Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

Το γελαστό παιδί

Ένα ερωτηματικό παιδί
έτσι το λέγαν
βλέπεις δεν είχε όνομα
κάπου εκεί στο όνομα πατρός
η λέξη ήταν κανένας
μεγάλωνε στο βυζί της μάνας του
πρωτόγαλα η αγάπη
μ αυτήν να σπέρνει
σβόλους στα βαθιά
δίχως να του λείπει τίποτα
παρά μόνο αυτό το άδειο ..κανένας
κάποτε το ρώτησαν
αν τα σπαθιά του κρυβαν πολέμους
κι αυτό χαμογελώντας απάντησε
πως οι μύτες τους είναι
μυρτιές που σκάβουν το χώμα
γλυτώνοντας τις ροδιές από την αγριάδα
Στις αυλακιές γυμνώνονταν
το νερό του δίκιου
κι οι πλάτες α! οι πλάτες
γιομάτες ονόματα αγέννητων κλαδιών
μαυροντυμένες μυροφόρες
στα κάτασπρα γέλια τους
τα δόντια τους οροσειρές δύναμης
που κάμουν το δάκρυ μουσική
Τίνος είναι τούτο το παιδί
γελαστό κοιμήθηκε
κι αγκάλιασε τη μάνα γη.
Κι αν οι καπνοί κοπάσαν
και στέφθηκε η λήθη
με άοσμο και πλαστικό
αποκοτιάς το χνούδι
στου Δίστομου τη ράχη
γεννιέται ένα λουλούδι
στης μνήμης το τραγούδι
που χει σφεντόνα την καρδιά
και φλάμπουρο τη λευτεριά
να μην ξεχνά τ αηδόνι να κελαηδά!




Έρωτας

Ότι πετούσε μέσα του 
δυο λευκά περιστέρια
που χτύπαγαν τα φτερά τους
σαν από κάλεσμα 
του ορατού στο αόρατο
Τα μάτια του μπλε γυαλιά
να παίρνει χρώμα η θάλασσα
Ένας μικρός ναυτίλος 
στα γρανάζια του ουρανού
και πως στραφταλίζει ο τροχός
βυζαίνοντας τον ήλιο!


Παρασκήνιο

Σβήσαν οι προβολείς
η ράμπα έσπασε
το χειροκρότημα κόπασε

γυμνή η ψυχή

καιρός να μετρηθεί
το γκρίζο της σκιάς 
με το φως της.

καμένα χειροφιλήματα

τι δεν κατάλαβες
άνθρωπε;

ευτυχώς 
ξεχάστηκαν τα μάτια 
στη θάλασσα

κι έτσι βρήκαν δρόμο 

να κοιτούν οι καρδιές!



  

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Ατέλειωτη διαδρομή

Είπα να περπατήσω
ξυπόλητη μαζεύοντας
κοχύλια του ουρανού
στις χούφτες να δέσω
τη βροχή των αστεριών
με τα ναύλα της ψυχής
το τίμημα το ακριβό
στο στόμα να φιλήσω
ντύθηκα το φεγγάρι
ήπια τον ήλιο
κι όλα γνέφαν.. εσύ


αχ αγάπη!

πόσες να ναι οι μορφές σου!

