιά
στα βλέφαρα κεντημένα αγριολούλουδα
κρίνοι , ανεμώνες της γης τα παραπαίδια
τα χέρια της μοιάζουν με απλωμένα κλαδιά
στις ράχες των απόκρυφων στιγμών
ραμμένες στις φούστες του ονείρου
δεμένα στου άγνωστου το δείλι
ζωσμένα σε στάχυα πεθυμιών
σε χνώτο ζεστής ανάσας
σε στράτα άγουρης ερημιάς
σε ένα υπόγειο κελί
μεστής ανάγκης μοιρασιάς
πέτρινη χαρακιά το όνομά της
άσβηστο σμιλεμένο σε αέναο βράχο
περπατησιά πάνω σε πέλαου το μίλι
λευκό σημάδι του ουρανού
σπίθα από ψυχής καντήλι
΄΄ α γ ά π η ΄΄
από το λίκνισμα του κορμιού
στο βρεγμένο της φόρεμα
ανάγλυφα σχηματίζονταν
τα συναισθήματα
κι απ το ακριβό της τούλι
κρέμονταν οι χτύποι της καρδιάς
σαν φλόγες πηγής
κυμάτιζαν τα μακριά μαλλιά της
κι ένα φεγγάρι στόλιζε
το βελούδο τους
τα χείλη της δυο πορφυρένιοι όρμοι
σε θάλασσα αγέραστου φιλιού
φάροι μ αγνάντεμα το γύρω του κόσμου
μάτια δροσοσταλιές της άνοιξης
μπλεγμένες σ άσπρες νιφάδες του χιονιά
στα βλέφαρα κεντημένα αγριολούλουδα
κρίνοι , ανεμώνες της γης τα παραπαίδια
τα χέρια της μοιάζουν με απλωμένα κλαδιά
στις ράχες των απόκρυφων στιγμών
ραμμένες στις φούστες του ονείρου
δεμένα στου άγνωστου το δείλι
ζωσμένα σε στάχυα πεθυμιών
σε χνώτο ζεστής ανάσας
σε στράτα άγουρης ερημιάς
σε ένα υπόγειο κελί
μεστής ανάγκης μοιρασιάς
πέτρινη χαρακιά το όνομά της
άσβηστο σμιλεμένο σε αέναο βράχο
περπατησιά πάνω σε πέλαου το μίλι
λευκό σημάδι του ουρανού
σπίθα από ψυχής καντήλι
΄΄ α γ ά π η ΄΄
Ονειρεύομαι
Και το μόνο που ζήτησα
ήταν μια αλήθεια με ονοματεπώνυμο
κι όχι μια μπάσταρδη συνήθεια του καιρού
γεμάτη συνταγές , φόδρες που γέρνουν
στις μέρες αλλάζοντας
το πίσω μπρος
Έναν άλλο δρόμο ονειρεύτηκα κι ούτε που σάστισε σε ένα δάκρυ
ούτε ένα κλωνάρι δε κράτησε να καρβουνιάσει τα δάχτυλα
να καεί στην ψυχρή του ταφή
Έτσι έτσι για να βραχεί
το χώμα
να σπάσει το απόστημα ,μια μπάλα να προχωρήσει
κλωτσώντας τα γερασμένα κι αδέσποτα σανίδια του πάλκου
Ονειρεύομαι , ονειρεύομαι γελαστά παιδιά να παίζουν
σε άκαπνους τόπους τυφλόμυγα
με τα κορίτσι α του ήλιου , τους γιούς
του ανέμελου αγέρα . Φωνές γιρλάντες
να στέκονται πάνω απ το ύψος της μύτης
αγναντεύοντας το πορφυρό σουσάμι
σε ένα ατέλειωτο κουλούρι
που θα χορταίνει τα στόματα που πεινούν
Να κοιτώ κατάματα τα ρυτιδιασμένα χέρια
κι έτσι όπως θα ερωτοτροπούν στο φιλί της άνοιξης
ένα μπουκέτο να ανθίζει στα μάτια τους
Και βλέπω τον βαρκάρη να τραγουδά την ψαριά του
τον μανάβη να διαλαλεί την πραμάτεια του
και ζηλεύω τούτο
τον δρόμο που πριν από μένα περπάτησε
που και δεν έφτασε τις χούφτες
του καλοκαιριού
Να συζητούν πουλιά και να σωπαίνουν οι άνθρωποι
μεγάλοι μαθητές των μικρών δασκάλων
που ανοίγουν την ορθογραφία στα φτερά τους
Προσθέτουν το βατόμουρο και το πορτοκάλι
και το ζύγι ισο κι ανάλαφρο τους βγάνει
στο θάμνο που φουντώνει στ αγνάντι του βράχου
Ονειρεύομαι κι όπως
αδούλωτος λάτρης της
