Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Πάμε κι εμείς

(αφιέρωμα 1973-2019)

17 Νοέμβρη 1973

Σίγησαν τα πολυβόλα .. νεκρή η σκλαβιά
λευτέρωσε το αίμα που κυλά απ τις φλέβες
της ανθρωποθυσίας
πνίγηκε η ντροπή .. στις ψυχές που αρμενίζουν
στο χορό της ιδέας
σάπισε η αλμύρα κι έσταξε μύρο γιασεμιού
σιώπησε η κατάρα.. τρόμαξε
απ το κελάηδημα χελιδονιού
απόθεμα λευκού σταυρού 
με την καδένα λυτρωμού

ποιος μάζεψε το βλέμμα;

ποιος ντύθηκε ανασαιμιά
ποιος κούρσεψε το πορφυρένιο στέμμα
λάφυρο να χει στον καιρό
να ξεπουλάει την αγρύπνια στο χαμό
με ένα ίσως …δισταγμό
ποια τάλαντα πλήρωσαν τη λήθη σ άγριο βωμό
τίνος αγύρτη χέρι έπνιξε περιστέρι
ανάστασης παρτίδα με ράχη την ελπίδα;

17 Νοέμβρη 2019

Ψωμί .. ζύμωμα δίχως αμοιβή
καρνάγιο στράτας σε στέγνα γη σε μόνιμη αναμονή
μείγμα φοβέρας και τριγμού στο χάραμα της χρυσαυγής
στ άγνωστου το ψεγάδι και στο κενό του πόνου
με χείλη άσβεστης γενιάς σε δείκτες ερημιάς

Παιδεία …. των πειρατών συνωμοσία

κίβδηλοι άχρωμοι λοστρόμοι σε πλοίο άγονης γραμμής
γράμματα που κεντούν οι χρόνοι με ιστό αράχνης φυλακής
παιδιά που πάγωσαν στο χιόνι
τρώγοντας φύλλα πλάνης κι υποταγής
ψυχές που καίγονταν στο βάλτο και στο λιοπύρι της φυλής

Ελευθερία .. κύλησαν οι ψυχές απ το πρεβάζι του ουρανού

χύθηκαν μέσα σε βροχές 
κι οι αστραπές φονιάδες κάποιου μπαλκονιού
χυμοί που βρέθηκαν στις παρυφές των αστεριών
κιότεψαν σ ανέμισμα των πεθυμιών κι ανήμπορων λυγμών
κορμιά που ζούσανε στο χθες μ ανάσες δανεικές

κι εσύ να ψάχνεις σπιρτόκουτα κάποιας παλιάς γιορτής 

να στήσουνε έναν τοίχο στο πηγαιμό του τρόμου 
από το τούνελ λίγο φως για να πλυθείς 
και μιας στιγμής ανάσα να γύρεις να ξεκουραστείς 

δυο κυδωνιές συνομιλούν βλέπουν τα χρόνια και γελούν 

στυφά τα λόγια τους στον ουρανίσκο σου κολάν 
φτύνεις τη δόξα τους να πεταχτεί η ερημιά 
οι αναμνήσεις είναι εκεί κάνε τες σφύρα και σπαθί 
σπάσε το απόστημα ο κρότος της ψυχής να ακουστεί 

ένα τραγούδι σου πλέκει νότα με μελωδία σιγαλιά 

κάνε σιγή .. νιώσε σιωπή κι άκου.. άκου 

'' πάμε κι εμείς στην αυλή του φθινόπωρου ''


κι αν έφυγαν τα τανκς τα πολυβόλα είναι εκεί 

κι αν δεν ματώνουν η Μακρόνησος κι η Γυάρο 
τα ερημονήσια είναι ανάμεσα μας ζητούν ψίχουλα ζήσης 
κι αν χάθηκαν τα ιδανικά οι ρίζες τους κρατούν 
κι αν χύθηκαν τα όνειρα ζει το γαλανό του ουρανού
έλα ..έλα να θυμηθούμε έλα να τραγουδήσουμε 
να ξαναχτίσουμε δυο σπόρους από ελπίδα 
είναι ακόμη δική μας ...δική μας τούτη η πατρίδα !

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

Κόκκινη φυσαλίδα

Κάποτε θα φύγω
κρεμασμένη στα δάχτυλα
ενός άστρου
να σεργιανίσω
τον άφτιαχτο κόσμο
τις αγέννητες μικρές
φυσαλίδες της θάλασσας
τους κορμούς
του ατέλειωτου δάσους
πυρωμένη πέτρα
στο φως του άπειρου
κραυγή
στα δόντια της σιωπής
να ξαναγεννηθώ
στον ήλιο
ένα κουκούτσι αμύγδαλο!

Θολό τοπίο

Για ότι δεν είδες 
δεν έφταιξε η ομίχλη 
μα κείνα τα βλέφαρα 
που σφάλισες στην άνοιξη
φυτεύοντας το ρόδο 
στο άκαρπο χώμα 
κρυφογελώντας 
με το αλισβερίσι
της άγονης ματιάς ! 

Στη γυαλάδα του καιρού

Αυτοί
που σε φίλεψαν
δάκρυα χρόνων
άνθρωπε
υποκριτές εξουσίας
έρχονται τώρα
με το ίδιο παλτό
να σε ρωτήσουν
γιατί έκλαιγες
μπαλώνοντας
τις τρύπιες δεκάρες
χαρίζοντας σε
λουστραρισμένο παρελθόν
αργά.. πες τους
έμαθα
τα μάτια μου
να γελούν !

