Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018
Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018
Γιατί κάποιοι άνθρωποι
ακόμα τραγουδάνε μέσα μας
( αφιέρωμα στον Π.Τζαβέλα )
Έτσι είναι άνθρωπε κυρ Παναγή
ακόμα τραγουδάνε μέσα μας
( αφιέρωμα στον Π.Τζαβέλα )
Έτσι είναι άνθρωπε κυρ Παναγή
αλλού το αίμα σου αλλού η φυλή
γύπες τα νιάτα σου σ άδεια αυλή
σαθρά δέναν το όνειρο κούφια η ουλή
κι εσύ μοιράστηκες κυρ Παναγή
σε ένα στρατόπεδο από κλουβί
να ακούς τα χόρτα να περπατάνε
τα ποτιστήρια να τραγουδάνε
σε ένα σήριαλ μπλέχτηκες κυρ Παναγή
που τάζει τ αυγουστου χιόνι να δει
στη Σκύλα και στη Χάρυβδη νότισε φιλί
μα έμοιαζε ρόδι και μπέρδεψε την αστραπή
άμοιρε άγνωστε κυρ Παναγή
που πάει η ζύμη που το ψωμί
γάλα κι αλεύρι από βροχή
κι άδειο κοφίνι τρύπα εχει βρει
μα εσύ βολεύτηκες κυρ Παναγή
κι άσε το γιο μοίρα να βρει
δώσε της κόρης να χει προικιά
γαλάζια θάλασσα δίχως νερά
καημένε άνθρωπε κυρ φουκαρά
μας φάγαν το όνειρο κόρα η καρδιά
σπάσε τα σίδερα να βγει φωνή
κι άντε να διώξουμε πια τη χολή
δικέ μας άνθρωπε κυρ Παναγή απ την αρχή
στρώνει το χώμα να βρει την ξεχασμένη γη
πιάσε αμόνι πιάσε σφυρί να ανάψει η φωτιά
Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018
Πέρασα τόσες ζωές
για να σε βρω .
Μουσκεμένα τα πόδια
μου για αιώνες
στο αλμυρό φιλί της θάλασσας
βάδιζαν τα λημέρια του ουρανού
Σιρίτια των άστρων αγνάντευαν τη σκέψη της ψυχής
στο φάρο που
γεννούν οι γλάροι το δρόμο της φωτιάς
Σκαλιά που γήτευαν
τα χείλη μου στα φύλλα τους
γέμιζαν τα πιθάρια τους αμάραντους ανθούς
Έβγαλα ρίζα στα σύννεφα ,
λαλιά αηδονιού στο πρωινό της άνοιξης
χειμώνεψα στα
καταφύγια των πουλιών
λιώνοντας το βουνό των πάγων
Παραφυάδες τα χέρια
μου κλαδιά του άπειρου
του ατέλειωτου της αγάπης
Και αν ακόμα
ανθίζουν τα λουλούδια
είναι γιατί κάποτε πλάι τους πέρασε η καρδιά σου
κι
ακολουθούν το ρυθμό της
Ίσως και να
ανθίζουν συνέχεια γιατί ένα σου δάκρυ ,
λίγος ιδρώτας, μια δροσοσταλιά από το
κορμί σου,
κάτι δικό σου, δεν ξέρω τι, τα άγγιξε
και τα έκανε ευωδιαστά και
για πάντα ζωντανά
Ο δρόμος .. ο δρόμος
που πέρασε η αγάπη
τίποτα από χώμα και κρύο δεν είχε.
