Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Τίποτε δε μίλησα που δεν ειχε συνείδηση

Οριακά κρυμμένες συμφωνίες
στα φτερά των χελιδονιών 
να τραγουδήσουν το αδιάβαστο μονοπάτι 
Στις φούστες των γυναικών 
ζωγραφισμένες ανεμώνες
ποδιές της άνοιξης φορτωμένες παιδικά μάτια  
Στην παγωμένη βρύση ανθίζει το μέλι 
να θερίσουν γαλανά καλοκαίρια 
Ο περίγυρος γυμνασμένα πέταλα 
στο άνθος του μεσημεριού 
Ζεστές μελαγχολίες με τη φλόγα στα χείλη 
καρτερούν νιούτσικες αχτίδες 
να γεμίσουν φως τα στόματα 
Τίποτε δε μίλησα που δεν είχε συνείδηση
Κι έτσι γυμνός από μένα ζευγατίζω 
την ομορφιά του ανέμου με το τραγούδι του νερού . 
Αβόλευτος βαφτίζομαι σπόρος 
να με μαθαίνει ο ουρανός το νόημα της ψυχής του 
Κι ότι αγαπώ τελάλης των άστρων
που βυζαίνει την ψίχα του στέρνου μου !



Καρφιά και κροτίδες

Καρφιά και κροτίδες ,
τίποτε που να θυμίζει  
λίγο ένα κάτι
γυμνής ανθρωπιάς
Τόσοι σταυροί κι ο Γολγοθάς
ατέλειωτα ματώνει 
μαζεύοντας πλαστικά λουλούδια 
στους τάφους των ζωντανών !




Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Τυφλό το βλέμμα 
μα τούτος ο δρόμος της καρδιάς 
ξάστερα πως κοιτά 
τα ακοίμητα του νου της !

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Πορευτηκαν τόσα στη μέρα 
μα να ειναι που 
τούτο το βάδισμα στη νύχτα
αλαφροίσκιωτο να γέρνει 
στους ώμους ζεστασιά 
με ένα ρόδο στο στόμα 
ξυπνά την ανατολή 
στο πιο γλυκό χαμόγελο! 