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Είναι κάτι άνθρωποι (αυτοί οι ωραίοι τρελοί)

Άκου λοιπόν
όσο περίεργο και αν σου φαίνεται 
Ναι υπάρχουν ακόμα κι αυτοί οι άνθρωποι 
Αυτοί που νιώθουν την ευτυχία 
να τραβά απ τα μάτια στο χαμόγελο που αντικρίζουν 
Αυτοί που ερωτεύονται το πέταγμα της πεταλούδας 
το σαλιγκάρι στα φύλλα 
την ορμή του κύματος που σκάει το φιλί στο βράχο 
Αυτοί που διψούν να βρουν το χέρι του συνοδοιπόρου 
γεμάτο σπόρους και να του χαρίσουν την ποδιά να τα ακουμπήσουν
Αυτοί οι γραφικοί που ακόμα βλέπουν την όαση στη έρημο
Αυτοί που χειροκροτούν τα ξερονήσια να γεννηθεί ανθός 
Ετούτοι βύζαξαν κομμένη θηλή κι ήπιαν γάλα και αίμα 
μα ότι ποτίσαν στη ζωή ήταν σπασμένα λάφυρα 
κι άνθισαν νέοι ουρανοί 
Τρελοί σαν γιοί της άνοιξης και κόρες απ το χιόνι 
βαδίζουν σε ερημιάς γιορτή ξυπνώντας το παγόνι 
Αυτοί στεγάζουν το στανιό κοιμούνται με τη σκόνη 
μιλούν με τις ξερολιθιές κι ακούν απ τ άγονο το αηδόνι 
Μην κλαις και μην οδύρεσαι και μη λυπάσαι τους φτωχούς 
γεμίσανε τις τσέπες τους μ απέθαντα καλοκαίρια 
και σκόρπισαν χίλιους λωτούς στα κούφια κι άδεια χέρια 
Χαρά τους το αγριοχάραμα που γέρνει στις αυλές τους 
και δύναμη ο  μέρμηγκας που σέρνει τις βολές τους .
Τούτοι ξεκάρφωτοι γυρνούν στους δρόμους 
και στα πλήθη κι ένα χαμόγελο παιδιού
μαγεύει τους τα στήθη .
Είναι ο ερωτάς τους κοντινός και πλέει στην αγάπη 
κι αν δεν ακολουθούν του πελάγου το βιός 
ειναι που θάλασσα έχουν δει μακριά απ την απάτη 
Η αγάπη τους στον άνθρωπο κίνητρο και παντιέρα 
κι ο σύντροφος που ακουμπούν φλάουτο 
μοιάζει και βιολί ,ακρογιαλιά που εχει δει μπουνάτσα
και φοβέρα μα έχει κάλμα την γιορτή τη ρίζα ρότα και πηγή .
Τούτους τους τύπους αν του δεις πες τους μια καλημέρα 
θα βρουν ακόμη και στη λύπη τους χαμόγελο για βέρα 
Μα αν δε σου κάνουν στο στρατί ας τους 
να προχωρήσουν πες πως άνθρωποι τους ανθρώπους 
γνωρίσανε στην ανθρωπιά κι είδαν να καίει το γυαλί
και να μιλά η ζωγραφιά .
Μη τους λυπάσαι να χαρείς αν μέσα τους δεν δεις 
με ένα γέλιο αδερφικό θα σ αποχαιρετίσουν 
και θα γυρίσουν στο χωριό να σπείρουν το θυμάρι 
για να φουντώσει το βουνό . 
Κι αν μέσα σε αυτό βρεθείς ηχώ θα γίνουν της στιγμής 
που κέρναγε τ αμάραντο κι αγκάλιαζε βυθό !

Παράλογος δρόμος μα τρέφει παπαρούνες

Είδα αγίους να πουλάν μαχαίρια 
ανήθικους να υμνούν την ηθική
φίδια να έρπουν την καλοσύνη 
ζητιάνους να δωρίζουν πλούτο 
είδα άστεγους να χτίζουν ανθρωπιά 
φτωχούς να μοιράζουν ψωμί 
υποκριτές να πουλούν στοργή 
είδα ανθρώπους δίχως χέρια 
να απλώνουν αγκαλιές 
πόρνες να δένουν αληθινές αγάπες 
πόζες που να κερνούν αυταπάτες 
ξυπόλυτους να κεντούν πόδια γυμνά 
άδεια κουστούμια να ντύνουν κορμιά 
κουρελήδες να απλώνουν ζεστασιά 
είδα παιδιά να εγκυμονούν τη λευτεριά 
και θεέ μου αν σωθούμε 
ας μείνουμε άνθρωποι!

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

Απέθαντο βλέμμα

Δίσεκτοι καιροί
κι ότι κρατούν μονή φοβέρα
Μονόφθαλμος ο άνεμος 
και τσούζει 
της  θύμησης το βλέμμα !

Εξουσία

Και τώρα που σώπασαν τα λόγια 
ας δούμε τα κομμάτια των ανθρώπων
Μικρή που είσαι άνοιξη στα χρόνια του τυφλού!




Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Μικροί καθρέφτες

-Μαμά να σε ρωτήσω κάτι; Τι πάει να πει παιδεία; 
Τα πολλά παιδιά;
-Όχι αγάπη μου ….Παιδεία είναι ένα σποράκι

που μεγαλώνει μέσα στην καρδούλα και το μυαλό
 όλου του κόσμου
-Όπως εγώ στην κοιλίτσα σου όταν ήμουν μωρό;
-Ναι …μόνο που αυτό δεν είναι ένα παιδάκι
μας μαθαίνει να είμαστε καλύτεροι άνθρωποι
-Και που το μαθαίνουμε αυτό στο σχολείο;
-Και στο σχολείο ..αλλά πρώτα από τα λογάκια
που λένε όλοι εμείς οι μεγάλοι στα μικρά παιδάκια 