Παρά μόνο σπόρους, σπόρους
που γίνηκαν πουλιά και ρόδα
Όσα πουλιά
ταξίδεψαν να πάνε σε άλλους τόπους
δεν γνώριζαν εσενανε να τα φιλοξενήσεις,
μόνο εγώ ο τυχερός ταξίδεψα σε εσένα,
και η ψυχή και η καρδιά βρήκανε όμορφο
νερό
μακρυά από κάθε ψέμα
Πέρασα τόσες ζωές για να σε βρω
και να που μέσα μου κυλούσες
Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018
Γυμνός περπατητής
Όσο σπούδαζε τα λόγια γνώριζε τις σιωπές
Στα μαλλιά τους μια αλλιώτικη ευωδιά
γέμιζε μπαξέδες κι αμπέλια ρόδινα
Σίμωσε τα βλαστάρια τους ,αέρας πως είναι
ίσα που να χαϊδέψει απαλά τα φύλλα τους
Τόσο ντελικάτα που μένουν φοβόταν μη
και χαθεί η γλυκιά θαμπάδα της μελαγχολίας τους
στο άγριο φως απ το φακό της περιέργειας
Πόσο λάτρεψε τα γεμάτα μάτια τους
γαλάζιες θάλασσες που κάθε που αντίκριζαν
να τρέχει ένα τραγούδι της χαράς καβάλα
στο λευκό του άτι , τούτα χορτάριαζαν
τριφύλλια και παπαρούνες κι άπλωνε
ο ήλιος τα πλοκάμια του να αγκαλιάσει
το βιός του ατέλειωτου. Άλλοτε πάλι
σαν έβλεπαν πεσμένα βλέφαρα κάποιας ντάλιας
μουρμούριζαν την αλφάβητο της αγκαλιάς
έτσι που να ξεχάσει η θλίψη το λεπίδι της
στον πέρα βράχο . Εκεί που ανέμιζε η παντιέρα
της λησμονιάς κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του καιρού
Αγάπησε τούτες τις σιωπές κι έμελλε να μάθει το συναξάρι
της μελωδίας τους από τη χώρα των πουλιών .
Κάποτε έγινε κοτσύφι . Μιαν άλλη φορά λαγός
που κυνηγούσε το ελάφι . Ύστερα πάλι μια χελώνα
που αργά αργά γευόταν τις στάλες της ομορφιάς
Κι έτσι σίγα σιγά μεγάλωνε μέσα του ο άνθρωπος
Κάτω από μια πέτρα ο σπόρος , από μια μπάλα ένα παιδί
από ένα τόξο ο έρωτας κι αυτή η μικρή σπίθα
άπλωνε την γλώσσα της και τράνευε φλόγα αγάπης
Κρυφό σχολειό ανάμεσα στην άσφαλτο και τα φουγάρα
Να ταν αέρας και φωτιά ή μήπως ζει κι ειναι ο κανείς
Τούτος γεμάτος αρμαθιές με στάχυα ανθισμένα
βυζαίνει ήχους της σιγής σε φλάμπουρα αναμμένα
Γυμνός με μια ψυχή μικρός περπατητής
του άδικου πολεμιστής
μιας άλλης γέννας μαθητής κι άγουρος καρπός
ώριμης γης
Καθώς ακούει τη σιωπή κάποιοι τον λεν τρελό
και κάποιοι ποιητή!
Όσο σπούδαζε τα λόγια γνώριζε τις σιωπές
Στα μαλλιά τους μια αλλιώτικη ευωδιά
γέμιζε μπαξέδες κι αμπέλια ρόδινα
Σίμωσε τα βλαστάρια τους ,αέρας πως είναι
ίσα που να χαϊδέψει απαλά τα φύλλα τους
Τόσο ντελικάτα που μένουν φοβόταν μη
και χαθεί η γλυκιά θαμπάδα της μελαγχολίας τους
στο άγριο φως απ το φακό της περιέργειας
Πόσο λάτρεψε τα γεμάτα μάτια τους
γαλάζιες θάλασσες που κάθε που αντίκριζαν
να τρέχει ένα τραγούδι της χαράς καβάλα
στο λευκό του άτι , τούτα χορτάριαζαν
τριφύλλια και παπαρούνες κι άπλωνε
ο ήλιος τα πλοκάμια του να αγκαλιάσει
το βιός του ατέλειωτου. Άλλοτε πάλι
σαν έβλεπαν πεσμένα βλέφαρα κάποιας ντάλιας
μουρμούριζαν την αλφάβητο της αγκαλιάς
έτσι που να ξεχάσει η θλίψη το λεπίδι της
στον πέρα βράχο . Εκεί που ανέμιζε η παντιέρα
της λησμονιάς κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του καιρού
Αγάπησε τούτες τις σιωπές κι έμελλε να μάθει το συναξάρι
της μελωδίας τους από τη χώρα των πουλιών .
