Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019
Τρίτη 16 Ιουλίου 2019
Σάββατο 13 Ιουλίου 2019
Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019
Λιβαδι κοκκινης σποράς
Τα αστέρια τραγουδάνε τις νύχτες
φιλοξενούν τις μουσικές
στη χούφτα του ουρανού
τρατάρουν γλυκομίλητα φιλιά
Οι άνθρωποι αγκαλιάζονται
ψυχή με ψυχή , στόμα με στόμα
με ρόδινα ρούχα πετούν
Εσύ; πως έκλεισες την πόρτα
του ασημένιου φεγγαριού
Φύτεψες το όνειρο να καρπίσει αγάπη;
Ζεστά που θέλει το σκοτάδι να μιλάς
να χει λόγο να βγαίνει απ τη χαραμάδα.. το φως !
στη χούφτα του ουρανού
τρατάρουν γλυκομίλητα φιλιά
Οι άνθρωποι αγκαλιάζονται
ψυχή με ψυχή , στόμα με στόμα
με ρόδινα ρούχα πετούν
Εσύ; πως έκλεισες την πόρτα
του ασημένιου φεγγαριού
Φύτεψες το όνειρο να καρπίσει αγάπη;
Ζεστά που θέλει το σκοτάδι να μιλάς
να χει λόγο να βγαίνει απ τη χαραμάδα.. το φως !
Τρίτη 9 Ιουλίου 2019
Δευτέρα 8 Ιουλίου 2019
Αρνούμαι το υπάρχω και ζω
Κοίτα άνθρωπε πες με όπως θες
καμία γνώμη δεν πρόκειται να σου αλλάξω
Άνοιξα την ψυχή μου και σου είπα προχώρα
τα μάτια μου και είπα μπες
το νου μου και φώναξα δες
την καρδιά μου κι είπα μείνε
Αρνούμαι τους τοίχους
τα ψεύτικα βλέμματα
κείνα που όλα τα γνωρίζουν
και τίποτα δεν ξέρουν
αρνούμαι τα πόδια που πατούν
δίχως μια στάλα άνοιξης
αρνούμαι τα όνειρα δίχως ουρανό
τα γράμματα που ξένες λέξεις πετούν
αρνούμαι τα άκοπα νυχτέρια
δίχως τη γεύση της μοιρασιάς
αρνούμαι τα εύκολα βήματα
σκόρπια να τριγυρίζουν στο κενό
μοιράζοντας γη και ουρανό
αρνούμαι τις τάχα αποστάσεις
φοβάμαι μόνο το χώρια της ψυχής
αρνούμαι τις κρίσεις δίχως μάτια
πλεγμένες σε ένα άδειο εγώ
κι ότι έμαθα να το κρατώ
μύρο και άγιο φυλαχτό
ειν το δικό μου αγαπώ
μα δε σου το χρεώνω
μονάχα σε ένα ευχαριστώ
θα απλώσω τη φωνή μου
που νιώθω που έμαθα πλάι του να ζω
κι ειναι η δική μου αγάπη
που άνθρωπο μ έκανε να δω !
καμία γνώμη δεν πρόκειται να σου αλλάξω
Άνοιξα την ψυχή μου και σου είπα προχώρα
τα μάτια μου και είπα μπες
το νου μου και φώναξα δες
την καρδιά μου κι είπα μείνε
Αρνούμαι τους τοίχους
τα ψεύτικα βλέμματα
κείνα που όλα τα γνωρίζουν
και τίποτα δεν ξέρουν
αρνούμαι τα πόδια που πατούν
δίχως μια στάλα άνοιξης
αρνούμαι τα όνειρα δίχως ουρανό
τα γράμματα που ξένες λέξεις πετούν
αρνούμαι τα άκοπα νυχτέρια
δίχως τη γεύση της μοιρασιάς
αρνούμαι τα εύκολα βήματα
σκόρπια να τριγυρίζουν στο κενό
μοιράζοντας γη και ουρανό
αρνούμαι τις τάχα αποστάσεις
φοβάμαι μόνο το χώρια της ψυχής
αρνούμαι τις κρίσεις δίχως μάτια
πλεγμένες σε ένα άδειο εγώ
κι ότι έμαθα να το κρατώ
μύρο και άγιο φυλαχτό
ειν το δικό μου αγαπώ
μα δε σου το χρεώνω
μονάχα σε ένα ευχαριστώ
θα απλώσω τη φωνή μου
που νιώθω που έμαθα πλάι του να ζω
κι ειναι η δική μου αγάπη
που άνθρωπο μ έκανε να δω !
