Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Όχι φίλε 

Δεν μ αρέσουν οι άνθρωποι 
που προσβάλλοντας 
κριμένοι πίσω απ το παραβάν 
υψώνουν τα τακούνια 
για να σηκώσουν το μπόι 
και σου μιλούν για θάρρος 
Το θάρρος στη ζωή το κράτησα 
για να μαζεύω στις τσέπες 
αγκάθια και να φυτρώνουν γιασεμιά

Δεν μ αρέσουν εκείνοι 
που πρωτοστατούν στην ανάσα 
και πριν σε δουν να αναπνέεις 
χρωματίζουν το χνώτο σου 
να λαμπυρίσει η πνοή τους 
Με κομμένη την αναπνοή 
βαδίζω ξεπροβοδίζοντας 
το γκρίζο απ τα στήθη 
να απλώσει το λευκό 

Ναι φίλε σιωπώ 

Σιωπώ και αλαργεύω το βήμα μου 
με δυο κύκλους καπνού 
κι ένα λουλούδι να τους θυμίζει το δάσος 
Κλειδώνω τους κριτές σε ένα γλωσσάρι 
της λησμονιάς μην ε βρουν άλλο δρόμο
στα χέρια μου κρατώ αγριολούλουδα χαράς 
ετούτα που μου χάρισαν να έχω φυλαχτό 
να μην ξεχνώ πως απ άνθρωπο γεννήθηκα 
και σ άνθρωπο χρωστώ 

Σιωπώ και τραγουδάω της γνώσης το σκοπό 
τίποτε που δεν έμαθα και τίποτα δεν είδα 
μιλώ σε κείνα που θα ρθουν σαν άγνωστη πατρίδα
αγέρας τρέχω στα στενά να μάθουν οι πόλεις 
πως κάλιο να βρεις τη βροχή να παίζει με τις στάλες 
παρά στου σύννεφου το γκρίζο να κρύβεις τις αντάρες 
μιλώ με κείνα τα πουλιά που χουν το άσπρο στα  μαλλιά 
και στην καρδιά τη φτέρη διάφανο περιστέρι 

Σαν σπόρος ήρθα απ τη γη και στη δική της μυρουδιά 
μαθαίνω πως χτίζεται η ανηφοριά και πως γελά η πλατεία 
που αντάμα εχει τις μπογιές και τα πινέλα από καρδιές !






Μη λυπάσαι
τους ευαισθητους ανθρώπους
Θέλει δύναμη
να μένεις παιδί
σε εναν κόσμο τόσο μεγάλο !
Για κείνους που χουν σημαία τους τον τρόμο
με τους αγκυλωτούς σταυρούς στον ώμο
...................................................................................

Δεν φοβάμαι ..Όχι δεν σε φοβάμαι

γνωρίζω τα νύχια σου ..
ξέρω τα κοφτερά νυστέρια σου
θυμάμαι τη μυρωδιά της σάρκας στα χείλη σου
το χαιρέκακο χαμόγελο της βλοσυρής ματιάς σου
ακούω ακόμη τον κρότο της φωνής σου
έχεις αθάνατο θεό το μίσος φωλιασμένο στα σωθικά σου
κολλημένο σε κάθε χτύπο της άδειας καρδιάς σου

Όχι …δεν σε φοβάμαι

πελέκισα την αστραπή σου με ένα ολόγιομο φεγγάρι
έσπασα τις μύτες απ τα ακροδάχτυλά σου
κρατώντας στα χέρια ανεμώνες κι αγριολούλουδα
έκαψα την μυρωδιά των χειλιών σου στην πυρά
κι ανάστησα την ευωδιά της ελπίδας
φύτεψα στο βλέμμα μου ένα ουράνιο τόξο
Να κοιτώ τον κόσμο σαν ένα

μονάχα εκείνη .. με τρομάζει .. η άγνοια

… εκείνη που χαμογελάει στα παιδιά
κρυφοκοιτάζοντας από ένα σπασμένο παράθυρο
σαρκάζοντας το σήμερα …ρουφώντας το χθές
αναγεννημένη από σάπιο βλαστό στο στόμα του δράκου
έτοιμη φιγούρα μαυρης σκιάς..βαμμένη με πορφύρα
μέρα με γκρίζο μέτωπο κουβαλώντας σάκους δακρύων
αγκάθια πυρωμένα .. απόγνωσης και τρόμου

