Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018
Προσφυγάκι τυχαίας ζωής
Καθισμένος στων ονείρων την άκρη
αρμενίζεις τον κόσμο που ποτέ σου δεν είδες
τις κρυμμένες λιαχτίδες να αγγίξεις ζητάς
μα τις πήρε τ' αγέρι τις σκεπάζει ο χιονιάς
αλάργεψες από της ερημιάς το τέρμα
φορώντας γκρίζο της πίκρας το δέρμα
στο δισάκι σου πάντα λίγες στάλες βροχής
το λιοπύρι σαν βγει να τις βρεις να τις πιεις
της χαράς το γεφύρι προσπαθείς να περάσεις
μα της θλίψης τα σύνορα ποιο κρασί να κεράσεις
να μεθύσει ένα αστέρι να σε πάρει απ το χέρι
να κρατήσεις στη χούφτα γέλιο σαν περιστέρι
κουρασμένος γυρνάς από στέκια πλάνης ψευτιάς
την αλήθεια ζητάς σε απάτητη γη πεθυμιάς
προσφυγάκι μιας τυχαίας ζωής ψάχνεις δρόμο
να γράφει ''ελπίς ''συναντάς την φοβία τον τρόμο
σε ερμηνεύουν με μαύρα φιλιά και οι λέξεις βουβές
κανείς δεν σε ξέρει την σκιά σου κρατούν οι σιωπές
φεύγεις για που; ποιο παιδί σου γελάει
κι απ την μνήμη κλαρί ένα γέλιο που σπάει!
αρμενίζεις τον κόσμο που ποτέ σου δεν είδες
τις κρυμμένες λιαχτίδες να αγγίξεις ζητάς
μα τις πήρε τ' αγέρι τις σκεπάζει ο χιονιάς
αλάργεψες από της ερημιάς το τέρμα
φορώντας γκρίζο της πίκρας το δέρμα
στο δισάκι σου πάντα λίγες στάλες βροχής
το λιοπύρι σαν βγει να τις βρεις να τις πιεις
της χαράς το γεφύρι προσπαθείς να περάσεις
μα της θλίψης τα σύνορα ποιο κρασί να κεράσεις
να μεθύσει ένα αστέρι να σε πάρει απ το χέρι
να κρατήσεις στη χούφτα γέλιο σαν περιστέρι
κουρασμένος γυρνάς από στέκια πλάνης ψευτιάς
την αλήθεια ζητάς σε απάτητη γη πεθυμιάς
προσφυγάκι μιας τυχαίας ζωής ψάχνεις δρόμο
να γράφει ''ελπίς ''συναντάς την φοβία τον τρόμο
σε ερμηνεύουν με μαύρα φιλιά και οι λέξεις βουβές
κανείς δεν σε ξέρει την σκιά σου κρατούν οι σιωπές
φεύγεις για που; ποιο παιδί σου γελάει
κι απ την μνήμη κλαρί ένα γέλιο που σπάει!
Που αγαπώ τον ήλιο
Μεγάλωσα
κι έτσι μου φτάνει
να ξέρω
πως απ το σκοτάδι
γεννιέται το φως
πως κάτω απ το τραπέζι
ο σκύλος κοιμάται
στα πόδια μου
γνωρίζοντας τον φίλο
πως όσο και να κόψεις
τσαμπιά σταφύλια
τ αμπέλι τον τρυγητή
θα ψάχνει
Μου φτάνει
να βρίσκω το παιδί
που κρύβεται ανάμεσα
στα στήθια μου
κι ας παίζοντας
μου βγάζει τη γλώσσα
μου φτάνει
που δίπλα απ τα αρμυρίκια
περνά η θάλασσα
κι αυτά απτόητα
πίνουν το μέλι τους
που μια πέτρα άμα σπάσει
στα χέρια μου
θα πεταχτεί ένας βράχος
Που αγαπώ τον ήλιο
το ίδιο με το περιστέρι
που διψώ κι η βροχή με ποτίζει
που ραντεβού με το χάραμα
βρίσκω τον κόσμο να γελά
μου φτάνει που κάτω απ το μαξιλάρι
ξάγρυπνα μυρίζει το όνειρό μου
Μεγάλωσα για να μπορώ
να παίρνω ότι μου δίνουν
και μου φτάνει
που κάθε μέρα , κάθε στιγμή
πίσω από κάθε τοίχο
κάτω από ένα λιθαράκι
υπάρχει μια ρίζα
κι ένα τραγούδι φυλά
το διάφανο της ψυχής
μαθαίνω .. μαθαίνω
αυτά που ξέρω και δε γνωρίζω
που τόσο αγάπησα
μαθητής της αγάπης !