Κυριακή 7 Ιουλίου 2019
Παρασκευή 5 Ιουλίου 2019
Κρυφές συνομωσίες
Απομεσήμερο
φαίνεται η ντάλια να τραγουδά
στο αυτί του ήλιου
Οι δρόμοι ήσυχάζουν
Απ τη γειτονιά των λουλουδιών φαίνεται η ντάλια να τραγουδά
στο αυτί του ήλιου
Κρυφες συνωμοσίες της ομορφιάς
να σαγηνευσουν τα μάτια των ανθρώπων.
Μεθυσμένος αέρας φιλά το μαγουλό μου .
Υπνωτισμένος καιρός μα τόσο ζεστα
συναντά το δειλινό .
Σαν βήματα που γελούν να σκεπάσουν
το σύννεφο του άγνωστου .
Κι εγω που τόσο περπατησα να μάθω τους κήπους
μαθητής μιλώ με τα συμφωνα γνωρίζοντας μόνο
τις ρίζες που πλαι μου κυλούν
οργώνοντας τα φωνήεντα του κόσμου
Γυμνός σηκώνοντας το πέλμα ανοίγω τα φτερά μου
Κι απο οπου κοιταξεις μια φλουδα γεννα ένα χρώμα !
Ταξιθέτης μια άλλης ζωής
Πάλι ψάχνεις μια αυταπάτη
μέσα της να κρύψεις μια θολή ελπίδα
Ακόμη κρέμεσαι απ τα άγονα χώματα
κρατάς μια σημαία την κουνάς μα έχει άδεια χρώματα
πότε; πότε θα σταματήσεις να χειροκροτάς;
κι αφού σου λείπει η ανάσα γιατί διαλέγεις τον κρότο;
τι άλλο θες; για να δεις πως νεκρώνουν τα χρόνια
τι προσμένεις ; βουβάθηκαν τα αηδόνια
κράζουν μόνο κοράκια που ψυχές προσδοκούν
Τ’ άλλοθι σου ζητάς και σ αυτό προσκυνάς
τι περιμένεις;
σε πληγώνει η λήθη που κοιμάται στα στήθη
Ξύπνα.. δώσε νέες πνοές
δε γυρνούν πια οι κρίκοι σε μια άδεια καδένα
κι είναι οι δείκτες ..τώρα πια.. δικαστές
Δεν χωρά το δεν ξέρω σε μια τρύπια γιορτή
δεν κοιμάται το θέλω σε αγρύπνιας στιγμή
Σπάσε ..κάνε κομμάτια του τριγμού τη σιωπή
κι άσε τα άδολα μάτια να χορτάσουν ζωή
Πάψε πια να γυρνάς ταξιθέτης μπρος στις άδειες καρέκλες
ειν δική σου η αυλαία κι ο ρόλος βαθύς
το σενάριο σβήσε γράψε της ιστορίας το λευκό
μακριά από του φόβου το ουρλιαχτό
Δεν χαρίζεται τίποτα δε μοιράζει κανείς
γίνε του εαυτού σου .. εσύ ..ο πρωταγωνιστής !
