Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

Οτι κρατώ

Ότι κρατώ
ένα τσαμπί σταφύλι
στις ρόγες του καιρού
να βυζαίνω τον ήλιο

μια φωτιά καλοκαιριού
στ άγρυπνα να γελά
ντύνοντας τη γύμνια

κι εκείνα τα χέρια σου
πλεγμένα στα δάχτυλα μου
να ενώνουν τον κόσμο!




Εντός μου φωνές

Άκουγα τον ήλιο να μου μιλά
Παραίσθηση είπα μα η σκιά του μ ακολουθούσε
Περπατούσα στα τυφλά μονοπάτια της πέτρας
κι ανάμεσα τους απ τα μπαλκόνια ξεφύτρωναν

πολύχρωμες πιρουέτες λουλουδιών.
Φύτεψε με στα στήθια σου ψιθύριζαν
εκεί μαζί με ότι σου μιλούν με γεύση .
Δεν ήξερα τι να τους πω
μονάχα κείνο που άνθιζε μέσα μου απαντούσα
Συνέχισα το βήμα μου στο πλάι της θάλασσας
μ ακούς μου ψιθύρισε .απόψε γράφω ένα τραγούδι
που ν αντικρίζει τα μάτια σου
Μπλε γεμάτα τρικυμία
Ξεσπούν στο ρεφρέν ..
Να δεις που όλα τα όμορφα θα ρθουν έγραφε
κι εγω το μόνο που κοίταζα ήταν εκεινη
η λάμπα εντός μου που φώτιζε
έλα να περπατήσουμε
Συνάντησα την γειτονιά των λουλουδιών
κάθε μέρα την έβλεπα μα σήμερα ήταν αλλιώς
Ντυμένη στ αρωμά της είχε το χρώμα
της κρυμμένης σκιάς που με καλούσε
να ανάψουμε τα φώτα του σκοταδιού
Κι ειναι τόσο όμορφο να ζουζουνίζεις
μέσα μου σαν μελισσούλα
που απ την κηρήθρα μου έσταξε
κι όλα ένα .. εσύ μοσχοβολούν !




Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

Γυμνά αστέρια

Ένα ζεστό χαμόγελο
απ το ανοιχτό παράθυρο της καρδιάς
μια σκέψη να φτερουγίζει ζεστασιά
πόσα γυμνά αστέρια ντύνει
κι ανοίγει δρόμους η νυχτιά
στη χαραυγή να παίξουν όνειρα παιδιά!




Τα θάματα

Να γέλασε πρώτα η θάλασσα 
ή να χε πρωτομιλιά ο ουρανός 
και το σκαρί διπλό φιλί 
στα πέρατα αρμενίζει 

τα θάματα της αγκαλιάς 

η αγάπη τα γνωρίζει !


Ελευθερία

Να είσαι ένας στους πολλούς
όχι πολλοί στον έναν 
Αυτό είναι ελευθερία 
Ζωή με τα δικά της παπούτσια !

Κάτω από ένα πλατάνι του ουρανού

Σκέψου λέει να μαζευόμασταν κάποτε 
κάτω από ένα πλατάνι του ουρανού 
τα ρούχα μας να ταν λευκές τρομπέτες 
που ανοιγόκλειναν το μολυβένιο  τον ήχο 
στο βλέμμα να θρέφεται η καρδιά 

σκέψου να απλώναμε αράδες στα ίδια τα νερά
κι έτσι όπως βρέχονταν οι πατούσες 
να στεγνώναμε τα νοτισμένα μαλλιά 
με δάχτυλα τα χτένια της αγάπης
απλώνοντας χάδια τρυφεράδας 

σκέψου λέει να καίγαμε τα άσκοπα 
τα αγκάθια και μυρωμένη να έβγαινε φωτιά 
να σπάναμε το άδικο κλαρί
στη ράχη που γελά η πράσινη ελιά 
δέσιμο να χει η κλωστή κόμπο από αγκαλιά

σκέψου να προχωρούσαμε ζητώντας το χέρι 
του άλλου όχι για να μην πέσουμε 
μα για να βρει τόπο να σταθεί σφιχτά η ζεστασιά 
κι όπως θα πέφτει το φεγγάρι φέτα φέτα
να μοιραζόμασταν τη γεύση του φιλιού