ακόμα κι απ τα παραμύθια που διαβάζουμε
Να τι διαβάσαμε χθες..το γαϊτανάκι
τι μας έμαθε ..όλα τα παιδάκια άσπρα , μαύρα ,
κίτρινα είναι ψυχούλες και πρέπει να τα αγαπάμε το ίδιο
πως κανένα παιδάκι δε γεννιέται κακό κάτι φταίει 

κάτι το πείραξε κάτι έγινε και θύμωσε και έγινε κακό .
-Ναι ξέρω και πως πριν θυμώσουμε πριν σταματήσουμε
να το παίζουμε να το ρωτήσουμε γιατί το έκανε
-Ναι ψυχή μου ..κι αυτό είναι ένα σποράκι της παιδείας
-Μαμά ξέρεις προχθές στο σχολείο ήρθε ένας κύριος
και όταν είδε τον Γιώργο τον φώναξε ξέρεις πως; 

ει .. εσύ νεγράκι .. και εγώ του είπα Γιώργο τον λένε

-Χριστέ μου πάγωσε η σκέψη μου 

πως γίνεται μικρέ μου να με κολλάς στον τοίχο

προχωρώ σε κάτι άλλο … ακόμα ένα σποράκι της

 είναι η ειρήνη
-Εκείνο το άσπρο περιστεράκι που πετά ψηλά,

 που φοβάται τα όπλα και κρύβεται;
-Ναι καρδούλα μου εκείνο που δε θέλει να βλέπει 

παιδάκια να κλαίνε να φοβούνται ή να μην έχουνε να φάνε
-Ναι ξέρω εσύ είπες ότι θέλει να βλέπει τα παιδάκια να ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά να ζωγραφίζουν λουλουδάκια και ζωάκια χρωματιστά .
Μαμά και τότε γιατί πουλάνε παιχνίδια που είναι όπλα ;
και ξέρεις και στη τηλεόραση προχθές το απόγευμα 

που πήγαμε στο σπίτι του Γιάννη έδειχνε 
να σκοτώνουν κάποιοι μεγάλοι και να τρέχουν αίματα

-Πως με πονάνε οι απαντήσεις σου μικρό μου …


δεν σκοτώνονται αγάπη μου ψεύτικα είναι .
είναι ηθοποιοί και δεν είναι αίματα είναι σάλτσες
αλλά αυτά τα έργα δεν είναι για παιδάκια .
σκέφτομαι τι χαζή απάντηση … αλλά δεν έχω άλλη
-Μαμά χθες που κατεβήκαμε στην αγορά 

εκείνοι οι μεγάλοι άνθρωποι που φωνάζανε 
Ψωμί … Παιδεία …θέλανε να φάνε και δεν είχαν;
δεν είχαν δει πουθενά τα σποράκια 

της παιδείας και τα ψάχνανε;

Με κυνηγά η σκέψη μου …φτάνει ζωούλα μου

φτάνει δε μπορώ ακόμη να σου τα εξηγήσω όλα 
δεν μπορώ να σου σπάσω τα φτερά πριν ακόμα τα ανοίξεις
δε μπορώ να σου πω…πως μες την ψευτιά 
φτερουγίζει η αλήθεια ..
δεν έχω το δικαίωμα να σου πω πως ο κόσμος 

γύρω είναι μια ζωγραφιά,και δεν μπορώ να σε ντύσω
με ψέμα κι η αλήθεια πονά
Περνώ σ αδιέξοδο …ψάχνω μια χαραμάδα για να βγω
δεν ξέρω πώς να σου πω .. τι να σου πω
αγόρι μου …να ξερες ..φταίω και εγώ για αυτό
τους άφησα να μου πουλάν ένα άθεο θεό
να μου ξορκίζουν το μυαλό
να ζω σε σάπιο σκηνικό
να πάψω να αντιστέκομαι
να προσκυνώ σε κάλπικο ναό
να ακροβατώ στο ψέμα και στο μυστικό


-Δημήτρη μου ναι .. είναι κάποιοι άνθρωποι

που δεν έχουν να φάνε κι αυτοί και τα παιδάκια τους ,
γιατί η μαμά και ο μπαμπάς δε δουλεύουν 
για να χουν λεφτά να μπορούν να πάνε ψωνίσουν
τυράκι.. ψωμάκι το γάλα τους και όλα εκείνα 

που θα πρεπε να έχουν για να ζουν
και τα σποράκια της παιδείας αγόρι μου

πρέπει να τα κρατάμε όλοι μαζί στα χέρια μας 
να γίνουν πολλά πολλά και να τα φυτέψουμε
στον κήπο να μεγαλώσουν να βγάλουν λουλούδια
που θα ομορφαίνουν όλες τις αυλές
-.Εμείς μαμά έχουμε τέτοια σποράκια;
-Προσπαθούμε αγάπη μου προσπαθούμε να τα έχουμε
να έλα τώρα ..πάμε να μου δείξεις εσύ τι ζωγράφισες
και να ξέρεις πως κάθε φορά που θα ζωγραφίζεις 

κάτι όμορφο σε μια αυλή θα γεννιέται ένα σποράκι
Έλα αγκαλιά μου ψυχή μου 

να φτιάξουμε τον κόσμο…μαζί!