μέσα της να κρύψεις μια θολή ελπίδα
Ακόμη κρέμεσαι απ τα άγονα χώματα
κρατάς μια σημαία την κουνάς μα έχει άδεια χρώματα
πότε; πότε θα σταματήσεις να χειροκροτάς;
κι αφού σου λείπει η ανάσα γιατί διαλέγεις τον κρότο;
τι άλλο θες; για να δεις πως νεκρώνουν τα χρόνια
τι προσμένεις ; βουβάθηκαν τα αηδόνια
κράζουν μόνο κοράκια που ψυχές προσδοκούν
Τ’ άλλοθι σου ζητάς και σ αυτό προσκυνάς
τι περιμένεις;
σε πληγώνει η λήθη που κοιμάται στα στήθη
Ξύπνα.. δώσε νέες πνοές
δε γυρνούν πια οι κρίκοι σε μια άδεια καδένα
κι είναι οι δείκτες ..τώρα πια.. δικαστές
Δεν χωρά το δεν ξέρω σε μια τρύπια γιορτή
δεν κοιμάται το θέλω σε αγρύπνιας στιγμή
Σπάσε ..κάνε κομμάτια του τριγμού τη σιωπή
κι άσε τα άδολα μάτια να χορτάσουν ζωή
Πάψε πια να γυρνάς ταξιθέτης μπρος στις άδειες καρέκλες
ειν δική σου η αυλαία κι ο ρόλος βαθύς
το σενάριο σβήσε γράψε της ιστορίας το λευκό
μακριά από του φόβου το ουρλιαχτό
Δεν χαρίζεται τίποτα δε μοιράζει κανείς
γίνε του εαυτού σου .. εσύ ..ο πρωταγωνιστής !
Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019
Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019
Τρίτη 2 Ιουλίου 2019
Δεν εχει τέλος η αρχή
Περνάνε μολυβένιες ώρες
κι οι στάχτες άγρια κοχλάζουν
σε πέτρινο κι άδειο τσουκάλι
σεργιάνι κάνουν φωτιά και μπόρες
κοιμίζουν οι καπνοί τον ήλιο
μέσα στην κούνια του προκρούστη
πνίγονται στα λιμάνια ελπίδες
σε καταχνιάς πικρό βασίλειο
Κι εσύ που ανήμπορος κοιτάζεις
κομμένα χέρια σε προστάζουν
να σπάσεις του άθεου τη μέρα
δίχως μια στάλα να δειλιάζεις
βρήκες το δρόμο που σε βγάζει
στης επανάληψης το ίδιο σπίτι
ζωής πληρώνεις ξένο νοίκι
με έναν ψίθυρο που όχι στενάζει
Μέτρα το μίλι ηλιαχτίδας στην κορυφή δοξάρι
ντύσου του Ρίτσου περήφανη φωνή
προσκυνητάρι σου ο Γκάτσος
γερά να δένει του θάρρους το ζωνάρι
δέσε το δάκρυ σε μια νότα να ακουστεί
χρέος στου επαναστάτη το κρεβάτι
το παιδικό το γέλιο να βγαίνει από πηγή
κι αν άδειασαν οι χρόνοι είναι γεμάτη η ψυχή!
κι οι στάχτες άγρια κοχλάζουν
σε πέτρινο κι άδειο τσουκάλι
σεργιάνι κάνουν φωτιά και μπόρες
κοιμίζουν οι καπνοί τον ήλιο
μέσα στην κούνια του προκρούστη
πνίγονται στα λιμάνια ελπίδες
σε καταχνιάς πικρό βασίλειο
Κι εσύ που ανήμπορος κοιτάζεις
κομμένα χέρια σε προστάζουν
να σπάσεις του άθεου τη μέρα
δίχως μια στάλα να δειλιάζεις
βρήκες το δρόμο που σε βγάζει
στης επανάληψης το ίδιο σπίτι
ζωής πληρώνεις ξένο νοίκι
με έναν ψίθυρο που όχι στενάζει
Μέτρα το μίλι ηλιαχτίδας στην κορυφή δοξάρι
ντύσου του Ρίτσου περήφανη φωνή
προσκυνητάρι σου ο Γκάτσος
γερά να δένει του θάρρους το ζωνάρι
δέσε το δάκρυ σε μια νότα να ακουστεί
χρέος στου επαναστάτη το κρεβάτι
το παιδικό το γέλιο να βγαίνει από πηγή
κι αν άδειασαν οι χρόνοι είναι γεμάτη η ψυχή!
Πρωταπριλιά στου μπαρμπα θωμα
Πόσο του άρεσε τούτο το μικρό καφενεδάκι
ακόμη απ την εξώπορτα άκουγες να χτυπά
το γέλιο , οι διαξιφισμοί κείνες οι ανάσες
που σαν άπλωναν τα γκέμια τους πάνω σου
λαχταρούσαν τούτο το ακόμα λίγο να σε τραβά
απ το μανίκι να αφήσει στις χούφτες λιόσπορους
γνώσης να χεις στις τσέπες για το δρόμο.