Γιατί υπάρχεις

Άνοιξε τα μάτια σου
όχι όχι μην κοιτάς
να βλέπεις σου ζήτω
Ξέρεις ο χρόνος κρύβεται
σε δυο κλαδιά του ηλίου
κι ανθίζει γιατί υπάρχεις
Τα μελλούμενα κοχλάζουν
στο πηγάδι αναζητώντας
το στόμα σου να λυτρωθούν
κείνα τα διάσπαρτα λιβάδια
τρέχουν στους παλμούς
στο άσπρο άλογο που ανασαίνεις
Όχι όχι μην κοιτάς
πέρα απ τα μάτια
θωρεί το ύψος της καρδιάς
Αγαλιαζει η κορυφή
στο πέταγμα των βλεφάρων σου
ζεστός ο ίσκιος ποτίζει τη θάλασσα
Άναψε ο φάρος την άκρη του κύκλου
να χορέψουν χαρούμενα πουλιά
η ύπαρξη σου μελωδία που μεθά
γελά το τραγούδι φιλά το λουλούδι
η άρπα δένει τα σχοινιά
κι η διαδρομή παίρνει
ψυχή και σάρκα
να κατακτήσει απάτητα βουνά
γιατί.. υπάρχεις!
τρέφει η ματιά ουράνιο τόξο σε βροχή
σαν θέλει η καρδιά τα κύματα να αφήσουν
στο βράχο της ένα γλυκό φιλί!




Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Διάφανο

Και να δεις που
καμιά φορά
θα γελάσουν τόσο δυνατά
εκείνα τα μυστικά
που ακόμα κι οι στιγμές τους
θα σπάσουν
σαν ένα παλιό παραμύθι
με κιτρινισμένες σελίδες


θα θυμίζουν την κριμένη άνοιξη


μα αν δεις τις άκρες τους
τσαλακωμένες στους καιρούς
μουντζουρωμένες στην οχθρα
σβησμένες στο ναύλον
τελείες ερωτηματικών
σ ατέρμονο δρόμο
ολόδροσα να ψιχαλίζουν
κείνο που δεν ξεχνά


μα με τόσο ωραία μυρουδιά


και να δεις που
καμιά φορά
κρεμασμένα στα χείλη
θα μιλούν τα χαμόγελα
σαν ένα τώρα αναγραμματισμού
που ρωτά το γιατί στην αρχή
κι ένα ατέλειωτο τέλος
θα του δείχνει ένα βέλος να ρθει πάλι εκεί
απαντώντας .. δε σπάει η κόκκινη ραφή
κρύβεται απ τον ήλιο χορεύει στη βροχή
με ένα διπλό σανδάλι και άρωμα από πηγή !

Απλά

Όπως η πρωινή καλημέρα
ένα μικρό σπουργίτι που μόλις έμαθε
πόσο κοστίζει η ομορφιά στον άνεμο
την πρώτη ανάσα
που δίνει χρόνο στο χορτάρι
το γέλιο της αυλής
στο λίκνισμα του κρίνου
σαν ατέλειωτος έρωτας
του φεγγαριού με τη θάλασσα
κείνον τον άγνωστο που πλάι σου περνά
μα εχει κάτι δικό σου κάτι δικό του σε κερνά
κείνη την ξέφτερνη χαρά που δε ρωτά
μα σε τυλίγει κι απλώνει ζεστασιά
το μίλημα του ένα γεια που κλείνει
σε μια χούφτα τον κόσμο σ αγκαλιά
έτσι απλά ανοίγουν τα φτερά
κι εχει στα πόδια τα πέταλα η μοιρασιά
το ένα της μάτι στο νερό τ άλλο στη γη κοιτά
μα φτάνει μια χαραματιά να βρει το νόημα δροσιά
βελόνι να χει και κλωστή να ράβει ρούχο η καρδιά
κατάσαρκα να το φορά.
Έτσι απλά .. η αγάπη ...κυβερνά!


Κόσμος για δυο

Άρχισε να νυχτώνει
Οι γλάροι πια παρέδιδαν τα ραβασάκια
της θάλασσας στ' ακρογιάλια.
Οι τροβαδούροι του ήλιου
στη θέση τους.
Κάτω από το μπαλκόνι
της χρυσοκόκκινης μπάλας
που σε λίγο θα ρουφουσε
κάποιο περαστικό κύμα.

