Τρίτη 25 Αυγούστου 2020

Επισκέπτες της νότας

Χαμήλωσε τους τόνους 
όχι γιατί
δεν μπορούσε να φωνάξει
αλλά
γιατί ήξερε
πως οι κρότοι
μια φορά ακούγονται 
σπάνε
κι ύστερα πετούν τα κομμάτια τους
στα πεζοδρόμιο

μα πόση ομορφιά του χάριζαν 
τούτοι οι μικροί ψίθυροι 
γεμάτοι από γαζίες 
που βάδιζαν στο στέρνο
επισκέπτες της νότας  
σαν άναρχες μπαλάντες !



Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Αντάμωμα

Να λοιπόν που έφτανε η ώρα. 
Ο χρόνος είχε γεμίσει τα πανέρια του 
αγροτριανταφυλλιές και χούφτες καλοκαιριού .
Φθινόπωρο κι η θάλασσα γελούσε 
Οι κήποι πλήρωναν τους κόπους τους 
στις γλάστρες του ουρανού .
Το τρένο είχε σταματήσει τα φουγάρα του
Τώρα πια μόνο εκείνη η παιδική λαχτάρα 
ακούγονταν απ τα στήθη . 
Είχαν και τι δεν είχαν πει. 
Ξέρουν τις γωνιές του κύκλου της ψυχής τους,
μοίρασαν τα δάχτυλα σε φωνήεντα 
που παπαρούνες άνθιζαν 
και σύμφωνα που σκουντουφλούσαν
στα κύματα των ημερών. 
Μα τούτο το παραμύθι έσπαγε τους καθρέφτες
και πηδούσε στο πάτωμα . 
Σε λίγο θα ήταν μαζί θα γεύονταν 
το τραπέζι της φιλίας .
Τα καλούδια του γεμάτα από την Μαριάννα
την τόσο δικιά άγνωστη. 
Η αγκαλιά της ένα βύσσινο στο πιάτο . 
Ο Στρατής εξομολόγος της ψυχής της 
είχε φροντίσει δανειστεί λίγες πετσέτες 
των στιγμών της κι έτσι γνώριζε κι η Μαριάννα 
τα χέρια της πριν τα κρατήσει . 
Οι βόλτες , το κρασί ,το μίλημα ,
το κέρασμα του πάρκου με τις φωνές των πουλιών,
τα φτερουγίσματα της πάπιας,καθώς καμάρωνε 
το κορμί της στα νερά του απέραντου 
Kι εκείνη η γεύση ..η γεύση ξυπνούσε 
το παιδικό χαμόγελο και την ανέμελη φορεσιά .
Τρυπούσε τη γλώσσα με ρόγες σταφυλιού . 
Πόσα να αξίζει ο δρόμος .. 
σταγόνες που φυτεύουν φιγούρες , 
νότες σε ένα πεντάγραμμο ατέλειωτης ομορφιάς.
Εκεί που σμίγει το κουκούτσι με το δέρμα 
του ροδάκινου,ίσα να ποτιστεί ο ουρανίσκος 
το μέλι μιας αμάραντης στιγμής!


Κυριακή 23 Αυγούστου 2020


Άτιτλο

Εσείς που κρατάτε 
τους πολύχρωμους ήλιους στα χέρια 
αφήστε ήσυχους 
τους διαβατάρηδες των άστρων 
να σπέρνουν 
στο στόμα τους γιασεμιά 
για κείνους  που χαμηλά κοιτούν 
Κανείς δεν περισσεύει !

Σάββατο 22 Αυγούστου 2020

Άτιτλο

Υπάρχουν άστρα που πετούν ψηλά στον ουρανό 
και άστρα που τον δημιουργούν 
να ξεκινάς από την ψίχα να βγει γλυκό ψωμί !

Αμάραντα

Είπαμε τόσα 
που σαν φύλλα
μαράθηκαν

κι όταν μάθαμε
τους ήχους της σιωπής
πως αμάραντα
γινήκαμε

και ζωγραφίσαμε
στη φλούδα της πηγής
το πιο ακριβό στεφάνι
με χτύπους της ψυχής!


Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Φεγγαρόφωτο

Και έρχονται τα βράδια 
και το καλοκαιράκι κερνά τις λιχουδιές του 
ένα ζουμπούλι ποιεί τον έρωτα
τα παιδιά παίζοντας κλοτσούν το φεγγάρι 
μια φέτα καρπούζι δροσίζει τη ροδιά 
περνάνε οι μπάντες των άστρων 
σφυρίζει το ρυθμό του ο τζίτζικας 
και αλήθεια ήξερες ότι ο ήλιος 
κρύβει τα ζαχαρωτά του στη σελήνη ;
ναι .. ναι τούτη μαζεύει στην αγκαλιά της
αγόρια και κορίτσια που δένουν τα κλαδιά τους 
σε ένα δεντρόσπιτο ψηλά .
Έλα πάμε . Αργήσαμε . 
Αρχίζει ο χορός  σε βήματα διπλά!

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

Άρχισα να γράφω

Άρχισα να γράφω σε ένα χαρτί που δεν ξέρω
αν ποτέ το αφήσω στα χέρια σου
Κι όμως εκεί  πλάι σου είμαι .
Κουρντίζοντας το ρολόι του καιρού 

στα δάχτυλά μου
Κι αυτά κάποιες φορές ματώνουν 

από τα δύσκολα της μέρας
από κείνα που γρατζουνούν το στέρνο μου
μα τα φορτώνω στη ράχη μη τα δεις .
Τα πνίγω στους όρμους των ματιών 

μη και κυλήσουν στις χούφτες σου .
Βλέπεις  εμένα κι εγώ προχώρησα ψυχή μου 
Πέρασα στην αγάπη κι εκεί μέσα απ τα μάτια 

τυφλά αντικρίζω τον κόσμο μου .

Μα τούτη η άλλη ματιά δε λέει να κοπάσει.
Κι έτσι αλλάζω μορφές . Ναι ξέρω τι θα μου πεις 
πως δεν μπορώ να κάνω κάτι .
όμως καρδιά μου μπορώ ..μπορώ

Φωνάζοντας την ασχήμια αναζητάς την  ομορφιά .
Δικάζοντας το άδικο φυτρώνουν σπόροι δίκιου .
Ρίχνοντας δάκρυα λύπης κεντιέται η αξία της χαράς.
Αν δεν γίνεις κουρελής πως θα νιώσεις 

το γυμνό σου σώμα;πως να κοιτάξεις κατάματα 
τον ήλιο αν στο σκοτάδι δε χαθείς

Τόσος κόσμος  τόσος πόνος κι εμείς μαζί 

να τραγουδάμε τ όνειρο
κι είναι φορές που το τραγούδι 

ντρέπεται να ακουστεί,μπλέκεται στα δίχτυα 
της θάλασσας και σιωπά.
Οι μουσικές δεν αντέχουν την συνήθεια

Τι κι αν ακόμη δεν γεννήθηκε στην πόρτα μας 

το αγκάθι,η αγριάδα απλώνει τα πλοκάμια της 
πνίγοντας τη γη .
Μα λεύτερη την ποθούμε οι άνθρωποι .

Πόσα εγώ κοιμούνται μέσα μας και ξυπνάνε
κάθε χάραμα ζητώντας τη ζεστασιά του άστεγου
το κομμάτι που λείπει να δέσει το ζυμωτό ψωμί .
Κοιτώ στα μάτια ένα παιδί και φωνάζω ζωή
κι εκείνη η άλλη μου φωνή αντίλαλος και ιαχή
μου βάζει ερωτηματικά ..ζωή;

Ξυπνάω  με ένα χαμόγελο που η μέρα 

στα βήματα της μου κλέβει
κι ύστερα γίνομαι εκείνος ο ρυτιδωμένος αέρας 

που φυσά στην πόλη,τα άδεια πλακόστρωτα 
που χτυπούν τα πόδια τους μπας και ξυπνήσει
μια καθαρή βροχή  να ξεπλένει την απανθρωπιά
ξετσίπωτη πια να μη γυρνά

Δε ζω με αυταπάτες ....ονειρεύομαι μόνο .
Δυο στάχυα χρυσαφένια 

να στολίζουν τα μαλλιά της γης .
Χαμόγελα να παίζουν στις αυλές των σχολειών,
κι εκείνος ο βασιλικός αμάραντος να στέκει
σαν κύριος της γειτονιάς που άρωμα 

μοιράζει στα στέκια μιας γενιάς

Στην αγορά που στήσαν δεν πουλώ
το βιός και την πραμάτεια μου χαρίζω σ οτι αγαπώ .
Δύσκολοι καιροί μα εσύ ψυχή μου να είσαι εκεί 

Κοίτα εκεί ψηλά πως αγκαλιάζονται 
τα πουλιά ..δε μετρούν φτερά
μα ακούν τους παλμούς  στην ίδια νότα να χτυπά !

