Τρίτη 12 Μαΐου 2020
Δευτέρα 11 Μαΐου 2020
Κυριακή 10 Μαΐου 2020
Μάνα
Τα χώρεσες όλα σ ένα βλέμμα σου
πόνος .. φόβος .. απόγνωση
τόσες πληγωμένες σκιές στα μάτια σου
Η νεκρή σου θάλασσα στεγνωμένη από καιρό πια
ποιο κύμα να την ξαναζωντανέψει;
Δήμιος ο χρόνος περνά σέρνοντας
πλάι σου χτενίζοντας τα όνειρά σου μ’ αγκάθια
δεν σε νοιάζει το δικό σου μάτωμα
κοιτάς μόνο εκείνο το αθώο προσωπάκι
που έμαθε απ τον άνεμο να σου χαμογελά
Κόβεις την ανάσα σου στα δύο
την αφήνεις στα χείλη του με ένα φιλί
προδίδει το χνώτο σου τον τρόμο
και το δέρμα σου μοσχοβολά από κούραση
Δεν λυγάς ξεδιπλώνεσαι σαν κυπαρίσσι
τα χέρια σου κλαριά σκεπάζουν την παγωνιά
κρατάν στα φύλλα τη βροχή
Φτάνει ..φτάνει η μικρή ζωή σου
τόσες πληγωμένες σκιές στα μάτια σου
Η νεκρή σου θάλασσα στεγνωμένη από καιρό πια
ποιο κύμα να την ξαναζωντανέψει;
Δήμιος ο χρόνος περνά σέρνοντας
πλάι σου χτενίζοντας τα όνειρά σου μ’ αγκάθια
δεν σε νοιάζει το δικό σου μάτωμα
κοιτάς μόνο εκείνο το αθώο προσωπάκι
που έμαθε απ τον άνεμο να σου χαμογελά
Κόβεις την ανάσα σου στα δύο
την αφήνεις στα χείλη του με ένα φιλί
προδίδει το χνώτο σου τον τρόμο
και το δέρμα σου μοσχοβολά από κούραση
Δεν λυγάς ξεδιπλώνεσαι σαν κυπαρίσσι
τα χέρια σου κλαριά σκεπάζουν την παγωνιά
κρατάν στα φύλλα τη βροχή
Φτάνει ..φτάνει η μικρή ζωή σου
να ναι εκεί
Μάνα ..
Μάνα ..
Παρασκευή 8 Μαΐου 2020
Πέμπτη 7 Μαΐου 2020
Τετάρτη 6 Μαΐου 2020
Τρίτη 5 Μαΐου 2020
Κυριακή 3 Μαΐου 2020
Σιωπές
Ώριμες ώρες
Βουίζουν μελισσουλες αυτά που άγνωστα
μάθαμε να γνωρίζουμε
Ανοίγουν τα πέταλα τα στέκια των πουλιών
να ραντιστούν απ την αρχή οι μουσικές
Βυζαίνουν τ άστρα τα λόγια μας
με χρώματα να μιλούν οι ψυχές
Και τούτο το γιασεμί για δες πως
έντυσε τη νύχτα με τ άρωμα του
την ώρα που γλυκολαλουν σιωπές !
Σάββατο 2 Μαΐου 2020
Νιόφερτα λυχνάρια
Μικρά αγριολούλουδα
που ξεμύτισαν απ το πλέγμα του κήπου
περνώντας την πύλη της γνώσης .
Στα πόδια τους σταμάτησε η άσφαλτος
να ξεχαστεί στα χρώματα της μυρουδιάς .
Ένας πολύχρωμος κόσμος χύθηκε στα μάτια μου
χτυπώντας τα τακούνια αλλοτινού καιρού.
Στην αμοργό του Γκάτσου σκαρφάλωσε η νιότη
του Ελυτη το μονόγραμμα άναψε το φανάρι
να ανταμώσουν στόματα της ομορφιάς .
Γονδολιέρηδες φυσούσαν το κύμα
να κατακτήσουν την θάλασσα.