κι έτσι μου φτάνει
να ξέρω
πως απ το σκοτάδι
γεννιέται το φως
πως κάτω απ το τραπέζι
ο σκύλος κοιμάται
στα πόδια μου
γνωρίζοντας τον φίλο
πως όσο και να κόψεις
τσαμπιά σταφύλια
τ αμπέλι τον τρυγητή
θα ψάχνει
Μου φτάνει
να βρίσκω το παιδί
που κρύβεται ανάμεσα
στα στήθια μου
κι ας παίζοντας
μου βγάζει τη γλώσσα
μου φτάνει
που δίπλα απ τα αρμυρίκια
περνά η θάλασσα
κι αυτά απτόητα
πίνουν το μέλι τους
που μια πέτρα άμα σπάσει
στα χέρια μου
θα πεταχτεί ένας βράχος
Που αγαπώ τον ήλιο
το ίδιο με το περιστέρι
που διψώ κι η βροχή με ποτίζει
που ραντεβού με το χάραμα
βρίσκω τον κόσμο να γελά
μου φτάνει που κάτω απ το μαξιλάρι
ξάγρυπνα μυρίζει το όνειρό μου
Μεγάλωσα για να μπορώ
να παίρνω ότι μου δίνουν
και μου φτάνει
που κάθε μέρα , κάθε στιγμή
πίσω από κάθε τοίχο
κάτω από ένα λιθαράκι
υπάρχει μια ρίζα
κι ένα τραγούδι φυλά
το διάφανο της ψυχής
μαθαίνω .. μαθαίνω
αυτά που ξέρω και δε γνωρίζω
που τόσο αγάπησα
μαθητής της αγάπης !
Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018
Ταξίδι στα μάτια σου
Σουρούπωσε.
Ο ήλιος έριξε τα μάτια
στα βλέφαρα της θάλασσας
Σαν κολυμπήθρα ρούφηξε
τα χτένια του τριαντάφυλλο
αφήνοντας το χρυσοκκόκινο πέπλο
να κυματίζει στο κύμα .
Η σκέψη μου ένας μικρός ναυτίλος
που ετοίμαζε ταξίδι καρδιάς.
Τα μάτια μου λευκά γυαλιά
που φώτιζαν το αόρατο.
Ότι πετά μέσα μου δυο περιστέρια
που χτυπούν τα φτερά τους
χειροκρότημα σαν κάλεσμα στη στιγμή
Αντίκρισα το βλέμμα σου
να κρέμεται στις άκρες των δαχτύλων μου
άνοιξα τη χούφτα να μαζέψω το άρωμά του.
Σταγόνες που έκαναν το λαιμό μου
μικρό λιμάνι των χειλιών σου
Άφησα την ψυχή μου γυμνή
στην αγκαλιά σου διψώντας για το χάδι τους
Απαλό βελούδινο τριαντάφυλλο
Αμίλητη η φωνή μου άκουγε λέξη προς λέξη
τα λόγια της καρδιάς σου.
Αντάμωναν οι νότες της μελωδίας στα στήθη
κι οτι γεννιόταν ατέλειωτο τραγούδι σιγής
ανάμεσα στο φλάουτο και την άρπα.
Το στόμα μου ανάλαφρη καταπακτή των χειλιών σου
να ζεσταθεί το στρώμα της ανάσας.
Ένα ζωντανό παραμύθι κυλούσε
στο σοκάκι της νύχτας, ψιθυρίζοντας
μονάχα το όνομα της νεράιδας .. αγάπη!
Ο ήλιος έριξε τα μάτια
στα βλέφαρα της θάλασσας
Σαν κολυμπήθρα ρούφηξε
τα χτένια του τριαντάφυλλο
αφήνοντας το χρυσοκκόκινο πέπλο
να κυματίζει στο κύμα .
Η σκέψη μου ένας μικρός ναυτίλος
που ετοίμαζε ταξίδι καρδιάς.