Κάποτε έγινε κοτσύφι . Μιαν άλλη φορά λαγός
που κυνηγούσε το ελάφι . Ύστερα πάλι μια χελώνα
που αργά αργά γευόταν τις στάλες της ομορφιάς
Κι έτσι σίγα σιγά μεγάλωνε μέσα του ο άνθρωπος
Κάτω από μια πέτρα ο σπόρος , από μια μπάλα ένα παιδί
από ένα τόξο ο έρωτας κι αυτή η μικρή σπίθα
άπλωνε την γλώσσα της και τράνευε φλόγα αγάπης
Κρυφό σχολειό ανάμεσα στην άσφαλτο και τα φουγάρα
Να ταν αέρας και φωτιά ή μήπως ζει κι ειναι ο κανείς
Τούτος γεμάτος αρμαθιές με στάχυα ανθισμένα
βυζαίνει ήχους της σιγής σε φλάμπουρα αναμμένα
Γυμνός με μια ψυχή μικρός περπατητής
του άδικου πολεμιστής
μιας άλλης γέννας μαθητής κι άγουρος καρπός
ώριμης γης
Καθώς ακούει τη σιωπή κάποιοι τον λεν τρελό
και κάποιοι ποιητή!
Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018
Αποφεύγοντας τα μεγάλα κάδρα
Στο στασίδι του πάντα
χωρούσε ένα καβαλέτο κι ένα πινέλο
πότε στην πλάτη να χει θάλασσα
πότε να σπα στα δάχτυλα τον ουρανό
Μα τούτη η μικρή με τις πλεξούδες
πως κράταγε τα λημέρια της βροχής
στην ποδιά της, σπηλιές του Αίολου θαρρείς .
Μικρά χαμομήλια τα μαλλιά της που σαν τα έβλεπες λυτά
την Αφροδίτη γεννούσαν κι άνοιγαν τα φτερά του Ερμή
Ένα ζεστό ξωτικό που όσο την πλησίαζε
κολλούσε κατάσαρκα πάνω του κι απ το μεδούλι τρέχαν
λευκοί καταρράχτες που προ λαλούσαν
κόκκινο λειρί νυχτοφυλούσας νιότης
Άσε το βράχο κυρά .. εχει γλυκά νερά το γιόμα
Τα μάτια της φώτισαν μύρια φορέματα αστεριών
Κι εχει μια γλύκα τούτο το βράδυ .. πόσος αιώνας!
Στο στασίδι του πάντα
χωρούσε ένα καβαλέτο κι ένα πινέλο
πότε στην πλάτη να χει θάλασσα
πότε να σπα στα δάχτυλα τον ουρανό
Μα τούτη η μικρή με τις πλεξούδες
πως κράταγε τα λημέρια της βροχής
στην ποδιά της, σπηλιές του Αίολου θαρρείς .
Μικρά χαμομήλια τα μαλλιά της που σαν τα έβλεπες λυτά
την Αφροδίτη γεννούσαν κι άνοιγαν τα φτερά του Ερμή
Ένα ζεστό ξωτικό που όσο την πλησίαζε
κολλούσε κατάσαρκα πάνω του κι απ το μεδούλι τρέχαν
λευκοί καταρράχτες που προ λαλούσαν
κόκκινο λειρί νυχτοφυλούσας νιότης
Άσε το βράχο κυρά .. εχει γλυκά νερά το γιόμα
Τα μάτια της φώτισαν μύρια φορέματα αστεριών
Κι εχει μια γλύκα τούτο το βράδυ .. πόσος αιώνας!