σκέψου λέει στο χορό των άστρων να βρισκόμασταν
κι όπως ζυγώνουν μοσχοβολιές κι αερικά 
στολίδι να ταν η 'άποψη με μια γιρλάντα να γυρνά
κι όπου βρεθεί κι όπου σταθεί κέρασμα 
να χει το σύμφωνο με ένα φωνήεν αντικριστά 

σκέψου  πόσο απορρημένα θα κοίταγαν τ ανείπωτα 
γεμάτα τα κουκούλια από κουκούτσια του γιατί 
σε ένα στρατό ονείρων δε δίνουμε πνοή
κι ακούει κρότο η ψυχή και απ τη σιωπή της 
το άπιαστο κρατά για  φυλαχτό και χέρια το μπορώ 

σκέψου λέει να αγαπιόμαστε χωρίς ερωτηματικά
να φτάνει ο δρόμος να χει διάφανα υλικά 
θηλή την αρμονία και χρώματα βεγγαλικά 
σαν δυο απαντήσεις που μια κατάφαση  γεννά 

να έτσι απλά γιατί λαλούνε τα πουλιά !



Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018

Ηχώ

Άκουγα φωνές 
μέτραγα τις λέξεις
χτύπαγαν τα 
λόγια
κεντούσα τις 
σιωπές
μιλούσαν οι χτύποι
κράταγα την καρδιά μου
αντίλαλος ....ψιθύριζες
μέσα..

από τους παλμούς μου !



Πεντόβολα σε χέρια παιδικά

Σιγά σιγά μάθαινα να μιλώ μουντζουρώνοντας ένα λευκό χαρτί 
ή πατώντας σιγανά στα χνώτα μιας κίτρινης περγαμηνής 
Καμιά φορά λέω να μαζέψω τα σωθικά τους και να τα ρίξω στη θάλασσα
Ύστερα πάλι χτίζω ένα γιοφύρι να τα σκεπάζει μη και τα παγώσει ο άνεμος 
Λένε πως ο ποιητής ονείρατα φτιάχνει μα παίζουν παιδιά δίχως μπαλόνια ;
Λένε πως ζωγραφίζει το μυαλό του μα υπάρχει πινέλο δίχως φλέβες;
Λένε πως ερωτεύεται τα πουλιά και τα άνθη μα αρνήθηκε ποτέ κανείς την ομορφιά;
Λένε πως άψυχα στεριώνει τα φτερά μα άραγε υπάρχει πέταγμα χωρίς καρδιά;
Λένε πως η αγάπη του δεν έχει μορφή να νιώσαν άραγε ποτέ πως αγαπάει η ψυχή
Λένε πως στον ύπνο του οι μούσες γράφουν μουσική 
μα βλέπει κανείς άλλος ότι μονάχος του εχει δει;
Λένε και τι δε λένε κι ανοίγουν ουρανοί 
κι αρχίζει η λίμνη να γελά κι ο βάτραχος να χει φτερά
πετρώνουν τα νερά στη στάλα της βροχής 
κι ουράνιο τόξο απαντά πως γέρνει η άμαξα αμαξά.
Άμοιρε ποιητή ποιος τη στιγμή σου να χει βρει!
Τίποτε το σπουδαίο οι λέξεις μου πεντόβολα σε χέρια παιδικά ,
μαζεύουν χαμομήλι να δένει η ρίζα με χτένι του μίσχου τα μαλλιά 
Μα να είναι που όπου κι αν πάω τα λόγια που απ το στέρνο έχουν γεννηθεί 
με κόκκινη φασκιά που ανένταχτα κυλά στου  ήλιου το πηγάδι να προφυλάξει τα νερά 
μένουν μαζί σου σε φτάνουν εκεί που δε φτάνωφέρνουν στα μάτια σου φιλί 
γλύκα κι αρμύρα η πηγή. Πετούν του πέταλου αερικό και δεν  σ αφήνουν μοναχό 
Είναι που όπου βρεθείς κι όπου βρεθώ 
στο στόμα τους με ένα ρόδο σου κελαηδούν το ''σ αγαπώ ''










Άτιτλο

Κι όπως χορεύει το καλοκαίρι
χνάρι της άμμου έγινα
να χει δροσιά το βήμα σου!

Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

Ασημί μαργαριτάρι

Κουράστηκα τόσο ..
με τρομάζει τούτη η προσεχώς συνήθεια του γκρίζου
κι αυτό το φουλάρι της θλίψης γύρω απ το λαιμό μου
με πνίγει σαν κόμπος μιας άγριας δίνης
Δραπετεύω.. λυγίζω το κελί του εντός μου
κλειδώνω τις σκέψεις αποχαιρετώντας τις με ένα φιλί
στο ντουλάπι του νου μου ψελλίζω ένα ‘’ αύριο πάλι ‘’
κι αναζητώ την ζεστασιά γυρεύω το ξαποστάσι μου
κλείνω τα μάτια τρυπώνω ανάμεσα
στις ασημόλευκες φτερούγες σου
η θαλπωρή σου μια αιώρα που καθώς με κουνά
νανουρίζει το χρόνο μου
η αυλή σου γεμάτη φωτισμένες φωλιές
όλες στην αγκαλιά τους κρατούν μια ψυχή
σαν βρέφη τυλιγμένα με την πάνα του ουρανού
διαπερνά το είναι μου μια μελωδία
δεν ξέρω από πού ξεπήδησε η πρώτη της νότα
ίσως από κεινο τα άστρο που στροβιλίζονταν
χορεύοντας το χορό της γλυκιάς μοναξιάς
με ένα σιγοψιθύρισμα που καλούσε
τις φωνές να ενωθούν μοιράζοντας αναπνοές
τι όμορφα ! τραγουδά η σιωπή
κι αυτά τα λόγια μικρές αύρες που ζώνουν
με το αγέρι τους το κορμί μου
ξυπνούν τα κύτταρα κι αναπνέουν γαλήνη
λευτερο το βλέμμα μου κεντά το απέραντο
ανατέλλει στο ατέρμονο δώμα του όλου
χάνεται στους κήπους των αισθήσεων
μεθώντας απ τη μυρωδιά φρεσκοκομμένου βασιλικού
αγγίζοντας το μίσχο απ το αγιόκλημα
νοιώθω την ψυχή μου να σπάει τη σάρκα
να ξεκλειδώνει την πύλη της καρδιάς
θέλει να περπατήσει ολόγυμνη στα χνάρια της σιγής
να αφεντέψει σαν κυρά στης νύχτας τ’ ακρογιάλι
βουτά τα πέταλα της στη δροσερή άμμο της νηνεμίας
κι αφήνει τις λέξεις με μια απαλή βροχή
σκορπούν τα βελουδένια χάδια της στο στρώμα
λάμψεις από μια αστραπή γητεύουν τη ματιά
που σέρνει στο υφαντό σου κείνο που οι πούλιες μάγεψαν
κι οι στιγμές το ντύσαν να μένει στο πλευρό σου
αχνή η μιλιά της και το χαμόγελό σου είναι εκεί
σαν ένα ρούχο ασημόσκονης απ τη μορφή σου
ανοίγεις το δισάκι σου ευλαβικά μαζεύεις τους σπόρους της
ξεδιπλώνεις το φόρεμα της αλήθειας κι η ανάσα σου
μια πιρόγα που πλέει σ αλαφροΐσκιωτο κανάλι με νούφαρα
ταξιδεύω στον κόσμο σου στην ομορφιά της ύπαρξης σου
απλώνεις το δίχτυ σου κι όλα γύρω ζωγραφίζουν
τα όνομα σου ‘’ Φεγγάρι ‘’ μου ακριβό μαργαριτάρι μου !




Λευκά πανιά

Φορές ένα καράβι είμαι
γεμάτο αμπελοχώραφα καρδιάς
σκαλίζω τη θάλασσα 
φιλώντας γερά την Ιθάκη μου
σε κάθε στεριά να βλέπει 
το όνομα της 
έτσι που να αντέχουν το ταξίδι 
λευκά πανιά που βλέπουν 
ρόδα στα ανοιχτά !





