Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Ταξίδι στα μάτια σου

Σουρούπωσε.
Ο ήλιος έριξε τα μάτια
στα βλέφαρα της θάλασσας
Σαν κολυμπήθρα ρούφηξε
τα χτένια του τριαντάφυλλο
αφήνοντας το χρυσοκκόκινο πέπλο
να κυματίζει στο κύμα .
Η σκέψη μου ένας μικρός ναυτίλος
που ετοίμαζε ταξίδι καρδιάς.
Τα μάτια μου λευκά γυαλιά
που φώτιζαν το αόρατο.
Ότι πετά μέσα μου δυο περιστέρια
που χτυπούν τα φτερά τους
χειροκρότημα σαν κάλεσμα στη στιγμή
Αντίκρισα το βλέμμα σου
να κρέμεται στις άκρες των δαχτύλων μου
άνοιξα τη χούφτα να μαζέψω το άρωμά του.
Σταγόνες που έκαναν το λαιμό μου
μικρό λιμάνι των χειλιών σου
Άφησα την ψυχή μου γυμνή
στην αγκαλιά σου διψώντας για το χάδι τους
Απαλό βελούδινο τριαντάφυλλο
Αμίλητη η φωνή μου άκουγε λέξη προς λέξη
τα λόγια της καρδιάς σου.
Αντάμωναν οι νότες της μελωδίας στα στήθη
κι οτι γεννιόταν ατέλειωτο τραγούδι σιγής
ανάμεσα στο φλάουτο και την άρπα.
Το στόμα μου ανάλαφρη καταπακτή των χειλιών σου
να ζεσταθεί το στρώμα της ανάσας.
Ένα ζωντανό παραμύθι κυλούσε
στο σοκάκι της νύχτας, ψιθυρίζοντας
μονάχα το όνομα της νεράιδας .. αγάπη!

Ανθρώπων έργα

Εκείνα που δεν πάλεψες
μη με στανιό κακολογάς
στάχτη ήταν στα χέρια σου
τα φύσηξε άστοχος νοτιάς
ήταν δειλό το όνειρο
κι αμούστακη η παρτίδα
μηδέ αγκαλιά τα φίλεψες
μήτε είδες δική τους ηλιαχτίδα 

πλανεύτηκες στις Κίρκες

που άστραφταν ζοφερά φιλιά
και ξέχασες την όμορφη Ιθάκη
που χε τα μήλα γαλανά

ξόρκια σου γράφαν οι τρελοί

να σε κρατήσουν στα ψηλά
μα εσύ πετούσες δανεικά
με αρπακτικά μαύρα πουλιά
μη βρίζεις του άδικου το γιο
που γεύτηκε άγουρα την ορφάνια
ψάξε να βρεις στην αποξένωση της
ποιόν έβαλες μπροστάρη άδειας πηγής

σου μήνυσαν τα ξωτικά 

με ποιήματα πα σε υγρά παλάτια
μα του στεγνού εγώ σου βήματα 
σβήσαν τους τοίχους καψαν τη φωνή

δε ρώταγες δεν έμαθες ποιο

να ναι αυτό το ρόδινο μυστικό
όπου ξυπνάει η ανθρωπιά 
και κόβει της θηλιάς  καημό
Πιάσε αμόνι και σφυρί
κόψε την πέτρινη κλειδωνιά
να ανάψει η αγάπη στην καρδιά 
κι όταν αυτή είναι δυνατή

φτάνει η ρίζα στην κορφή!




Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Ψιχαλιστά

Όπου κι αν γείρω το βλέμμα
ατέλειωτη μουσική η αγάπη μου
σε σένα κυλάει!

Ξάγναντο

Όσο αρμενίζει η θάλασσα
πουλί γεννιέμαι
κι ανάμεσα στα φτερά
κελαηδά ο άνεμος

την ώρα που 
ζεσταίνει το ηλιοβασίλεμα
τον κόρφο του φιλιού
ανέμελη σπουδή η αγάπη

εκεί που πας σ ανταμώνω
εδώ που είμαι διπλή γιορτή χαράζει
το γέλιο της ατλάζι!