![]() |
Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018
Τι με ρωτάς πως να σου πω
Με ρωτάς να σου πω τι είναι η αγάπη
Να κοίτα .. να βλέπεις τα πουλιά
να πετούν λεύτερα και να μετράς
Να κοίτα .. να βλέπεις τα πουλιά
να πετούν λεύτερα και να μετράς
τα πεταρίσματα τους
να κοιτάς κείνο το μικρό κομπάκι
να κοιτάς κείνο το μικρό κομπάκι
στα κλωνάρια της γαρδένιας
κι εσύ να ευχαριστείς
κι εσύ να ευχαριστείς
το χώμα που κράτησε τον κλώνο
βλέπεις τούτο το μικρό
βλέπεις τούτο το μικρό
ζωγραφιστό χαμόγελο;
κάποιος ευτυχισμένος το ζωγράφισε
κάποιος ευτυχισμένος το ζωγράφισε
κι εσύ χαίρεσαι που σκέφτεσαι τη χαρά του
να μετράς τα κύματα
να μετράς τα κύματα
κι ατέλειωτα να φαίνονται στη θάλασσα
έτσι που μάνα τους
έτσι που μάνα τους
να γίνεσαι να τα προσέχεις
να παίζεις στις καρδιές
να παίζεις στις καρδιές
των φίλων σαν ένα ξεπεταρούδι
που μέσα του βαστά πολύτιμα πετράδια
να νιώθεις αυτό το χτυποκάρδι
που μέσα του βαστά πολύτιμα πετράδια
να νιώθεις αυτό το χτυποκάρδι
κάθε που ξυπνά ο ήλιος
κι ευγνώμονας να χαίρεσαι τον ουρανό
να ξέρεις πως ακόμα
κι ευγνώμονας να χαίρεσαι τον ουρανό
να ξέρεις πως ακόμα
κι η σιωπή σου βρίσκει την κουπαστή
στο καράβι μιας σκέψης μιας ψυχής .
να χεις την έγνοια σου
στο καράβι μιας σκέψης μιας ψυχής .
να χεις την έγνοια σου
φορτωμένη με ομορφιά μη και γεράσει
ο καιρός μόνος και λυπημένος
Να ακούς ένα γέλιο
Να ακούς ένα γέλιο
και να χορεύεις στην ευτυχία
γιατί κάποιος ξεγελά τον ίσκιο της ζωής
να ακούς ένα τραγούδι κι απάνω του
να μοιάζεις
γιατί κάποιος ξεγελά τον ίσκιο της ζωής
να ακούς ένα τραγούδι κι απάνω του
να μοιάζεις
κιβωτός στα πέρατα του κόσμου
Να γελάς κρατώντας στα μάτια το δάκρυ
μη και φανεί η ρωγμή
Να γελάς κρατώντας στα μάτια το δάκρυ
μη και φανεί η ρωγμή
κι αντίκρυ σου κουρνιάσει η λύπη
Ατέλειωτα να δίνεις
Ατέλειωτα να δίνεις
κι ένα περίσσεμα να σου ζητά
να ξεκλειδώσεις το κουτί
να ξεκλειδώσεις το κουτί
για αυτό που έμεινε εκεί φυτρώνει
μια ανάσα , απλώνει ρίζες χρώματα
γίνεται μάνα , αδερφή , έρωτας,
γίνεται μάνα , αδερφή , έρωτας,
φίλος , ζεστή αμμουδιά
που απάνω της γράφουν
που απάνω της γράφουν
κοχύλια κι άστρα βγάζουν φωτιά
Εγκυμονούσα αγρυπνά
Εγκυμονούσα αγρυπνά
στης νύχτας το φιλί
και κάθε μέρα φέρνει
και κάθε μέρα φέρνει
στον κόσμο ένα παιδί
Τόσα πολλά που ειναι η αγάπη
Τόσα πολλά που ειναι η αγάπη
τόσα και τόσα άλλα
Να ξυπνάς το πρωί
Να ξυπνάς το πρωί
απλώνοντας τα χέρια
να της χαρίσεις σώμα , νου ,
να της χαρίσεις σώμα , νου ,
ψυχή κι όλο να της χρωστάς
Πως να ιστορήσω μάτια μου
Πως να ιστορήσω μάτια μου
Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018
Σε βρίσκω
στα λευτερα λόγια που τραγουδούν
το απάνθισμα του ερωδιου
στο κρυστάλινο γέλιο του νερού
που αντανακλά το γιόμισμα του ήλιου
στο απανέμι του φάρου
σπαρμενο φως της θάλασσσας
στο ξάστερο φέγγος του παιδιού
που παίζει στα κάστρα δροσουλίτης
στο φτερωτό κελάηδημα
τελάλη του αδούλωτου
καρπό της γόνιμης κοιλάδας
στο αδράχτι γνώση
που γνέθει το αγνωστο υφαντό
να βρει ουράνιο τόξο στρώμα
νανούρισμα στον πηγαιμό
Σε βρίσκω κει που κανένας δεν κοιτά
κι εγω μόνο σε είδα αλαφροίσκιωτη ομορφιά
του ονείρου μου πατρίδα
ψυχής μου ρόδο πορφυρό , στόμα μου ηλιαχτίδα
γαλάζιο κύμα μου ζεστό κι ανάσας μου πυξίδα
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018
Φωτογράφος ζωής
Ένας
μικρός αναζητητής
που μόλις αντίκριζε την ομορφιά
με ένα κλικ κλείδωνε τις στιγμές στο σεντούκι του
και τις έκανε ολότελα δικές του .