Πεταλούδες κυνηγούσαν την συννεφιά
να αφήσει λεύτερο τον ήλιο
Κι εγώ που σαν άλλος μαθητής
γνώριζα το φιλί της την είδα να χορεύει
στα νιόφερτα λυχνάρια
σαν μπαλαρίνα πρωινού αστεριού!
περνώντας την πύλη της γνώσης .
Στα πόδια τους σταμάτησε η άσφαλτος
να ξεχαστεί στα χρώματα της μυρουδιάς .
Ένας πολύχρωμος κόσμος χύθηκε στα μάτια μου
χτυπώντας τα τακούνια αλλοτινού καιρού.
Στην αμοργό του Γκάτσου σκαρφάλωσε η νιότη
του Ελυτη το μονόγραμμα άναψε το φανάρι
να ανταμώσουν στόματα της ομορφιάς .
Γονδολιέρηδες φυσούσαν το κύμα
να κατακτήσουν την θάλασσα.
Πεταλούδες κυνηγούσαν την συννεφιά
να αφήσει λεύτερο τον ήλιο
Κι εγώ που σαν άλλος μαθητής
γνώριζα το φιλί της την είδα να χορεύει
στα νιόφερτα λυχνάρια
σαν μπαλαρίνα πρωινού αστεριού!
Παρασκευή 1 Μαΐου 2020
Πέμπτη 30 Απριλίου 2020
Με μιας κιθάρας το φιλί
Στα ανέφελα θ αφήσω
το τραγούδι μου
εκεί που αντιλαλούν οι ρεματιές
κι αν το βρεις
της άνοιξης λουλούδι μου
θα ναι γιατί
ομολογήσαν οι καιροί
πως στέγνωσε
το δάκρυ του άπιστου θεού
στις ρίζες της γαρδένιας
και του βασιλικού
χρώματα θα χει μουσικές
κι η πένα θα κεντά αντοχή
με μιας κιθάρας το φιλί
σε δύση και ανατολή
στα κύματα θα ρίξω
το τραγούδι μου
να ζουν στο ξάγναντο οι ματιές
κι αν το δεις
της ομορφιάς καρτέρι μου
θα πει πως
βγήκαν σεργιάνι οι πνοές
κοπήκανε οι δρόμοι
της άπνοιας του δεδομένου ωκεανού
στα φύλλα της αμυγδαλιάς
στο άρωμα ακριβής ελιάς!
εκεί που αντιλαλούν οι ρεματιές
κι αν το βρεις
της άνοιξης λουλούδι μου
θα ναι γιατί
ομολογήσαν οι καιροί
πως στέγνωσε
το δάκρυ του άπιστου θεού
στις ρίζες της γαρδένιας
και του βασιλικού
χρώματα θα χει μουσικές
κι η πένα θα κεντά αντοχή
με μιας κιθάρας το φιλί
σε δύση και ανατολή
στα κύματα θα ρίξω
το τραγούδι μου
να ζουν στο ξάγναντο οι ματιές
κι αν το δεις
της ομορφιάς καρτέρι μου
θα πει πως
βγήκαν σεργιάνι οι πνοές
κοπήκανε οι δρόμοι
της άπνοιας του δεδομένου ωκεανού
στα φύλλα της αμυγδαλιάς
στο άρωμα ακριβής ελιάς!
Τρίτη 28 Απριλίου 2020
Λεπτές ισορροπίες
Λεπτομέρειες
άλλοτε ντυμένες χάδι
αγγίζουν το στρώμα της ψυχής
με βελούδινα χείλη
κι άλλοτε μικρές λεπίδες
χαράζουν ουλές
κλείνουν κι ανοίγουν βαθιές τομές
το κύμα … στη χροιά της φωνής
οι μορφασμοί… από ένα χαμόγελο
η ρυτίδα… που παίρνει το σχήμα της λέξης
τα μάτια… που αλλάζουν χρώμα
λεπτομέρειες
μικρές ασήμαντες ίσως
κρεμασμένες έννοιες σε λεπτό κορδόνι
διάφανες ίνες πλεγμένες
γύρω απ τα φυλλοκάρδια της ψυχής
σεβασμός ..ευαισθησία …λεπτότητα
διακριτικότητα …ευγένεια
και τόσες έννοιες χαμένες
χαντακωμένες στα τερτίπια του χρόνου
πλεγμένες στην καθημερινότητα
με τρόπο κυνικό ..βίαιο
με άλλοθι πάντα το γκρίζο του καιρού
μικρές κηλίδες στίγματα
στο υφαντό της καρδιάς
πέταλα αγριοτριανταφυλλιάς
ακίδες ..τσιμπήματα άγουρης τσουκνίδας
λεπτομέρειες …δρόμοι που προσδιορίζουν
το στόχο το σκοπό την ύπαρξη
κομματάκια που συμπληρώνουν το παζλ
κρίνοντας τις στιγμές αιώνιες ..απέθαντες
τους χρόνους άδειους.. θολούς.. ρηχούς
βουβές ευαισθησίες που κουβαλούν αξίες
στο χρυσόφτερο στάχυ
στη φέτα του κύκλου
στο αντάμωμα των γλάρων
μικρές κυρίες που γράφουν .. ιστορίες!
