Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

Απόλυτη σιωπή 
Κρύφτηκε ο αέρας 
στο μαξιλάρι του μεσημεριού
Λίγες μικρές ατίθασες πεταλούδες 
γυρνούν στο στρώμα τους
γυρεύοντας το παραμύθι του ήλιου
Κόπασαν τα όργανα της θάλασσας
ώρα που κοιμούνται τα κύματα
Σιγά σιγά τραβά το σεντόνι 
το κόκκινο μίλι 
να ξεσκεπάσει το δειλινό 
Απόλυτη σιωπή 
μονάχα ο ψίθυρος 
της φωνής σου ακούγεται 
Που να σαι; 
Φωτογραφία: Περνώ απο τον ιδιο δρόμο του ήλιου
με εκείνο το φαντεζί του που αστράφτει
και που καμιά από τις Κυκλάδες του
δε σκέπασε η σκόνη .
Τα μάτια μου δυο γαρύφαλλα
έτοιμα να σκορπίσουν τα φύλλα τους
στα πέτρινα σοκάκια και τα πήλινα
στόματα που παίζουν στον ουρανίσκο τους
το άρωμα της γης τους.
Κλινοσκεπάσματα δυο λευκά σύννεφα
να κουβαλούν στα βλέφαρα το γεύμα της σιωπής
Και θέλω τόσα να σου πω
που καμιά φορά μέσα τους χάνομαι
Αφήνω τον ήχο μου νερό να κυλήσει να ξεδιψάς
κι εκεί που νοτίζουν τα λόγια μου
λεύκα γίνομαι να χει ο ίσκιος σου ψυχή
και πάλι σωπαίνω
Και πως να ιστορήσεις σε ένα χαρτί
την κόκκινη θάλασσα !

Τα αστέρια τραγουδάνε τις νύχτες 
φιλοξενούν τις μουσικές 
στη χούφτα του ουρανού 
τρατάρουν γλυκομίλητα φιλιά 
Οι άνθρωποι αγκαλιάζονται 
ψυχή με ψυχή , στόμα με στόμα 
με ρόδινα ρούχα πετούν
Εσύ; πως έκλεισες την πόρτα 
του ασημένιου φεγγαριού 
Φύτεψες το όνειρο να καρπίσει αγάπη;
Ζεστά που θέλει το σκοτάδι να μιλάς 
να χει λόγο να βγαίνει απ τη χαραμάδα.. το φως !
Φωτογραφία: Καληνύχτα γλυκιά για ολους μας

Εσύ , εγώ , εμείς , εκείνοι οι άλλοι τραγουδάμε
με ένα ρόδο στο στόμα να θρέψει παιδιά η αυγή

Τα αστέρια τραγουδάνε τις νύχτες
φιλοξενούν τις μουσικές
στη χούφτα του ουρανού
τρατάρουν γλυκομίλητα φιλιά
Οι άνθρωποι αγκαλιάζονται
ψυχή με ψυχή , στόμα με στόμα
με ρόδινα ρούχα πετούν
Εσύ; πως έκλεισες την πόρτα
του ασημένιου φεγγαριού
Φύτεψες το όνειρο να καρπίσει αγάπη;
Ζεστά που θέλει το σκοτάδι να μιλάς
να χει λόγο να βγαίνει απ τη χαραμάδα.. το φως !

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

Όχι μάτια μου 
δεν στέρεψε η νύχτα απ τα άστρα της 
είναι που μίκραινε η θάλασσα 
και κρύφτηκαν οι γλάροι 
Μα δες δυο ψίθυροι 
εκεί που  ανάσα δίνει η σιγή 
πόσο γλυκά και τρυφερά 
χαμογελά η σιωπή !


Τόσοι ήλιοι
πως
έναν ουρανό
ποτίσαν

ε εσύ ψυχή
που χοροπηδάς
πιάσε το λιόγερμα
να ζεσταθεί η θάλασσα

στου δρόμου τις στοές
γεννιούνται αγέννητα παιδιά
που κουβαλούν τα θάματα !