με ένα κλικ κλείδωνε τις στιγμές στο σεντούκι του
και τις έκανε ολότελα δικές του .
Δεν
μπορούσε κανείς να του τις πάρει .
Ακόμη
κι αυτός ό ίδιος ο χρόνος
σήκωνε τα χέρια ψηλά κι ανήμπορος κοιτούσε .
σήκωνε τα χέρια ψηλά κι ανήμπορος κοιτούσε .
Ναι
έτσι ένοιωθε. Φωτογράφος ζωής .
Πέρασε
στο λαιμό την μικρή ζώνη
που κράταγε το μυστικό του ονείρου
που κράταγε το μυστικό του ονείρου
και
κίνησε για το κυνήγι του θησαυρού .
Στο
πέτρινο σοκάκι χόρευε η μυρουδιά του βασιλικού
και μια μεγάλη πήλινη σκερτσόζα κοπελιά
του χαμογελούσε δείχνοντας της γέννας της το χώμα .
και μια μεγάλη πήλινη σκερτσόζα κοπελιά
του χαμογελούσε δείχνοντας της γέννας της το χώμα .
Σφύριζαν
οι μολόχες το σκοπό του έρωτα
στα αντικριστά μπαλκόνια
στα αντικριστά μπαλκόνια
κι
εκείνος έμεινε να αναζητά την κυρά που τις ξεδίψαγε ,
Κείνη
που έλουζε τα μαλλιά τους
με λευκό καταρράχτη στο πώμα του πότιστρου .
με λευκό καταρράχτη στο πώμα του πότιστρου .
Την
γύρευε ανάμεσα από τα ξύλινα παντζούρια
και το φως της ξεχασμένης λάμπας που ακόμα,
κράταγε την ομορφιά της στο λίκνισμα του τοίχου .
και το φως της ξεχασμένης λάμπας που ακόμα,
κράταγε την ομορφιά της στο λίκνισμα του τοίχου .
Τα
μάτια του γύμνωναν το παλιό αρχοντικό
βγάζοντας ένα ένα τα ρούχα του καιρού.
βγάζοντας ένα ένα τα ρούχα του καιρού.
Αντάμωναν
τα βιβλία τις λέξεις κι εκείνες
πέταγαν τις σκόνες τους να ξαναβγεί το ακριβό τους νόημα .
πέταγαν τις σκόνες τους να ξαναβγεί το ακριβό τους νόημα .
Σκόρπιζαν
τα πανωσέντονα οι καρέκλες να φανεί
το κύρος της περηφάνιας και του σεβασμού .
το κύρος της περηφάνιας και του σεβασμού .
Στο
πάτωμα στέκονταν ακόμα τα μικρά βήματα
που σκόρπιζαν το γέλιο και την ανεμελιά
στα ραντίσματα του ξύλου .
που σκόρπιζαν το γέλιο και την ανεμελιά
στα ραντίσματα του ξύλου .
Έμεινε
αποσβολωμένος να κοιτά έναν πίνακα ..
μια γυναίκα του μιλούσε με τους βολβούς των ματιών της .
Άκουγε στα βλέφαρα της τους χτύπους της καρδιάς του
μια γυναίκα του μιλούσε με τους βολβούς των ματιών της .
Άκουγε στα βλέφαρα της τους χτύπους της καρδιάς του
κυνηγούσε
τους παλμούς του ανάμεσα στα μακριά δάχτυλα της
κι αυτή ήσυχη και γαληνεμένη του έδειχνε τα χρώματα .