Άσπονδη φίλη

Ξέρεις;
εγώ ποτέ δε θα μιλήσω με σπαθιά
λάτρευα πάντα τις γυμνές γαλότσες
τακούνια του καιρού
που ακούγονταν ακόμα
και στην υγρή άμμο
Φορούν κάτι πατημασιές
που ακούγονται και στα νερά
Δεν αγάπησα ποτέ τις λουστρίνι γόβες
λίγο από κρυμμένο ήλιο μου θύμιζαν
Ξέρεις;
άσπονδη φίλη
γυμνώνουν τα κλαδιά 
μα πάλι φυλλωσιές γεμίζουν
μπορεί να έκαψες τα λόγια μου
κι η τέφρα τους 
να μοιράστηκε στις χούφτες
κείνων που μόνο τη φωτιά ζητούσαν
μα δεν κατάφερες να σβήσεις τη σπίθα
κι ας με τα δόντια σου
κράτησες ήχους παγωνιάς 
Κάτι που δεν είδες είναι το σπόρο
στο χωράφι της ψυχής
μα πως να δεις με κάρβουνα στα μάτια
Κάποτε θα δουν κι εκείνα τα αρμυρίκια
πως έχασαν τη θάλασσα 
κρεμασμένα σε ναύλον φάρο
Κι εχει τόση ομορφιά το φως
όταν σφυρίζει η νηνεμία 
κι οι γλάροι σηκώνουν το ταξίδι!



Παρασκευή 15 Ιουνίου 2018

Πόσο δικός ο άγνωστος

Τίποτε σπουδαίο και τίποτε τρανό
Ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους
Κάθε που πέρναγε απ το σοκάκι του ρόδου
ένα γιασεμί άφηνε στο δρόμο του
Όχι πως θα άλλαζε το χρώμα της πέτρας
μα να ..ειναι που ήθελε να μένει τ άρωμα
σαν συναντιούνται τα πουλιά .
Φιλήσυχος άνθρωπος λιγομίλητος σαν εκείνα
τα λουλούδια που μιλούν στον ήλιο
την ώρα που ξυπνά ο ουρανός .
Αν του μιλούσες βαθιές οι ρυτίδες
του ζύγωναν το ακριβό του χρόνου
με ένα γεμάτο από φύλλα χαμόγελο .
Δεν του άρεσε το κουτσομπολιό μήτε και κείνα
τα μεγάλα γράμματα των επιγραφών .
Στη λεπτομέρεια ποιούσε το νόημα
σε ένα τραγούδι γιόμιζε τις αυλές
στον κήπο των χειροφιλημάτων
Να υπήρχε λες ή μήπως τον φαντάστηκε
κάποιος ουρανός που έβλεπε αλλιώτικα τη γη.
Καμιά φορά μιλούσε με τις πεταλούδες
κι άλλοτε πάλι στο γνώρισμα μιας άγνωστης πέτρας
κυλούσε η ματιά του σαν ζαχαρένιο στρώμα
έτοιμο να σκεπάσει την αλμύρα της ασχήμιας.
Τούτον που λες ακριβοθώρητο τον είπαν
άλλοτε πάλι αλαφροισκιωτο και από ανέμου τόπο
Μα τούτη η λεμονιά κάθε πρωί του γέμιζε το ποτήρι του χυμούς
Λίγο να ξεχαστεί η δίψα λίγο να ξυπνήσει η ψυχή
και κείνο το πολύ ήταν να περπατήσει στην άμμο
να γιορτάσουν τα χνάρια το πέρασμα του
Να χαμε λέει μπόλικους τέτοιους ξινούς
θα βρισκε η ζάχαρη τον τόπο να στήσει κόσμους μαγικούς !



Συρρίκνωση

Θέλω 
τόσα να σου πω
κι όλες μου
οι λέξεις 
ένα σ αγαπώ 
φωνάζουν!

Κρυφτό

Κρύφτηκες
πίσω απο τη σκιά σου
μαυρος μανδύας
έτοιμος να σκεπάσει
τα βαθουλωμένα σου μάτια
να μη φανουν ..να μη κοιτούν

σε προδίδει ..
η ανάσα σου κρότος
που σπάει στο τζάμι
κραυγές της σιωπής
δυο σταγόνες πέφτουν κυλούν
δε σταματούν ..μιλούν

αρνήθηκες
τις μαχαιριές της πίκρας
ντύνοντας τον όρμο των χειλιών
με ένα βελούδο απο χαμόγελο
πέταξαν ..έχασες ανάσες ζωής
κράτησες αλήθειες πνοής

σε προδίδει
το θολό τοπίο των ματιών σου
τα σχισμένα κομμάτια της φωνής
το ραγισμένο σου βλέμμα
έμαθες να λες ..δε πειράζει
μα η καρδιά σου χαράζει

κρύφτηκες λες...τι αστείο ..για δες

να πάρει ευχή
κι αυτός
της ψυχής σου ..ο καθρέφτης
δεν έμαθε ποτέ
...να σε κρύβει!