Σε περίμενα κι όλα άλλαζαν
Αρχίνισα να γράφω δίχως να ξέρω τι
γνώριζα στη σιωπή τη φωνή της καρδιάς μου
Απόλυτη σιγή.
Σώπασαν τα πουλιά ακούγοντας
το γλυκό σου κελάηδημα
Η τριανταφυλλιά μου κλεινε το μάτι χαμογελώντας
Ζηλιάρα καθώς είναι φοβάται το άρωμα σου
κι έτσι έκλεισε τα φύλλα της στο στόμα μου

Ένας ολόδροσος ουρανός με κάλμα νερά
άπλωνε το σεντόνι του μόνο για μας
Μονάχα απ' το παραθυράκι του φεγγαριού
μια σπίθα άναβε το κορμί της
να συντροφεύει τα άστρα

Το δωμάτιο γέμισε μικρά πολύχρωμα μπαλόνια
που έπαιζαν. Πιρουέτες λαχτάρας και πάθους
Κάθε στιγμή μια αιωνιότητα στο δρόμο της αγάπης
Έκλεισα τα μάτια να δέσω το φουλάρι του ονείρου
τόσο άμορφα ντυμένο να ξεκινήσει το ταξίδι του

Άρπαξα βιαστικά απ το συρτάρι
το δαντελένιο της ψυχής
Στο διάφανο του θα φόραγα
όλους μου τους χτύπους
Πόσο μ αρέσει καθώς σαν
μικροί τυμπανιστές συναντιουνται
με τους δικούς σου και πως με τα λόγια τους
μια μπάντα ζωής παίζει το πιο γλυκό τραγούδι

Έσπασα ένα κεράσι στα χείλη να βάψουν
πορφυρό φιλί κι ύστερα ξεδίπλωσα
με τα δάχτυλα τα σχήματα 
που θα άφηνα στα μαλλιά σου .
Μικροί κύκλοι τρυφεράδας σβούριζαν το χτένι τους
μπούκλες από κυκλάμινα και ροζ μπουκαμβίλιες

Τα μάτια σου μια πίστα χορού στο βαλς του βυθού μου 
Έλυσα τα χέρια από τους ώμους κι άφησα τα λευκά 
πουπουλένια φτερωτά να γέρνουν πλάι μου 
δένοντας τις κλωστές τους στις φλέβες μου 
στροβιλίζοντας το υγρό του φιλιού με το δέρμα μου
Απαλή σαν αεράκι να αγγίξω το βελούδο σου 
Είναι φορές που τρέμω μη γρατζουνίσω 
τους σταλακτίτες του είναι σου

Με πήρε το βράδυ .
Οι κουρτίνες έκρυβαν την σκιά σου 
κι η πόρτα γύρευε τα κλειδιά σου . 
Ένα κλικ κι από το σκοτάδι 
θα μπει ολόφωτη η νυχτερινή ηλιαχτίδα 
Αλήθεια ξέρεις πως βάφεται η νύχτα;
Μια παλέτα έρωτα τινάζει τις φλόγες της 
και δυο σταγόνες φιλιού ξεδιψούν το ταγκό της αγάπης 
Φίλα με !


Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

Στην αιώρα του ρόδου

Σκαρφάλωσα
να κόψω 
ένα κλαρί του ήλιου 
κάρπισαν 
τα μάτια μου ουρανό
μπλέχτηκα 
στην αιώρα του ρόδου
ένιωσα
τον κήπο των ευχών 
έδεσα 
καβο στη θάλασσα
της αγκαλιάς σου! 

Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Σπόγγος

Χρειάστηκαν μόνο λίγα λεπτά 
για να καρφωθεί 
εκείνο το τρομαγμένο βλέμμα
που κρέμονταν 
από ένα μικρό ξανθό ανθρωπάκι
γέμισε ο βυθός μου 
εκατοντάδες φοβισμένα μικρά βόλια 
που τρεχαν να κρυφτούν 
από το κοίταγμα μου 
μακριά απ το μεγάλο μου δρόμο

τα βλέφαρα αρνήθηκαν 
να χαμηλώσουν 
έτσι ακίνητα κράτησαν τον τρόμο 
ανάμεσα στις γρίλιες τους 
κι ύστερα απότομα
έπεσαν καταγής 
απ το φόρτο που χαν στην ράχη τους
το βάρος από ένα δάκρυ 
έπεφτε στη ψυχή 
γ…. ω τον κόσμο μας !