Μεγάλη Δευτέρα

Μεγάλη Δευτέρα
Ετούτη η εβδομάδα βουνό της φαινόταν 
σαν απολογισμός του κόσμου που μόνο δάκρυα
της έφερνε. Θυμόταν τα μικράτα της
κι έμπαιναν στα μάτια της τόσα πεινασμένα,
σκονισμένα παιδιά που θαρρείς ένοχη αισθανόταν 
που κείνη γελούσε κι έπαιζε με την πάνινη μπάλα
στην αυλή με τους βασιλικούς .
Πονούσε που από κεινα τα τσουρέκια της μαμάς
με το μοσχοβολιστό Χαλέπι δε μπορούσε να ταΐσει,
τα λυπημένα στόματα 
Θυμόταν τα κεριά της εκκλησιάς που τόσο μικρή
σαν ήταν καθώς άναβαν οι φλόγες τους 
ζέσταιναν θαρρείς την πλάση ολάκερη . 
Όχι πως ήταν της εκκλησίας της πίστης ήταν . 
Κείνης που προσπαθούσε να δει έναν καλύτερο άνθρωπο . 
Όχι αναβοντας μανουάλια μήτε χαρίζοντας 
χρυσά και ασημένια σκουλαρίκια ή πλουτίζοντας το παγκάρι
με πουγγιά να γεννηθεί το θάμα . 
Κείνη να από το ζυμωτό ψωμί και λίγα αυγά φρεσκοβγαλμενα
από τη φωλιά θα δωνε στην κυρα Αφροδίτη .
Μεγάλη γυναίκα και μονάχη της πως ήταν,
πάντα στο νου την είχε .
Θυμόταν τόσες χαρές στην αυλή ,γέλια σφιχταγκαλιασμένα
Τουρκοι , Έλληνες, Κούρδοι μα μια γλώσσα τους έδενε
αυτή της καρδιάς . Από ένα πιάτο ο παστουρμάς , 
κι εκείνο το τσιμενι του το στόμα του άνοιγε να κάψει
κάθε ξένο . Καθώς άκουγε στο ράδιο τις ειδήσεις ολα χωριστά.
Χωριστά άνθιζαν τα χώματα κι αυτό κινίνο στα χείλη της έπεφτε.
Θυμόταν την μάνα τον πατέρα που έφυγαν λέει,
μα κείνοι να που ακόμη και σ αυτά τα μικρά ξυλίκια
της ρίγανης ήταν που κρατούσε στα δάχτυλα ,
καρτέρι της να χυθούν στο γιαουρτ τσορμπά 
να νοστιμίζουν το λάρυγγα .
Αχάριστη δεν ήταν είχε τα παιδιά τα εγγόνια ,
κείνες τις ζεστές πεταλούδες που ακόμα 
και στην παγωνιά έφτανε μια αγκαλιά να σβήσει το μαγκάλι 
απ τη φωτιά τους . Είχε τον Νίκο που μέσα απ την ανημποριά του
τόσα χωρατά της έλεγε και πως γελούσε παναγία μου .
Όχι κανένα παράπονο απ την ζωή δεν είχε . 
Ότι πέρασε δικός της δρόμος ήταν κι αυτός σπυρί σπυρί
μεγάλωνε την ομορφιά του . 
Μα τούτη η εβδομάδα σκληρή γινόταν καθώς στο παζάρι
συναντούσε στα καλάθια λογής λογής κοπίδια . 
Πλούτο και υποκρισία , σκυμμένες ψυχές δουλικά 
προετοιμασμένες κι ανήμπορες να σηκώσουν τους σταυρούς. 
Πως γίνανε τόσοι που να πρωτο κοιτάξει κι ο ουρανός . 
Μάτωνε τούτη η βδομάδα ,μάτωνε τους συλλογισμούς της καρδιάς. 
Μα πάλι και με βρεγμένα μάτια γελούσε .
Ίσως να ταν ,τούτο το χελιδόνι που κουβαλούσε την άνοιξη,
το μωρό στο μπαλκόνι που έπαιζε με τα αυτοκινητάκι του,
η πασχαλίτσα που κοβε βόλτες στην κουρτίνα ,
το ακάλεστο αηδόνι που θρονιάστηκε στο δέντρο
ίσως η Αθηνά που την κοιτούσε και ίσως... να της έμοιαζε!  

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Χορός

-Που κοιτούσαν τα μάτια σου
την ώρα της μουσικής;
-στa τάστa της κιθάρας
δεν είδες το χορό
-όχι
-λεπτές ισορροπίες
-και πως να τις δω
-διαλέγοντας
τα χρώματα που φοράς
κι εκείνες τα βήματα που θα σε βρουν
Και που δεν είσαι εδώ τραγουδάμε 
Στις κορδέλες των μαλλιών μας 
τρέχουν ζεστά τα όνειρά μας, 
τα μεγάφωνα της καρδιάς μας 
στο τέρμα της μουσικής 
Και που γελούμε σαν να μην υπάρχουμε 
μακρινά να γεννιόμαστε, 
στην πράσινη κοιλάδα  
στα λευκά πόδια των αλόγων 
Η πέτρινη βρύση κυλά αργά αργά 
το καθάριο νερό της 
μεθούν οι πασχαλιές κι ανοίγουν 
τα κουμπάκια απ το πουκάμισο της άνοιξης 
Στρατιές παιδιών βάφουν την νύχτα 
Ζούμε μάτια  μου ζούμε σε διάφανο ορίζοντα 
στις μικρές πόλεις μας βαδίζουν ξυπόλητες 
μπουμπουκιασμένες , δροσερές χαρές 
να μοιράσουν τα φύλλα τους 
στην αγκαλιά των φτωχών σπουργιτιών 
Στο καλωσόρισμα των χελιδονιών 
ζεσταίνουμε την φωλιά μας 
Και που λείπεις μαζί σου γελώ 
στην αυλή μου δεν εχει όρια η αγάπη 
Χορεύουμε; 


Άτιτλο

Κι έρχεται εκείνη η σιωπή
βουτώντας τα μάτια της
στην ψίχα της ανάσας
οργώνει
όλα τα λόγια που χύθηκαν
να ξεστομίσει!