Φωτογραφία: Καλησπέρα γλυκιά και όμορφη για όλους μας

Τόσοι ήλιοι
πως
έναν ουρανό
ποτίσαν

ε εσύ ψυχή
που χοροπηδάς
πιάσε το λιόγερμα
να ζεσταθεί η θάλασσα

στου δρόμου τις στοές
γεννιούνται αγέννητα παιδιά
που κουβαλούν τα θάματα !

Περνώ από τον ίδιο δρόμο του ήλιου 
με εκείνο το φαντεζί του που αστράφτει 
και που καμιά από τις κυκλάδες του 
δε σκέπασε η σκόνη . 
Τα μάτια μου δυο γαρύφαλλα
έτοιμα να σκορπίσουν τα φύλλα τους 
στα πέτρινα σοκάκια και τα πήλινα 
στόματα που παίζουν στον ουρανίσκο τους 
το άρωμα της γης τους.
Κλινοσκεπάσματα δυο λευκά σύννεφα 
να κουβαλούν στα βλέφαρα το γεύμα της σιωπής 
Και θέλω τόσα να σου πω 
που καμιά φορά μέσα τους χάνομαι 
Αφήνω τον ήχο μου νερό να κυλήσει να ξεδιψάς 
κι εκεί που νοτίζουν τα λόγια μου 
λεύκα γίνομαι να χει ο ίσκιος σου ψυχή 
και πάλι σωπαίνω 
και πως να ιστορήσεις σε ένα χαρτί 
την κόκκινη θάλασσα !




Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Κι όπως μ αγκαλιάζεις σφιχτά 
η μελωδία της σιωπής ζεσταίνει τα βλέμματα 
Τα τραγούδια μιλούν με τα χείλη μας 
Κάθε φθόγγος τους κι ενα χρώμα στα μάτια 
Στροβλίζομαι στη δίνη της αγάπης 
κι ειναι το στόμα μου ρόδο 
που ξεχειλίζει έρωτα 
Τα χέρια σου κουπιά που σπάν 
τα κύματα της καρδιάς μου 
Ταξιδιάρικα πουλιά τα φιλιά 
που αγγίζουν τα κύταρρα της 
Κι εγω που σωπαίνω στην ανάσα σου 
πόσες φορές .. να σ αγαπώ !


Τι θαρρείς πως είναι ευτυχία
μια αγκαλιά να ζεσταίνει τον άνεμο
ένα φιλί να δροσίζει το πρωινό τραπέζι
ένα χαμόγελο να κρυφοκοιτά ο ήλιος
το παιδί που φυλάς να ζωγραφίζει τον κόσμο
και μια θάλασσα να πετά πινελιές

ποτίζοντας φύλλα αγάπης 
στα χέρια με δρόμους ψυχής .
Ραντίζει ο τόπος μοσχοβολιές !

Φωτογραφία: Καλημέρα όμορφη για ολους μας

Τι θαρρείς πως είναι ευτυχία
μια αγκαλιά να ζεσταίνει τον άνεμο
ένα φιλί να δροσίζει το πρωινό τραπέζι
ένα χαμόγελο να κρυφοκοιτά ο ήλιος
το παιδί που φυλάς να ζωγραφίζει τον κόσμο
και μια θάλασσα να πετά πινελιές
ποτίζοντας φύλλα αγάπης
στα χέρια με δρόμους ψυχής .
Ραντίζει ο τόπος μοσχοβολιές !