άλλοτε ντυμένες χάδι
αγγίζουν το στρώμα της ψυχής
με βελούδινα χείλη
κι άλλοτε μικρές λεπίδες
χαράζουν ουλές
κλείνουν κι ανοίγουν βαθιές τομές
το κύμα … στη χροιά της φωνής
οι μορφασμοί… από ένα χαμόγελο
η ρυτίδα… που παίρνει το σχήμα της λέξης
τα μάτια… που αλλάζουν χρώμα
λεπτομέρειες
μικρές ασήμαντες ίσως
κρεμασμένες έννοιες σε λεπτό κορδόνι
διάφανες ίνες πλεγμένες
γύρω απ τα φυλλοκάρδια της ψυχής
σεβασμός ..ευαισθησία …λεπτότητα
διακριτικότητα …ευγένεια
και τόσες έννοιες χαμένες
χαντακωμένες στα τερτίπια του χρόνου
πλεγμένες στην καθημερινότητα
με τρόπο κυνικό ..βίαιο
με άλλοθι πάντα το γκρίζο του καιρού
μικρές κηλίδες στίγματα
στο υφαντό της καρδιάς
πέταλα αγριοτριανταφυλλιάς
ακίδες ..τσιμπήματα άγουρης τσουκνίδας
λεπτομέρειες …δρόμοι που προσδιορίζουν
το στόχο το σκοπό την ύπαρξη
κομματάκια που συμπληρώνουν το παζλ
κρίνοντας τις στιγμές αιώνιες ..απέθαντες
τους χρόνους άδειους.. θολούς.. ρηχούς
βουβές ευαισθησίες που κουβαλούν αξίες
στο χρυσόφτερο στάχυ
στη φέτα του κύκλου
στο αντάμωμα των γλάρων
μικρές κυρίες που γράφουν .. ιστορίες!
Δευτέρα 27 Απριλίου 2020
Ξωτικό
Ένα από τα ερειπωμένα
παρατημένα στολίδια στο πατάρι σου
να γινόμουν
Ντυμένο με μια παλιά κόκκινη πάνα
ένας μικρός τυμπανιστής του χρόνου σου
με τσαλακωμένα μάτια
γεμάτα μικρές πολύχρωμες πινελιές
και στη μικρή μου καμπούρα
να γεννιόταν τα φτερά σου
στην μύτη μου κρεμασμένα κεράσια
να άνοιγε το στόμα σου μικρός ερωδιός
μια στιγμή .. μια στιγμή
να άκουγα το γέλιο σου !
Κυριακή 26 Απριλίου 2020
Φωνές και ψίθυροι
Σαματάς μεγάλος στο χωριό,απόψε το τρανό το πανηγύρι .
Στολίστηκαν γιρλάντες , πολύχρωμα πανιά,
οι μουσικές φόρεσαν ρούχα γιορτινά ξεχύθηκαν
στους δρόμους ,να παίξουν σαν παιδιά που η γνώση τους
ακολουθεί το άγγιγμα και το άδολο φιλί.