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Τόσο αλλιώς 
τόσες αποστάσεις
κύκλοι ..δρόμοι 
γέλια ,φωνές
ψίθυροι 


κι αυτό το χαμόγελο
στον καθρέφτη
εσένα δείχνει !

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Κι από όλες τις ερμηνείες
που έδωσα τίποτε δεν έμαθα .
Άγουρα βαδίζω . 

Νωρίς να πω το ξέρω
αργά αργά να ακολουθώ
Μοναδικός ήλιος ο άνθρωπος!

Συνθηματα στο βλέμμα

Μετρώ
δυο τριανταφυλλιές , 

ένας ήλιος
μια αγριομηλιά
ένα μπουκέτο καρδιές
δέκα μίσχους
στο μπόι των ματιών
εφτά ουρανούς
να χτυπούν φτερά
τρία συνθήματα
στους τοίχους να μιλούν
έξι κόκκινες φορεσιές
να ανταλλάσουν αγκαλιά
εννια μελισσουλες να ποτίζουν
ζουζούνισμα γλυκολαλιάς
Τι όμορφος κόσμος!
Γελάς, γιατί γελάς
Δεν ξέρω εσύ;
Ούτε εγώ
Να για αυτό ξύπνησε η ζωή
με ένα γλυκό φιλί!

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Στάζει φως το σκοτάδι
τίποτε πια δεν κρύβει το φεγγάρι 
ανέμελα ροδίζουν τα φύλλα  !

Ποδηλάτες άνοιξης

Για τούτο νικάμε 
γιατί τα λόγια μας
ανταμώνουν σε ξάστερο ουρανό .
Φύλαξαν 
την λιακάδα κάτω από ιστό ομίχλης 
γητεύουν 
το ώριμο να ξαναγεννηθεί το νιο 
απλώνουν
στους Κύκλωπες κόρες με χίλια μάτια 
στις συμπληγάδες 
το φιλί να σπά τον ίσκιο η πνοή 
ξοδεύουμε 
τον ήλιο σε φεγγαριού αυλή 
Για τούτο νικάμε 
τη ζωή κερνώντας την ψυχή!


Φωνή


Τρίτη 7 Απριλίου 2020

'Ατιτλο

Αν ακούς τη σιωπή
δος της τη νότα να τραγουδήσει

τα χέρια της μυρίζουν γιασεμί !

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

'Ατιτλο

Και τι νομίζεις
πως ειναι η ομορφιά
ένα παράθυρο
με θέα
το ενυδρείο της ψυχής
που κουβαλά
τη γη της αγάπης!