Όχι ….δεν σε φοβάμαι

ψάχνω δρόμους να ρίξω σπόρους ..
στους κοραλλένιους κήπους των παιδιών
να τους χαρίσω την ομορφιά ..να τους γνωρίσω την κόλαση
σκιαγραφώ στο βιβλίο της γνώσης …να συμπληρώσουν τα χρώματα
αφήνω ανεξίτηλα γράμματα σε λευκή σελίδα
σε κείνη την σελίδα που γραφε λόγια ανείπωτα
σ αυτά που δεν έμαθαν ποτέ …
γιατί κάποιοι ''μεγάλοι''δεν ήθελαν να μάθουν

Σε κείνη την λευκή σελίδα που ξεχάστηκε στο βιβλίο της Ιστορίας
…… γιατί … έσταζε αίμα …πόνο … απανθρωπιά

Όχι …δεν σε φοβάμαι … ειμαι ζωντανή
…και εσυ …μια σκιά ...ΝΕΚΡΗ


Όχι αγάπη μου 
δεν γίνανε άπιαστα 
μεγάλα τα όνειρα 
είναι που 
μικραίναμε 
οι άνθρωποι 
Φίλα με!


Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Κι είναι τόσο απλό
με μια φέτα από φεγγάρι
να φανούν τόσα χαμόγελα
Φτάνει τα δάχτυλα
να φτάσουν την καρδιά
να ξεπηδήσουν σπίθες
έτσι που να ξυπνά

ζεστή η αγκαλιά!
Φωτογραφία: Καληνύχτα γλυκιά σε όλους μας

Κι είναι τόσο απλό
με μια φέτα από φεγγάρι
να φανούν τόσα χαμόγελα
Φτάνει τα δάχτυλα
να φτάσουν την καρδιά
να ξεπηδήσουν σπίθες
έτσι που να ξυπνά ζεστή η αγκαλιά!

Κουρνιάζω εκεί 
ανάμεσα στις μικρές κι απλές λέξεις 
δε μ αρέσουν κείνες οι φανταχτερές
που μεγαλώνουν το μπόι και μικραίνουν την ψυχή 
ο κόσμος ένας λογαριασμός από βάσανα 
απλήρωτες στιγμές στα κιτάπια του χρόνου
χρεωμένες λύπες που ζουν στα σοκάκια της μέρας 
πιστωμένοι μετανάστες στο άπιαστο της νύχτας
κάθε μέρα και μικραίνουν τα κομμάτια χαράς
μετρά το σαράκι σκουριασμένες ιδέες
κι αρχαίων χρόνων συνταγές χωρίς ουσία
ξεμακραίνω λίγο τη ματιά μου 
στο ξέφωτο του άγνωστου 
στο πλακόστρωτο που κατοικούν οι κουβέντες
που αγριεύουν τα μέτωπα και φωταγωγούν τα μάτια 
εκεί που κρυώνουν τα ξύλινα λόγια 
και καίγονται οι άψυχες ανάσες 
ζεσταίνομαι απ το χνώτο του αληθινού 
αγκαλιάζω φωνές σταρένιες απ τον ήχο
κι αφήνομαι να με κλέψουν τα συναισθήματα 
με τη δική τους άμαξα οι ιχνηλάτες του ονείρου
στις ρόδες της έχουν δεμένη ψυχή 
γδέρνεται στους κακοτράχαλους δρόμους 
χωρίς τα φκιασίδια μιας ντίβας ζωής 
γελούν σε κάθε δάκρυ που τρέχει 
ανηφορίζοντας το λόφο των πεθυμιών
ξαποσταίνουν στην κορυφή των βράχων
σε στίγματα λυγμών με μυρουδιά των γιασεμιών
Θεέ μου ήπια τον ουρανό μονορούφι 
κει που στάλαζαν οι πέτρινοι λίθοι
γέμισα τα στήθη μου λευκές πνοές 
κι αφήνω τα λόγια μου να τρέξουν στα λιβάδια 
που γράφουν οι άνοιξες και διαβάζουν οι ελπίδες !