Τα μάτια μου λευκά γυαλιά
που φώτιζαν το αόρατο.
Ότι πετά μέσα μου δυο περιστέρια
που χτυπούν τα φτερά τους
χειροκρότημα σαν κάλεσμα στη στιγμή
Αντίκρισα το βλέμμα σου
να κρέμεται στις άκρες των δαχτύλων μου
άνοιξα τη χούφτα να μαζέψω το άρωμά του.
Σταγόνες που έκαναν το λαιμό μου
μικρό λιμάνι των χειλιών σου
Άφησα την ψυχή μου γυμνή
στην αγκαλιά σου διψώντας για το χάδι τους
Απαλό βελούδινο τριαντάφυλλο
Αμίλητη η φωνή μου άκουγε λέξη προς λέξη
τα λόγια της καρδιάς σου.
Αντάμωναν οι νότες της μελωδίας στα στήθη
κι οτι γεννιόταν ατέλειωτο τραγούδι σιγής
ανάμεσα στο φλάουτο και την άρπα.
Το στόμα μου ανάλαφρη καταπακτή των χειλιών σου
να ζεσταθεί το στρώμα της ανάσας.
Ένα ζωντανό παραμύθι κυλούσε
στο σοκάκι της νύχτας, ψιθυρίζοντας
μονάχα το όνομα της νεράιδας .. αγάπη!
Ανθρώπων έργα
Εκείνα που δεν πάλεψες
μη με στανιό κακολογάς
στάχτη ήταν στα χέρια σου
τα φύσηξε άστοχος νοτιάς
ήταν δειλό το όνειρο
κι αμούστακη η παρτίδα
μηδέ αγκαλιά τα φίλεψες
μήτε είδες δική τους ηλιαχτίδα
πλανεύτηκες στις Κίρκες
που άστραφταν ζοφερά φιλιά
και ξέχασες την όμορφη Ιθάκη
που χε τα μήλα γαλανά
ξόρκια σου γράφαν οι τρελοί
να σε κρατήσουν στα ψηλά
μα εσύ πετούσες δανεικά
με αρπακτικά μαύρα πουλιά
μη βρίζεις του άδικου το γιο
που γεύτηκε άγουρα την ορφάνια
ψάξε να βρεις στην αποξένωση της
ποιόν έβαλες μπροστάρη άδειας πηγής
σου μήνυσαν τα ξωτικά
με ποιήματα πα σε υγρά παλάτια
μα του στεγνού εγώ σου βήματα
σβήσαν τους τοίχους καψαν τη φωνή
δε ρώταγες δεν έμαθες ποιο
να ναι αυτό το ρόδινο μυστικό
όπου ξυπνάει η ανθρωπιά
και κόβει της θηλιάς καημό
Πιάσε αμόνι και σφυρί
κόψε την πέτρινη κλειδωνιά
να ανάψει η αγάπη στην καρδιά
κι όταν αυτή είναι δυνατή
φτάνει η ρίζα στην κορφή!
μη με στανιό κακολογάς
στάχτη ήταν στα χέρια σου
τα φύσηξε άστοχος νοτιάς
ήταν δειλό το όνειρο
κι αμούστακη η παρτίδα
μηδέ αγκαλιά τα φίλεψες
μήτε είδες δική τους ηλιαχτίδα
πλανεύτηκες στις Κίρκες
που άστραφταν ζοφερά φιλιά
και ξέχασες την όμορφη Ιθάκη
που χε τα μήλα γαλανά
ξόρκια σου γράφαν οι τρελοί
να σε κρατήσουν στα ψηλά
μα εσύ πετούσες δανεικά
με αρπακτικά μαύρα πουλιά
μη βρίζεις του άδικου το γιο
που γεύτηκε άγουρα την ορφάνια
ψάξε να βρεις στην αποξένωση της
ποιόν έβαλες μπροστάρη άδειας πηγής
σου μήνυσαν τα ξωτικά
με ποιήματα πα σε υγρά παλάτια
μα του στεγνού εγώ σου βήματα
σβήσαν τους τοίχους καψαν τη φωνή
δε ρώταγες δεν έμαθες ποιο
να ναι αυτό το ρόδινο μυστικό
όπου ξυπνάει η ανθρωπιά
και κόβει της θηλιάς καημό
Πιάσε αμόνι και σφυρί
κόψε την πέτρινη κλειδωνιά
να ανάψει η αγάπη στην καρδιά
κι όταν αυτή είναι δυνατή
φτάνει η ρίζα στην κορφή!