Πίνακας βροχής

Νύχτωσε 
Οι δυνατές στάλες της βροχής ακουμπούσαν στο τζάμι .
Ακαθόριστος ο χορός τους, μα κείνος τη μελωδία τους άκουγε
Χωρίς δεύτερη σκέψη έστησε το τρίποδο με τον καμβά του
άρπαξε τη παλέτα του και σιγοψυθιρισε.
Θα ζωγραφίσω την βροχή . Πως ήξεραν οι μικροί φωτεινοί 
ξορκιστές ,τα πινέλα του κείνον ,χοροπήδησαν 
με το γέλιο τους στα δάχτυλα του . 
Σε μια άκρη κατέβαινε σαν καταρράχτης.
Πω πω θυμωμένη που ήταν . 
Ναι πολύ θυμωμένη με τους ανθρώπους,που μήτε το ταίρι της
τον ήλιο εκτίμησαν μήτε εκείνη που τόσα παιδιά της βύζαξε,
να γίνουν σύννεφα να μεγαλώσουν στις ποδιές τους 
μικρά ρυάκια κι ύστερα τρέχοντας να τα δωρίσουν σε κείνους 
να γεννηθεί η άνοιξη , να γίνει το στάχυ ψωμί ,
να μεγαλώσει το καλαμπόκι ,η ελιά ,να βγει το λάδι να τρέψει , 
να λικνιστούν οι παπαρούνες να παίξουν 
παιδιά στα λιβάδια του νου και της καρδιάς . 
Περίμενε ,περίμενε να καταλαγιάσει λίγο το γκρι να σταματήσει 
το παράπονο .Με το μολύβι του σκιτσάρισε μικρά μπαλόνια 
κι ύστερα τα γέμισε λευκό του κρίνου  . 
Για κείνα τα άσκεπα να χουν το χρόνο 
να κρατήσουν στους κουβάδες τους τα παιδιά της ,
να πλύνουν το πρόσωπο ,να λούσουν τα μαλλιά της λευτεριάς ,
να βρουν τον τόπο τους τα μάτια. 
Άφησε μερικά διάφανα να σβήσουν τους καπνούς ,
να χει ο πηγαιμός ορίζοντα στο αθέατο του κόσμου .
Να συναντήσουν τη λίμνη των κύκνων.
Κι εκείνη τι όμορφα στο αντάμωμα έπινε τα φιλιά της 
Πέταξε πολύχρωμες πινελιές να μαζευτούν λουλούδια ,
ανακατεμένα να μουρμουρίζουν, το όνειρο της θάλασσας.
Φύτεψε μικρές κόκκινες σταγόνες απ άκρη σ άκρη του καμβά 
να μη λογιάζει ο ουρανός,πως εχει άλλο χρώμα η αγάπη . 
Στο μικρό διάδρομο που έμεινε είδε δυο σταγόνες 
να αγκαλιάζονται στο ένα βήμα .
Ένα ζευγάρι έδενε το φιλί ξυπόλητα, πλατσούριζε στα νερά της. 
Ανάγλυφα στο σώμα της ψυχής ξεπλύθηκε ο θυμός της 
κι όμορφα που στέγνωνε στην αγκαλιά,
μυρίζοντας τον ερχομό του ήλιου! 



    

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Απολογισμός

Θλίβομαι για έναν κόσμο 
που ποτέ δε θα σε ρωτήσει τι κάνεις
μια τελεία και ένας στίχος 
είσαι για κεινον 
που δε εκτίμησε ποτέ ότι του χάρισες
κομμάτια απ τα κομμάτια σου .
Για λίγες σταγόνες θεαθήναι
και καθωσπρεπισμου, 
στο φλας της επικαιρότητας 
μετρά το υφος και την πόζα που του πρέπει 
Έναν κόσμο που μιλά για τον άνθρωπο 
μα  που φροντίζει να τον τσακίζει
να φτάσει ο ίδιος στην κορφή 
της άδειας πατούσας 
πέφτοντας πάνω σου σαν αρπακτικό  
Λυπάμαι για έναν κόσμο 
που το πρωί σε θαυμάζει το μεσημέρι σε δέχεται 
το απόγευμα σε παρατηρεί το βράδυ σε ξεχνά 
την χαραυγή σε πολεμά χατίρια ποτέ δε χαλά 
Λυπάμαι αυτόν που δεν είδε ποτέ την ψυχή
μα χορταίνει στο βύζαγμα της δικής του σκέψης 
κι αμολάει χαρταετούς να βρει λιβάδι 
Αγάπησα την μοναξιά κι έμαθα ποια είμαι 
Έμαθα να αγαπάω απ την αγάπη κι όχι απ την ανάγκη 
να αφήνω χρόνο και χώρο να πεταχτούν οι μάσκες 
να δέχομαι μα όχι να ανέχομαι 
Κρατώ τα λίγα όμορφα αυτά που όπου κι αν βρεθούν 
παρέα στους λεμονανθούς θα αγκαλιαστούν
Α! κι εκείνο το ωραίο αν δεν τους αφήσεις 
δε σε πονάνε κρατήστε το για σας 
Γιατί θα συνεχίσω να πιστεύω στον άνθρωπο 
να βλέπω τα άσχημα και την ομορφιά 
όχι μέσα από συνταγές μα στην καρδιά της ζωής 
κι έτσι θα ονειρεύομαι πως κάποτε ο δρόμος 
θα γεμίσει ανεμώνες 
Στον κόσμο μου δε τα φυτεύουν
τα  ξεριζώνουν τ 'αγκάθια να φανεί ο κήπος  
Γυρίζω σε μένα όχι ποιήτρια αλλά άνθρωπος !