Διαδρομές

Όταν ο φόβος γίνεται πείσμα για ζωή 
τότε φοβάται ο φόβος κι αλλού
 ψάχνει το μποι του να δει

Τρομοκρατία
Μια λέξη που σαν παιδί την είχα συνυφασμένη
με το σιγά .. σιγά μίλα σιγότερα.. έτσι έλεγε ο πατέρας μου
αργότερα κατάλαβα το γιατί
Ο φόβος είχε κάνει το πρώτο του σκέρτσο μέσα μου
Δούλευα και επειδή μίλαγα μου λεγαν …πολλά λες
και καμιά ώρα θα δεις την έξοδο
Νιάτα … φωνή με ορμή …δεν υπολόγιζα
ναι είναι εκείνη η ηλικία που είσαι περισσότερο αληθινός
και λιγότερο άνθρωπος
Στο κατόπι του χρόνου νασου πάλι μπροστά μου
λικνίζοντας το κορμί καμαρωτός ο φόβος
Τα παιδιά μου ..πως είναι να μεγαλώνεις σωστά ένα παιδί
τι είναι σωστό τι λάθος ..πουθενά καμία συνταγή
να αποστηθίσω και να βαδίσω πάνω σ αυτή
Θεμέλιο για την καινούργια αρχή η αγάπη που ένοιωθα
από τους γύρω μου και κείνες οι κουβέντες του πατέρα μου
που τις ρουφούσα σαν σπόγγος το νεράκι
Μεγάλωναν τα παιδιά ..μεγάλωνα κι εγώ
πανάθεμα όμως μεγάλωνε κι ο φόβος
Τρομοκρατία
μικρή νόμιζα θα πει .. όπλα ..ταγκς .. αίμα
Για δες όμως … σήμερα .. γιαγιά
δουλεύω ακόμα κι ακόμα παλεύω να μην δω την έξοδο
Περπατώ έξω από ένα δημοτικό σχολειό
φυντάνια νοτισμένα με τρομαγμένο κι απορημένο βλέμμα
καρδούλες που αντί να χαίρονται το παιχνίδι
παίζουν έναν ρόλο μεγάλου σε παιδικό σκηνικό
κορμάκια αγκαλισμένα στο ποιος μπαμπάς και ποια μαμά
έχει ακόμα δουλειά κι ο φόβος λυχνάρι που καίει στα σωθικά
Νέοι μ αποσκευές όνειρα απατηλά σε λιμάνια σε σταθμούς
ψάχνουν νέο θυμάρι σ ανέμους άγνωστους σε ξένους ουρανούς
Κι εκείνη η γενιά που έζησε περνώντας από λάβα και φωτιά
να απλώνει ένα χέρι λίγη να νοιώσει ζεστασιά
Αναρωτιέμαι .. πότε μου έλειψε ο φόβος ;;
ή μήπως δεν τον πρόσεχα γιατί με βόλευε ο χρόνος
Πισωγυρίσματα με κεραυνών ρινίσματα
κίβδηλα βήματα και αγκαλιάσματα γαμψά
ναζιστικά συνθήματα φονιά άγρια φιλήματα
αίμα που σκάει στην άσφαλτο από απελπισία
κι εγώ ζητώ να ξορκίσω το κακό
έπαψα να φοβάμαι μα τώρα πια λυπάμαι
για κείνα που δεν έσπειρα
για κεινα που δεν άκουγα για τα άλλα που ζητούσα
σαν μια άηχη φωνή μια μικρή ελεούσα
Πείσμα έγινε ο φόβος μου το δάκρυ η χαρά μου
κράτησα στην ψυχή μου εκείνο το παιδί
πεντόβολα να παίζει μια στη θύμηση και μια στο σήμερα
κρυφτό με την απόγνωση ..κυνηγητό στη λύπη
χέρσο το χώμα κι ορφανό μα έμαθα να γελώ 