Ορφανός που γυρίζει ο ήλιος

Ορφανός που γυρίζει ο ήλιος 
καλοκαίρι κι οι κυδωνιές έχουν ανθίσει 
στυφοί καιροί .
Μα τι στην ευχή θα κουρέψουν και το χώμα ;
κι από πότε οι ρίζες βγαίνουν από κορφή;

αχ άστατο κερί 
και που κρατάς τη φωτιά σου γέρνει η φωνή 

μα τούτο το ρυθμό που από μια στάλα θάλασσα 
γεννιούνται ωκεανοί 
ετούτο τον χορό να τον αλλάξει ποιος μπορεί 
αντάμα δένει το φιλί κι ακολουθεί τον ήχο 
από του βύσσινου το στόμα στάζει γλυκό πιοτί!  


Άτιτλο

Δε φτάνει να μπορείς να δεις  
χρειάζεται και να νιώθεις 
κι εχει τόσο φως το σκοτάδι!

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

Άτιτλο

Τόσο πολύ που δίψασε την ζεστασιά η θάλασσα 
που στα νερά της άμμου 
φώλιασε το πιο απαλό της φόρεμα !






Το ταξίδι σου

Δύσκολο πολύ δυσκολο να δεις κατω απο λεξεις και εικόνες 
Συναισθηματα σπαρμένα βαθιά και πως να αντικρίσεις 
που να ναι η αλήθεια και που το ψέμα . 
Ειδες σειρές που πότιζαν το μελάνι μ αγιόκλημα 
να κουβεντιάζουν σκληροτραχηλα τους δρόμους 
Ερειπωμενες τελειες να απλώνουν την στοργή 
Ταξιδευτες που γέρνουν γλυκα τα χρωματα του ουρανιου τόξου 
Κυράδες να γελούν με τα καμώματα του ήλιου 
κι άλλες να σου φορτώνουν τις δικες τους κυδωνιές
Εκεινες οι πιωμένες Κυριακές να ψιθυρίζουν τα χρωματα της ψυχής τους.
Αφήνεις τα πανια σου στο πέλαγο και μοναχα η ψυχή σου ξερει
τη ρότα της. Βαρκάρης στο πουθενά και στο όλο. 
Ζυγώνεις τα κουπια που σ αγγιζουν 
Βουτας το μελάνι της καρδιάς σου και θελεις 
να τρέξει προς το ρυακι που αγαπάς. 
Τίποτε δεν ξέρεις σ ενα γνωστο ουρανό ολα αγνωστα .
Ρισκάρεις να κογιονάρουν τη θαλασσα σου
να την αγαπήσουν να τη λερωσουν. Μα το ταξιδι ειναι δικό σου .
Εσυ αγαπάς κι αυτο ειναι το γλύκισμα του ολου. 
Κατω απο ολα να ξυπνα απλα η αγαπη στα στηθια σου 
καθε στιγμή να εισπνεις το καλοκαιρι, 
τη βροχή τον  ανεμο και το αγιάζι. 
Πνοες στα στήθια σου που βγαίνουν στο πρωτοφίλημα
του αποσπεριτη . Θηλάζουν το γαλα του πρωινου , 
χορταίνουν στο καλμα του μεσημεριου 
ξεδιψουν στην αυρα της απογευματινής δροσιάς
πινουν κρασι της νυχτιάς . Κι ετσι συνεχίζεις να αγαπας για σενα 
για αυτο που γινεσαι εσυ μεσα στη μυρουδια του κήπου!

Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

Άτιτλο

Ατίθασα που έσπασε τα κύματα 
και πως η θάλασσα γνώρισε το όνειρό της 
Δροσοσταλιές που φέρνει ο τόπος σου ψυχή!

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2020

Άτιτλο

Στα πεζούλια των κάστρων
παίζουν πυγολαμπίδες
κι η αιώνια νιότη θρέφει την αγκαλιά!