Κυριακή σήμερα κι ανέμελα σφύριζε ο ήλιος
Τα βήματα του Φάνη γνώριμα πια σβούριζαν
σε τούτο το μικρό σχολαρχείο που έπλεκε τις κουβέντες .
Πρώτος τον ειδε ο Γιακουμής . Καλώς το λεβέντη
Γέλασε ο Φανης με τουτο το προσωνύμιο
Άρπαξε απ το μπράτσο μια θρονιά και βόλεψε
το κορμί στη ζεστασια της παρέας .
Πρωταπριλιά σήμερα μη γελαστείτε φώναξε ο Θωμάς
Α!!! μωρε παιδιά τι μου θυμίσατε τωρα
Μια ιστορία θα σας πω απο τότες που η μάνα έλεγε
πως ξεγελά ο Απρίλης κι απ τα καμώματα του κανεις
δε γλυτώνει . Ήμουν δεν ήμουν δεκάξι αμούστακο
πετεινάρι που γυρευε να κυβερνήσει τον κόσμο.
Πρωι πρωταπριλιάς κι ο Δημητρός γυρεψε να πάμε
μια βόλτα στο πέτρινο δασος .
Σκιαζόμουν λίγο δε λέω μα που να το πεις
τ αντριλίκι μωρε το πνίγεις;
Οχι πως ο Δημητρός θέριευε τα παπούτσια του,
τόσο κοντα στα δικά μου πήγαιναν που καμιά φορά
μπερδευαν τα πόδια .
Μα πιο δυνατή η περιέργεια της νιότης.
Κι οι δυό ψάχναμε χνάρια να πατήσουμε πάνω
για τη σιγουριά μας . Τούτος ο τόπος εμοιαζε λες
και ξεχασμενος πίνακας ήταν που χε μείνει μονάχα στο σκίτσο .
Μα να πεισματικά οι ρίζες του άπλωναν
κι απ τις μισοφαγωμένες πέτρες πετιόταν κατι φύλλα
που μύριζαν χλωρά ποτάμια .
Μην πας πιο πέρα λένε πως στοιχειώνει μια νεράιδα
το ρυάκι κι αυτό αρχιζει το τραγούδι . Αν το ακούσεις
μαγεμένος θα στέκεις μια ζωή μου μήνυσε ο Δημητρός
Μείνε εδω του ειπα θα σε φωνάξω αν χρειαστεί
Μα πως ήθελα να δω ετούτη την νεραιδα .
Άρπαξα ένα τσαλί λες και θα τρόμαζα τον ίσκιο της
και προχώρησα . Το πόδι μου πέρασε πηδώντας
ενας μικρός σκιουρος που έτρεχε να προφτάσει
τα βελανίδια που τίναζε το ψηλό δέντρο .
Τα πουλιά μύριζαν το δρόμο μου κι ουτε μια σταλιά
στιγμή δε μ άφησαν απ τα μάτια τους .
Σε λίγο συνάντησα μια μικρή γειτονιά που γέμιζε
βασιλικό και δυόσμο.Ο κόσμος της μικρά φυντάνια
ήταν που μουρμούριζαν , χορευαν ,ψηλώναν
στις κορυφές , σαν νεογνά γεννούσαν μες το χώμα ,
φανέρωναν χαρές κι αγκάλιαζαν βροχές .
Διέκοψε την αφήγηση του ο Πέτρος ..Κι εσυ μωρε
που τα ειδες ολα αυτα στο ερημοχώρι του πέτρινου
δάσους; αμάν αδερφέ μου το ψέμα σου
Κάτσε ντε εχει κι άλλο απάντησε ο Θωμάς και συνέχισε .
Κει που περίμενα να δω πότε θα σταματήσουν
να ρωτήσω που μένει η νεραιδα , με θάμπωσε
ένα φως τόσο δυνατό που με σκουντουσε
να χωρέσει μέσα μου.Πανέμορφη ψηλή γυναίκα .