μ οτι βροντα απ την ψυχή μ οτι πλουτο δινει στα μάτια 
και φτώχια στου άδικου την φωνή 
έμαθα να κρατώ σταχυ χωράφι που να ανθίζει γη
στο κόκκινο το όνειρο κι η αγαπη αιτία κι αφορμή 
και χρόνε κοίτα…είμαι εδω
υνία βάζω την ψυχή και σπόρους από υπομονή
θα σκάψω πάλι απ την αρχή μέχρι βράχος ελπίδας να φανεί
Να λοιπον που σχεδον σαράντα χρόνια μετα μιλώ ελευθερα
ζω ελευθερα ..
ελευθερα ..ελευθερα ..ελευθερα;


( Συλλογή - Αχραντες θύμησες )

Κι αν είναι να οργώσεις
τα χρόνια της τρυφερότητας
να νιώσεις της ζεστασιά της πάλης
να δεις τα μάτια του αγοριού
σταξιές στο φεγγαρόφωτο
τη μελωδία να σκορπά
πότε λουλούδι πότε γροθιά
να ακούσεις
γλυκό πουλί της νιότης
τότε του Μάνου το φιλί
χτυπά και απ το στέρνο κελαηδά!


Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

Έφτασα να μιλώ με τον άνεμο 
Εκεί στις σκονισμένες καρέκλες του καιρού 
να σκάβω να φυτέψω λουλούδια 
να ξεριζώνω την αγριάδα της θάλασσας 
Ανάμεσα στους κίτρινους τοίχους 
και στα πετρώματα να βάφω τις χαραμάδες
να αναπνέει ο ήλιος στις περικοκλάδες 
ζωντανά να στέκουν τα ζουμπούλια 
Το μέτρημα των άστρων στην ποδιά το ριξα 
και που τόση βροχή χρωμάτων δεν ξανάδα
Κούρεψα τις μουσικές μόνο χαρές να τρέχουν 
να ακούει το τραγούδι τη λύρα της ψυχής 
κι ακόμα αναρωτιέμαι που με πας .. αγάπη ! 







Κι ύστερα με ρώτησαν 
τι είναι ποίηση 
Δεν ξέρω είπα 
ρωτήστε τους Ποιητές 
Εγώ μονάχα 
ένα ρόδο κράτησα 
κι απ τη μήτρα του 
έριξε σπέρμα 
να γεννηθώ σπόρος 
σταχυού  
με φλούδα κάστανου
κι έπεσα στο φως !




Ένα μικρό παιδί το όνειρο 
ανάμεσα σε καρδιές κελαηδά
Άσε ελεύθερα τα πουλιά 
στη χούφτα κρατώ τη θάλασσα
να βρει απάγκιο η ρόδινη σπορά !
Φωτογραφία: Καληνύχτα γλυκιά σε όλους μας

Ένα μικρό παιδί το όνειρο
ανάμεσα σε καρδιές κελαηδά
Άσε ελεύθερα τα πουλιά
στη χούφτα κρατώ τη θάλασσα
να βρει απάγκιο η ρόδινη σπορά !