Ναι μεν αλλά .. πόση εξουσία να χωρά

Ναι μεν αλλά
και το αλλά γαζώνει πιότερο τα στόματα
ράβει φαρέτρες για ακόμη τρύπια παντελόνια
να ντύσει το άδειο του σώμα
Αγύρτες , πλιατσικολόγοι του καιρού
φορούν χιτώνες με στόμφο άθεου θεού
Κι εγώ που ονειρεύτηκα μια αλήθεια
με ονοματεπώνυμο ανθρωπιά
κι όχι μια μπάσταρδη συνήθεια του καιρού
γεμάτη συνταγές , φόδρες που γέρνουν
στις μέρες αλλάζοντας το πίσω μπρος
Έναν άλλο δρόμο ονειρεύτηκα
κι ούτε που σάστισε σε ένα δάκρυ ούτε ένα κλωνάρι
δε κράτησε να καρβουνιάσει
τα δάχτυλα να καεί στην ψυχρή του ταφή
Έτσι έτσι για να βραχεί το χώμα
να σπάσει το απόστημα ,μια μπάλα να προχωρήσει
κλωτσώντας τα γερασμένα κι αδέσποτα 
σανίδια του πάλκου
Ονειρεύομαι , ονειρεύομαι γελαστά παιδιά 
να παίζουν σε άκαπνους τόπους τυφλόμυγα
με τα κορίτσι α του ήλιου , τους γιους
του ανέμελου αγέρα . Φωνές γιρλάντες
να στέκονται πάνω απ το ύψος της μύτης
αγναντεύοντας το πορφυρό σουσάμι
σε ένα ατέλειωτο κουλούρι
που θα χορταίνει τα στόματα που πεινούν
Να κοιτώ κατάματα τα ρυτιδωμένα χέρια
κι έτσι όπως θα ερωτοτροπούν στο φιλί της άνοιξης
ένα μπουκέτο να ανθίζει στα μάτια τους
Και βλέπω τον βαρκάρη να τραγουδά την ψαριά του
τον μανάβη να διαλαλεί την πραμάτεια του
και ζηλεύω τούτο τον δρόμο που πριν από μένα
περπάτησε που και δεν έφτασε τις χούφτες
του καλοκαιριού
Να συζητούν πουλιά και να σωπαίνουν οι άνθρωποι
μεγάλοι μαθητές των μικρών δασκάλων
που ανοίγουν την ορθογραφία στα φτερά τους
Προσθέτουν το βατόμουρο και το πορτοκάλι
και το ζύγι ισο κι ανάλαφρο τους βγάνει
στο θάμνο που φουντώνει στ αγνάντι του βράχου
Ονειρεύομαι κι όπως αδούλωτος λάτρης 
της ομορφιάς,πλανιέμαι ,φορτώνω την πιρόγα μου
με γράμματα στο σεργιάνι . 
Δε μπορεί θα νιώσουν τα λουλούδια
τη γεύση της ροδιάς κι έτσι όπως πετούν 
οι σπόροι τους, κάτι νιούτσικο θα γεννηθεί 
και σαν παιδί θα τρέξει
να τραγουδήσει άβγαλτη νότα 
που άλλο ρεφρέν δεν έχει πει !

Σάββατο 15 Αυγούστου 2020

Άτιτλο

Έχουν αλλάξει τα ρολόγια 
περνούν ταχύτητες σοδειάς 
Μονάχα εκεί κάτι ονειροπόλοι 
μετρούν στα δάχτυλα τα αστέρια
απ άκρη σ άκρη 
νικητές του σύμπαντος
Ξέρουν 
οι αποστάσεις .. δεν έχουν ψυχή !