κι αυτή ήσυχη και γαληνεμένη του έδειχνε τα χρώματα .
Το
εκκρεμές του ρολογιού ξύπνησε
από τα καμώματα της σκέψης του
που έτρεχε στο χθες και στο σήμερα .
από τα καμώματα της σκέψης του
που έτρεχε στο χθες και στο σήμερα .
Απ
το παλιό τζάμι ακούστηκε ένας θόρυβος
σαν κάτι να χτύπαγε την καμπάνα της θύμησης πάνω του .
Τρόμαξε ..πήγε να δει .
σαν κάτι να χτύπαγε την καμπάνα της θύμησης πάνω του .
Τρόμαξε ..πήγε να δει .
Δύο
χελιδόνια κρατώντας στο στόμα το χτίσιμο του σπιτιού τους
φώλιαζαν
πλάι στη διάφανη κοιτίδα .
Τιτιβίζοντας
έμειναν πάνω απ το κεφάλι του .
Προσπαθούσε να καταλάβει .
Προσπαθούσε να καταλάβει .
Σαν
.. να άκουγε να του λεν …να του μιλάν για τις αξίες
Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018
Κι αν δεις τον ήλιο .. μιλά
κι αν αγκαλιάσεις το φεγγάρι .. γελά !
Ψυχές
που αιωρούνται στ ανέμισμα της νύχτας
γυρεύοντας μια φωνή
απλώνοντας μια κραυγή
στο κιλίμι του ουρανού
μικρές λεπτομέρειες , αερικά του νου
πευκοβελόνες που τρυπούν
τα σπάργανα της αορτής
πέταλα που μοσχοβολούν αγιόκλημα και γιασεμί
λαβωμένες
απ την ασχήμια της μέρας
ξεκουρντισμένες κιθάρες
κουρασμένες
από την ηχώ του χρόνου
μηνύματα μίσους αγάπης
χαράς πόνου στοχασμού κι ονείρων
γραμμένα με ανεξίτηλη βαφή
στα χείλη του φεγγαριού
τόσες ψυχές …. χυμένα άστρα
κεντημένα στη βεντάλια του απέραντου
τι ναναι αληθινό ; που κρύβεται το ψέμα;
τι ψάχνουν τι γυρεύουν τι ζητούν;
γράμματα που μάθαν να μιλούν
στο σχολειό της σιωπής
ποιο να πιστέψεις ποιο να λατρέψεις
κοινά μυστικά ξεδιπλωμένα
στο τίποτα και στο πουθενά
δεμένα πίσω απ τις γρίλιες των αισθήσεων
κάτω απ το παραθύρι των παραισθήσεων
σε ένα κόσμο αθέατο φωτεινό
γεμάτο από δάδες βυθών
με κοράλλια εικόνες στιγμές
τους χωρίζει η ζωή
η χροιά της λαλιάς
το χρώμα των ματιών
η άποψη που χει τα χρώματα της ίριδας
η ουσία που κολλά στον ουρανίσκο
πότε σαν μέλι λάβδανο
και πότε φονικό
παράλληλοι δρόμοι σε σοκάκια φιλιών
αντίστροφοι νόμοι σε συρτάρια πνοών
παρέες στην άμμο της γραφής
μοναχικές ψυχές σε θάλασσα αναπνοής
κύματα ορμητικά
που πνίγουν σε πέρασμα λεπτού
στην άκρη του χαμού το σεβασμό ψυχής
λιμάνια απάνεμα
σαν ξαποστάσια μιας γιορτής
μ ανθόσπαρμα αγάπης , φιγούρες
γαλέρες θαλπωρής
τους ενώνει .. η ίδια ανάγκη σ ένα ταξίδι ζεστό
………….. στον ίδιο ουρανό
κι αν αγκαλιάσεις το φεγγάρι .. γελά !