Κυριακή 17 Ιουνίου 2018
Άσπονδη φίλη
Ξέρεις;
εγώ ποτέ δε θα μιλήσω με σπαθιά
λάτρευα πάντα τις γυμνές γαλότσες
τακούνια του καιρού
που ακούγονταν ακόμα
και στην υγρή άμμο
Φορούν κάτι πατημασιές
που ακούγονται και στα νερά
Δεν αγάπησα ποτέ τις λουστρίνι γόβες
λίγο από κρυμμένο ήλιο μου θύμιζαν
Ξέρεις;
άσπονδη φίλη
γυμνώνουν τα κλαδιά
μα πάλι φυλλωσιές γεμίζουν
μπορεί να έκαψες τα λόγια μου
κι η τέφρα τους
να μοιράστηκε στις χούφτες
κείνων που μόνο τη φωτιά ζητούσαν
μα δεν κατάφερες να σβήσεις τη σπίθα
κι ας με τα δόντια σου
κράτησες ήχους παγωνιάς
Κάτι που δεν είδες είναι το σπόρο
στο χωράφι της ψυχής
μα πως να δεις με κάρβουνα στα μάτια
Κάποτε θα δουν κι εκείνα τα αρμυρίκια
πως έχασαν τη θάλασσα
κρεμασμένα σε ναύλον φάρο
Κι εχει τόση ομορφιά το φως
όταν σφυρίζει η νηνεμία
κι οι γλάροι σηκώνουν το ταξίδι!
εγώ ποτέ δε θα μιλήσω με σπαθιά
λάτρευα πάντα τις γυμνές γαλότσες
τακούνια του καιρού
που ακούγονταν ακόμα
και στην υγρή άμμο
Φορούν κάτι πατημασιές
που ακούγονται και στα νερά
Δεν αγάπησα ποτέ τις λουστρίνι γόβες
λίγο από κρυμμένο ήλιο μου θύμιζαν
Ξέρεις;
άσπονδη φίλη
γυμνώνουν τα κλαδιά
μα πάλι φυλλωσιές γεμίζουν
μπορεί να έκαψες τα λόγια μου
κι η τέφρα τους
να μοιράστηκε στις χούφτες
κείνων που μόνο τη φωτιά ζητούσαν
μα δεν κατάφερες να σβήσεις τη σπίθα
κι ας με τα δόντια σου
κράτησες ήχους παγωνιάς
Κάτι που δεν είδες είναι το σπόρο
στο χωράφι της ψυχής
μα πως να δεις με κάρβουνα στα μάτια
Κάποτε θα δουν κι εκείνα τα αρμυρίκια
πως έχασαν τη θάλασσα
κρεμασμένα σε ναύλον φάρο
Κι εχει τόση ομορφιά το φως
όταν σφυρίζει η νηνεμία
κι οι γλάροι σηκώνουν το ταξίδι!
Παρασκευή 15 Ιουνίου 2018
Πόσο δικός ο άγνωστος
Τίποτε σπουδαίο και τίποτε τρανό
Ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους
Κάθε που πέρναγε απ το σοκάκι του ρόδου
ένα γιασεμί άφηνε στο δρόμο του
Όχι πως θα άλλαζε το χρώμα της πέτρας
μα να ..ειναι που ήθελε να μένει τ άρωμα
σαν συναντιούνται τα πουλιά .
Φιλήσυχος άνθρωπος λιγομίλητος σαν εκείνα
τα λουλούδια που μιλούν στον ήλιο
την ώρα που ξυπνά ο ουρανός .
Αν του μιλούσες βαθιές οι ρυτίδες
του ζύγωναν το ακριβό του χρόνου
με ένα γεμάτο από φύλλα χαμόγελο .
Δεν του άρεσε το κουτσομπολιό μήτε και κείνα
τα μεγάλα γράμματα των επιγραφών .
Στη λεπτομέρεια ποιούσε το νόημα
σε ένα τραγούδι γιόμιζε τις αυλές
στον κήπο των χειροφιλημάτων
Να υπήρχε λες ή μήπως τον φαντάστηκε
κάποιος ουρανός που έβλεπε αλλιώτικα τη γη.