Ο κόρφος της δυο λόφοι ανεμώνες ,
τα μάτια της μια θαλασσα , τα μαλλια της στολίσματα
απο ηλιοβασίλεμα . Φορουσε το μακρύ φόρεμα
της ανοιξης ,ξυπόλητη πλεοντας στα νερά της .
Κι αλήθεια τραγούδησε το ρυάκι .
Την κοίταξα για λίγο κι ύστερα σαν ηλιαχτίδα
χάθηκε ζεσταινοντας το στερνο μου
Ειχα δει ολα οσα ήθελα κι ετσι έτρεξα
πίσω να βρω το Δημητρό . Ξαπλωμένος στον ισκιο
της βελανιδιάς με περίμενε .
Άρχισα να του ιστορώ κι αυτο και κεινο και τ αλλο .
Πότε πρόλαβες μωρε μου λεει δεκα λεπτα έλειψες
αντε πάμε να φύγουμε να γυρίσουμε σπίτι
κοιμήσου να δεις κι αλλο όνειρο .
Στεναχωρέθηκα που δεν με πίστευε .
Μονάχα η μάνα όταν της τα ιστόρισα γέλασε .
Α!! γιέ μου σε γέλασε σε έστειλε τόσο μακριά
ο Απρίλης να δεις κατι που εχεις μέσα σου .
Αγάπη τη λένε γιέ μου. Κι αυτή τη βλέπει μονάχα
οποιος αγαπά . Θα ρθει κι η σειρα του Δημητρού
μη στεναχωριέσαι .
Αμίλητοι μείναμε όλοι οι συνειρμοί φώλιαζαν
στις ψυχές
Για πες τε τώρα αλήθεια ή ψέμα; μουρμούρησε
ο Θωμάς κουβαλώντας στο τραπέζι μια καράφα κρασί
και γεμίζοντας τα ποτήρια .
Γειά μας βρε παιδιά πάντα η νεραιδα να μας χαμογελά !
ακόμη απ την εξώπορτα άκουγες να χτυπά
το γέλιο , οι διαξιφισμοί κείνες οι ανάσες
που σαν άπλωναν τα γκέμια τους πάνω σου
λαχταρούσαν τούτο το ακόμα λίγο να σε τραβά
απ το μανίκι να αφήσει στις χούφτες λιόσπορους
γνώσης να χεις στις τσέπες για το δρόμο.
Κυριακή σήμερα κι ανέμελα σφύριζε ο ήλιος
Τα βήματα του Φάνη γνώριμα πια σβούριζαν
σε τούτο το μικρό σχολαρχείο που έπλεκε τις κουβέντες .
Πρώτος τον ειδε ο Γιακουμής . Καλώς το λεβέντη
Γέλασε ο Φανης με τουτο το προσωνύμιο
Άρπαξε απ το μπράτσο μια θρονιά και βόλεψε
το κορμί στη ζεστασια της παρέας .
Πρωταπριλιά σήμερα μη γελαστείτε φώναξε ο Θωμάς
Α!!! μωρε παιδιά τι μου θυμίσατε τωρα
Μια ιστορία θα σας πω απο τότες που η μάνα έλεγε
πως ξεγελά ο Απρίλης κι απ τα καμώματα του κανεις
δε γλυτώνει . Ήμουν δεν ήμουν δεκάξι αμούστακο
πετεινάρι που γυρευε να κυβερνήσει τον κόσμο.
Πρωι πρωταπριλιάς κι ο Δημητρός γυρεψε να πάμε
μια βόλτα στο πέτρινο δασος .
Σκιαζόμουν λίγο δε λέω μα που να το πεις
τ αντριλίκι μωρε το πνίγεις;
Οχι πως ο Δημητρός θέριευε τα παπούτσια του,
τόσο κοντα στα δικά μου πήγαιναν που καμιά φορά
μπερδευαν τα πόδια .
Μα πιο δυνατή η περιέργεια της νιότης.
Κι οι δυό ψάχναμε χνάρια να πατήσουμε πάνω
για τη σιγουριά μας . Τούτος ο τόπος εμοιαζε λες
και ξεχασμενος πίνακας ήταν που χε μείνει μονάχα στο σκίτσο .