πάνω που πήγα να γράψω 
ένα χαμόγελο 
σαν σπόγγος το γκρίζο 
……με έσβησε!

Συνήθεια

Φοβάμαι.
εκείνη 
την άχρωμη μορφή
που κρέμεται 
στο σπασμένο τζάμι
απ το παράθυρο
και αντανακλά 
σκουριά 
στον καθρέφτη!

Τίτλοι

Μετά το χειροκρότημα 
της Νίκης 
μέτρα τα λάφυρα 
του διωγμού
γυάλισε.. χώμα
φιγούρες του συρμού

κρύψου στη φυλλωσιά 
της σιωπής 
αυτής που ξέχασες 
να ακούς 
καθώς.. ανέβαινες 
στο έδρανο του ομιλητή

‘’ Άνθρωπε ‘’


Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Εξομολόγηση

Βαρέθηκα 
τις άδειες τρύπες 
δίχως μάτια 
τα στέκια 
με σπασμένους καθρέφτες 
τις γρίλιες
των χαμένων ονείρων 
τα κούφια χρώματα 
τις τάχα αγαπησιάρικες 
και συμπονετικές ματιές 
που κρεμούν καρφιά 
Πρόκες θανάτου , 
σβούρες απομόνωσης 
γαμψές αγκαλιές 

σκορπώ στον άνεμο 
το χτένι του στα μαλλιά μου 

δεν θέλω 
το πιόμα της πίκρας σας
μεθώ στο κόκκινο κρασί 
τον άνθρωπο 
τρέφω στο στόμα 
να γεννηθεί λέξη από δυόσμο 
τον ήλιο αγαπώ 
δεν ντύνομαι σκιά  
στα στήθη μου 
βυζαίνουν τριανταφυλλιές 
γλυκές σιωπές της τρυφεράδας 
ψίθυροι του αργαλειού στο χάδι 

λάτρεψα τα μάτια της χαραυγής 
στην κούνια της κορδέλας της κλαρί 

δεν ταιριάζω της συνήθειας 
το πέλμα μου φωτιά και βροχή 
να αγαπάω έμαθα
κι έσβησα κάθε ξέμπαρκο σ αγαπώ 
οι χούφτες μου λιθόστρωτες αυλές
να γεννιούνται όνειρα 
από φασκιάς να γράφουν μουσικές 
το φιλί ρουφά ουρανό 
κι αστράφτει λίμνη από καθαρό νερό 
λύστε τα ζωνάρια να φανούν οι ουλές
ειναι άγιο πότισμα του δρόμου οι μαχαιριές  
στάζουν δροσοσταλίδες κρυστάλλινες πνοές 

δε χωρώ στο παντού πετώ στο πουθενά 
φτερά μου δίνει ο μπάτης κι ανάπλι ένα γιασεμί 

βαρέθηκα 
να είμαι ένα σ οχλου βουητό 
θέλω να μαι ο σπόρος 
σ αγέννητο βυθό 
κι ας είμαι ο κανένας 
με επώνυμο κενό 
σώμα από ένα αδράχτι 
σε ένα παιδί ορφανό 
που θέλησε να κοιμηθεί 
σε χώμα άσπαρτο ζεστό 
τον άνθρωπο να αγκαλιάζει 
με νοτισμένο δέρμα 

κι ας είμαι ένα κέρμα 
που εχει για επιγραφή νόημα αληθινό !





Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Αντανάκλαση

Οι άνθρωποι μάτια μου
κουμπώνουν από καρδιά σε καρδιά
τόσα λουλούδια έχει η άνοιξη
Κάθε που στρώνει η θάλασσα γυαλί
μια αντανάκλαση σκάει με ένα φιλί
πόσα γεννιούνται όνειρα
Πέρα απ το βλέμμα γελά η ψυχή
ακούει στη σιωπή τη μουσική
τι όμορφα που τραγουδάς!