Ψυχές
που αιωρούνται στ ανέμισμα της νύχτας
γυρεύοντας μια φωνή
απλώνοντας μια κραυγή
στο κιλίμι του ουρανού
μικρές λεπτομέρειες , αερικά του νου
πευκοβελόνες που τρυπούν
τα σπάργανα της αορτής
πέταλα που μοσχοβολούν αγιόκλημα και γιασεμί
λαβωμένες
απ την ασχήμια της μέρας
ξεκουρντισμένες κιθάρες
κουρασμένες
από την ηχώ του χρόνου
μηνύματα μίσους αγάπης
χαράς πόνου στοχασμού κι ονείρων
γραμμένα με ανεξίτηλη βαφή
στα χείλη του φεγγαριού
τόσες ψυχές …. χυμένα άστρα
κεντημένα στη βεντάλια του απέραντου
τι ναναι αληθινό ; που κρύβεται το ψέμα;
τι ψάχνουν τι γυρεύουν τι ζητούν;
γράμματα που μάθαν να μιλούν
στο σχολειό της σιωπής
ποιο να πιστέψεις ποιο να λατρέψεις
κοινά μυστικά ξεδιπλωμένα
στο τίποτα και στο πουθενά
δεμένα πίσω απ τις γρίλιες των αισθήσεων
κάτω απ το παραθύρι των παραισθήσεων
σε ένα κόσμο αθέατο φωτεινό
γεμάτο από δάδες βυθών
με κοράλλια εικόνες στιγμές
τους χωρίζει η ζωή
η χροιά της λαλιάς
το χρώμα των ματιών
η άποψη που χει τα χρώματα της ίριδας
η ουσία που κολλά στον ουρανίσκο
πότε σαν μέλι λάβδανο
και πότε φονικό
παράλληλοι δρόμοι σε σοκάκια φιλιών
αντίστροφοι νόμοι σε συρτάρια πνοών
παρέες στην άμμο της γραφής
μοναχικές ψυχές σε θάλασσα αναπνοής
κύματα ορμητικά
που πνίγουν σε πέρασμα λεπτού
στην άκρη του χαμού το σεβασμό ψυχής
λιμάνια απάνεμα
σαν ξαποστάσια μιας γιορτής
μ ανθόσπαρμα αγάπης , φιγούρες
γαλέρες θαλπωρής
τους ενώνει .. η ίδια ανάγκη σ ένα ταξίδι ζεστό
………….. στον ίδιο ουρανό
Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018
Άνοιξα το βιβλίο
κι άφησα το βλέμμα μου
να περπατήσει στη σελίδα
κάθε του σειρά και ένα σκαλί
άπλωνα τα χέρια
και στις χούφτες μου
κυλούσαν ψίχες ουρανού
μπερδεύονταν στα ακροδάχτυλα
οι μύτες των αστεριών
η δροσιά του αγέρα
τύλιγε το σώμα μου
με τις πάνες της νότας του
εκεί σαν νεογέννητο
σε αιώρα παραδείσου
αφέθηκα
με τα μάτια απλωμένα
ταξιδεύω..
με το σιγοψιθύρισμα των λέξεων
να ηχεί
σαν γλυκονανούρισμα
από τραγούδι της γαλήνης
η σκέψη μου
λούστηκε
στον καταρράχτη της ομορφιάς τους
χώρεσε
ανάμεσα στα γράμματα
και τη μουσική της γραφής
ταξίδι
στην ενδοχώρα
της ψυχής !

κι άφησα το βλέμμα μου
να περπατήσει στη σελίδα
κάθε του σειρά και ένα σκαλί
άπλωνα τα χέρια
και στις χούφτες μου
κυλούσαν ψίχες ουρανού
μπερδεύονταν στα ακροδάχτυλα
οι μύτες των αστεριών
η δροσιά του αγέρα
τύλιγε το σώμα μου
με τις πάνες της νότας του
εκεί σαν νεογέννητο
σε αιώρα παραδείσου
αφέθηκα
με τα μάτια απλωμένα
ταξιδεύω..
με το σιγοψιθύρισμα των λέξεων
να ηχεί
σαν γλυκονανούρισμα
από τραγούδι της γαλήνης
η σκέψη μου
λούστηκε
στον καταρράχτη της ομορφιάς τους
χώρεσε
ανάμεσα στα γράμματα
και τη μουσική της γραφής
ταξίδι
στην ενδοχώρα
της ψυχής !
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




