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Άτιτλο

Στο μοβ δεμένα λουλούδια 
ακολουθούν το φως 
στη γη του στέρνου να κοιμηθούν!

Όλα αλλάζουν

Όλα αλλάζουν 
Οι πόλεις μετατρέπονται σε τεχνητά ρυάκια 
να μηχανεύονται διακόπτες το σφυγμό τους 
Τα ποδήλατα διακόπτονται στους δρόμους 
από ελάχιστα πετάλια που ανθούν 
Τα φώτα άτσαλα σμίγουν τα φρύδια τους 
να σκοτεινιάζει και η λιγοστή φλόγα απ το λυχνάρι
Υποκλίσεις καπνών συναντούν τις ακτές 
μπαρουτιασμένες ώρες με σβηστό το φιτίλι
Μπόρες φυλούν τη Δημοκρατία μη ξεμυτίσει
σγουρό το  γαρύφαλλο και πάρει μυρουδιά ο αέρας 
Ντυμένοι με κάγκελα βαδίζουν οι άνθρωποι
ώσπου να σπάσει η ψυχή τη σάρκα 
Εσύ μελετημένος του τροχού αναβάτης 
κι εγώ αδράχτι που έπλεξε τον αργαλειό
καρτερικά βαδίζουμε με κρατημένο το νου 
ζωσμένοι με τα φυσίγγια της καρδιάς 
να πολεμήσουμε  τον αργό θάνατο 
Νοσταλγοί της αδέσποτης ανεμώνης 
τον χορό των κάμπων,τις σβούρες στις ηλιαχτίδες 
Μιλάς κι άγνωστος είσαι και που εγώ σε ξέρω 
κι έτσι σμίγοντας σιωπή με τη σιωπή 
ξελυνει το καράβι μας κι αρμενίζει στα πέλαγα 
προτείνοντας στο ορίζοντα μια αλλιώτικη μέρα 
με φορτωμένα τα αμπάρια της ψυχής
όνειρα που δεν ήρθαν, σμιλεύονται στον ήλιο 
να κρατούν τις αγκαλιές 
που ακούν η μια την άλλη μονάχα με ένα νεύμα 
αιώνιας νιότης .
Γυρεύοντας τον ίσκιο μας θα βγούμε στα ανοιχτά
μιλούν τα χελιδόνια !




Ανυπότακτα

Σε πείσμα των καιρών
των άθεων θεών
μες τους καπνούς
και στα φουγάρα
στη χαρμολύπη της ζωής
κεντάμε το χαμόγελο
μιας όμορφης στιγμής
και προχωράμε
Όσο υπάρχει ουρανός
θα πετάμε
με ένα φιλί της προσμονής
σε ένα ατέλειωτο ταξίδι
με μέντα μια αγκαλιά 
κι αστέρια 
κόκκινα φύλλα από καρδιά !