Καμιά φορά μιλούσε με τις πεταλούδες
κι άλλοτε πάλι στο γνώρισμα μιας άγνωστης πέτρας
κυλούσε η ματιά του σαν ζαχαρένιο στρώμα
έτοιμο να σκεπάσει την αλμύρα της ασχήμιας.
Τούτον που λες ακριβοθώρητο τον είπαν
άλλοτε πάλι αλαφροισκιωτο και από ανέμου τόπο
Μα τούτη η λεμονιά κάθε πρωί του γέμιζε το ποτήρι του χυμούς
Λίγο να ξεχαστεί η δίψα λίγο να ξυπνήσει η ψυχή
και κείνο το πολύ ήταν να περπατήσει στην άμμο
να γιορτάσουν τα χνάρια το πέρασμα του
Να χαμε λέει μπόλικους τέτοιους ξινούς
θα βρισκε η ζάχαρη τον τόπο να στήσει κόσμους μαγικούς !
Ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους
Κάθε που πέρναγε απ το σοκάκι του ρόδου
ένα γιασεμί άφηνε στο δρόμο του
Όχι πως θα άλλαζε το χρώμα της πέτρας
μα να ..ειναι που ήθελε να μένει τ άρωμα
σαν συναντιούνται τα πουλιά .
Φιλήσυχος άνθρωπος λιγομίλητος σαν εκείνα
τα λουλούδια που μιλούν στον ήλιο
την ώρα που ξυπνά ο ουρανός .
Αν του μιλούσες βαθιές οι ρυτίδες
του ζύγωναν το ακριβό του χρόνου
με ένα γεμάτο από φύλλα χαμόγελο .
Δεν του άρεσε το κουτσομπολιό μήτε και κείνα
τα μεγάλα γράμματα των επιγραφών .
Στη λεπτομέρεια ποιούσε το νόημα
σε ένα τραγούδι γιόμιζε τις αυλές
στον κήπο των χειροφιλημάτων
Να υπήρχε λες ή μήπως τον φαντάστηκε
κάποιος ουρανός που έβλεπε αλλιώτικα τη γη.
Καμιά φορά μιλούσε με τις πεταλούδες
κι άλλοτε πάλι στο γνώρισμα μιας άγνωστης πέτρας
κυλούσε η ματιά του σαν ζαχαρένιο στρώμα
έτοιμο να σκεπάσει την αλμύρα της ασχήμιας.
Τούτον που λες ακριβοθώρητο τον είπαν
άλλοτε πάλι αλαφροισκιωτο και από ανέμου τόπο
Μα τούτη η λεμονιά κάθε πρωί του γέμιζε το ποτήρι του χυμούς
Λίγο να ξεχαστεί η δίψα λίγο να ξυπνήσει η ψυχή
και κείνο το πολύ ήταν να περπατήσει στην άμμο
να γιορτάσουν τα χνάρια το πέρασμα του
Να χαμε λέει μπόλικους τέτοιους ξινούς
θα βρισκε η ζάχαρη τον τόπο να στήσει κόσμους μαγικούς !
Κρυφτό
Κρύφτηκες
πίσω απο τη σκιά σου
μαυρος μανδύας
έτοιμος να σκεπάσει
τα βαθουλωμένα σου μάτια
να μη φανουν ..να μη κοιτούν
σε προδίδει ..
η ανάσα σου κρότος
που σπάει στο τζάμι
κραυγές της σιωπής
δυο σταγόνες πέφτουν κυλούν
δε σταματούν ..μιλούν
αρνήθηκες
τις μαχαιριές της πίκρας
ντύνοντας τον όρμο των χειλιών
με ένα βελούδο απο χαμόγελο
πέταξαν ..έχασες ανάσες ζωής
κράτησες αλήθειες πνοής
σε προδίδει
το θολό τοπίο των ματιών σου
τα σχισμένα κομμάτια της φωνής
το ραγισμένο σου βλέμμα
έμαθες να λες ..δε πειράζει
μα η καρδιά σου χαράζει
κρύφτηκες λες...τι αστείο ..για δες
να πάρει ευχή
κι αυτός
της ψυχής σου ..ο καθρέφτης
δεν έμαθε ποτέ
...να σε κρύβει!