ομορφιάς
πλανιέμαι ,φορτώνω την πιρόγα μου με γράμματα
στο σεργιάνι . Δε μπορεί
θα νιώσουν τα λουλούδια
τη γεύση της ροδιάς κι έτσι όπως πετούν οι σπόροι τους
κάτι νιούτσικο θα γεννηθεί και σαν παιδί θα τρέξει
Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018
Λίγη στεριά να ακούω τη θάλασσα
Ένα μικρό κόσμο διάλεξα
λιγες σιωπές να μου λένε τα τραγούδια τους
ενα τσαρδί απο τα φύλλα της λευκας
να δροσίζει την ζεστασιά του Αυγούστου
δυο τζιτζίκια να αφήνουν το γρύλισμα
σ αγάπης τα κλαδιά με ματια ολο καρδιά
και να μου φτάνει που ξέρω
πως δε θα πάψει ο ηλιος να γελά
το κουκούτσι κρατα το άρωμα του βερύκοκου
και λίγη στερια να ακούω τη θάλλασσα
γυμνά να μιλάει για τα ταξίδια της
κείνα τα ανείπωτα που μαθε να την κυβερνά
Μια φέτα απο καρπούζι να τρέχει το ζουμί
σε κείνο το παιδί με τα ασπρα μαλλιά
που μαθε πως ο κόσμος εχει τόση ομορφιά
ακόμη κι αν τα αγερι φίλησε τον καπνό
ετούτο το φιλί ατέλειωτο γυρίζει
σε κυκλο απο ξάστερο ουρανό
η αορτή να χει παράθυρο ανοιχτό
τα κρόσια της να δένουν σε ενα ''αγαπώ '
λιγες σιωπές να μου λένε τα τραγούδια τους
ενα τσαρδί απο τα φύλλα της λευκας
να δροσίζει την ζεστασιά του Αυγούστου
δυο τζιτζίκια να αφήνουν το γρύλισμα
σ αγάπης τα κλαδιά με ματια ολο καρδιά
και να μου φτάνει που ξέρω
πως δε θα πάψει ο ηλιος να γελά
το κουκούτσι κρατα το άρωμα του βερύκοκου
και λίγη στερια να ακούω τη θάλλασσα
γυμνά να μιλάει για τα ταξίδια της
κείνα τα ανείπωτα που μαθε να την κυβερνά
Μια φέτα απο καρπούζι να τρέχει το ζουμί
σε κείνο το παιδί με τα ασπρα μαλλιά
που μαθε πως ο κόσμος εχει τόση ομορφιά
ακόμη κι αν τα αγερι φίλησε τον καπνό
ετούτο το φιλί ατέλειωτο γυρίζει
σε κυκλο απο ξάστερο ουρανό
η αορτή να χει παράθυρο ανοιχτό
τα κρόσια της να δένουν σε ενα ''αγαπώ '
Τρίτη 31 Ιουλίου 2018
Είναι κάτι στιγμές
Είναι φορές
που όλα μου φαίνονται αστεία
σαν σε σκηνή με τραγωδούς σε κωμωδία
μια στιγμή του εφιάλτη που γερνάει
δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω
ή από την μνήμη μου έμενα να ξεθάψω
….. …..που μ αντικρίζω σε καμιόνι
να κουβαλώ τα κάρβουνα γραπώνοντας το χιόνι
σαν ένας άλλος ναυαγός της ερημιάς
να περπατώ στα σύνορα μιας στημένης κρύπτης
μιας μέδουσας ο παραγιός και της φωτιάς αγύρτης
είναι στιγμές
που ακροβατώ στα βλέφαρα του κόσμου
ψάχνοντας να βρω θησαυρό στα φύλλα ενός δυόσμου
που να μυρίζει γιασεμί και μίσχο ανεμώνης
στο τέμενος στήνω χορό βροχή να με ξεπλύνει
ναναι η στάλα της πληγή κι επάνω μου να κλείνει
….. ….που αιμορραγώ στα μάτια ενός γλάρου
βλέμμα πελάου σιωπηλό ενός καμένου φάρου
κατάρτι που σπασε απ του νερού το βράχο
με τα φτερά του ακολουθώ το μίλι του θανάτου
στο χώμα μου μικρή η γη μια πνοή ρεσάλτου
είναι φορές κάτι στιγμές που τις βαφτίζουν αντοχές
να μου κεντούν τον χρόνο με βελονιά μια αστραπή
κι ανέμη δίχως όνομα σε θαλασσας το δρόμο !