Τετάρτη 23 Μαΐου 2018

Τα χέρια σου

Ολάκερη μια μουσική έγινα
να τυλίξω τη νύχτα 

τόση αγρύπνια
στο χορό των άστρων

και τα χέρια σου .. α! τα χέρια σου
πόσο ζεστά στις χούφτες μου

φυλούν το νήμα της αγάπης! 


Τρίτη 22 Μαΐου 2018

Ψίθυροι

Και πως 
βροντοφωνάζουν 
κείνες οι άδειες ψυχές
μα φαίνεται το μπόι 
κάτω απ την ψυχή;
αχ και τι γλυκά 
τα κούτσικα ρυάκια
που άπλωσαν τα δίχτυα 
να ακούσουν 
ψίθυρους καρδιάς!


Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Αδούλωτοι χοροί

Τρεχάτε χωριανοί 
τα κροκοδείλια δάκρυα
ρίχνουν αφεντικοί

Η ειρωνεία χώρισε
για ένα παρτέρι δρόμο
κι έγινε αγαπητικιά
που ξεχωρίζει τα σφαχτά
με του Ηρώδη τα φασκιά

Ποιος φόνος να χει χωρατό
καρτέρι ο πόνος να του στήσει
να βρει παγίδα η καπνιά

Γυρεύουν μάνες ορφανά 
να θρέψουν το βυζί τους
μικρά αγγελούδια του χιονιά
με μάτια φόβου ανοιχτά 
κλαίνε την άνοιξη τους

περνούν και έρχονται καιροί
σκίστε κιτάπια απο ντροπή
σαθρό είν' το καράβι κι η σημαία ακριβή

Έβγα μπροστάρη αγέννητε
και δείξε του τον Πόντο
νερά μιλήστε να φανούν
οι ουλές  από τον βαρύ σας ώμο
κότσαρι χόρεψαν στρατιές

ζωνάρι βρήκε η φωτιά,τ αθάνατο η πατρίδα
κι ενός παιδιού το δόρυ φυλάει την ηλιαχτίδα
θα ρθει καιρός να σπάσει η άγονη παρτίδα! 







Απολογισμός

Μπορείς
να πάρεις τα πάντα
το γέλιο
τα μάτια μου
τη φωνή
το άγγιγμα
την ανάσα μου 

χάρισμα σου

μα αυτό
που δεν μπορείς
είναι
να ξεριζώσεις
εσένα
από μένα

εκεί
διαλέγω εγώ!


Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

Ανισόπεδες διαβάσεις

Είναι κι εκείνοι οι άνθρωποι 
που δεν ντρέπονται να δείξουν τα χέρια τους 
ρίζες , ρυτίδες , ουλές , στίγματα δρόμων 
με ψηλά το κεφάλι .
Οι τολμηροί που δεν περνούν από καθρέφτη 
να ανοίξουν την πόρτα τους 
Ξυπνούν με ένα γέλιο στα μάτια κι αλλάζει 
ο ουρανός μορφή .
Κείνοι που αγάπησαν τ άπιαστο και σώπασαν
Ρίσκαραν την απόρριψη και φώναξαν το εδώ 
Δίχως μεζούρες αποστάσεων 
και δεύτερης σκέψης 
Κείνοι που δεν λογάριασαν πολύχρωμες τελείες
για να κρατήσουν ένα ζεστό κάστανο  
Τολμώ θα πει βαραίνω το σώμα να αλαφρύνει η ψυχή 
Σταράτοι , ντόμπροι κι ατόφιοι άνθρωποι 
Δεν έπνιξαν το δάκρυ σε ένα φτιαχτό χαμόγελο 
με κέρδος την πλαστή ταυτότητα του καιρού
Άσπροι, κίτρινοι , λευκοί, πορφυροί 
που κλότσησαν τα θέλω τους κι όταν τα βρήκαν να μιλούν 
άρπαξαν τη συγνώμη και με τα μάτια ανοιχτά γνώρισαν την χαρά
Υπομονή έχουν σταυρό στο όνομα την προσευχή 
χίλιες φορές σπάζουν το τέλος και χτίζουν την αρχή 
σαν να ναι απάτητο σκαλί κυκλάμινο κι Ανατολή. 
Τούτους μην ψάχνεις να τους βρεις άμα τους χάσεις 
στρώνουν την ευκαιρία ανοίγοντας λευκές σελίδες να γραφτείς 
μα αν το μελάνι σου δεν νοιώθει δεν από τα σπάργανα μιλά 
κωφεύουν στο άδειο σώμα κι ότι κρατούν στο στόμα 
ένα τριαντάφυλλο που όπου κι αν σε συναντά 
με ένα χαμόγελο να αφήνει ένα γεια .
Αν τύχη και τους δεις γυμνές σταγόνες της σιωπής 
που χουν στο κούτελο καρδιάς τα μάτια της ψυχής 
Πες τους μονάχα γεια χαρά κι άστους να φύγουν μακριά 
ή δώσε τους μια αγκαλιά να σου χαρίσουν τη ζωή 
σαν να ναι πρώτο τους φιλί .
Και μην ξεχνάς ετούτοι είδαν ότι τους έδειξες εσύ 
το μέτριο ή το πολύ το λίγο τ αδειανό κουτί 
ειναι δικό σου θάμα έκαψε την αλήθεια ή κέρδισε αέναη στιγμή ! 


Βιτρίνα

Τόσοι κόμποι 
τόσος δρόμος τόσος κόσμος 
στα βάσανα 
τόσοι τροχοί στ' αγκίστρι τους 
κι εσένα 
το μόνο που σε νοιάζει 
είναι το προφίλ σου 
στον άφωνο ήλιο 

Άμοιρε εγωισμέ σπάσε τα μάτια 
να λυτρωθούν τα δάκρυα !


Πέμπτη 17 Μαΐου 2018

Γυμνά

Το πιο όμορφο ποίημα
αυτό που μοίρασε η καρδιά
σε δυο μόνο κομμάτια

τα λόγια πετούν.. η ψίχα γεννά!


Γκρίζο φτερό

Ξέφυγα
ξέφυγα πια απ το σκοτάδι σου
Γεμίζω χαμόγελα στις τσέπες 
κόντρα στ αμίλητο
Οι μόνες λευκές σκιές
τα φτερά μου 
Όχι πια 
δε θα σ αφήσω
να μπεις στα στήθια μου
Ζεστός ο καιρός
κι οι παπαρούνες
ανθίζουν
Οι συμπληγάδες κοιμήθηκαν 
κι απόμεινε στο χώμα τους
ένα Ρόδο να σε θυμίζει 
Έσβησε η συνήθεια
της πληγής
Με νόμιζες όνειρο
μα εγώ είμαι καρδιά
Πορεύομαι στα κίτρινα στάχυα
βυζαίνοντας
κάθε στιγμή κάθε ώρα 
τη ρόγα της αγάπης
Παιδί που τρέχει 
στην χούφτα του ουρανού
ξορκίζοντας γκρίζα σκιά
Ερωτευμένη με το δαδί του ήλιου
πορφύρα που γεννήθηκε 
πίνοντας μέλι και δροσιά
Καλό ταξίδι 
αγριοπερίστερο
διάλεξα .. την καρδιά! 



Μελωδία του ήλιου

Έχει μια βραχνάδα τούτος ο ήλιος
μα το τραγούδι του ποιος να σωπάσει 
Άκου τους ψίθυρους όμορφα που ριγούν!