Στατιστικά στοιχεία
      

Κηρήθρα και μέλι

- Να τανε άραγε εκείνο το άνυδρο φιλί
που ήξερε πως κάποτε θα ανταμώσουν τα χείλη μας
- Μήπως να λόγιαζε η ανάσα μου
πως θα ρθει ο κρίκος να βρει το κούμπωμα που ζητούσε
- Πόσο περίμενα τις ώρες να φτάσει μια στιγμή
- Ατέλειωτες αξημέρωτες νύχτες μονάχα για μια στάλα Ανατολή
- Ήρθες κι ήταν η πρώτη μου φορά που αντίκρισα κατάματα τον ήλιο
- Φάνηκες κι έγινε ή άνθισε η γη κλωνάρι μόνο 

για τη δική σου χάρη
- Σε ήξερα πριν φανείς σου μίλαγα στα βλέφαρα

 της θάλασσας ,σε έπινα στα στάχυα του Αυγερινού , 
στη βρύση με το κρουσταλλένιο νερό
βύθιζα την ματιά μου να πλυθεί στο βλέμμα σου
- Σε γνώριζα πριν μου μιλήσει ο άνεμος πριν γεννηθούν

 τα άστρα λαμπύριζες στον ουρανό μου 
 φεγγίτης και αιμοδότης μου
- Δεν με νοιάζει τι ρούχα φορά ο ουρανός , 

αν ντύθηκε τ αγιάζι σε ψεύτικο πρεβάζι
αν ότι τάζει η βροχή ειν 'άπιαστο φεγγάρι 

που ζει σε άλλη γη, αν ο χιονιάς μυρίζει μικρό απάνεμο 
λιμάνι σε ενός γκρεμνού γιορτάνι,μήτε τα καλοκαίρια 
που μακρινά φαντάζουν άγγελοι σε νυχτέρια.
Μου φτάνει που είσαι εδώ στα μάτια σου 

να αντικρίζω τον καιρό μες από σένα νε να βλέπω 
τη δροσιά που στα όνειρα μου δίνει άσπρα φτερά
να βλέπω στο κενό αγάπη σαν ακροβάτης 

στα σχοινιά της να δεθώ.
- Να σαι ψυχή μου εδώ να φοβερίζω το χαμό

 πως έχω άστρο λαμπερό,του νου μου ορθοπεταλιά 
στα δύσκολα και στα ακριβά.
Χάδι μου δίκοπο κι αγνό την μια να κόβω τ άδικο 

την άλλη ψίχα απ το στόμα σου να μου χορταίνει 
τη ζωή με άγιο μύρο και φιλί .
Να σαι εκεί να με κρατάς ο άνθρωπός μου 

η φωνή μου της καρδιάς,μαζί σου να μαι 
σαν νερό ατέλειωτο  το σ αγαπώ να τρέχει πάνω σου
το ζω,με ένα αναπνέω στο βυθό να αναδύεται 
ο έρωτας κι απ την αρχή ν ακολουθώ
- Να σαι το χάραμα που θα με βρει να παίζω αυλό

 με νότα αγάπης το ρυθμό,σταθμός κι ανάσα μου εσύ 
με διαβατήριο δίχως επιστροφή,μικρή πατρίδα κι αντοχή 
κι εγώ ο μετανάστης του νόστου μου να σαι η γη
Να σ αγαπώ να μ αγαπάς δίχως το ορίζω 

πέρα απ το πρέπει να με πας, μέλισσα να μαι να πετώ 
σε καταγάλανο ουρανό κηρήθρα του μελιού εσύ
να στάζεις φλόγα στου χρόνου τ αχρονο γυαλί
Μικροί θεοί που χουν χτίσει τη φωλιά κει 

που πετούν ελεύθερα πουλιά!

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Ασημενιο τάσι


Ιχνηλάτης

Κι ολα είπαν
τα ξέρω

κι εγώ που τίποτε
δεν είχα γνωρίσει
κούτσαινα στο Α
έφτασα

ασθμαίνοντας 
την ούγια του κόσμου
στο νιούτσικο Ζ 
περνώντας το σοκάκι 
του Ω για αρχή 
γέμισα τις τσέπες 
μποστάνια έως το Η
φύτρωσα στο μοβ
κι αντάμωσα το άλικο 
της άχραντης ομορφιάς
κι έμαθα να 
μαθαίνω ... μαθαίνω
θα μαθαίνω

ξυπόλυτα πόδια

κι ατέλειωτα
σποριάζουν τα πατώματα

μαθαίνεται η θάλασσα;

Γάργαρη πηγή

Όμορφα που ακούγεσαι  
Μικρό ζουμπούλι που ξέφυγε
απ το χωράφι του ουρανού 

να ξεδιψάσει γέλιο η γη !

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

Δίχως δασμούς

Ατελώς 
βρεθήκαμε στο ίδιο λεωφορείο 
με μόνο εισιτήριο 
τον αέρα που φύσαγε απ τα βλέφαρα
ζεσταίνοντας τον ήχο
τον.. πίσω από τις γρίλιες !


Αντάμωμα

-Χορεύουν τα πουλιά;
- Ναι ..
κάθε που γελούν οι ψυχές
κι ανταμώνουν στις μύτες του ήλιου
απλώνουν τα φτερά να στρώσουν τον κύκλο!


Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

Σπασμένοι κρίκοι

Γεννηθήκαμε πολύ
μεγαλώσαμε μέτρια ζητώντας το άπιαστο
κι ύστερα ανακαλύψαμε
το βολικό λίγο α!!! και πόσα μας φίλεψε
Λίγα ιδανικά, λίγες αξίες
λίγο περίσσευμα ανθρωπιάς
λίγο ιδέες , λίγο αλήθεια
λίγο πίστη , λίγο συναίσθημα

Λίγοι σπασμένοι κρίκοι
Α!!! και πόσο πολύ αρέσουμε σ΄ όλους
Γερμανοί , Ιταλοί , Αμερικανοί 
κι άλλοι πολλοί φίλοι καρδιακοί 
που ανάθεμα την ώρα 
το γέλιο τους σκοποβολή 
το στόχο να βρει η πληγή 
που να ματώνουν οι λαοί 

έτσι σαν από λίγο σπόρος
που σκόρπισε πριν γεννηθεί  

Κόψε ήλιε μια φέτα από φως
τύφλωσε τη βοή
να φανεί ζωή απ την αρχή
κι ότι απομείνει να ναι λίγη στάχτη
που θα σκορπίσουν οι πολλοί
ψάχνοντας που ζει το ακριβό μικρό ..πολύ!