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Άτιτλο

Από εκείνη τη σιωπή 
έμαθε τις λέξεις 
που είχε το νόημα 
Πέταξε 
σαν πιο ψηλά απ τον ήλιο
Δεν εχει γη .. η αγάπη
κείνος που αγαπά 
ακούραστα πετά !

Άτιτλο

Τώρα που βραδιάζει
σφράγισε τα λόγια
στο χρονοντούλαπο της μέρας
κι άσε την ψυχή
να τραγουδήσει
να μυρίσει τα τριαντάφυλλα
του κήπου της
να φτερουγίσει
πλάι απ το φεγγάρι
άστη να πλατσουρίσει
στις όχθες της σιωπής της
να σκεπάσει απαλά το όνειρό της
μιλώντας με τον ήχο
των χτύπων της να νιώσει .. να νιώσει
Τίποτε πιο ζεστό απ το χνώτο της
και τόσο όμορφη κουβέντα

ετούτο το.. αύριο πάλι
αύριο μια άλλη μέρα
Καληνύχτα να προσέχεις !


Χόρεψε ήλιε

Τόσο μπλε
ένα κοχύλι υγρό φιλί 
μια γουλιά 
απ το κρασί της θάλασσας 
λευκό κατάρτι η ψυχή
κι η κουπαστή ταξίδι 
χόρεψε ήλιε
κύματα φλόγας στα νερά
να στάξει η μελωδία 
κόκκινα άνοιξης πανιά ! 

Κοιμήσου και αγνάντευε

Για τον Μανώλη Γλέζο 

Μίλησε μου
για κείνα που λέγαμε ιδανικά
θυμάσαι πως σβούριζαν
στο κεφάλι μας ασκέπαστα
σαν φύλλα που ξέφυγαν
απ τον κορμό της συνήθειας

Θύμισε μου
ήταν ο ήλιος που ξύπναγε
κάθε πρωί φορτωμένος
με το λιοπύρι της καυτής ανάσας
ή εκείνο το άλμπουρο
που ζήλευε τα ταξίδια μας

Πες μου
σε ποια κιτάπια γράφτηκαν
οι ιδέες του λεύτερου χορού
που αρμένιζαν στα κύματα
κι άγγιζαν το λυχνάρι
του άδικου λυτρώνοντας το στάχυ

μα άκου με
δεν τέλειωσαν τα ανήμπορα
δεν σώθηκαν οι μπόρες
στα χέρια έμειναν σταυρός
και λόγχες που φωνάζουν
άγουρο πηγαιμό τα νώτα να διαβάζουν

Δες πόσα άφησες να ζουν
στης νιότης το κανάτι
αμάραντο έχει η ψυχή
ενός παιδιού το δάκρυ
Κοιμήσου  και αγνάντευε
πως θα ρθει εκείνη η ώρα

που θα βαδίζει η φωνή
με μιας χροιάς τα δώρα!





Γλυκοχάραμα

Χαράζει 
τα χρώματα του ουρανού 
χτίζουν την δική τους 
φωλιά τραγουδώντας  
Απόλυτη ησυχία
Τούτη την ώρα σωπαίνουν 
οι σκέψεις των ανθρώπων 
κι ακούγονται τα οράματα των πουλιών
Το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα 
ζεστή μουσική που απλώνει 
τα δίχτυα της στον άνεμο 
Ρουφά η πεταλούδα το μέλι του πρωινού 
στη γύρη της μαργαρίτας 
Ακολουθώ τα ανοίγματα 
απ τα φτερά του ήλιου 
σκανδαλιαρικες μικρές πιρουέτες 
στο χορό της γεμάτης κοιλάδας 
Α! όμορφη που σαι άνοιξη 
που και σε μυρίζω μέσα μου 
αλλιώτικα ανθίζει ο κήπος του κόσμου!

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Θόρυβοι

Τα δύσκολα να κοιτάς κατάματα 
κάνουν κρότο τα εύκολα !