Μοναδικότητα

Κάθε ήλιος εχει το δικό του στόμα 
πουθενά δεν κρύβεται το φως
μαθαίνεις να πολεμάς
κοιτώντας βαθιά τα φύλλα της άνοιξης !

Άτιτλο

Μην κλείσεις τα μάτια 
αν δεν είμαι εκεί !

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2018

Άτιτλο

Μου λες μ αγαπάς

μη τρομάζεις 

που δεν 

μπορώ 

να στο πω κι εγώ

είναι 

που ..το νοιώθω 

εσύ;




Βλαστάρι του ήλιου

Να αγγίζεις 
το δέρμα της ψυχής 
σαν ενα βλαστάρι 
που τόλμησε να βγει στον ήλιο 
δίχως να ψάξει κρυψώνα 
στην βροχή και στον άνεμο 

γυμνά και με το χτύπο της μόνο 
βρέθηκε ανάμεσα στα πουλιά 

εκει γνώρισε τα μαυροπούλια 
τα χελιδόνια και τις άδειες φωλιές 

να τολμάς 
να μυρίσεις το άρωμα της 
βουτώντας τα χέρια σου στην καφτρα της 
κι ας χάσεις τα δάχτυλα στο ποτήρι της 
να λιώνεις κερί την παγωνιά της 
στις περασμένες ωρες που δεν πέρασες 

ξέστηθα βύζαινε την απουσία σου 
κι αντάμωνε το νεκρό της κενό 

τι ξέρεις απ τα ανείπωτα μονοπάτια 
ξυπόλητα κι ορθα γδέρναν αγριους δρόμους

εφτα φορές σκοτώθηκε 
κι εννιά ειναι που ζούσε 
η επιφάνεια μικρή 
κι αυτή δεν την χωρά 
ρίζωσε κι έβγαλε φτερά 
με τα δικά της τα νερά 

πάψε στα ισαλα να την μετράς 
και πες μου αν τολμάς 

βαθύ πηγάδι η φωνή της 
σκύψε και πιες απ το φιλί της !











Το ταγκό της Νεφέλης

Οι μέρες περνούν ο χρόνος κυλά 
τα πουλιά ίδια κοιτάζουν 
περίεργα και απορημένα 
καρφώνει ο ήχος της σιωπής
Κι εσύ να μετράς στις φλέβες 
σημάδια που ξύπνησαν 
αμίλητα και τραγουδούν 
το ταγκό της Νεφέλης
Ποιο μικρός
κι απ ένα κουκούτσι
πως να σηκώσεις ουρανό 
με τόσα σύμφωνα και φωνήεντα
Αγράμματος έμεινες 
μονάχα με μια φωνή καρδιάς
να καις την πραμάτεια της 
στα μάτια της θάλασσας 

ως πότε η προσμονή !





Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Κύμινο και μπαχάρι

Κοιτούσα απ το παράθυρο 
Πάλι εκεί στο ίδιο σημείο καθισμένος 
στο δικό σου βράχο 
Τόσο δεμένος με τα δάχτυλα της θάλασσας
κάθε που τ άπλωνε το βλέμμα  σου χόρευε
στο πάλκο της την πιο αντρίκεια ζεϊμπεκιά
Τι να περίμενες ; Φορές  ένιωθα 
πως το καράβι σου δεν είχε φτάσει 
κι έτσι καρτέραγες να σκάσει μύτη 
στο φως των ματιών σου .
Άλλοτε πάλι μαγείρευα τα ακούσματα της 
και ρίχνοντας κανέλα και θυμάρι 
σε έβλεπα να γεύεσαι τη νοστιμιά της σιγής 
Και κάποτε ένα νανούρισμα ψιθύριζα να σπάσει 
το τζάμι  και να ρθει να  σ αγκαλιάσει .
Να χα μια χαραμάδα του νου να μπω στη σκέψη σου
Έβλεπα το βλέμμα σου ανάμεσα απ τα μικρά της λευκά 
άλογα που ξαπόσταιναν στην άμμο 
Χτισμένα σε φυλλωσιές , μικρά κάστανα 
με γρίλιες που ανεβοκατέβαιναν να χορτάσουν θάματα.
Πλησίασα πως είστε Κύριε σου είπα σας κοιτώ 
αιώνες τώρα κι οσα χρόνια ξεφλούδισα 
αναλλοίωτη η μορφή σας στο ίδιο σημείο .
Τι περιμένετε; Ένα απορημένο γιατί; 
χώθηκε στις φλέβες μου σαν ακάλεστο βαλς 
σε αγέννητη μουσική . Ντράπηκα για την αυθάδεια μου 
μα ασίγαστα η μέσα μου φωνή στρογγυλοκάθισε 
στο πλάι σου . Δε με νοιάζει συνέχισα μη πείτε 
τίποτε που δεν θέλετε. Άρχισα να μυρίζω το αλάτι 
της σιωπής σου κουκούτσια από πιπέρι  
μου δείχναν το διάβα σου στις μπόρες . 
Γέμισα μια χούφτα άμμου στο χέρι μου 
κύμινο και μπαχάρι θαρρείς κι αγαπήθηκαν 
σε ένα αγκάλιασμα τους . Ερωτικές μυρουδιές 
της παραζάλης στη δίνη του μικρού φτερωτού.
Τα δάχτυλα μου δαφνόφυλλα που άπλωσα 
να πέσουν πάνω τους τα χέρια σου να κοιμηθούν 
στο στρώμα του ονείρου . 
Η φλόγα δυνάμωσε και οι ατμοί έβρεξαν τα βλέφαρα μου 
Άνοιξα το παράθυρο περίμενα να ρθείς .
Γύρισες το κεφάλι και μου χαμογέλασες 
Ήξερες πως πάντα ήμουν εκεί .
Ήξερα πως ήρθες για να μείνεις 
Ποιος αντιστέκεται στο μαγειρειό της αγάπης !







Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

Γλυκιά σκιά

Μια κιθάρα στην άμμο
ένα ξέμπαρκο τραγούδι της θάλασσας
το ξύπνημα του φεγγαριού
να ζωγραφίζει στα δάχτυλα χελιδόνια
το χάδι της αγκαλιάς στον ώμο
κι εσύ η πιο γλυκιά σκιά στο καλοκαίρι μου
και πως τα βότσαλα τρανεύουν
στο ύψος της αγάπης

Λυγάει ο άνεμος στην αύρα
που κατοικούν καρδιές !




Στόμα το στόμα

Ευτυχώς .. ευτυχώς αγάπη μου
μας σκότωσαν
και ζήσαμε
Ήσυχα πια μ αγκαλιάζεις
κι εκεί στην κορυφή του φλάουτου
γεννήσαμε το φιλί της νιότης
στόμα το στόμα βαδίζουμε
γεμάτοι και λεύτεροι !


Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

Σημάδι του ουρανού

Μέθαγαν τα αστέρια
από το λίκνισμα του κορμιού
στο βρεγμένο της φόρεμα
ανάγλυφα σχηματίζονταν
τα συναισθήματα 
κι απ το ακριβό της τούλι
κρέμονταν οι χτύποι της καρδιάς
σαν φλόγες πηγής
κυμάτιζαν τα μακριά μαλλιά της
κι ένα φεγγάρι στόλιζε
το βελούδο τους
τα χείλη της δυο πορφυρένιοι όρμοι
σε θάλασσα αγέραστου φιλιού
φάροι μ αγνάντεμα το γύρω του κόσμου
μάτια δροσοσταλιές της άνοιξης
μπλεγμένες σ άσπρες νιφάδες του χιονιά
στα βλέφαρα κεντημένα αγριολούλουδα
κρίνοι , ανεμώνες της γης τα παραπαίδια
τα χέρια της μοιάζουν με απλωμένα κλαδιά
στις ράχες των απόκρυφων στιγμών
ραμμένες στις φούστες του ονείρου
δεμένα στου άγνωστου το δείλι
ζωσμένα σε στάχυα πεθυμιών
σε χνώτο ζεστής ανάσας 
σε στράτα άγουρης ερημιάς
σε ένα υπόγειο κελί
μεστής ανάγκης μοιρασιάς
πέτρινη χαρακιά το όνομά της
άσβηστο σμιλεμένο σε αέναο βράχο
περπατησιά πάνω σε πέλαου το μίλι
λευκό σημάδι του ουρανού
σπίθα από ψυχής καντήλι
΄΄ α γ ά π η ΄΄ 