Απ τις παράτες οι φωνές ντουντούκες δέσανε τραγούδια
και ο χορός αρμένιζε στα λιμανάκια της φωτιάς
και στ άσπαρτα λουλούδια. Νότες του δώσανε ζωηρές
να καβαλούν το άτρομο , το γελαστό καμάρι
της δύναμης θεριό και του ουρανού λυχνάρι .
Σταμάτησε κι ο κορβανάς να κουδουνίζει το πουγγί ,
ήθελε να ταν ένα αυτός με ότι να συμβεί κι ύστερα θα βλεπε,
πως στον πηγαιμό θα πορευτεί .
Περαστικές κάποιες ελιές λευκά ζύγωναν την πλατεία
μα ο ίσκιος τους τόσο μικρός και λιγοστός πως να απλώσει δίχτυ
στο χωριό να δέσει ήλιος λαμπερός και να φανεί
απ το λάδι τους ,το ξάγναντο της κουπαστής.
Της γόνιμης κόρης που απ το κουκούτσι αμύγδαλο
κι απ τη δροσιά τη ζεστασιά φόραγε πανωφόρι .
Με βήματα θροΐσματα σαν απαλό μελτέμι,φάνηκαν ψίθυροι
με πλεξουδάκια τα μαλλιά κι αντί για λάβαρο μπροστά
στήσανε λύρα και απ το καρφί της κεφαλής
φτιαγμένο μενταγιόν της γης .
Χορός τρελός που αρχινά κι όλοι μαζί με βήματα διπλά
γυρίζουν το φουρό,με παντελόνια που γελούν και φορεσιές
που ακροβατούν.Γέλια τραγούδια και λαλιές γέμισε ρίζες
ο μπαξές μα οι φωνές οι δυνατές τρόμαζαν τις τριανταφυλλιές,
φυσούσαν τα κρίνα , γερνανε τους κατιφέδες που το χορτάρι
τους μικρό έσκυβε μέσα στο χώμα να πιει λίγο νερό.
Ξάφνου αγροίκος ξύπνησε ουρανός κι άρχισε να πετάει
γεμάτα σύννεφα πιοτί να ξεθυμάνει την γιορτή
που άγουρα τον ξύπνησε κι ούτε το όνειρο δεν πρόλαβε να δει.
Βρόντηξε απ τις τσέπες του τις αστραπές
έκαψε τις μουριές στα δυο χώρισε η μηλιά κι έκλαιγε η κερασιά .
Φύγετε έσπρωχναν τους ψίθυρους οι φωνές,είστε μικροί
κι ανίδεοι θα το παλέψουμε εμείς που χουμε σθένος και ορμή .
Τρεχαλητό με πάτημα ζωηρό μια από εδώ μια από κει τελάληδες
που κυνηγούσαν την βροχή στη χούφτα τους για να κλειστεί .
Κουράστηκαν λαχανιασμένα να μιλούν κι έπεσαν να
αποκοιμηθούν.Η αλαζονεία είχε ρθεί στη λάσπη για να φυτευτεί.
Οι ψίθυροι δεν κούνησαν παρά την προσταγή βγάλαν τραγούδι
σιγανό,λάβδανο να γιάνουν τις πληγές στων δέντρων τις ουλές
Σκάψαν αυλάκια να βρει το δρόμο το νερό για το φευγιό
Κι ύστερα φύλλα που σέρνονταν στη γη τ αγκάλιασαν
μη θάνατος τα βρει. Δέσανε μια νότα αψηλή ,σκεπή να γίνει
στο χωριό και με ένα άλμα τους γεμάτο πείσμα και στανιό
γράψαν στο χώμα το μπορώ.
Σταμάτησε ο ουρανός σαν είδε πως κάτι φωνούλες μια σταλιά
ύψωσαν μπόι με καρδιά . Γοργά με βήματα μικρά δώσανε
χάδια στις φωνές,ξύπνημα να χουνε γλυκό πως τίποτα περίσσεμα
δεν έχει το χωριό αυτό .
Δεν εχει μήτρα που γεννά ψυχή ,που παίρνει απόσταση από γη !
Στολίστηκαν γιρλάντες , πολύχρωμα πανιά,
οι μουσικές φόρεσαν ρούχα γιορτινά ξεχύθηκαν
στους δρόμους ,να παίξουν σαν παιδιά που η γνώση τους
ακολουθεί το άγγιγμα και το άδολο φιλί.