μη χαμηλώνεις τα μάτια
κατάματα... γελά η καρδιά !
πίσω απο τη σκιά σου
μαυρος μανδύας
έτοιμος να σκεπάσει
τα βαθουλωμένα σου μάτια
να μη φανουν ..να μη κοιτούν
σε προδίδει ..
η ανάσα σου κρότος
που σπάει στο τζάμι
κραυγές της σιωπής
δυο σταγόνες πέφτουν κυλούν
δε σταματούν ..μιλούν
αρνήθηκες
τις μαχαιριές της πίκρας
ντύνοντας τον όρμο των χειλιών
με ένα βελούδο απο χαμόγελο
πέταξαν ..έχασες ανάσες ζωής
κράτησες αλήθειες πνοής
σε προδίδει
το θολό τοπίο των ματιών σου
τα σχισμένα κομμάτια της φωνής
το ραγισμένο σου βλέμμα
έμαθες να λες ..δε πειράζει
μα η καρδιά σου χαράζει
κρύφτηκες λες...τι αστείο ..για δες
να πάρει ευχή
κι αυτός
της ψυχής σου ..ο καθρέφτης
δεν έμαθε ποτέ
...να σε κρύβει!
μη χαμηλώνεις τα μάτια
κατάματα... γελά η καρδιά !
Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018
Παράξενε εαυτέ μου
Θα αλλάξεις λες ..
θα πάψεις πια να βλέπεις θα κοιτάς μόνο
όχι .. όχι δεν θέλεις άλλο πόνο
θα αλλάξεις ….
κεντάς τη μάσκα σου
λίγο από το γκρίζο της υποκρισίας
σκιά απ το λευκό ανεμελιάς
άχρωμο από το χρώμα της αδιαφορίας
χρυσόσκονη στο πλάνο της ψευτιάς
στα χείλη το κραγιόν της προδοσίας
στο μάγουλο σαγήνη μιας ελιάς
χαμόγελο σφιγμένο απ άγιο δάκρυ
και βλέμμα της απόρθητης φωτιάς
θα μάθεις … να σεργιανάς
σε λιμάνια που χουν πλούσιους λωτούς
της λησμονιάς το χέρι θα κρατάς
και πια δε θα σε νοιάζει
Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018
Χρυσαλιφούρφουρο
Υπάρχουν φίλοι; αληθινοί φίλοι
τόσο απλό το ερώτημα και τόσο δύσκολο
να απαντηθεί στις μέρες μας .
Θαρρείς και μέσα σε ένα κλουβί κλειστήκαμε
κι από εκεί μυρίζουμε τον κόσμο
Τα κελιά μας μικρά και τρανές οι εγνοιες
βάσανα σε δισάκια ανέραστου καιρού
και πιόματα χαράς σταγόνες
σε ενα ατελειωτο χορτάρι ζωής
Δρόμοι που κοιτάζονται μια φορά
και τρέχουν να πιάσουν τη σκυτάλη των λεωφόρων .
Χαμένες αξίες ισως στο βιαστικό του χρόνου
και στα αμέτρητα βήματα που μια στο καρφί χτυπούν
και μια στο πέταλο,για λιγες πιτσιλιές του ήλιου
Όμως ναι φίλε μου υπάρχουν
να απαντηθεί στις μέρες μας .
Θαρρείς και μέσα σε ένα κλουβί κλειστήκαμε
κι από εκεί μυρίζουμε τον κόσμο
Τα κελιά μας μικρά και τρανές οι εγνοιες
βάσανα σε δισάκια ανέραστου καιρού
και πιόματα χαράς σταγόνες
σε ενα ατελειωτο χορτάρι ζωής
Δρόμοι που κοιτάζονται μια φορά
και τρέχουν να πιάσουν τη σκυτάλη των λεωφόρων .
Χαμένες αξίες ισως στο βιαστικό του χρόνου
και στα αμέτρητα βήματα που μια στο καρφί χτυπούν
και μια στο πέταλο,για λιγες πιτσιλιές του ήλιου
Όμως ναι φίλε μου υπάρχουν
Ειναι εκεινοι που χρόνια μαζί τους περπατάς
κι αν σηκώσεις το πέλμα το χνάρι τους
ενα με το δικό σου γίνεται .