Άτιτλο

Μαθαίνεται η γλώσσα της θάλασσας
την ώρα που κάθε φεγγάρι μετρά τα κύματα
να αφήσει το γέλιο του !

Μεθυσμένο τζιτζίκι

Φτηνές κατασκευές
προκάτ που αλφαδιάζουν
το στερέωμα
σε σάπια σανίδια
να ζαλίσουν το χρόνο

άνοιξε τα μάτια σου άνοιξη
πως θόλωσες στην ίδια σου τη γύρη

μεμβράνες σε χαλεπούς καιρούς
πως να κρατήσουν
της φυλλωσιάς το βάρος

τραβάς το κρόσσι να ξηλώσεις το χαλί
μα αλλού βαρούν οι κόμποι
κι άλλου της άκρης η διάφανη κλωστή

κι εσύ εκεί πείσμα αγονάτιστο
να τραγουδάς τα όνειρα που κουβαλάς
τζιτζίκι που βαλε παλτό τον ήλιο
κλάδεψε μια φέτα ουρανού
και μέθυσε απ της ελπίδας το νερό!


Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Άτιτλο

Κι ειναι φορές 
που προτιμώ την μοναξιά μου 
εδώ .. μαζί σου !

Υπόγεια θέα

Όταν ολα θα έχουν τελειώσει 
τι μακρύς κι αόριστος δρόμος 
Μα εγώ δεν θέλω όταν 
εδώ θέλω να είσαι , τώρα 
Τώρα που δύσκολα περνά η μέρα 
κι απλώνει τη μοναξιά το φεγγάρι 
Τώρα να μένεις δίπλα μου
να γεμίζει το δωμάτιο φωνές και γέλια
Να σου μαντάρω τις πληγές που κρατάς 
στο λαιμό κοιτώντας τα δάχτυλά σου 
Να δακρύζω για σένα κι εσύ να γελάς 
Ασπόνδυλα πουλιά εμείς να κοιτάμε , 
τα λυπημένα συννεφα 
που ψάχνουν να ρίξουν το είναι  τους 
και σαστισμένα κοιτούν μια τον καπνό 
μια το φόβο . Που να γείρουν ; 
να θέλει βροχή κείνο το ριχταρι που πουλά 
άδικα κορμιά στο στόμα του λύκου 
μη λογαριάζοντας μήτε τις λαλιές της θάλασσας 
μήτε το κλάμα απ το χώμα;να χρειάζονται δάκρυα 
να ξεπλυθούν τις ψυχές που άσκοπα παραδόθηκαν; 
Λογάδες , λογάδες να μαστε που αναζητούν 
το αίνιγμα στον κόμπο της παγίδας 
Εδω να σαι να μπορώ να ράβω τ αστρα 
ένα ένα στο μαξιλάρι σου να κρατηθούν τα όνειρα 
Να γελώ στην άδεια καρέκλα σου 
κι αυτή να ζωγραφίζει την μορφή σου 
Τα κρύα χέρια σου να μπαίνουν 
σαν άνεμος στη χούφτα απ το μαϊστράλι 
που πλεγμένο είναι απ τα μαλλιά 
της τρυφεράδας κι από το Α του ατέλειωτου 
Να συλλαβίζεις τα φωνήεντα κι εγώ τα σύμφωνα, 
να σου δίνω γεμάτα φως από μια μπάντα καλοκαιριού, 
έτσι που κάθε νότα να χει το ταίρι της
Να βρει το λόγο η μουσική 
που η φλογέρα που απλώνει τα φτερά της 
να παίξουν χαρούμενα παιδιά , το κρυφτό του ήλιου 
στην τραμπάλα της σκονισμένης άνοιξης 
σκεπάζοντας τα φύλλα με τη γύρη της .
Εδω να σαι να ανοίγει η πόρτα της γης 
στο γαλάζιο σακάκι του ουρανού 
καρφιτσώνοντας στο πέτο 
ένα κόκκινο μολύβι να κουβαλά το νόημα ! 