Αντίλαλος

Τον ήχο της αγκαλιάς σου κράτησα 
να διαβάσω τη μουσική 
στο γέλιο της πεταλούδας ! 


Κουβαλώντας την πέτρα του ήλιου

Ξύπνησε νωρίς . Τούτη η πρώτη ματιά στο άνοιγμα της μέρας ήταν το κέρδος του να περπατήσει άλλη μια φορά στα σοκάκια της . 
Αποβραδίς μια λύπη κοιμόταν πλάι του κι εκείνος 
τις θύμισες καλούσε να ξεφύγει απ τα χέρια της. 
Στο μεδούλι της καρδιάς του βαριά θρονιάστηκε μια λέξη 
κι ο κόσμος της τον πλήγωνε. Μπαρμπεκιου . 
Από που κι ως που μωρέ την κάναμε δικιά μας ;
Φουφού και σχάρα την έλεγε η γιαγιά .
Και τούτη έδενε τις γλώσσες της στα κάρβουνα 
από τα ξύλα της σόμπας να ανάψει να χτυπήσουν 
τα σήμαντρα της γιορτής .Τον ερχομό κάποιου φίλου ,
την γεννά της κυρα Μαρίκας ή το παίνεμα κάποιου παιδιού 
που κέρδιζε το χαρτί του με στανιό απ το σχολειό 
και τώρα πια  γραμματιζούμενος πως έλεγε 
η γιαγιά θα ταν. 
Χαρές μωρέ χαρές κερνούσε τούτη η φουφού. 
Σφιχταγκαλιάσματα , γέλια χορούς και πανηγύρια . 
Για δες πως άλλαξαν οι καιροί . 
Πικρό κουκούτσι στο στόμα τούτη η σκέψη .
Ψες στο γύρω του κόσμου τούτο το μπαρμπεκιου 
απειλητικό μάζευε τα κάρβουνα να κάψει τα στόματα
των παιδιών και στην φλόγα του να σβήσει 
τις ελπίδες των ανθρώπων. 
Θυμήθηκε τον παππού να ιστορεί τις μέρες
κείνες του ξεριζωμού. Τις φτέρνες του με τα αίματα 
και κείνα τα κούτσικα που κανείς δεν τα είδε
να χαμογελούν στο πέρασμα της θάλασσας. 
Τη γιαγιά να στραγγίζει το βυζί μπας και στάξει 
μια γουλιά στο στόμα του πατέρα να σωθεί. 
Θυμήθηκε τους κυβερνητικούς που από πάντα 
ήξεραν να μοιράσουν τον κόσμο. 
Κι όταν ήθελαν να σπείρουν διχασμούς 
σαν πόντιοι πιλάτοι νίπταν τας χείρας τους 
στο πρόβλημα να σταυρωθεί ο λαός.
Θυμήθηκε τον παιδεμό της γιαγιάς να πουλήσει 
τα τερλίκια και τα πλεχτά κουκλάκια,
γιατί οι άρχοντες δεν της δίναν την σφραγίδα. 
Δε φτάνει λέει που ήταν πρόσφυγας 
είχε και μεγάλο στόμα και μίλαγε για Δημοκρατία
και κουραφέξαλα. Θυμήθηκε το γύμνωμα της αξιοπρέπειας
που ένιωσε ο παππούς καθώς στο τμήμα βρομιάρη 
τον πήγαν μην είχε λέει αρρώστιες. Κανείς δεν είδε το κούτσαμα απ το σπασμένο γόνατο της βουρδουλιάς του δρόμου. Α καλά το ξέραν το παιχνίδι από τότες .
Στα ζόρια τους οι αφεντικοί σπέρναν ζιζάνια 
και τούτα φούντωναν γρήγορα να πνίξουν το κοπάδι. 
Ύστερα παίρναν στο στόμα τους
το λαό καθένας απ τη μεριά του,
υπερασπίζοντας μονάχα το συμφέρον τους. 
Μα τούτη η λέξη πάντα έπιανε τόπο . 
Κι αφού δεν ψοφήσατε εκεί έλεγε ο χωροφύλακας 
θα σας σκοτώσουμε εδώ. Κι ούτε που θα ματώσει μύτη.
Κοίτα τώρα μια λέξη και πόσα του ξεσήκωσε. 
Α ο Νικόλα πασάς του Ικονίου κι η Σμυρνιώτισσα Ελένη 
πόσα πλούτη του χάρισαν με τα λόγια της αγκαλιάς τους.
Κι ήρθε λέει εκείνη η λέξη μπάρμπεκιου 
να του κατσικωθεί στο σβέρκο . 
Κι ήρθαν οι γύπες με τα ξένα κουστούμια
να δείξουν τα δόντια τους και να φοβίσουν 
τον άνθρωπο με άνθρωπο . 
Παλιά τους τέχνη κόσκινο και φέγγει το θρεφτάρι.
Μονόφθαλμος και Ιανός ο τρόπος της εξουσίας .
Και μεις μωρέ τι κάνουμε εμείς θα δούμε τον στόχο
να σπάσουμε τον ιστό της αράχνης; 
Τα μάτια του φυγαν τρέχοντας . 
Τα πουλιά στο καλώδιο της κολόνας κανέναν
καημό δεν είχαν λαλούσαν την πραμάτεια τους .
Η ροδιά έσκαγε το πρωινό της χαμόγελο 
καμαρώνοντας τα παιδιά της και η κυρά Μαρία 
κατέβαινε τα σκαλάκια να πάει στο φούρνο. 
Καλημέρα κυρά Μαρία . Καλημέρα Βασίλη μου . 
Επιτέλους ήλιος μας στάλιασε η βροχή . 
Ήλιος κυρά Μαρία τίποτε δε χάθηκε .
Μια φτερούγα πέρασε στα μάτια . 
Ίσως ίσως και να πετάξουμε! 