Σπασμένα. Ελληνικά

Το μικρό κουπέ του τρένου έμοιαζε σαν μικρό κελάρι που ήταν έτοιμο 
να καρπίσει διάφορα καλούδια .
Η ματιά του ανίχνευε το χώρο ψάχνοντας μια γωνιά
να ξαποστάσει την πραμάτεια που κουβαλούσε στο μέτωπο.
-Περάστε του φώναξε χαμογελώντας ένα στόμα ,
που το ένιωσε σαν σόμπα παλιάς εποχής που με τα ξύλα της άπλωνε ζεστασιά .
Βάζοντας την παλάμη στο στήθος ένδειξη ευχαρίστησης προχώρησε 
αφήνοντας τον μικρό του σάκο στο σιδερένιο πάτωμα .
Έκατσε πλάι σε κείνα τα άσπρα μαλλιά που φόρτωναν τους χρόνους 
σαν ένα μέλλον δικό του στα σκαλιά της ζωής .
Απέναντι τους δυο καλοντυμένες κυρίες εξιστορούσαν 
τις πιέτες από τα ακριβά τους φορέματα , κι εκείνα τα στολίδια 
που φάνταζαν στον λαιμό κουδούνιζαν δείχνοντας το λαμπερό τους βάρος .
-Από πού είσαι παλληκάρι μου ρώτησε ο γέροντας απλώνοντας το χέρι του 
σαν ερωτηματικό που περίμενε απάντηση .
-Τούρκι εγκω τούρκι λιγο ελληνικά . Ερκομαι από Γκερμανία παω χωριό να βρω παππου μου , μαμα μπαμπας γκερμανία μετανάστοι . Παππούς Πολύκαστρο
Κρόνια Ελλάντα πάω να τους ντω.
Ο Γέροντας άπλωσε το χέρι του σκεπάζοντας τη φούχτα του Ισμαήλ και κουνώντας 
το κεφάλι του είπε .. ξέρω .. ξέρω κι εγώ στην Γερμανία ήμουν πολλά χρόνια .
Και λές και οι θύμησες γίνανε χορεύτριες στα μάτια του κι άρχισε να μιλά να μιλά .
Δεν καταλάβαινε πολλά ο Ισμαήλ μα ένοιωθε τις γκριμάτσες αυτής της όμορφης ρυτίδας. Τα χρώματα που έβγαιναν από τα χείλη του ,τις λύπες στους βολβούς 
των ματιών του που πέρναγαν σαν στάλες ψιλής βροχής . Ο Ισμαήλ έσερνε το σβέρκο σαν εκκρεμές δηλώνοντας κατάφαση σε ότι άκουγε .. δεν καταλάβαινε όμως  ένιωθε 
Ένιωθε την ανάγκη του γέροντα να μιλήσει να τον ακούσουν.
Σε λίγο θα ξεκινούσε το τρένο και η φωνή του ελεγκτή εισιτηρίων αντηχούσε .
Ένας μικροσκοπικός κύριος με ύφος αυστηρό ζήτησε από τον γέροντα το εισιτήριο 
Κείνος άρχισε να ψάχνει τις τσέπες ..πουθενά και τραβώντας τις τσέπες προς τα έξω με πληγωμένο βλέμμα ,τα παλιωμένα από φθορά μικρά δισάκια του σακακιού έμεναν κούφια και άδεια . Με βλέμμα κριτή ο μικροσκοπικός άνθρωπος του φώναξε .
Περάστε έξω κύριε . Ο γέροντας άρχισε να παραμιλά ζητώντας του να τον αφήσει
να πάει στο χωριό να δει τα εγγόνια του . Οι δυο κυρίες κοιτώντας η μια την άλλη έδειχναν τον οίκτο τους σε εκείνο το γεροντάκο ψιθυρίζοντας .. τι κρίμα 
Ο Ισμαήλ θύμωσε , έβαλε το χέρι στο παντελόνι βγάζοντας κάποια χαρτονομίσματα .. φωνάζοντας με τα σπασμένα του Ελληνικά ,τι κάνει ; πόσο το εισητήρι .. 
Ο Ελεγκτής του απάντησε και βλέποντας τα χρήματα του έκοψε ένα καινούργιο εισιτήριο. 
Τα βουρκωμένα μάτια του γέροντα και τα απλωμένα χέρια του έκαναν μια αγκαλιά τον Ισμαήλ . Εκείνος απλώνοντας τα νεανικά φτερά του .. είπε μόνο .. αι παππού.
Το τρένο ξεκίνησε το ίδιο και ο προορισμός στη ζωή .
Άλλες γλώσσες μα ίδιοι χτύποι ,άλλες πατρίδες μα ίδιο το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο .
Το γέλιο του γέροντα ακουγόταν στον κόσμο και κείνα τα φτερά του Ισμαήλ πως άγγιζαν τον ουρανό. 