μη χαμηλώνεις τα μάτια
κατάματα... γελά η καρδιά !


Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

Παράξενε εαυτέ μου

Θα αλλάξεις λες ..
θα πάψεις πια να βλέπεις 
θα κοιτάς μόνο 
όχι .. όχι δεν θέλεις άλλο πόνο

θα αλλάξεις ….

κεντάς τη μάσκα σου 
λίγο από το γκρίζο της υποκρισίας 
σκιά απ το λευκό ανεμελιάς
άχρωμο από το χρώμα της αδιαφορίας 
χρυσόσκονη στο πλάνο της ψευτιάς
στα χείλη το κραγιόν της προδοσίας 
στο μάγουλο σαγήνη μιας ελιάς 
χαμόγελο σφιγμένο απ άγιο δάκρυ
και βλέμμα της απόρθητης φωτιάς 

θα μάθεις … να σεργιανάς 
σε λιμάνια που χουν πλούσιους λωτούς
της λησμονιάς το χέρι θα κρατάς 
και πια δε θα σε νοιάζει 
κανείς θε να σαι
εσένα θα κοιτάς

κοίτα …τι όμορφα χαμογελάς 

μα διάολε που πήγες ; 
που χάθηκες; για δε μιλάς;


Ανοιχτά της καρδιάς

Κι αν σε ρωτήσουν 
ποιους πιότερο αγάπησες 
κείνους 
τους λιόσπορους να πεις 
που σπασε πέτρα στη ράχη τους 
κι αυτοί το απαλό ανεμάκι 
στα κύτταρα τους ένιωσαν 
βαδίζοντας 
με ορθάνοιχτα τα στήθια! 

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

Χρυσαλιφούρφουρο

    Υπάρχουν φίλοι; αληθινοί φίλοι
τόσο απλό το ερώτημα και τόσο δύσκολο
να απαντηθεί στις μέρες μας .

Θαρρείς και μέσα σε ένα κλουβί κλειστήκαμε
κι
από εκεί μυρίζουμε τον κόσμο
Τα κελιά μας μικρά και τρανές οι εγνοιες
βάσανα σε δισάκια ανέραστου καιρού
και πιόματα χαράς σταγόνες
σε ενα ατελειωτο χορτάρι ζωής
Δρόμοι που κοιτάζονται μια φορά
και τρέχουν να πιάσουν τη σκυτάλη των
λεωφόρων .
Χαμένες αξίες ισως στο βιαστικό του χρόνου
και στα αμέτρητα βήματα που μια
στο καρφί χτυπούν

και μια στο πέταλο,για λιγες πιτσιλιές του ήλιου

Όμως ναι φίλε μου υπάρχουν
Ειναι εκεινοι που χρόνια μαζί τους περπατάς
κι αν σηκώσεις το πέλμα το χνάρι τους
ενα με το δικό σου γίνεται .
Αν απλώσεις την φωνή σου ξέρεις
πως με τα λόγια τους μιλάς
ακόμη κι εκεινο το γαργάρισμα που πέφτει
στο γέλιο σου εχει ενα ηχο που δικό τους ειναι
Που έπαιξες στις τραμπάλες των μικρών τους κύκνων
γευτηκες το τραπέζι τους
τρατάροντας
τους δικούς σου καρπούς .
Λεύκες που οσο κι αν τους λυγά ο χειμώνας
τα πρασινά τους φύλλα τον ίσκιο θα σου δίνουν
Δοκιμασμένες στη βροχή , στ αντάριασμα
και στην γλυκιά πύρινη γλώσσα του σούρουπου
στ αγιάζι στη φουρτούνα και στο κάλμα
της θάλασσας θα σεργιανίζουν στο καράβι σου
μαθαίνοντας τους γλάρους να πεταρίζουν
πλαι σου μη νιώθουν μοναξιά τα κύματα.