Μα να πεισματικά οι ρίζες του άπλωναν
κι απ τις μισοφαγωμένες πέτρες πετιόταν κατι φύλλα
που μύριζαν χλωρά ποτάμια .
Μην πας πιο πέρα λένε πως στοιχειώνει μια νεράιδα
το ρυάκι κι αυτό αρχιζει το τραγούδι . Αν το ακούσεις
μαγεμένος θα στέκεις μια ζωή μου μήνυσε ο Δημητρός
Μείνε εδω του ειπα θα σε φωνάξω αν χρειαστεί
Μα πως ήθελα να δω ετούτη την νεραιδα .
Άρπαξα ένα τσαλί λες και θα τρόμαζα τον ίσκιο της
και προχώρησα . Το πόδι μου πέρασε πηδώντας
ενας μικρός σκιουρος που έτρεχε να προφτάσει
τα βελανίδια που τίναζε το ψηλό δέντρο .
Τα πουλιά μύριζαν το δρόμο μου κι ουτε μια σταλιά
στιγμή δε μ άφησαν απ τα μάτια τους .
Σε λίγο συνάντησα μια μικρή γειτονιά που γέμιζε
βασιλικό και δυόσμο.Ο κόσμος της μικρά φυντάνια
ήταν που μουρμούριζαν , χορευαν ,ψηλώναν
στις κορυφές , σαν νεογνά γεννούσαν μες το χώμα ,
φανέρωναν χαρές κι αγκάλιαζαν βροχές .
Διέκοψε την αφήγηση του ο Πέτρος ..Κι εσυ μωρε
που τα ειδες ολα αυτα στο ερημοχώρι του πέτρινου
δάσους; αμάν αδερφέ μου το ψέμα σου
Κάτσε ντε εχει κι άλλο απάντησε ο Θωμάς και συνέχισε .
Κει που περίμενα να δω πότε θα σταματήσουν
να ρωτήσω που μένει η νεραιδα , με θάμπωσε
ένα φως τόσο δυνατό που με σκουντουσε
να χωρέσει μέσα μου.Πανέμορφη ψηλή γυναίκα .
Ο κόρφος της δυο λόφοι ανεμώνες ,
τα μάτια της μια θαλασσα , τα μαλλια της στολίσματα
απο ηλιοβασίλεμα . Φορουσε το μακρύ φόρεμα
της ανοιξης ,ξυπόλητη πλεοντας στα νερά της .
Κι αλήθεια τραγούδησε το ρυάκι .
Την κοίταξα για λίγο κι ύστερα σαν ηλιαχτίδα
χάθηκε ζεσταινοντας το στερνο μου
Ειχα δει ολα οσα ήθελα κι ετσι έτρεξα
πίσω να βρω το Δημητρό . Ξαπλωμένος στον ισκιο
της βελανιδιάς με περίμενε .
Άρχισα να του ιστορώ κι αυτο και κεινο και τ αλλο .
Πότε πρόλαβες μωρε μου λεει δεκα λεπτα έλειψες
αντε πάμε να φύγουμε να γυρίσουμε σπίτι
κοιμήσου να δεις κι αλλο όνειρο .
Στεναχωρέθηκα που δεν με πίστευε .
Μονάχα η μάνα όταν της τα ιστόρισα γέλασε .
Α!! γιέ μου σε γέλασε σε έστειλε τόσο μακριά
ο Απρίλης να δεις κατι που εχεις μέσα σου .
Αγάπη τη λένε γιέ μου. Κι αυτή τη βλέπει μονάχα
οποιος αγαπά . Θα ρθει κι η σειρα του Δημητρού
μη στεναχωριέσαι .
Αμίλητοι μείναμε όλοι οι συνειρμοί φώλιαζαν
στις ψυχές
Για πες τε τώρα αλήθεια ή ψέμα; μουρμούρησε
ο Θωμάς κουβαλώντας στο τραπέζι μια καράφα κρασί
και γεμίζοντας τα ποτήρια .
Γειά μας βρε παιδιά πάντα η νεραιδα να μας χαμογελά !