Αν απλώσεις την φωνή σου ξέρεις
πως με τα λόγια τους μιλάς
ακόμη κι εκεινο το γαργάρισμα που πέφτει
στο γέλιο σου εχει ενα ηχο που δικό τους ειναι
Που έπαιξες στις τραμπάλες των μικρών τους κύκνων
γευτηκες το τραπέζι τους τρατάροντας
τους δικούς σου καρπούς .
Λεύκες που οσο κι αν τους λυγά ο χειμώνας
τα πρασινά τους φύλλα τον ίσκιο θα σου δίνουν
Δοκιμασμένες στη βροχή , στ αντάριασμα
και στην γλυκιά πύρινη γλώσσα του σούρουπου
στ αγιάζι στη φουρτούνα και στο κάλμα
της θάλασσας θα σεργιανίζουν στο καράβι σου
μαθαίνοντας τους γλάρους να πεταρίζουν
πλαι σου μη νιώθουν μοναξιά τα κύματα.
Ειναι οι άλλοι που γνώρισες μέσα απο ενα άγραφο τοπίο
μα ένιωσες τα κλωνάρια τους στο δέντρο σου
τη μουσική τους σε ένα τραγούδι σεβασμού
που απαλά στην άρπα χτυπούσε την ωρα που οι χορδές σου
ψιχάλιζαν υπόκωφους ήχους .
Πολύτιμοι λίθοι δίχως στρας μα πάντα φωτεινοί
έτσι που να βρίσκεις το δρόμο να τους συναντήσεις .
Τυφλοί και οραματιστές στα τύμπανα της σιωπής
μα με τόσο βελούδινο δέρμα που πάνω σου κρέμεται
χάδι απο αυρα καλοκαιριού .
Αγνώριμα σημάδια με τόσο οικείες ουλες που ακόμα
και τα χρώματα μπερδευονται να βαφτίσουν .
Πεταλούδες που η γύρη απ τα λουλούδια στο στόμα τους ρίχνει
το άρωμα να σκεπαστούν οι τριανταφυλλιές σου.
Ακοίμητοι φρουροί δίχως όνομα μα με ταυτότητα
που γεννά η ανατολή κι αγκαλιάζει η δύση
Όχι φίλε μου δε χάθηκαν ολα
βαστουν πετροχελίδονα οι φωλιές κι αμέτρητα αηδόνια
γελούν με ανθισμένες τις αυλές
Χρυσαλιφούρφουρο φυλάει στις καρδιές
που με ένα νευμα ενώνουν το φιλί
και σβήνουν μέρες μοναχές
κι αν σηκώσεις το πέλμα το χνάρι τους
ενα με το δικό σου γίνεται .
Αν απλώσεις την φωνή σου ξέρεις
πως με τα λόγια τους μιλάς
ακόμη κι εκεινο το γαργάρισμα που πέφτει
στο γέλιο σου εχει ενα ηχο που δικό τους ειναι
Που έπαιξες στις τραμπάλες των μικρών τους κύκνων
γευτηκες το τραπέζι τους τρατάροντας
τους δικούς σου καρπούς .
Λεύκες που οσο κι αν τους λυγά ο χειμώνας
τα πρασινά τους φύλλα τον ίσκιο θα σου δίνουν
Δοκιμασμένες στη βροχή , στ αντάριασμα
και στην γλυκιά πύρινη γλώσσα του σούρουπου
στ αγιάζι στη φουρτούνα και στο κάλμα
της θάλασσας θα σεργιανίζουν στο καράβι σου
μαθαίνοντας τους γλάρους να πεταρίζουν
πλαι σου μη νιώθουν μοναξιά τα κύματα.
Ειναι οι άλλοι που γνώρισες μέσα απο ενα άγραφο τοπίο
μα ένιωσες τα κλωνάρια τους στο δέντρο σου
τη μουσική τους σε ένα τραγούδι σεβασμού
που απαλά στην άρπα χτυπούσε την ωρα που οι χορδές σου
ψιχάλιζαν υπόκωφους ήχους .
Πολύτιμοι λίθοι δίχως στρας μα πάντα φωτεινοί
έτσι που να βρίσκεις το δρόμο να τους συναντήσεις .
Τυφλοί και οραματιστές στα τύμπανα της σιωπής
μα με τόσο βελούδινο δέρμα που πάνω σου κρέμεται
χάδι απο αυρα καλοκαιριού .