Ειναι οι άλλοι που γνώρισες μέσα απο ενα άγραφο τοπίο
μα ένιωσες τα κλωνάρια τους στο δέντρο σου
τη μουσική τους σε ένα τραγούδι σεβασμού
που απαλά στην άρπα χτυπούσε την ωρα που οι χορδές σου
ψιχάλιζαν υπόκωφους ήχους .
Πολύτιμοι λίθοι δίχως στρας μα πάντα φωτεινοί
έτσι που να βρίσκεις το δρόμο να τους συναντήσεις .
Τυφλοί και οραματιστές στα τύμπανα της σιωπής
μα με τόσο βελούδινο δέρμα που πάνω σου κρέμεται
χάδι απο αυρα καλοκαιριού .
Αγνώριμα σημάδια με τόσο οικείες ουλες που ακόμα
και τα χρώματα μπερδευονται να βαφτίσουν .
Πεταλούδες που η γύρη απ τα λουλούδια στο στόμα τους ρίχνει
το άρωμα να σκεπαστούν οι τριανταφυλλιές σου.
Ακοίμητοι φρουροί δίχως όνομα μα με ταυτότητα
που γεννά η ανατολή κι αγκαλιάζει η δύση
Όχι φίλε μου δε χάθηκαν ολα
βαστουν πετροχελίδονα οι φωλιές κι αμέτρητα αηδόνια
γελούν με ανθισμένες τις αυλές
Χρυσαλιφούρφουρο φυλάει στις καρδιές
που με ένα νευμα ενώνουν το φιλί
και σβήνουν μέρες μοναχές
Κι ανάβει τόσο ζεστά ο ήλιος στο δρόσο του!


Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

Το γελαστό παιδί

Ένα ερωτηματικό παιδί
έτσι το λέγαν
βλέπεις δεν είχε όνομα
κάπου εκεί στο όνομα πατρός
η λέξη ήταν κανένας
μεγάλωνε στο βυζί της μάνας του
πρωτόγαλα η αγάπη
μ αυτήν να σπέρνει
σβόλους στα βαθιά
δίχως να του λείπει τίποτα
παρά μόνο αυτό το άδειο ..κανένας
κάποτε το ρώτησαν
αν τα σπαθιά του κρυβαν πολέμους
κι αυτό χαμογελώντας απάντησε
πως οι μύτες τους είναι
μυρτιές που σκάβουν το χώμα
γλυτώνοντας τις ροδιές από την αγριάδα
Στις αυλακιές γυμνώνονταν
το νερό του δίκιου
κι οι πλάτες α! οι πλάτες
γιομάτες ονόματα αγέννητων κλαδιών
μαυροντυμένες μυροφόρες
στα κάτασπρα γέλια τους
τα δόντια τους οροσειρές δύναμης
που κάμουν το δάκρυ μουσική
Τίνος είναι τούτο το παιδί
γελαστό κοιμήθηκε
κι αγκάλιασε τη μάνα γη.
Κι αν οι καπνοί κοπάσαν
και στέφθηκε η λήθη
με άοσμο και πλαστικό
αποκοτιάς το χνούδι
στου Δίστομου τη ράχη
γεννιέται ένα λουλούδι
στης μνήμης το τραγούδι
που χει σφεντόνα την καρδιά
και φλάμπουρο τη λευτεριά
να μην ξεχνά τ αηδόνι να κελαηδά!




Έρωτας

Ότι πετούσε μέσα του 
δυο λευκά περιστέρια
που χτύπαγαν τα φτερά τους
σαν από κάλεσμα 
του ορατού στο αόρατο
Τα μάτια του μπλε γυαλιά
να παίρνει χρώμα η θάλασσα
Ένας μικρός ναυτίλος 
στα γρανάζια του ουρανού
και πως στραφταλίζει ο τροχός
βυζαίνοντας τον ήλιο!


Παρασκήνιο

Σβήσαν οι προβολείς
η ράμπα έσπασε
το χειροκρότημα κόπασε

γυμνή η ψυχή

καιρός να μετρηθεί
το γκρίζο της σκιάς 
με το φως της.