Απ τις παράτες οι φωνές ντουντούκες δέσανε τραγούδια
και ο χορός αρμένιζε στα λιμανάκια της φωτιάς
και στ άσπαρτα λουλούδια. Νότες του δώσανε ζωηρές
να καβαλούν το άτρομο , το γελαστό καμάρι
της δύναμης θεριό και του ουρανού λυχνάρι .
Σταμάτησε κι ο κορβανάς να κουδουνίζει το πουγγί ,
ήθελε να ταν ένα αυτός με ότι να συμβεί κι ύστερα θα βλεπε,
πως στον πηγαιμό θα πορευτεί .
Περαστικές κάποιες ελιές λευκά ζύγωναν την πλατεία
μα ο ίσκιος τους τόσο μικρός και λιγοστός πως να απλώσει δίχτυ
στο χωριό να δέσει ήλιος λαμπερός και να φανεί
απ το λάδι τους ,το ξάγναντο της κουπαστής.
Της γόνιμης κόρης που απ το κουκούτσι αμύγδαλο
κι απ τη δροσιά τη ζεστασιά φόραγε πανωφόρι .
Με βήματα θροΐσματα σαν απαλό μελτέμι,φάνηκαν ψίθυροι
με πλεξουδάκια τα μαλλιά κι αντί για λάβαρο μπροστά
στήσανε λύρα και απ το καρφί της κεφαλής
φτιαγμένο μενταγιόν της γης .
Χορός τρελός που αρχινά κι όλοι μαζί με βήματα διπλά
γυρίζουν το φουρό,με παντελόνια που γελούν και φορεσιές
που ακροβατούν.Γέλια τραγούδια και λαλιές γέμισε ρίζες
ο μπαξές μα οι φωνές οι δυνατές τρόμαζαν τις τριανταφυλλιές,
φυσούσαν τα κρίνα , γερνανε τους κατιφέδες που το χορτάρι
τους μικρό έσκυβε μέσα στο χώμα να πιει λίγο νερό.
Ξάφνου αγροίκος ξύπνησε ουρανός κι άρχισε να πετάει
γεμάτα σύννεφα πιοτί να ξεθυμάνει την γιορτή
που άγουρα τον ξύπνησε κι ούτε το όνειρο δεν πρόλαβε να δει.
Βρόντηξε απ τις τσέπες του τις αστραπές
έκαψε τις μουριές στα δυο χώρισε η μηλιά κι έκλαιγε η κερασιά .
Φύγετε έσπρωχναν τους ψίθυρους οι φωνές,είστε μικροί
κι ανίδεοι θα το παλέψουμε εμείς που χουμε σθένος και ορμή .
Τρεχαλητό με πάτημα ζωηρό μια από εδώ μια από κει τελάληδες
που κυνηγούσαν την βροχή στη χούφτα τους για να κλειστεί .
Κουράστηκαν λαχανιασμένα να μιλούν κι έπεσαν να
αποκοιμηθούν.Η αλαζονεία είχε ρθεί στη λάσπη για να φυτευτεί.
Οι ψίθυροι δεν κούνησαν παρά την προσταγή βγάλαν τραγούδι
σιγανό,λάβδανο να γιάνουν τις πληγές στων δέντρων τις ουλές
Σκάψαν αυλάκια να βρει το δρόμο το νερό για το φευγιό
Κι ύστερα φύλλα που σέρνονταν στη γη τ αγκάλιασαν
μη θάνατος τα βρει. Δέσανε μια νότα αψηλή ,σκεπή να γίνει
στο χωριό και με ένα άλμα τους γεμάτο πείσμα και στανιό
γράψαν στο χώμα το μπορώ.
Σταμάτησε ο ουρανός σαν είδε πως κάτι φωνούλες μια σταλιά
ύψωσαν μπόι με καρδιά . Γοργά με βήματα μικρά δώσανε
χάδια στις φωνές,ξύπνημα να χουνε γλυκό πως τίποτα περίσσεμα
δεν έχει το χωριό αυτό .