 
 

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

Απόλυτη σιωπή 
Κρύφτηκε ο αέρας 
στο μαξιλάρι του μεσημεριού
Λίγες μικρές ατίθασες πεταλούδες 
γυρνούν στο στρώμα τους
γυρεύοντας το παραμύθι του ήλιου
Κόπασαν τα όργανα της θάλασσας
ώρα που κοιμούνται τα κύματα
Σιγά σιγά τραβά το σεντόνι 
το κόκκινο μίλι 
να ξεσκεπάσει το δειλινό 
Απόλυτη σιωπή 
μονάχα ο ψίθυρος 
της φωνής σου ακούγεται 
Που να σαι; 
Φωτογραφία: Περνώ απο τον ιδιο δρόμο του ήλιου
με εκείνο το φαντεζί του που αστράφτει
και που καμιά από τις Κυκλάδες του
δε σκέπασε η σκόνη .
Τα μάτια μου δυο γαρύφαλλα
έτοιμα να σκορπίσουν τα φύλλα τους
στα πέτρινα σοκάκια και τα πήλινα
στόματα που παίζουν στον ουρανίσκο τους
το άρωμα της γης τους.
Κλινοσκεπάσματα δυο λευκά σύννεφα
να κουβαλούν στα βλέφαρα το γεύμα της σιωπής
Και θέλω τόσα να σου πω
που καμιά φορά μέσα τους χάνομαι
Αφήνω τον ήχο μου νερό να κυλήσει να ξεδιψάς
κι εκεί που νοτίζουν τα λόγια μου
λεύκα γίνομαι να χει ο ίσκιος σου ψυχή
και πάλι σωπαίνω
Και πως να ιστορήσεις σε ένα χαρτί
την κόκκινη θάλασσα !

Τα αστέρια τραγουδάνε τις νύχτες 
φιλοξενούν τις μουσικές 
στη χούφτα του ουρανού 
τρατάρουν γλυκομίλητα φιλιά 
Οι άνθρωποι αγκαλιάζονται 
ψυχή με ψυχή , στόμα με στόμα 
με ρόδινα ρούχα πετούν
Εσύ; πως έκλεισες την πόρτα 
του ασημένιου φεγγαριού 
Φύτεψες το όνειρο να καρπίσει αγάπη;
Ζεστά που θέλει το σκοτάδι να μιλάς 
να χει λόγο να βγαίνει απ τη χαραμάδα.. το φως !
Φωτογραφία: Καληνύχτα γλυκιά για ολους μας

Εσύ , εγώ , εμείς , εκείνοι οι άλλοι τραγουδάμε
με ένα ρόδο στο στόμα να θρέψει παιδιά η αυγή

Τα αστέρια τραγουδάνε τις νύχτες
φιλοξενούν τις μουσικές
στη χούφτα του ουρανού
τρατάρουν γλυκομίλητα φιλιά
Οι άνθρωποι αγκαλιάζονται
ψυχή με ψυχή , στόμα με στόμα
με ρόδινα ρούχα πετούν
Εσύ; πως έκλεισες την πόρτα
του ασημένιου φεγγαριού
Φύτεψες το όνειρο να καρπίσει αγάπη;
Ζεστά που θέλει το σκοτάδι να μιλάς
να χει λόγο να βγαίνει απ τη χαραμάδα.. το φως !

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

Όχι μάτια μου 
δεν στέρεψε η νύχτα απ τα άστρα της 
είναι που μίκραινε η θάλασσα 
και κρύφτηκαν οι γλάροι 
Μα δες δυο ψίθυροι 
εκεί που  ανάσα δίνει η σιγή 
πόσο γλυκά και τρυφερά 
χαμογελά η σιωπή !


Τόσοι ήλιοι
πως
έναν ουρανό
ποτίσαν

ε εσύ ψυχή
που χοροπηδάς
πιάσε το λιόγερμα
να ζεσταθεί η θάλασσα

στου δρόμου τις στοές
γεννιούνται αγέννητα παιδιά
που κουβαλούν τα θάματα !

Φωτογραφία: Καλησπέρα γλυκιά και όμορφη για όλους μας

Τόσοι ήλιοι
πως
έναν ουρανό
ποτίσαν

ε εσύ ψυχή
που χοροπηδάς
πιάσε το λιόγερμα
να ζεσταθεί η θάλασσα

στου δρόμου τις στοές
γεννιούνται αγέννητα παιδιά
που κουβαλούν τα θάματα !