καμένα χειροφιλήματα

τι δεν κατάλαβες
άνθρωπε;

ευτυχώς 
ξεχάστηκαν τα μάτια 
στη θάλασσα

κι έτσι βρήκαν δρόμο 

να κοιτούν οι καρδιές!



  

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Ατέλειωτη διαδρομή

Είπα να περπατήσω
ξυπόλητη μαζεύοντας
κοχύλια του ουρανού
στις χούφτες να δέσω
τη βροχή των αστεριών
με τα ναύλα της ψυχής
το τίμημα το ακριβό
στο στόμα να φιλήσω
ντύθηκα το φεγγάρι
ήπια τον ήλιο
κι όλα γνέφαν.. εσύ


αχ αγάπη!

πόσες να ναι οι μορφές σου!

Γιατί υπάρχεις

Άνοιξε τα μάτια σου
όχι όχι μην κοιτάς
να βλέπεις σου ζήτω
Ξέρεις ο χρόνος κρύβεται
σε δυο κλαδιά του ηλίου
κι ανθίζει γιατί υπάρχεις
Τα μελλούμενα κοχλάζουν
στο πηγάδι αναζητώντας
το στόμα σου να λυτρωθούν
κείνα τα διάσπαρτα λιβάδια
τρέχουν στους παλμούς
στο άσπρο άλογο που ανασαίνεις
Όχι όχι μην κοιτάς
πέρα απ τα μάτια
θωρεί το ύψος της καρδιάς
Αγαλιαζει η κορυφή
στο πέταγμα των βλεφάρων σου
ζεστός ο ίσκιος ποτίζει τη θάλασσα
Άναψε ο φάρος την άκρη του κύκλου
να χορέψουν χαρούμενα πουλιά
η ύπαρξη σου μελωδία που μεθά
γελά το τραγούδι φιλά το λουλούδι
η άρπα δένει τα σχοινιά
κι η διαδρομή παίρνει
ψυχή και σάρκα
να κατακτήσει απάτητα βουνά
γιατί.. υπάρχεις!
τρέφει η ματιά ουράνιο τόξο σε βροχή
σαν θέλει η καρδιά τα κύματα να αφήσουν
στο βράχο της ένα γλυκό φιλί!




Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Διάφανο

Και να δεις που
καμιά φορά
θα γελάσουν τόσο δυνατά
εκείνα τα μυστικά
που ακόμα κι οι στιγμές τους
θα σπάσουν
σαν ένα παλιό παραμύθι
με κιτρινισμένες σελίδες


θα θυμίζουν την κριμένη άνοιξη


μα αν δεις τις άκρες τους
τσαλακωμένες στους καιρούς
μουντζουρωμένες στην οχθρα
σβησμένες στο ναύλον
τελείες ερωτηματικών
σ ατέρμονο δρόμο
ολόδροσα να ψιχαλίζουν
κείνο που δεν ξεχνά


μα με τόσο ωραία μυρουδιά


και να δεις που
καμιά φορά
κρεμασμένα στα χείλη
θα μιλούν τα χαμόγελα
σαν ένα τώρα αναγραμματισμού
που ρωτά το γιατί στην αρχή
κι ένα ατέλειωτο τέλος
θα του δείχνει ένα βέλος να ρθει πάλι εκεί
απαντώντας .. δε σπάει η κόκκινη ραφή
κρύβεται απ τον ήλιο χορεύει στη βροχή
με ένα διπλό σανδάλι και άρωμα από πηγή !

Απλά

Όπως η πρωινή καλημέρα
ένα μικρό σπουργίτι που μόλις έμαθε
πόσο κοστίζει η ομορφιά στον άνεμο
την πρώτη ανάσα
που δίνει χρόνο στο χορτάρι
το γέλιο της αυλής
στο λίκνισμα του κρίνου
σαν ατέλειωτος έρωτας
του φεγγαριού με τη θάλασσα
κείνον τον άγνωστο που πλάι σου περνά
μα εχει κάτι δικό σου κάτι δικό του σε κερνά
κείνη την ξέφτερνη χαρά που δε ρωτά
μα σε τυλίγει κι απλώνει ζεστασιά
το μίλημα του ένα γεια που κλείνει
σε μια χούφτα τον κόσμο σ αγκαλιά
έτσι απλά ανοίγουν τα φτερά
κι εχει στα πόδια τα πέταλα η μοιρασιά
το ένα της μάτι στο νερό τ άλλο στη γη κοιτά
μα φτάνει μια χαραματιά να βρει το νόημα δροσιά
βελόνι να χει και κλωστή να ράβει ρούχο η καρδιά
κατάσαρκα να το φορά.
Έτσι απλά .. η αγάπη ...κυβερνά!