Δεν εχει μήτρα που γεννά ψυχή ,που παίρνει απόσταση από γη !
Σάββατο 25 Απριλίου 2020
Αγαπημένε
Εκεί στο προσκεφάλι σου
πλαγιάζω νια αγαπημένε
και καθώς ένα σου γίνομαι
το δέρμα σου μυρίζει στα μάτια μου
ολόδροσο γιασεμί της άνοιξης
φιλώ τις γεύσεις των κερασιών
στα χείλη που πριν από μένα
με το χυμό τους σ άγγιξαν
στολίζοντας το γέλιο μου
στο πιο γλυκό τους βυσσινί
πλαγιάζω νια αγαπημένε
και καθώς ένα σου γίνομαι
το δέρμα σου μυρίζει στα μάτια μου
ολόδροσο γιασεμί της άνοιξης
φιλώ τις γεύσεις των κερασιών
στα χείλη που πριν από μένα
με το χυμό τους σ άγγιξαν
στολίζοντας το γέλιο μου
στο πιο γλυκό τους βυσσινί
Ξεκινώ τις βόλτες μας στο γρασίδι
κρατώντας σε απ τα φτερά σου
πολύχρωμη πεταλούδα μου
που άνθισε λίγο πριν το χάραμα
μιλήσει με την γαρδένια
κρατώντας σε απ τα φτερά σου
πολύχρωμη πεταλούδα μου
που άνθισε λίγο πριν το χάραμα
μιλήσει με την γαρδένια
κι όταν πάλι πληγώνει το δειλινό
η απουσία σου τότε κρατώ το ρόδο
στα φύλλα του να βάψω τα μάγουλά σου
που δυο κόσμοι μοιάζουν που ενώθηκαν
στο δικό μου μικρό θερμοκήπιο
η απουσία σου τότε κρατώ το ρόδο
στα φύλλα του να βάψω τα μάγουλά σου
που δυο κόσμοι μοιάζουν που ενώθηκαν
στο δικό μου μικρό θερμοκήπιο
Μετρώ τα αστέρια στη γέννα
της νύχτας που ολόχρυσα
στο ταβάνι παίζουν σαν σε περιμένω
να μου σκεπάσεις τα βλέφαρα
με το γυμνό κορμί των δακτύλων σου
σε νιώθω να απαλαίνεις
το φόρεμα της ζεστασιάς
πλέκοντας τα μαλλιά σου στους τοίχους
στις πιέτες τους χορεύει η μορφή σου
γαλάζιο φως που γέννησε η καρδιά μου
Έτσι σε γνωρίζω αγαπημένε
είσαι δικός μου που δε σε έχω
και που τόσο γεννιέμαι μέσα σου
που μπορώ να σ αγαπώ δίχως λόγια
παρά μόνο με τους χτύπους μου
που σε ζω χωρίς να υπάρχω
κι ανάμεσα στο φως και την ανάσα
λαμπαδιάζει η φλόγα μου στο θέρος
της αιώνιας γης που καρτερά
το βροχοστάλαγμα του πρωινού
κι αν δε το μαθες
τόσες φορές σε φώναξα
.. αγαπημένε !
της νύχτας που ολόχρυσα
στο ταβάνι παίζουν σαν σε περιμένω
να μου σκεπάσεις τα βλέφαρα
με το γυμνό κορμί των δακτύλων σου
σε νιώθω να απαλαίνεις
το φόρεμα της ζεστασιάς
πλέκοντας τα μαλλιά σου στους τοίχους
στις πιέτες τους χορεύει η μορφή σου
γαλάζιο φως που γέννησε η καρδιά μου
Έτσι σε γνωρίζω αγαπημένε
είσαι δικός μου που δε σε έχω
και που τόσο γεννιέμαι μέσα σου
που μπορώ να σ αγαπώ δίχως λόγια
παρά μόνο με τους χτύπους μου
που σε ζω χωρίς να υπάρχω
κι ανάμεσα στο φως και την ανάσα
λαμπαδιάζει η φλόγα μου στο θέρος
της αιώνιας γης που καρτερά
το βροχοστάλαγμα του πρωινού
κι αν δε το μαθες
τόσες φορές σε φώναξα
.. αγαπημένε !