που όλα μου φαίνονται αστεία
σαν σε σκηνή με τραγωδούς σε κωμωδία
μια στιγμή του εφιάλτη που γερνάει
δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω
ή από την μνήμη μου έμενα να ξεθάψω
….. …..που μ αντικρίζω σε καμιόνι
να κουβαλώ τα κάρβουνα γραπώνοντας το χιόνι
σαν ένας άλλος ναυαγός της ερημιάς
να περπατώ στα σύνορα μιας στημένης κρύπτης
μιας μέδουσας ο παραγιός και της φωτιάς αγύρτης
είναι στιγμές
που ακροβατώ στα βλέφαρα του κόσμου
ψάχνοντας να βρω θησαυρό στα φύλλα ενός δυόσμου
που να μυρίζει γιασεμί και μίσχο ανεμώνης
στο τέμενος στήνω χορό βροχή να με ξεπλύνει
ναναι η στάλα της πληγή κι επάνω μου να κλείνει
….. ….που αιμορραγώ στα μάτια ενός γλάρου
βλέμμα πελάου σιωπηλό ενός καμένου φάρου
κατάρτι που σπασε απ του νερού το βράχο
με τα φτερά του ακολουθώ το μίλι του θανάτου
στο χώμα μου μικρή η γη μια πνοή ρεσάλτου
είναι φορές κάτι στιγμές που τις βαφτίζουν αντοχές
να μου κεντούν τον χρόνο με βελονιά μια αστραπή
κι ανέμη δίχως όνομα σε θαλασσας το δρόμο !
Σάββατο 28 Ιουλίου 2018
Στο τάστο μιας κοντινής κιθάρας
Δεν έβρισκα λόγια να σε προσδιορίσω
Ένας Δον Κιχώτης που έμενε
στο παραθύρι της Δουλτσινέας του
ένας Ερωτόκριτος που άλλο από την αγάπη
δεν είδε στα μάτια της Αρετουσας του
κι ας γνώριζε πως στα τερτίπια των δρόμων
δε ζούσαν μόνο βουκαμβίλιες κι ασίγαστα ρυάκια
Τα χρόνια είχαν αγρίμια που τρόμαζαν το βλέμμα
κι αναθεμάτιζαν τα όσια του νου.
Οι βροχές στέγνωναν και δρόσιζαν
τα δάκρυα της ψυχής
Διάλεξες ανάμεσα τους να βαδίζεις λευκός λύκος
Ψηλά το κεφάλι κι ας φόραγε μπόλικες αυλακιές
απ τα στεγνά περάσματα .
Η περηφάνια σου είχε την απλότητα της γνώσης
κι άλλοτε πάλι τις φτερούγες του αετού
Εκεί που δίπλωναν τα λόγια άπλωνες την ευθεία σου
να χαρακώσουν στην άμμο το στίγμα
απ το μικρό ανθί σου .
Σαν ένα λιλιπούτειο άσμα η τρυφεράδα
κι ένα σεργιάνι γερακιού στο θολό της αδικίας
Έτσι σε γνώρισα παιδεύοντας μια χορδή
στο ταστο μιας κοντινής κιθάρας .
Ένα ανακάτεμα που γύρευε
να ζωγραφίσει την ασχήμια
σε φόντο ομορφιάς σμιλεύοντας τα χρώματα
έτσι που να ζηλέψει το σκοτάδι
και να ερωτευτεί την χαραυγή
Μικρός που μου φανταζες
τόσο που να χωράς στη χούφτα μου
κι εκεί να μαθαίνω πως μεγαλώνουν τ άστρα
Μεγάλος που ήσουν σκαρφάλωνα
τα κλαδιά του ουρανού
να φτάσω τη μήτρα του ανέφελου
να σ αγκαλιάσω χορτάρι πηγής.
Κι είναι που σε ψήλωσα μέσα μου
και σ άφησα να περπατάς
όπως μια σπίθα που γυρεύει το λυχνάρι της
να ξαποστάσει την πνοή της
Είναι που αθόρυβα ζυγώνουν οι ηλιόπετρες
να κρατήσουν τον κόσμο στα ακροδάχτυλα
γυμνό απ τα λερωμένα φύλλα .
Είναι που έρχομαι να σε βρω
εκεί που πουθενά αλλού δε θα ήμουν
παρά μόνο στο μίλι που ζευγαρώνουν τα πουλιά
κι είναι γλυκό το κελάηδημα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





