Πραματευτής

Κάποτε από ένα μικρό χωριό πέρασε 
ένας μικρέμπορος .Η πραμάτεια του φανταχτερή 
και απαστράπτουσα. Στα παραθύρια οι γυναίκες 
περίμεναν με λαχτάρα να φορτώσουν τα παρτέρια 
και τις αυλές τις κυδωνιές και τα κεράσια 
του καιρού.Τα παιδιά μεγάλωναν κάτω απ το 
πλατάνι που άνοιγε τα φύλλα του να προφυλάξει 
τις πλάτες τους από τη βροχή και τ αγιάζι 
Ηλιόκαμπος μύριζε τα σπλάχνα των ανθρώπων 
κι ανάλογα κρεμούσε το σκιάχτρο της χαράς 
ή της λύπης. Λογάς ο πραματευτής από πόρτα 
σε πόρτα μοίραζε λαμπερές κορδέλες 
να σκεπαστούν τα συνεφα και πονηρός καθώς ήταν 
έκρυβε στο σακούλι τους κούφιους σπόρους 
στολίζοντας τα μάτια τους με πούπουλα χελιδονιών,
με φτέρη εξωτικών πουλιών,βάζοντας στο ντορβά 
το χώμα να φαίνονται ολα ανθηρά .
Πέρασε κι απ του αγνού του κυρ Μηνά  την πόρτα
και σαν τον είδε να μιλά με μια τριανταφυλλιά ,
ει εσύ δικός σου ειναι ο κήπος ; 
Ναι του ψιθύρισε εκείνος . Κι ακόμα μένεις 
στα παλιά; Ο κόσμος εχει αλλάξει κι εσύ 
με τριαντάφυλλα, βασιλικό και γιασεμιά 
ποτίζεις τον αέρα σου ακόμα .Τόσα κρίνα ερωτικά,
ορχιδέες , άνθη από πέτρα  κι άλλα λουλούδια
ξωτικά,ριξτα στον κήπο σου να ναι η μέρα σου
χαρα. Μονότονα μα και παλιά ετούτα τα 
λουλουδικά. Ο κύριος Μηνάς κοντοστάθηκε. 
Του άρεσε η σκέψη της αλλαγής και βλέποντας 
τις  ξανθές ηλιοκαμένες , κόκκινες πλουμιστές , 
μπλε του ουρανού βαμμένες ορχιδέες ο νους του 
γέλαγε κρυφά . Στο απέναντι σπίτι η κυρα Δήμητρα λάτρευε τις τριανταφυλλιές 
Ε ! θα τη δώσω σε κείνη σκέφτηκε χαρα της θα ναι
και θα ναι εδώ κοντά και τούτο βασιλικό 
κι εκείνο το γιασεμί του Στράτου θα χαρίσω 
που του μαράθηκε ο κήπος που έκλεψαν οι καημοί .
Καθώς ξερίζωνε την τριανταφυλλιά εκείνη σκύβοντας τη ρίζα της να δει πληγώθηκε απ τα αγκάθια της αυτά που τη βοηθούσαν 
σαν χέρια τα φύλλα να σηκώσει κάθε αυγή 
να χει το βλέμμα την ομορφιά φιλί. 
Ο καιρός πέρασε η τριανταφυλλιά πέθαινε και γεννιόταν μα ήταν εκεί. Τα ξωτικά λουλούδια μαράθηκαν δεν του χε πει ο πραματευτής πως ανθίζουν μόνο μια εποχή κι ύστερα χάνονται στη γη. Λυπόταν τώρα ο κυρ Μηνάς κι αγνάντευε την τριανταφυλλια του από μακριά μα κείνη κάθε πρωί ένα χαμόγελο του σκάει στα κρυφά . Ξέρει πως οτι γρήγορα περνά γίνεται αέρας και σκορπά .Μα κείνη την αξία που έβγαινε από το χορτάρι  γένναγε χαμομήλι και πλαι φύτρωνε, ελεύθερο κυπαρίσσι να χει στον ουρανό κορφή, στόλιζε τώρα άλλη αυλή . Θα βρει γιορτές για να γελά κι ετούτη μάνα θα γενεί και θα γεννά τριαντάφυλλα πολλά να κελαηδούν πάνω τους τα πουλιά και πόσο της αρέσει που κάθε χάραμα το γέλιο της σκορπά στην κυρα Δήμητρα που της έδωσε ξανά ζωή ! Μάζευε τώρα ο Μηνας τα αποκαΐδια μιας σοδειάς μα μάθημα το είχε δει Πραματευτές κι αλλους θα δει και θα αγοράσει μπόλια να χει χαμόγελα πλατιά μα θα χε πια στο νου πως τα χρωματα δεν κουβαλάν τα ξωτικά τα χει εκείνη η γη που εχει μέσα της ψυχή δύει και ανατέλλει απ την δική της την πνοή !


Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

Λευκές πνοές

Ρώτησα τον ήλιο
πως βαστά γερά το φως του
και μου απάντησε
τόσες ηλιαχτίδες στα χέρια μου κρατώ
τη γη
πως γεννιέται κάθε μέρα απ την αρχή
μου πε πως πάνω μου κουβαλώ
βήματα σ αγάπης το χορό
τον ουρανό
πως αδιάσπαστος κοιτά δάκρυ αντάμα στη χαρά
δέματα μου δειξε σύννεφο
κι ένα αεράκι που κεντά
τη θάλασσα
για να μου πει που είναι το κάλμα που η αρχή
κύματα μου γνεψε πράσινα μπλε και θαλασσιά
που σπάνανε τη φουρτούνα και δέναν τη χαρά
κι ένας καθρέφτης με κοιτά
θρύψαλα γίνομαι μπροστά του
μα τα κομμάτια του μαζεύει και  κρεμά
μες τη ματιά πολύχρωμα πουλιά
μύρισε κρίνο , γαρύφαλλο και γιασεμί
βάρκα η καρδιά μου με ένα ανεμάκι που απαλά φυσά
κι οι κωπηλάτες μου τυμπανοκρούστες άγγελοι γης 
απλώνουν στο γρασίδι τις φυλλωσιές του δρόμου 
μικροί αποσπερίτες στα κύματα του δυόσμου 
στις στέγες των σπιτιών φυτρώνουν γιασεμιά 
λευκές πνοές του κόσμου που θέλω να γελά!



Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

Κόκκινες μπουκαμβίλιες

Άνοιγε τα χείλη της κι εγώ κρεμόμουν
επάνω τους λες και θα έκλεβα τις εικόνες
που μου έδειχναν να της κρύψω εκεί βαθιά
στα δικά μου νερά που ακόμα φυσαλίδες πετούσαν .
Αχ γιαβρί μου .. να έβλεπες τα κιούπια 

που φύτρωναν οι τριανταφυλλιές
σαν ένας στρατός από χρώματα
που πέρναγε από αυλή σε αυλή.
Ο παππούς σου καμάρωνε που στο δικό του τοίχο,

μεγάλωναν οι μπουκαμβίλιες και κείνες του Ιμπραημ
είχανε μείνει κοντούλες .
Τον πείραζε λέγοντας τον ακούν Ελληνικά για αυτό
Τούτες μιλούσαν του ουρανού 
κι εκεινος τη ζεστασιά μοίραζε .
Μαζευαν μελισσες να αρχινίσουν το λακιρντί 
της γειτονιάς κι υστερα να πιασουν να κεντήσουν
το ριχτάρι της κηρήθρας να χει το μέλι του
ο χειμώνας . Τι όμορφη που ήταν η αυλή μας ..
τίποτε δε χώριζε τα δικά μου παιδιά 

από κείνα των άλλων .
Το ζυμωτό ψωμί στα δύό κι η μαύρη ελιά

φάνταζε όμορφος πλούτος στο πιάτο 
της ντοματοσαλάτας .Τζιγέρι μου ..αχ να σουν εκεί.
Θα φόρτωνες τα νερά του Βόσπορου στα μάτια σου
κι εκεινα θα τρέχαν να δροσίσουν τα πόδια σου 

φιλώντας το χώμα της πατρίδας .
Πόσες φορές μπερδεύονταν στρώνοντας το τραπέζι,

φωνάζοντας μου κουζούμ ,εκμεκ ..
ψωμί γιαγιά ψωμί της απαντούσα 
σαν άλλος διορθωτής της γλώσσας . 
Αει γιαβρίμ ψωμί, εκμεκ την ίδια ψίχα μασάνε .
Σοφή μου γιαγιά πως η αγκαλιά σου ακόμα 

και σήμερα ζεσταίνει της πλάτες μου πλεκτή ζακέτα
της μνήμης που πάνω μου την φορώ,
μύρο και φυλαχτό κι απ τις κλωστές της 
τραβώ τη ζεστασια να γραψω ενα τραγουδι 
να δω γελια και στόματα να ανθούν,
μερακια και αγκαλιές να μοιραστουν 
στις στέγες ολων των σπιτιών φωλιές χελιδονιών !