Παρασκευή 24 Απριλίου 2020
Λευκή σελίδα
Ξέρεις τι βαρέθηκα φίλε
να μου συμπεριφέρονται
σαν να μαι μια λευκή σελίδα
χωρίς άνθρωπο
να μ αγαπάνε ανάλογα με το τι γράφω
να καταλαβαινουν αυτό που θέλουν
να μου κρατούν ταμπέλες με σημειώματα
πάνω στο κορμί πάνω στην καρδιά μου
κι εγώ να πρέπει να τα δέχομαι
Ένα άδειο κουστούμι που μπορούν
να ράψουν στα μέτρα τους
Όχι φίλε δεν με νοιαζει αν με πουν
ποιήτρια ή όχι
κανένας στίχος μου δεν αξίζει
πάνω απ την ψυχή μου
κι αυτή δε θα τη βρεις
διαλέγοντας τους στίχους μου
ένα κομμάτι τους ειναι
μα εγώ είμαι άνθρωπος
με ολα τα κομμάτια μου
Κλαίω , γελώ , τραγουδώ
πονάω όχι σαν μαριονέτα
αλλά άνθρωπος .
Μη με ψάχνεις λοιπόν
γιατί δε θα με βρεις
να μένω στο θεαθήναι
δε θα με δεις να δένομαι
στο τάχα και στο πουθενά
Τις άξιες μου τις μέτρησα στη ζωή
κι όχι σε τοίχους .
Κουρνιάζω εκεί που μετρημένα
η άνοιξη μιλά κι ανθίζουν
Δείκτες του ήλιου
Κι εχει ένα χαμόγελο η άνοιξη
Φτάνει να ανοίξεις το παράθυρο
που κοιτά στον ήλιο
κι έτσι ..από τα μάτια
γεννιούνται οι πεταλούδες
δες τα κουκούλια σπάσαν
λευθερες οι ψυχές τραγουδούν
γυρνούν οι δείκτες του ρολογιού
κι όσο να κρατήσει στο χρόνο η φωτιά
δε σταματά το όνειρο το κελάηδημα
Απρίλης και γιορτάζει το φιλί
δένει στον άνεμο κλωστή
με ένα βιολί και μια λύρα
ανθίζει κήπος και πορφύρα !
Τετάρτη 22 Απριλίου 2020
Τρίτη 21 Απριλίου 2020
Στο ξάγναντο
Ένας τρελός αέρας σφύριζε
δυνατά πάνω απ τη πόλη
Έσερνε το κορμί του με δύναμη στην άσφαλτο
που απορημένη κοιτούσε γύρω της
Οι μικρές χάρτινες κορδέλες
δυνατά πάνω απ τη πόλη
Έσερνε το κορμί του με δύναμη στην άσφαλτο
που απορημένη κοιτούσε γύρω της
Οι μικρές χάρτινες κορδέλες
παρασύρονταν στο βήμα του
Έτρεχε λες και ήθελε να καθαρίζει το γκρίζο
απ τις σκέψεις …άρπαξε την σκούπα του
και μάζευε στην άκρη κάθε πικρό
που έβρισκε μπροστά του
Οι γλάστρες φοβήθηκαν για τα μικρά φυντάνια
Έτρεχε λες και ήθελε να καθαρίζει το γκρίζο
απ τις σκέψεις …άρπαξε την σκούπα του
και μάζευε στην άκρη κάθε πικρό
που έβρισκε μπροστά του
Οι γλάστρες φοβήθηκαν για τα μικρά φυντάνια
που κουβαλούσαν πάνω τους
Μα εκείνος σαν άλλος στοργικός πατέρας
χαμήλωσε την ανάσα του και τα κράτησε αγκαλιά
Σκούπιζε τα μάτια του ουρανού απ την ομίχλη του σύννεφου
χαμογελαστός πια δίνοντας όλο τα γαλάζιο σώμα του
άφηνε τα πουλιά να αρμενίζουν στην πύλη του
Το βλέμμα έμεινε σε μια μικρούλα τριανταφυλλιά
άνοιγε τα πέταλα της πίνοντας την πνοή του αγεριού
κι άπλωνε τη γύρη της εκεί που σώζονται τα αρώματα
φυτεμένα στις αυλές ..στις ψυχές των ανθρώπων
Τύλιξα στο λαιμό τη ζεστασιά της θαλπωρής της
ρούφηξα στάλες απ το φιλί του αέρα
κι αφέθηκα να ταξιδεύω με τα φτερά των λέξεων.