Περνώ από τον ίδιο δρόμο του ήλιου 
με εκείνο το φαντεζί του που αστράφτει 
και που καμιά από τις κυκλάδες του 
δε σκέπασε η σκόνη . 
Τα μάτια μου δυο γαρύφαλλα
έτοιμα να σκορπίσουν τα φύλλα τους 
στα πέτρινα σοκάκια και τα πήλινα 
στόματα που παίζουν στον ουρανίσκο τους 
το άρωμα της γης τους.
Κλινοσκεπάσματα δυο λευκά σύννεφα 
να κουβαλούν στα βλέφαρα το γεύμα της σιωπής 
Και θέλω τόσα να σου πω 
που καμιά φορά μέσα τους χάνομαι 
Αφήνω τον ήχο μου νερό να κυλήσει να ξεδιψάς 
κι εκεί που νοτίζουν τα λόγια μου 
λεύκα γίνομαι να χει ο ίσκιος σου ψυχή 
και πάλι σωπαίνω 
και πως να ιστορήσεις σε ένα χαρτί 
την κόκκινη θάλασσα !




Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Κι όπως μ αγκαλιάζεις σφιχτά 
η μελωδία της σιωπής ζεσταίνει τα βλέμματα 
Τα τραγούδια μιλούν με τα χείλη μας 
Κάθε φθόγγος τους κι ενα χρώμα στα μάτια 
Στροβλίζομαι στη δίνη της αγάπης 
κι ειναι το στόμα μου ρόδο 
που ξεχειλίζει έρωτα 
Τα χέρια σου κουπιά που σπάν 
τα κύματα της καρδιάς μου 
Ταξιδιάρικα πουλιά τα φιλιά 
που αγγίζουν τα κύταρρα της 
Κι εγω που σωπαίνω στην ανάσα σου 
πόσες φορές .. να σ αγαπώ !


Τι θαρρείς πως είναι ευτυχία
μια αγκαλιά να ζεσταίνει τον άνεμο
ένα φιλί να δροσίζει το πρωινό τραπέζι
ένα χαμόγελο να κρυφοκοιτά ο ήλιος
το παιδί που φυλάς να ζωγραφίζει τον κόσμο
και μια θάλασσα να πετά πινελιές

ποτίζοντας φύλλα αγάπης 
στα χέρια με δρόμους ψυχής .
Ραντίζει ο τόπος μοσχοβολιές !

Φωτογραφία: Καλημέρα όμορφη για ολους μας

Τι θαρρείς πως είναι ευτυχία
μια αγκαλιά να ζεσταίνει τον άνεμο
ένα φιλί να δροσίζει το πρωινό τραπέζι
ένα χαμόγελο να κρυφοκοιτά ο ήλιος
το παιδί που φυλάς να ζωγραφίζει τον κόσμο
και μια θάλασσα να πετά πινελιές
ποτίζοντας φύλλα αγάπης
στα χέρια με δρόμους ψυχής .
Ραντίζει ο τόπος μοσχοβολιές !

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

Τώρα που όλα τα γράμματα 
της μέρας σβήσαν 
οι μουντζούρες , τα ρόδινα τερτίπια 
κι οι απλωτές ροδιές 
Τώρα που πήραν τα σύννεφα 
τη μυρουδιά του γιασεμιού 
χαμήλωσε τα φώτα 
να ανάψει το κερί της καρδιάς 
κι άσε να απαλύνει 
το βελούδινο στρώμα της ψυχής
δίχως το άνυδρο τυλιχτάρι.
Γυμνά πετούν πιο όμορφα 
τα αληθινά ! 
Φωτογραφία: Καληνύχτα όμορφη , γλυκιά για όλους μας

Τώρα που όλα τα γράμματα
της μέρας σβήσαν
οι μουντζούρες , τα ρόδινα τερτίπια
κι οι απλωτές ροδιές
Τώρα που πήραν τα σύννεφα τη μυρουδιά
του γιασεμιού
χαμήλωσε τα φώτα
να ανάψει το κερί της καρδιάς
κι άσε να απαλύνει
το βελούδινο στρώμα της ψυχής
δίχως το άνυδρο τυλιχτάρι.
Γυμνά πετούν πιο όμορφα
τα αληθινά !