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Σπίθα ονείρου

Να αφήνεις το κερί
να τρέχει μέσα σου
κι εσύ αργά
στο φως του
να μην κοιτάς..
να βλέπεις την ψυχή
κυνηγώντας
μια σπίθα ονείρου
στα κλαριά της αγάπης
να σπάσει
σαν φυσαλίδα
στα δάχτυλα της ομορφιάς
να ζεσταθεί ο ουρανός !

Βυθός ψυχής

-Που να ναι ο παράδεισος
-εκεί στο ξάγναντο
-μα εκεί δεν έχει τίποτε
-τίποτε;
 δεν ακούς τα άστρα;
 το τζίτζικα που σφυρίζει;

τη θαλασσα που ντύθηκε γυμνά
κι ανθίζει το τραγουδι της
  στην αψηλή μηλιά;
τον ήλιο που χύθηκε στην κρύπτη
για να χει θέα η καρδιά; 
το κόκκινο πουλί;
μήτε που βλέπεις τη φωλιά; 


  βλέμμα σιωπής

πάρε τα μάτια μου να δεις!

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Ατιτλο

Θα γνώριζα τα μάτια σου
ακόμη κι ανάμεσα σε χιλιάδες άστρα
ειναι που ..έμαθα να ακούω τη φωνή τους !



Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

Άτιτλο

Κι απάνω που έγραφα
μου λείπεις
τόσο δίπλα μου φάνηκες
ηλιόπετρα
που άναψε στο φως

μικρός που ένιωσα
σα μεγάλωνα
μέσα σου! 


Ψηλά πετούν οι αετοί

-Τ ακούς βρε Αντρέα ξανά θα κόψουν τις συντάξεις
πάει το γιαούρτι .
Τον κεσέ θα κρατάμε να μαζεύει τα φάρμακα .
Πάλι θυμωμένος ο Κος Μιχάλης .
-Τι φωνάζεις βρε Μιχάλη σάμπως ακούει κανείς 

-Κι αν δεν ακούει μωρέ να σωπαίνω ;
Σώπαινα τότες που ερχόταν το αφεντικό
πάνω απ το κεφάλι μου. Λιγότερη κόλλα
λιγότερη κόλλα Μιχάλη εχει έξοδα το εργοστάσιο.
Και πως να σταθεί ο πάτος στο παπούτσι με σάλιο;

μα που μιλιά εγώ . Λίγο το παράπονο
της κυρά Αθηνάς δεν φτάνουν Μιχάλη μου δε φτάνουν
λίγο η καινούργια τσάντα του γιου λίγο το ξεπέταγμα
της Μαριγούλας κι οι βόλτες της ,εμ κορίτσι ήταν χρειαζόταν τα δικά της .
Όλα τούτα κατέβασαν το κεφάλι και μόνο η μύτη 

κόρδωνε να στέκει στο ύψος της . 
Κι αυτή ίσα ίσα να μη σκάσει από την μυρουδιά
του δέρματος και του πλαστικού.
Καμιά φορά μετρούσα τα καλαπόδια κι έλεγα
α ρε και να μιλούσατε να γινόσασταν κλωτσιές
να χτυπηθούν τα γόνατα να σηκωθούν τα πόδια
Άρπαζα τις πρόκες κι ανάθεμα τες στα νύχια μπήγονταν
λες και θελαν να περάσουν στο πετσί μου το διάβα τους
έτσι που να θυμάμαι ,
να ξεχωρίζω 
το απαλό δάχτυλο το αφεντικού ,
κάθε φορά που μέτραγε τα χιλιάρικα. 
Πού η ζωή ειναι χαρτί και που κοιμάται η φωνή
σε μια ανάγκη για φαΐ.

Α! να βλέπατε όμως τις χαρές με τα ολοφώτιστα 
παπούτσια .Θαρρείς κι άλλο τίποτε δεν έλαμπε
τόσο στα μάτια τα μικρά .
Μα και το κόρδωμα της Αθηνάς στο λουράκι τους
έμοιαζε με λιμοκοντόρο έτοιμο να βγάλει το λόγο του.

-Ε Μιχαλιό κανε λίγη ησυχία να ακούσουμε ειδήσεις
'' θα δοθούν κίνητρα σε όσους συνταξιούχους θέλουν
να μπορούν να συμπληρώνουν την σύνταξή τους
Οι νέοι έχουν πρωτιά . Τα σχολειά θα αναβαθμιστούν
Οι γυναίκες θα ζουν ισότιμα '' 

-Να πάμε να το ψάξουμε λίγο είπε ο Πετρής
Α βρε ο δικός μου ότι και να πεις λέει καινούργια πράγματα

-Κι οι προηγούμενοι σάμπως τι κάνανε;
Κι άρχισε ο δρόμος της μικρής βουλής 
Ναι τούτο το στέκι έτσι ήταν .
Σκάλιζε χρόνια κεντούσε ιστορίες ζωγράφιζε
αναμνήσεις πότε με χιόνι πότε μ ανάλαφρα γέλια ζεστασιάς .
Οι ρίζες ήταν εκεί μα τα πουλιά είχαν φύγει
Μονάχα σπόρους πετούσαν να τους βρούν τα παιδιά
Άγραφα κιτάπια που δεν ζήτησαν δανεικά
κι άπλωναν παντιέρα να ζεσταθεί 
η μέρα
που τ άσπρα μαλλιά θα χει αγκαλιά . 
Λύνοντας τις ζωές βρήκαν τα χρώματα.
-Κλείσε το χαζοκούτι κι άιντε να πιούμε τσικουδιά
τούτοι μας θέλουνε χαζούς να σπρώχνουν τους κεραυνούς
ντυμένους με σκουλαρίκια ομορφιάς 