Αγνώριμα σημάδια με τόσο οικείες ουλες που ακόμα
και τα χρώματα μπερδευονται να βαφτίσουν .
Πεταλούδες που η γύρη απ τα λουλούδια στο στόμα τους ρίχνει
το άρωμα να σκεπαστούν οι τριανταφυλλιές σου.
Ακοίμητοι φρουροί δίχως όνομα μα με ταυτότητα
που γεννά η ανατολή κι αγκαλιάζει η δύση
Όχι φίλε μου δε χάθηκαν ολα
βαστουν πετροχελίδονα οι φωλιές κι αμέτρητα αηδόνια
γελούν με ανθισμένες τις αυλές
Χρυσαλιφούρφουρο φυλάει στις καρδιές
που με ένα νευμα ενώνουν το φιλί
και σβήνουν μέρες μοναχές
Κυριακή 10 Ιουνίου 2018
Το γελαστό παιδί
Ένα ερωτηματικό παιδί
έτσι το λέγαν
βλέπεις δεν είχε όνομα
κάπου εκεί στο όνομα πατρός
η λέξη ήταν κανένας
μεγάλωνε στο βυζί της μάνας του
πρωτόγαλα η αγάπη
μ αυτήν να σπέρνει
σβόλους στα βαθιά
δίχως να του λείπει τίποτα
παρά μόνο αυτό το άδειο ..κανένας
κάποτε το ρώτησαν
αν τα σπαθιά του κρυβαν πολέμους
κι αυτό χαμογελώντας απάντησε
πως οι μύτες τους είναι
μυρτιές που σκάβουν το χώμα
γλυτώνοντας τις ροδιές από την αγριάδα
Στις αυλακιές γυμνώνονταν
το νερό του δίκιου
κι οι πλάτες α! οι πλάτες
γιομάτες ονόματα αγέννητων κλαδιών
μαυροντυμένες μυροφόρες
στα κάτασπρα γέλια τους
τα δόντια τους οροσειρές δύναμης
που κάμουν το δάκρυ μουσική
Τίνος είναι τούτο το παιδί
γελαστό κοιμήθηκε
κι αγκάλιασε τη μάνα γη.
Κι αν οι καπνοί κοπάσαν
και στέφθηκε η λήθη
με άοσμο και πλαστικό
αποκοτιάς το χνούδι
στου Δίστομου τη ράχη
γεννιέται ένα λουλούδι
στης μνήμης το τραγούδι
που χει σφεντόνα την καρδιά
και φλάμπουρο τη λευτεριά
να μην ξεχνά τ αηδόνι να κελαηδά!
βλέπεις δεν είχε όνομα
κάπου εκεί στο όνομα πατρός
η λέξη ήταν κανένας
μεγάλωνε στο βυζί της μάνας του
πρωτόγαλα η αγάπη
μ αυτήν να σπέρνει
σβόλους στα βαθιά
δίχως να του λείπει τίποτα
παρά μόνο αυτό το άδειο ..κανένας
κάποτε το ρώτησαν
αν τα σπαθιά του κρυβαν πολέμους
κι αυτό χαμογελώντας απάντησε
πως οι μύτες τους είναι
μυρτιές που σκάβουν το χώμα
γλυτώνοντας τις ροδιές από την αγριάδα
Στις αυλακιές γυμνώνονταν
το νερό του δίκιου
κι οι πλάτες α! οι πλάτες
γιομάτες ονόματα αγέννητων κλαδιών
μαυροντυμένες μυροφόρες
στα κάτασπρα γέλια τους
τα δόντια τους οροσειρές δύναμης
που κάμουν το δάκρυ μουσική
Τίνος είναι τούτο το παιδί
γελαστό κοιμήθηκε
κι αγκάλιασε τη μάνα γη.
Κι αν οι καπνοί κοπάσαν
και στέφθηκε η λήθη
με άοσμο και πλαστικό
αποκοτιάς το χνούδι
στου Δίστομου τη ράχη
γεννιέται ένα λουλούδι
στης μνήμης το τραγούδι
που χει σφεντόνα την καρδιά
και φλάμπουρο τη λευτεριά
να μην ξεχνά τ αηδόνι να κελαηδά!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






