Για πες μου τώρα 
η θάλασσα μερώνει στον ίσκιο της 
Εσύ τι κράτησες να στολίζει το μέτωπο
Στα δαχτυλίδια της
Ένιωσες τα διαλεχτά της χέρια;
Φόρεσες εκείνο τον ήλιο 
που σου χαρίστηκε 
τον αφρό της που μέσα στα τόσα 
μηνύματα ταίριαζε τα μάτια 
μονάχα στο βλέμμα σου 
Είδες τα σιωπηλά της χρώματα 
να μπερδεύονται στις τσέπες 
βάφοντας το όνομά σου 
στις άκρες του παντελονιού σου ; 
Πες μου έδεσες τους κρίκους 
που κάθε πρωί σου χάριζε 
να φτιάξεις χαμόγελα ζεστασιάς ;
Μην κυνηγάς λοιπόν το φως 
φύτεψε το στα βλέφαρα 
να περάσει βαθιά 
να ακούει η ψυχή παιδιάστικα
τον ήχο της καμπάνας 
Λιγόλογη είναι η καρδιά 
μα λευκόπετρα γεννιέται! 
Φωτογραφία: Καλησπέρα ..όμορφη μέρα για ολους μας

Για πες μου τώρα
η θάλασσα μερώνει στον ίσκιο της
Εσύ τι κράτησες να στολίζει το μέτωπο
Στα δαχτυλίδια της
Ένιωσες τα διαλεχτά της χέρια;
Φόρεσες εκείνο τον ήλιο
που σου χαρίστηκε
τον αφρό της που μέσα στα τόσα
μηνύματα ταίριαζε τα μάτια
μονάχα στο βλέμμα σου
Είδες τα σιωπηλά της χρώματα
να μπερδεύονται στις τσέπες
βάφοντας το όνομά σου
στις άκρες του παντελονιού σου ;
Πες μου έδεσες τους κρίκους
που κάθε πρωί σου χάριζε
να φτιάξεις χαμόγελα ζεστασιάς ;
Μην κυνηγάς λοιπόν το φως
φύτεψε το στα βλέφαρα
να περάσει βαθιά
να ακούει η ψυχή παιδιάστικα
τον ήχο της καμπάνας
Λιγόλογη είναι η καρδιά
μα λευκόπετρα γεννιέται!


Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

Στήσαμε στην εξέδρα τον όμορφο κόσμο 
καιρός να δούμε και πως να τον χτίσουμε 
εκεί έξω φυσάει κι ο δρόμος απλώνει χέρια!




 Μικρός ο κόσμος και πως να σε χωρέσει 
στα μάτια σου ένας δρόμος γεμάτος σύννεφα ερημιάς 
ποιό τίμημα να δώσω γρόσια για να μου πλέξει
να ταχω μες τα χέρια μου ανθό μου και θεό

σε ποιό καπνό να στάξω μια στάλα από ψυχή
να σέρνει πάνω του σταυρό να τον φοράς για φυλαχτό
του Αύγουστου δροσοσταλιά Σεπτέμβρη τη βροχή
σαν μοίρα να σου τραγουδά σε δύση και σ ανατολή

να αντάλλαζα μιας άνοιξης πολύχρωμης τους σπόρους
το γκρίζο από τα μάτια σου να σβηνα με το φως
να χεις τον ήλιο για ματιά τα άστρα συνοδοιπόρους
κι ότι σ αγγίζει να γελά χαρμόσυνα να σου μιλά 

μέσα στη σκέψη σου να μπω μια νύχτα μ αγιοκέρι
να σου ζεσταίνω την καρδιά με μιας αγάπης τη σκιά 
σαν ένα χάδι από παιδί που σου κρατά το χέρι
άδολη αηδονιού φωνή να σου μιλά κάθε πρωί

μικρός ο κόσμος στο βλέμμα μου περνά ο χρόνος
σαν ένα νούφαρο που ανοίγει πέταλα και φτερά 
ανέμισμα που σε τυλίγει ποτέ μην είσαι μόνος
να χεις μια αγκαλιά στον άνεμο και στη φωτιά !