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Αδέσποτες σκέψεις

Κι έτσι άρχισα να καταλαβαίνω 
τους γύρω και την ανάγκη τους 
να θεραπεύσουν κάποιους που δεν γνώριζαν . 
Αθόρυβα ίσως κι άδολα κάποιες φορές. 
Αναρωτιόμουν το πάθος της συμβουλής 
ειναι άραγε η δειλία της αγκαλιάς ,
ο φόβος να πλησιάσουμε τον άλλον 
ή μήπως το βολικό από μακριά 
σου μιλώ καλύτερα. 
Μας λείπει το θάρρος ή περίσσεψε το θράσος ; 
Αγαπάμε τον άνθρωπο ή καμωνόμαστε 
τους αγαπητικούς στην ποδιά της προβολής 
Εμείς , εσείς οι κύκλοι μας οι άλλοι 
ένας μικρόκοσμος του μεγάλου κόσμου 
μα αξίζει να σπουδάζεις την ψίχα του . 
Έστω και αν η αποξένωση έβρισκε το στόχο της ,
έστω κι αν κούραζε η μονοτονία της επανάληψης 
ακόμη κι αν κάποιες φορές με μελαγχολεί η σκέψη 
πως σιγά σιγά νεκρώνεται η φωνή 
και κάτω από ένα γράμμα θα κρύβεται 
ένα κάποτε παλιό όμορφο συναίσθημα 
ίσως για να μην πάψουν 
τα λουλούδια να γεννιούνται.
Χαμογελώ στους ομοϊδεάτες ξέρω πως μ ακούν 
κι όταν δεν υπάρχει η σκιά μου 
εκεί στο αντάμωμα της καρδιάς  !

Ατιτλο

Παιδικά ποιήματα τα όνειρα μου
στα μαλλιά τους ψιχαλίζουν κουκούλια 
να γεννηθούν πεταλούδες 
δεν ταιριάζουν σε ατσαλάκωτα χέρια!


Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

Άτιτλο

Οι λέξεις ειναι τα σκουλαρίκια των πουλιών
χτυπούν τα κρόταλα πετούν , 
γυρίζοντας στις φωλιές τους ! 

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Με την ψυχή ακους καλύτερα (Χιροσίμα)

Δεν αλλάζει ο κόσμος 
δείχνοντας με το δάχτυλο 
μήτε από θεωρίες γνώσεις 
που δίνουν εγκαύματα στιγμής
ούτε η θλίψη πεθαίνει 
μετρώντας τη δύναμη του βράχου 
σκοτώνεις άνθρωπε 
σκοτώνεις και χαμογελάς
αγγίζοντας  
την ήττα που δεν έγινε νίκη 
να δει τον άνθρωπο

κι ο κόσμος αυτός 
γεννήθηκε για να αγαπάει! 






Άτιτλο

Να αφήνεις ένα χαμόγελο
πριν κρυφτούν τα αστέρια στα μάτια
ένα σημάδι να ξυπνά η αυγή
μετρώντας τα κύματα σ άσπρα καράβια !   


Δακρυσμένος γυρίζω

Τόσοι καπνοί , τόσες ψυχές
αδικα .. χαμένες άδικα 

έκρηξη του νου

πυροβολώ τη σιωπή 
πληγώνεται η θάλασσα 

αδικα .. πάλι άδικα 

σκελετωμένα δάκρυα

Πεινώ
για εναν χορτάτο κόσμο

Διψώ 
για ενα γρασίδι ανθισμένο

Kαίγομαι 
για μια στρατιά χαμόγελου παδιών

Δακρυσμένος γυρίζω 

Aναζητώ την όαση στην πέτρα
άδικα; 


  

Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

Άτιτλο

Μέρεψε κύμα των άστρων 
να κελαηδήσει το κόκκινο αηδόνι
στη στέρνα του γιαλού !