Ονειρεύομαι

Και το μόνο που ζήτησα
ήταν μια αλήθεια με ονοματεπώνυμο
κι όχι μια μπάσταρδη συνήθεια του καιρού
γεμάτη συνταγές , φόδρες που γέρνουν
στις μέρες αλλάζοντας  το πίσω μπρος
Έναν άλλο δρόμο ονειρεύτηκα κι ούτε που σάστισε σε ένα δάκρυ
ούτε ένα κλωνάρι δε κράτησε να καρβουνιάσει τα δάχτυλα
να καεί στην ψυχρή του ταφή
Έτσι  έτσι για να βραχεί το χώμα
να σπάσει το απόστημα ,μια μπάλα να προχωρήσει
κλωτσώντας τα γερασμένα κι αδέσποτα σανίδια του πάλκου
Ονειρεύομαι , ονειρεύομαι  γελαστά παιδιά να παίζουν
σε άκαπνους τόπους τυφλόμυγα
με τα κορίτσι α του ήλιου , τους γιούς
του ανέμελου αγέρα . Φωνές γιρλάντες
να στέκονται πάνω απ το ύψος της μύτης
αγναντεύοντας το πορφυρό σουσάμι
σε ένα ατέλειωτο κουλούρι
που θα χορταίνει τα στόματα που πεινούν
Να κοιτώ κατάματα τα ρυτιδιασμένα χέρια
κι έτσι όπως θα ερωτοτροπούν στο φιλί της άνοιξης
ένα μπουκέτο να ανθίζει  στα μάτια τους
Και βλέπω τον βαρκάρη να τραγουδά την ψαριά του
τον μανάβη να διαλαλεί την πραμάτεια του
και ζηλεύω  τούτο τον δρόμο που πριν από μένα περπάτησε
που και δεν έφτασε τις  χούφτες  του καλοκαιριού
Να συζητούν πουλιά και να σωπαίνουν οι άνθρωποι
μεγάλοι μαθητές των μικρών  δασκάλων
που ανοίγουν την ορθογραφία στα φτερά τους
Προσθέτουν το βατόμουρο και το πορτοκάλι
και το ζύγι ισο κι ανάλαφρο  τους βγάνει  
στο θάμνο που φουντώνει στ αγνάντι του βράχου
Ονειρεύομαι  κι όπως  αδούλωτος  λάτρης  της ομορφιάς
πλανιέμαι ,φορτώνω την πιρόγα μου με γράμματα
στο σεργιάνι . Δε μπορεί  θα νιώσουν τα λουλούδια
τη γεύση της ροδιάς  κι έτσι όπως πετούν οι σπόροι τους
κάτι νιούτσικο θα γεννηθεί  και σαν παιδί θα τρέξει
να τραγουδήσει  άβγαλτη νότα που άλλο ρεφρέν δεν έχει πει !







Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

Λίγη στεριά να ακούω τη θάλασσα

Ένα μικρό κόσμο διάλεξα
λιγες σιωπές να μου λένε τα τραγούδια τους
ενα τσαρδί απο τα φύλλα της λευκας
να δροσίζει την ζεστασιά του Αυγούστου
δυο τζιτζίκια να αφήνουν το γρύλισμα 

σ αγάπης τα κλαδιά με ματια ολο καρδιά
και να μου φτάνει που ξέρω
πως δε θα πάψει ο ηλιος να γελά
το κουκούτσι κρατα το άρωμα του βερύκοκου
και λίγη στερια να ακούω τη θάλλασσα
γυμνά να μιλάει για τα ταξίδια της
κείνα τα ανείπωτα που μαθε να την κυβερνά
Μια φέτα απο καρπούζι να τρέχει το ζουμί
σε κείνο το παιδί με τα ασπρα μαλλιά
που μαθε πως ο κόσμος εχει τόση ομορφιά
ακόμη κι αν τα αγερι φίλησε τον καπνό
ετούτο το φιλί ατέλειωτο γυρίζει
σε κυκλο απο ξάστερο ουρανό
η αορτή να χει παράθυρο ανοιχτό
τα κρόσια της να δένουν σε ενα ''αγαπώ '