Σε φτάνω εκεί που τραγουδούν οι άνοιξες ,
Μα εκείνος σαν άλλος στοργικός πατέρας
χαμήλωσε την ανάσα του και τα κράτησε αγκαλιά
Σκούπιζε τα μάτια του ουρανού απ την ομίχλη του σύννεφου
χαμογελαστός πια δίνοντας όλο τα γαλάζιο σώμα του
άφηνε τα πουλιά να αρμενίζουν στην πύλη του
Το βλέμμα έμεινε σε μια μικρούλα τριανταφυλλιά
άνοιγε τα πέταλα της πίνοντας την πνοή του αγεριού
κι άπλωνε τη γύρη της εκεί που σώζονται τα αρώματα
φυτεμένα στις αυλές ..στις ψυχές των ανθρώπων
Τύλιξα στο λαιμό τη ζεστασιά της θαλπωρής της
ρούφηξα στάλες απ το φιλί του αέρα
κι αφέθηκα να ταξιδεύω με τα φτερά των λέξεων.
Σε φτάνω εκεί που τραγουδούν οι άνοιξες ,
στις ράχες που γεννούν αθώα ρίζες
να θηλάσουν τα παιδιά ,
στις φωλιές των πουλιών ,
στις φωλιές των πουλιών ,
στο ξάγναντο της ομορφιάς,
μήνυμα του Απρίλη
με ένα γαρυφαλλο στο στόμα !
Δευτέρα 20 Απριλίου 2020
Φιλία
Παίζοντας πιάνο
μοίραζε τα πλήκτρα
κι όπως πετούσαν ψηλά
σπουργίτια γεννιόταν
Χόρευαν καφετιές μπαλαρίνες
πέφταν κοχύλια στην άμμο
λίγο αρμυρίκια λίγο σκόνη
πεταλούδες κι ανέμισμα φωτιάς
Γελούσε η γη φυλούσε το παρτέρι
κι ανάμεσα στα μάτια του τζίτζικα
ψιθύριζε της λίμνης το τραγούδι
Τόσα και τόσα έδινε
κι η κούπα γέμιζε κουκούλια
να σπάσουν φυσαλίδες
Κι αλήθεια εχει αρχή
και τέλος ο ουρανός;
και τούτη η θάλασσα ακόμη διψά
Να δεις καμιά φορά θα βρουν οι γλάροι
σ απάνεμο ταξίδι να τριγυρνά η ομορφιά !
Κυριακή 19 Απριλίου 2020
Αναγνωστήριο
Απόλυτη σιγή
δραπέτες τα λόγια μου
Κουδουνίσματα να ξυπνήσει ο ήλιος
δραπέτες τα λόγια μου
Κουδουνίσματα να ξυπνήσει ο ήλιος
στην κουπαστή του καιρού
Μια γλυκιά τρυφεράδα απλώνει
τα δίχτυα της στο λιβάδι των ματιών
Στις μύτες κύκνοι σκιαγραφούν
το νόημα της αγκαλιάς
Σε βρίσκω στο αναγνωστήριο της ψυχής
Μυρίζει προζύμι έτοιμο να αναμειχθεί
με τα φτερά της παπαρούνας
Σε ένα καλάθι φράουλες τρέχει ένα φιλί
Γελώ στον άνεμο κι αυτός
με ένα τραγούδι απαλό μου απαντά
Γελά και παίρνει η νότα χρώμα
να ζωγραφίσει κήπους με ρόδα μες το στόμα
Πως το γέλιο από δροσοσταλίδα μια σταλιά
χωρά τον κόσμο μες το τσεπάκι σου καρδιά!
Παρασκευή 17 Απριλίου 2020
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











