Προχώρα Ρηνιώ

Και κάθε φορά που αποφάσιζε να του μιλήσει 
κάτι την σταματούσε. Το πρώτο πράγμα 
που αποδέχθηκε ήταν πως εκείνο το κάτι
ήταν εκείνος ο ίδιος .Ίσως και να την τρόμαζε πια 
Τόσες αλλαγές σε μια όψη δε θα μπορούσε 
να τις φανταστεί.Η Ελευθερία βλέπεις 
δεν είχε φύλλο.Μα πάντα βάδιζε 
περισσότερο γερμενη στο ανδρικό φύλλο.
Η ευαισθησία ένα όπλο που χρησιμοποιειται 
κατά το δοκούν. 
Εργαζόταν και οι δυο στον ίδιο χώρο 
Συνάδελφοι και συναδέλφισες . 
Για κείνον ήταν η κάθε φωνή ανθρώπινη συμπεριφορά.
Για κείνη απρέπεια και προδοσία 
Στολίζονταν με πλουμιστά φορέματα από μύριες σκοτεινές δαντέλες 
Ποιος μετρά ψυχές !
Στον κόσμο του ρεαλισμού ολα βάδιζαν 
σύμφωνα με τον νόμο της σιωπής .
Κι αφού τίποτε δεν θες να αποδείξεις 
τότε απλά σωπαίνεις .
Ήξερε ποια ήταν ήξερε τι ζητούσε και σίγουρα 
οι πόλεμοι για αυτήν είχαν τελειώσει .
Πάλευε καθημερινά για τόσα άλλα 
μα τα συναισθήματα πάντα πίστευε 
πως αυθόρμητα κυλούν.
 Όχι ούτε και η ίδια ήταν από αυτούς που άφηνε 
να φανούν πολλά. Δειλία ; μπορεί . 
Μα εκείνη ήταν δειλή εκείνος με το θάρρος 
τι έκανε για να την μάθει , να τον μάθει . 
Τίποτα. Κι έτσι ανάμεσα στο τίποτα χάθηκαν .
Έμειναν μόνο εκείνες οι πικρίες για τον καθένα 
εκείνες που χωρίς λόγο δόθηκαν . 
Μα που ξέρεις μικρός ο κόσμος κι ίσως κάποτε
βρεθούν .Περνά η ζωή. Πόσες φορές 
το διάβαζε το άκουγε,καμιά φορά γελούσε
με ένα ερώτημα που της έρχονταν στα χείλη .
Αυτά που λες τα πιστεύεις ήθελε να ρωτήσει . 
Κι ύστερα σκεφτόταν πως έκανε ακριβώς το ίδιο. 
Είχε δίκιο τελικά ο μπάρμπα Κώστας 
της γειτονιάς της που έλεγε.. 
Μοιάζουν τόσο οι άνθρωποι , 
αυτό που σου παίρνουν αυτό σου δίνουν.
Ίσως κάποτε να αλλάξουν τα στοιχειά
του κόσμου μας κι έτσι θα μάθουν κι οι παπαρούνες
να μιλούν με τα πουλιά .
Η ιστορία της μου θύμισε λίγο τη γιαγιά 
που κάθε φορά που δεν προσπαθούσα να κάνω κάτι
νομίζοντας πως δεν το μπορώ 
μου λεγε καντο κι ας ειναι λάθος. 
Κι έτσι προχώρησα σκονταφτοντας κι ορθώνοντας 
το μπόι . Με ματωμένα γονaτα κάποιες φορές 
απ το κυνηγητό ή το κρυφτό 
μα με την γλύκα της χαράς του παιδιού που έτρεχε.
Τελικά τόσο ίδιος ο κόσμος απ όπου κι αν 
τον κοιτάξεις κάτι δικό σου φορά 
κάτι δικό του σου χαϊδεύει τα μαλλιά . 
Προχώρα Ρηνιώ τα καλύτερα θαρθουν!


Χορός συναισθημάτων

Είπα να σου χαρίσω
ένα χαμόγελο
κι άνθισε λουλούδι
μια στάλα φως
κι άνοιξε ηλιαχτίδα
ένα ρόδο
κι άνοιξε πέταλα ένα φιλί
ψιθύρισα δυο λέξεις
και γίνηκαν τραγούδι
άπλωσα τα χέρια
και γέμισε μια αγκαλιά
τα κρέμασα ολα
στα ακροδάχτυλα
φύσηξα
να χωθούν στις τσέπες
της καρδιάς
να ναι γλυκός
ο πηγαιμός της μέρας
και τούτο το λυχνάρι
όμορφα που ζωγράφισε 

πολύχρωμο ουρανό!

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

Αλληγορικό

Να τρέχεις να πιάσεις τη θάλασσα
κι αυτή ένα τραγούδι δικό σου να ψιθυρίζει .

Πόση ομορφιά στ αντάμωμα των γλάρων !