Δροσερή πνοή
Και τι θαρρείς χρειάζεται πολλά
να βγει με γέλιο ο ήλιος της ψυχής;
Ένα τζιν στο χρώμα του ουρανού
ένα μπλουζάκι άνοιξη
Στις τσέπες της καρδιάς
ουράνιο τόξο αμάραντης πνοής
ένα τραγούδι στα χείλη
να ακούν οι μαργαρίτες
όμορφες σκέψεις να ζουζουνίζουν
στα φύλλα του αντικρινού
να βγει με γέλιο ο ήλιος της ψυχής;
Ένα τζιν στο χρώμα του ουρανού
ένα μπλουζάκι άνοιξη
Στις τσέπες της καρδιάς
ουράνιο τόξο αμάραντης πνοής
ένα τραγούδι στα χείλη
να ακούν οι μαργαρίτες
όμορφες σκέψεις να ζουζουνίζουν
στα φύλλα του αντικρινού
Μια γουλιά θάλασσα
να χει τη γεύση το κεράσικαι τα λευκά παπούτσια
άνοιξαν τα φτερά να τρέξουν
κει που το όνειρο ξυπνά
κι ο ήχος γίνεται μια αγκαλιά
ζεστά που ντύθηκες άνθρωπε!
Ρόδινη πλεύση
Αγαπώ τους ανθρώπους
της σιωπής
κείνους που κόπηκαν
πολλές φορές
στις φωνές του αγέρα
αγαπώ
τα μικρά τους φυντάνια
που πάλεψαν
να γίνουν κήπος
αυτούς
που με κομμένα πόδια
στάθηκαν όρθιοι
χωρίς πατερίτσες
μα μονάχα με το στασίδι
της ψυχής
αγαπώ
τους ανθρώπους
που λύγισαν
τσάκισαν
μα δεν έσπασαν
που έμαθαν
να στολίζουν την άνοιξη
με καρπούς που ζέσταινε
ο χειμώνας
αυτούς
που το χαμόγελο
δεν ειναι υποχρέωση
μα λόγος πνοής
κείνους που γνώρισαν
πως οι λέξεις καρφιά γυρνάνε
μα αστράφτουν ουρανό
κείνους που δε δίστασαν
να δρασκελίσουν ωκεανό
για να πατήσουν
ένα μικρό απάνεμο λιμάνι
περπάτησαν στα νερά
με ηλιόλουστη καρδιά
τώρα κατάλαβες
γιατί
γυρνάς σαν ίσκιος
στην ανάσα μου!
της σιωπής
κείνους που κόπηκαν
πολλές φορές
στις φωνές του αγέρα
αγαπώ
τα μικρά τους φυντάνια
που πάλεψαν
να γίνουν κήπος
αυτούς
που με κομμένα πόδια
στάθηκαν όρθιοι
χωρίς πατερίτσες
μα μονάχα με το στασίδι
της ψυχής
αγαπώ
τους ανθρώπους
που λύγισαν
τσάκισαν
μα δεν έσπασαν
που έμαθαν
να στολίζουν την άνοιξη
με καρπούς που ζέσταινε
ο χειμώνας
αυτούς
που το χαμόγελο
δεν ειναι υποχρέωση
μα λόγος πνοής
κείνους που γνώρισαν
πως οι λέξεις καρφιά γυρνάνε
μα αστράφτουν ουρανό
κείνους που δε δίστασαν
να δρασκελίσουν ωκεανό
για να πατήσουν
ένα μικρό απάνεμο λιμάνι
περπάτησαν στα νερά
με ηλιόλουστη καρδιά
τώρα κατάλαβες
γιατί
γυρνάς σαν ίσκιος
στην ανάσα μου!
Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019
Εκει που σμίγουν τα πουλιά
Να λοιπόν τι σου ζητάνε
οι σαλτιμπάγκοι της φωτιάς
να περάσεις το χειμώνα
οι σαλτιμπάγκοι της φωτιάς
να περάσεις το χειμώνα
του περασμένου χθές
προσμένοντας μια κούφια άνοιξη
εκεί θα σου κόψουν τα μέτρα
θα σου μαντάρουν
τις τρύπιες υποσχέσεις
στα χρώματα των λουλουδιών
θα φανεί η ραφή
κι εσύ θα φορέσεις στα μάτια
το κουστούμι των χρωμάτων
κλείνοντας πάλι τη μνήμη
στο χρονοντούλαπο
σαν περασμένη γενιά
αδειάζοντας τις θάλασσες
που κρύβουνε κορμιά
προσμένοντας μια κούφια άνοιξη
εκεί θα σου κόψουν τα μέτρα
θα σου μαντάρουν
τις τρύπιες υποσχέσεις
στα χρώματα των λουλουδιών
θα φανεί η ραφή
κι εσύ θα φορέσεις στα μάτια
το κουστούμι των χρωμάτων
κλείνοντας πάλι τη μνήμη
στο χρονοντούλαπο
σαν περασμένη γενιά
αδειάζοντας τις θάλασσες
που κρύβουνε κορμιά
χρόνων στυφών κληρονομιά
νυχτώνοντας την πείνα
στα όρη σ άγρια βουνά
ξεχνώντας το χιόνι
που αδιάφορα σου χάρισαν
νυχτώνοντας την πείνα
στα όρη σ άγρια βουνά
ξεχνώντας το χιόνι
που αδιάφορα σου χάρισαν
χρεώνοντας σε κεραυνούς
πριν σου στερέψουν
την λίμνη που γένναγε φτερά
θα τους αφήσεις;
κοίτα .. η ανατολή ψηλά κρεμιέται
εκεί που σμίγουν τα πουλιά
πριν σου στερέψουν
την λίμνη που γένναγε φτερά
θα τους αφήσεις;
κοίτα .. η ανατολή ψηλά κρεμιέται
εκεί που σμίγουν τα πουλιά
φυλάνε οι παπαρούνες
ζητώντας γη χωρίς κελιά!
ζητώντας γη χωρίς κελιά!
Ελπίδα
κείνη που ανάθρεψε τις σιωπηλές
φωνές της παπαρούνας .
Μια ανάσα φτερούγισε στο περβάζι της
φορώντας ολομέταξο στεφάνι προσμονής.
Τίποτε δε χάθηκε μουρμούρισε
κι ένα χαμόγελο ζέστανε το μίσχο της .
Στα μάτια της πλανιόταν ο χορός της άνοιξης
κι απ τα πλευρά της κρέμονταν
μικροί σταλακτίτες που λίγο λίγο θα γεύονταν
τον ήλιο στο καλοκαίρι της θάλασσας .
Μοσχοβολιές που γύρω της μοίραζαν αμέθυστο
καλούσαν τις μικρές διάφανες σταγόνες
στο παιχνίδι του καιρού.
Αντικριστά τα μάτια χνάρια παιδιού
κι ελπίδα της ώριμης νιότης
Φόρεσε πάνω της το χάδι τους κι έτρεξε
στη πίστα που γεννιούνται τα όνειρα
και βυζαίνει η ζωή τη ρόγα της ομορφιάς
Ένα φιλί κόσμος κι ανταμώνει το φως
στα χείλη τη λαλιά του αηδονιού!
κι ένα χαμόγελο ζέστανε το μίσχο της .
Στα μάτια της πλανιόταν ο χορός της άνοιξης
κι απ τα πλευρά της κρέμονταν
μικροί σταλακτίτες που λίγο λίγο θα γεύονταν
τον ήλιο στο καλοκαίρι της θάλασσας .
Μοσχοβολιές που γύρω της μοίραζαν αμέθυστο
καλούσαν τις μικρές διάφανες σταγόνες
στο παιχνίδι του καιρού.
Αντικριστά τα μάτια χνάρια παιδιού
κι ελπίδα της ώριμης νιότης
Φόρεσε πάνω της το χάδι τους κι έτρεξε
στη πίστα που γεννιούνται τα όνειρα
και βυζαίνει η ζωή τη ρόγα της ομορφιάς
Ένα φιλί κόσμος κι ανταμώνει το φως
στα χείλη τη λαλιά του αηδονιού!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




