μα άιντε ας τους πούμε στο θρασσος 
γινάτι μας θα μείνει το ότι ζούμε .
-Πιάσε Μήτσο το ακορντεόν να κάνουμε καντάδα 
της ζωής να ακούσουν τα κοπέλια να τη χορέψουν 
κοπελιές με ένα φιλί κι ένα μαζί 
γεννιούνται ολα απ την αρχή .
Άιντε να στήσουμε πανιά να τα βρουν κυπαρίσσια
μεγάλα να ναι τα βουνά οι αετοί έχουν τα μάτια τους ψηλά 

Ακόμη κι αν ξεχνά ο νους θυμάται η καρδιά !




Άρωμα μέντας

Βρεγμένοι
στα νερά της αγάπης
ακουμπάμε τον ήλιο
μυρίζοντας
το άρωμα της μέντας
Πουλιά που ξέφυγαν
του ουρανού
κι αγκάλιασαν
τιτίβισμα
ενός γλυκού φιλιού !


Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019

Αλαφροϊσκιωτα

Κι ειναι εκείνα τα μικρά
τα τοσούτσικα θαύματα
που ξεχωριστά άγγιζαν τα φύλλα σου
Τα πότιζαν με τις ανάσες σου
κι ας μην τις είδες ποτέ
Tούτες οι μικρές τελείες
βούιζαν στο δέντρο
σαν μελισσούλες που άπλωσε τ ανέμι
Δροσοσταλιές τις είπες
νάνοι του σύμπαντος τους φώναξες
μα το ξέχωρο μέσα σου
καμπάνα που ολημερίς χτυπά
Έστρωσες το σπιτικό
με μαθήματα που γνώρισες
κι ως διάβαιναν τα κύματα
τα παπούτσια σου
κρεμάμενα στις νότες λαλούν
Μικρός κι άδηλος κήπος
που χώρεσε στο σπέρμα σου
Μήτε το χρώμα των ματιών δεν έμαθες
μα τι να αλλάξει ο πίνακας
που δε γνώρισε ο χτύπος
Τι να χαρεί το γέλιο
σαν νιώσει χαρα η αορτή
Μη με ρωτάς
το κόστος του ονείρου
βαλάντια έζεψε σωρό
μα ειναι ακριβό
να αφήνεσαι μες το κενό
κι ότι κρατάς
να ναι ατέλειωτο υφαντό
που μπλέχτηκε
σε ψίχας όμορφο ιστό
κι αλαφροϊσκιωτα χτυπά
βελόνι η καρδιά !



Πως γέρνει το άγουρο φιλί τη μήτρα του να βρει

Τις πταίει; ποιος φταίει; 
Το απορημένο ύφος του γέροντα.
Το μελαψό της άγουρης ελιάς 
Το χαμένο διάστημα της νιότης των ονείρων.
Η αποκοτιά της ενηλικίωσης 
Το μέστωμα της συνήθειας 
Το μέτρημα της καλοβολεμένης μας ζωής
Τις πταίει και ξεφωνίζουν τ άστρα; 
Ευλαβική συγχώρεση των άτακτων παιδιών.
Κατανόηση της νιότης στο κόστος της περιφρόνησης 
Θα μεγαλώσουν και θα δουν τι οι μεγάλοι 
προσπερνούν σαν να τανε δοχείο με το κενό αρχείο 
Μπροστάρηδες του πουθενά κι η κρίση μας ψηλά βουνά .
Φταίει η εμπειρία θα ακουστεί που μέστωσε
τ ανάθεμα κι έγινε πιόμα το γιατί . 
Τις πταίει; κι έβγαλαν πόδια τα σπαρτά
να ξεπεράσουν τα φυντάνια αντλούν από αθάνατους
φωτιά κι από θνητούς το μνήμα 
Συνέτιση θε να ακουστεί από ένα γνώριμο κελί 
να ξεπουλά το βήμα μπροστά με κείνο 
το κάτσε εδώ είσαι καλά.
Είναι η Πατρίδα μερτικό σ άγραφο μάρμαρο γλυπτό
κι ότι με βόλι το κοιτά μυρίζει περιθώριο
και άγριο νοτιά .
Κοίτα που τώρα ξαφνικά γυναίκες νιούτσικες 
ζητούν το αλόγιστο στη λογική να βρούν 
κι ετούτη τρέχει βιαστικά να νουθετήσει ,
το ανήμερο που τα κυβερνά .Τις πταίει; 
μήπως η μοίρα που γελά βλέποντας δόντια 
για ξωτικά;να ναι εκείνο το γιατί που έσπειρε τον ήλιο
σε θολοσκέπαστο φιλί το άλλο που ξαγρύπνησε 
για να βρει πως υποκλίνεται της άδειας τσέπης
η κραυγή σέρνοντας το αναγκα και υποταγή ;
Τις πταίει κι ανάπτυξε το ψέμα της υποκρισίας 
το μάτι δίχως την όραση με μόνο της επιφάνειας την υφή 
Ποιος φταίει που γινε ο ψίθυρος κραυγή
κι αναρωτιέται που ειναι ο άνθρωπος 
και ποιόν χωρά η γη κι ας είναι από πέτρα 
κι από του φεγγαριού πνοή 
που γέρνει στου Απρίλη το γινάτι 
και στου Νοέμβρη τη θύμηση για να ξυπνά 
ότι κοιμήθηκε πολύ !


Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Μελωδία καρδιάς

Κι από κείνη την καντάδα χύθηκε μια ζωή
μέλι το μέλι ζέσταινε το φεγγάρι
Να ταν άραγε η μπιγκόνια που ψήλωνε το μπόι
το γιασεμί που άπλωνε κλαριά
να αγκαλιάσει τη μυρουδιά του κάστανου
ή μήπως απλά το στέγαστρο
που στέγνωνε τη βροχή στα χέρια του
Τούτη η καντάδα σαν άνθρωπος μιλούσε
κι αγνάντευε τον ήλιο καταμεσής του σκοταδιού
-Μη μ ορμηνέψεις θωρώ το μιλητό του ανέμου
άσε με να πλαγιάσω στην αιώρα των ρόδων
στο μονοπάτι τους ..θα σε βρω
κι ειν όμορφο να ζωντανεύει τ ΄όνειρο !


Ανθος ψυχής

Μη ρωτήσεις το λουλούδι 
ποιο ειναι το άρωμά του
μέτρα μόνο 

τα φύλλα που σου χάρισε 
για να ακουστεί η ομορφιά !

Ανισόπεδες διαβάσεις

Και να που πάλι από μια ασήμαντη
αφορμή άρχισα να ψιχαλίζω
Με ρωτάς να σου πω τι πιστεύω
πως ειναι τόλμη .
Και τι άλλο μπορεί να ειναι
από μια δρασκελιά στο κενό
θα πέσεις θα χτυπήσεις θα καταφέρεις
να πατήσεις στα πόδια σου ποιος ξέρει
μα το κάνεις γιατί κείνο το πέλμα
τη μυρουδιά του χόρτου του νερού
της γης αναζητά να ξεδιψάσει
Ένα τραγούδι που βγαίνει απ το στόμα σου
φάλτσο κι ανέμελο δίχως να το νοιάζει
αν τ αγκαλιάσει ο αέρας ή αν το χαστουκίσει
η αστραπή .
Ετούτο βγαίνει να ξαλαφρώσει εσένα κι αρπάζει
απ τις φτέρνες τα πουλιά να φτάσει
ίσα με κει πάνω στα γόνατα του ουρανού
Ένα τίποτα που απλώνει πανιά
να κυβερνήσει θάλασσα που κοχλάζει
την ώρα που σαλπάρουν τα καράβια σου
να δέσουν κάβο στο ολα και στο πουθενά
Ένα μολύβι που άρχισε να σκιτσάρει χωρίς πλάνο
αφηρημένη καρδιά που ξεσπά σε χαρτί
γεμίζει χρώματα κι ούτε που ξέρει σε ποια παλέτα
θα τα βρει να πίνουν ίσκιο κι ήλιο μαζί
Να περπατάς γυμνή ψυχή ξέροντας
πως γρατζουνά ο κάκτος κι ο αχινός ειναι κοντά
μα ξεφλουδίζεις δέντρο που πάνω του
κυλούν γαλιάντρες , κανάρια , μύλοι και νερά
Να ακροβατείς στο πάνω κάτω της ζωής
με δάκρυ , γέλιο , χάραμα και νυχτιά
κι εσύ να ψάχνεις που κρέμεται κυκλάμινο
που σπάει την ερημιά κι εχει το νου
στ ασύνορο μες τη σπηλιά του δράκου
ηλιόπετρα να δει στου βράχου τη χαρά
Τι ειναι τόλμη τελικά .. ρώτα μονάχα την καρδιά!


Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

Ηχώ

Τόση σιωπή γλυκιά σιωπή
αδιάκοπα φλύαρη
κι εγώ να σ' ακούω , να ακούω , να ακούω
ατέλειωτο τραγούδι
που έμαθε να σφυρίζει στα χείλη μου

κι αλήθεια που κοιμούνται τ άστρα ;


Μυρουδιά μ ανέμη

Α.. νασαίνεις άλλη μια μέρα κρατώντας στον ουρανίσκο
τη γεύση της ζωής από το φίλημα του ανέμου
γέρνοντας στο ξαποστάσι του βράχου της υπομονής
με πανωσέντονο τ ακριβό αμπέχονο της γαλήνης
μια χούφτα χιονιά και πως φορά λευκό της προσμονής

Γ..ιορτάζεις την ομορφιά της άνοιξης φορώντας κατάσαρκα
αγρούς αγριολούλουδων στα χρώματα της ίριδας
φυτεύοντας σπόρους συγχώρεσης ευλογημένης γης
κρίνα … τριαντάφυλλα .. πέταλα αθάνατης πηγής
σε ένα λιβάδι διαλεχτό σπόρι που πέφτει απ ουρανό

Α..ρμενίζεις σκαλίζοντας αυλακιές στις ρωγμές του χρόνου
να ρέουν νούφαρα στη λίμνη των στεγνών στιγμών
θωπεύεις τις κόρες των ματιών στο χορό λευκών κύκνων
με βήματα ανέφελου ουρανού στο σκαλοπάτι της αφής
στης μιας ανέγγιχτης στιγμής πως χώρεσε ο χρόνος

Π..αραδίδεις το κορμί στην αγκαλιά τη σιγαλιάς
στο νανούρισμα μιας μελωδίας γιορτινής
μυρίζοντας την ευωδιά σταλακτίτη σε σπήλαιο
κρυστάλλινων ακριβοθώρητων δακρύων
πετράδια… μικρά διαμάντια στέρνας άηχης βροχής

Η..λιοφωτίζεις το σκοτάδι ανάβοντας πυρσούς ονείρων
στο ξωκλήσι των κέρινων πεθυμιών αέναων πηγών
φιλώντας στο στόμα το κόκκινο χώμα της αλήθειας
στάζοντας κομμάτια αμάραντων πολύτιμων λίθων
απ το ορυχείο της καρδιάς

Καθρέφτης ψυχής .. αντίλαλος ζωής!