Κόσμος για δυο

Άρχισε να νυχτώνει
Οι γλάροι πια παρέδιδαν τα ραβασάκια
της θάλασσας στ' ακρογιάλια.
Οι τροβαδούροι του ήλιου
στη θέση τους.
Κάτω από το μπαλκόνι
της χρυσοκόκκινης μπάλας
που σε λίγο θα ρουφουσε
κάποιο περαστικό κύμα.

Σε περίμενα κι όλα άλλαζαν
Αρχίνισα να γράφω δίχως να ξέρω τι
γνώριζα στη σιωπή τη φωνή της καρδιάς μου
Απόλυτη σιγή.
Σώπασαν τα πουλιά ακούγοντας
το γλυκό σου κελάηδημα
Η τριανταφυλλιά μου κλεινε το μάτι χαμογελώντας
Ζηλιάρα καθώς είναι φοβάται το άρωμα σου
κι έτσι έκλεισε τα φύλλα της στο στόμα μου

Ένας ολόδροσος ουρανός με κάλμα νερά
άπλωνε το σεντόνι του μόνο για μας
Μονάχα απ' το παραθυράκι του φεγγαριού
μια σπίθα άναβε το κορμί της
να συντροφεύει τα άστρα

Το δωμάτιο γέμισε μικρά πολύχρωμα μπαλόνια
που έπαιζαν. Πιρουέτες λαχτάρας και πάθους
Κάθε στιγμή μια αιωνιότητα στο δρόμο της αγάπης
Έκλεισα τα μάτια να δέσω το φουλάρι του ονείρου
τόσο άμορφα ντυμένο να ξεκινήσει το ταξίδι του

Άρπαξα βιαστικά απ το συρτάρι
το δαντελένιο της ψυχής
Στο διάφανο του θα φόραγα
όλους μου τους χτύπους
Πόσο μ αρέσει καθώς σαν
μικροί τυμπανιστές συναντιουνται
με τους δικούς σου και πως με τα λόγια τους
μια μπάντα ζωής παίζει το πιο γλυκό τραγούδι

Έσπασα ένα κεράσι στα χείλη να βάψουν
πορφυρό φιλί κι ύστερα ξεδίπλωσα
με τα δάχτυλα τα σχήματα 
που θα άφηνα στα μαλλιά σου .
Μικροί κύκλοι τρυφεράδας σβούριζαν το χτένι τους
μπούκλες από κυκλάμινα και ροζ μπουκαμβίλιες

Τα μάτια σου μια πίστα χορού στο βαλς του βυθού μου 
Έλυσα τα χέρια από τους ώμους κι άφησα τα λευκά 
πουπουλένια φτερωτά να γέρνουν πλάι μου 
δένοντας τις κλωστές τους στις φλέβες μου 
στροβιλίζοντας το υγρό του φιλιού με το δέρμα μου
Απαλή σαν αεράκι να αγγίξω το βελούδο σου 
Είναι φορές που τρέμω μη γρατζουνίσω 
τους σταλακτίτες του είναι σου

Με πήρε το βράδυ .
Οι κουρτίνες έκρυβαν την σκιά σου 
κι η πόρτα γύρευε τα κλειδιά σου . 
Ένα κλικ κι από το σκοτάδι 
θα μπει ολόφωτη η νυχτερινή ηλιαχτίδα 
Αλήθεια ξέρεις πως βάφεται η νύχτα;
Μια παλέτα έρωτα τινάζει τις φλόγες της 
και δυο σταγόνες φιλιού ξεδιψούν το ταγκό της αγάπης 
Φίλα με !


Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

Στην αιώρα του ρόδου

Σκαρφάλωσα
να κόψω 
ένα κλαρί του ήλιου 
κάρπισαν 
τα μάτια μου ουρανό
μπλέχτηκα 
στην αιώρα του ρόδου
ένιωσα
τον κήπο των ευχών 
έδεσα 
καβο στη θάλασσα
της αγκαλιάς σου!