Ανάσες με δόσεις

Μοίραζες στις πλατείες φέιγβολάν με εκπτώσεις
πουλούσες σε παστίλιες αναπνοές με δόσεις
σου ταξανε για αμοιβή νόθες χαρές στυφές γιορτές
φέτα από ζύμη με πληγή μια κούπα από αργό θάνατο
κι ένα φιλί αράχνης στους τοίχους έβαφε ‘’ζωές ‘’

στα βλέφαρα οι χρόνοι σου μικροί
τραμπάλιζαν στα μάτια σου
φόβοι που γίνονταν θεοί
προδίδονταν τα αμούστακα γινάτια σου
κανείς τους δεν το πρόσεξε στιγμή
δυο πόδια που έτρεχαν γοργά
χώραγαν σαν σκιά μες τη ρωγμή
ήταν η σιγουριά οι νόμοι κι αν τα βρουν
παιδί .. είναι θα πουν

μα εσύ μεγάλωσες πριν από κείνους
έπλεξες μες τα χέρια σου τάγματα αντοχής
φόρεσες μες το πείσμα σου χιλιάδες αρλεκίνους
φύτεψες στα δυο βόλια σου αχτίδες της υπομονής
βύθιζες χάρτινα καράβια μια μέρα το βυθό να δεις
τρύπιο το νόμισμα της ψευτιάς άδειο σακί της ερημιάς
θα μεγαλώσω … φώναζες ψιθυριστά
φουρτούνιαζε η θάλασσα που καιγε μέσα σου βαθιά
κι έψαχνε τ ‘ άγριο κύμα να βρει ένα απάνεμο νησί

γυρνούσες το απόβραδο σε κάποιο ερημόσπιτο
που σφάλιζε μια αγκαλιά κρατώντας την ψίχα της αλήθειας
έκλεινες τα όνειρα σε ένα παλιό σπιρτόκουτο
άπλωνες το βλέμμα σου ψηλά κι αντάμωνες τα αστέρια
τα χείλη σου τα άδολα ψέλλιζαν σαν προσευχή δειλά

''σαν μεγαλώσω κράτα με μακριά απ τις συνήθειες
κι άσε μες την ψυχή μου ένα παιδί να βλέπει τις αλήθειες'' 




Πόσοι τάχα νομίζαν

Σε μια άνοιξη νόθα ψάχνεις στάχυα αυγής
γεννημένη στ αμπάρι περασμένου καιρού
στο μετά σου κουβαλάς δυο σπόρους ζωής
να φυτέψεις τον ήλιο χρυσαφένιου βολβού

πόσοι τάχα νομίζαν πως σε ειχανε μάθει

χαραγμένοι οι δρόμοι στο βυθό των ματιών
μα η άμυνα σου των χρωμάτων τα πάθη
κι ένα γέλιο να σώνει τις πηγές των ευχών

στο σταθμό σου βαδίσαν τρίαινες μιας ουλής

σεργιανίσαν ανταύγειες μολυβένιας στιγμης
τραγουδούσες στ αγέρι μιας μικρής αμυχής
οδηγούσες τις νότες σε καρνάγιο ψυχής

πόσοι τάχα πως σε είδαν νομίζαν

κρεμασμένη μαρκίζα στο δικό τους νυχτέρι
να κρατάς ότι εκείνοι χρόνια γκρεμίζαν
να φορτώνεις το κρίμα στο δικό τους μαχαίρι

μια ειρωνεία μονάχα σε κοιτάει βαθιά

κι είναι εκείνη που πάντα σε κρατά σταθερά
το βιός σου όλο αγάπη πουχει νοιώσει η καρδιά
κι απλόχερα αφήνει να γλιστρά στα νερά

κι εσύ που νομίζεις πως σε εμένα εσένα κοιτάς

στα δικά μου αγγεία χτυπάς μα εσύ πολεμάς
κι αν εμένα νε χάσω μην τρομάξεις φτάνει μόνο να δεις
το δικό σου τ αχνάρι για να ρθεις να με βρεις!