  

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Άτιτλο

Όπου γελούν
τα πουλιά να κοιτάς
όσους ανέμους
κι αν πέρασαν
μήτε η λαλιά 
μήτε τα φτερά τους
παραδόθηκαν
..στη γη !



Τρίτη 24 Μαρτίου 2020

Άτιτλο

Μονολογούν τα φύλλα
η άνοιξη θα ρθει 
κι εκείνη άπλα σιγοψιθυρίζει 
το τραγούδι της λίμνης 
στον ίσκιο της ελπίδας !


Στο άσπρο δωμάτιο

Επαναλήψεις
Κουρντισμένες σαν από άλλη εποχή
Ξαναζεσταμενες αυταπάτες
γυρνώντας το κουτάλι και το κυνηγητό
ηδονής , αυταρέσκειας , κι ίσως
η νέα μικρή πια να του ανήκε
Άνθρωπος που χόρταινε πια
στο βυζί του σίγουρου
και ξεροστάλιαζε για λίγο κενό .
Το ιστορικό του διάβαζε ο γιατρός
που τον πρόσεχε .
Σπασμένοι κύκλοι και ξανά κύκλοι που ούτε
μια άκρη δεν βρίσκαν να ενωθούν
Και τώρα κύριε Φώτη έχετε κανέναν
να σας ακούσει κάποιον να σας ξυπνά το πρωί
ραντίζοντας τη μέρα με ένα δροσερό φιλί ;
Ξέρετε κοροϊδεύουμε τη ζωή
μα εχει κι αυτή τις μικρές σφαίρες
στηρίζει έναν καθρέφτη στον άνεμο
κι έρχεται κάποια στιγμή που εκεί καρφώνει
όλο το βιος του καθενός μας .
Σκεπτικός στεκόταν ο κύριος Φωτης
Ξαφνικά θυμήθηκε το κοριτσάκι του ,
τον άνθρωπό του όπως την αποκαλούσε
Η Αννουλα ήταν για καιρό σύντροφος του
πρωι , μεσημέρι, βραδυ εκει
Να μιλούν , να γελούν, να απλώνουν
το αλφα της στιγμής και να τους βρίσκει το ωμεγα
της μέρας , και πάλι απ την αρχή .
Κάποια στιγμή ομως η Αννουλα άνοιξε την πόρτα
και του ειπε να περάσει εξω .
Βλέπεις δεν εμοιαζε με καμια . Δε φοβόταν να παλεψει .
Ειναι κι αυτές οι γυναίκες που δήλωσαν την δική τους δυναμη
οχι στη φωτογραφια αλλα στη σφραγίδα τους
Αλλάζει όμως το χούι; Μόλις βαριόταν απ τα δύσκολα
ανέμιζε σε άλλες πλατείες . Κοροιδευε το παλιό
και κανακευε το καινούργιο . Μια γλυκια νοσταλγία πέρασε
μέσα του . Αλλα μόνο για μια στιγμή .
Κυριε Φώτη κάτι σας ρώτησα . Άυριο μπαινετε χειρουργείο
Ποιόν να ειδοποιουσουμε ; αμήχανος ο κυρ Φώτης .
Κοίτα τωρα αυτός που μιλουσε για ψυχές
ουτε μια δεν εβρισκε . Η Αννουλα που ναναι η Αννούλα;
Συμβιβάστηκε με την άδεια πορεια .
Τους συγγενείς μου γιατρέ . Μοναχα αυτούς .
Ολα καλα κυριε Φωτη ολα θα πανε καλά .
Ετούτη η φραση του θυμιζε τα λόγια της .
Ησύχασε ολα θα πανε καλα αυτό του έλεγε εκεινη .
Η θύμιση του γέλιου της τον γέμισε δύναμη
Αχ κυριε Φωτη περαστικοί έρωτες πολλοι
μα να ξερες ποσα φυλά η αγάπη !