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

Τώρα που όλα τα γράμματα 
της μέρας σβήσαν 
οι μουντζούρες , τα ρόδινα τερτίπια 
κι οι απλωτές ροδιές 
Τώρα που πήραν τα σύννεφα 
τη μυρουδιά του γιασεμιού 
χαμήλωσε τα φώτα 
να ανάψει το κερί της καρδιάς 
κι άσε να απαλύνει 
το βελούδινο στρώμα της ψυχής
δίχως το άνυδρο τυλιχτάρι.
Γυμνά πετούν πιο όμορφα 
τα αληθινά ! 
Φωτογραφία: Καληνύχτα όμορφη , γλυκιά για όλους μας

Τώρα που όλα τα γράμματα
της μέρας σβήσαν
οι μουντζούρες , τα ρόδινα τερτίπια
κι οι απλωτές ροδιές
Τώρα που πήραν τα σύννεφα τη μυρουδιά
του γιασεμιού
χαμήλωσε τα φώτα
να ανάψει το κερί της καρδιάς
κι άσε να απαλύνει
το βελούδινο στρώμα της ψυχής
δίχως το άνυδρο τυλιχτάρι.
Γυμνά πετούν πιο όμορφα
τα αληθινά !

Για πες μου τώρα 
η θάλασσα μερώνει στον ίσκιο της 
Εσύ τι κράτησες να στολίζει το μέτωπο
Στα δαχτυλίδια της
Ένιωσες τα διαλεχτά της χέρια;
Φόρεσες εκείνο τον ήλιο 
που σου χαρίστηκε 
τον αφρό της που μέσα στα τόσα 
μηνύματα ταίριαζε τα μάτια 
μονάχα στο βλέμμα σου 
Είδες τα σιωπηλά της χρώματα 
να μπερδεύονται στις τσέπες 
βάφοντας το όνομά σου 
στις άκρες του παντελονιού σου ; 
Πες μου έδεσες τους κρίκους 
που κάθε πρωί σου χάριζε 
να φτιάξεις χαμόγελα ζεστασιάς ;
Μην κυνηγάς λοιπόν το φως 
φύτεψε το στα βλέφαρα 
να περάσει βαθιά 
να ακούει η ψυχή παιδιάστικα
τον ήχο της καμπάνας 
Λιγόλογη είναι η καρδιά 
μα λευκόπετρα γεννιέται! 
Φωτογραφία: Καλησπέρα ..όμορφη μέρα για ολους μας

Για πες μου τώρα
η θάλασσα μερώνει στον ίσκιο της
Εσύ τι κράτησες να στολίζει το μέτωπο
Στα δαχτυλίδια της
Ένιωσες τα διαλεχτά της χέρια;
Φόρεσες εκείνο τον ήλιο
που σου χαρίστηκε
τον αφρό της που μέσα στα τόσα
μηνύματα ταίριαζε τα μάτια
μονάχα στο βλέμμα σου
Είδες τα σιωπηλά της χρώματα
να μπερδεύονται στις τσέπες
βάφοντας το όνομά σου
στις άκρες του παντελονιού σου ;
Πες μου έδεσες τους κρίκους
που κάθε πρωί σου χάριζε
να φτιάξεις χαμόγελα ζεστασιάς ;
Μην κυνηγάς λοιπόν το φως
φύτεψε το στα βλέφαρα
να περάσει βαθιά
να ακούει η ψυχή παιδιάστικα
τον ήχο της καμπάνας
Λιγόλογη είναι η καρδιά
μα λευκόπετρα γεννιέται!


Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

Στήσαμε στην εξέδρα τον όμορφο κόσμο 
καιρός να δούμε και πως να τον χτίσουμε 
εκεί έξω φυσάει κι ο δρόμος απλώνει χέρια!




 Μικρός ο κόσμος και πως να σε χωρέσει 
στα μάτια σου ένας δρόμος γεμάτος σύννεφα ερημιάς 
ποιό τίμημα να δώσω γρόσια για να μου πλέξει
να ταχω μες τα χέρια μου ανθό μου και θεό

σε ποιό καπνό να στάξω μια στάλα από ψυχή
να σέρνει πάνω του σταυρό να τον φοράς για φυλαχτό
του Αύγουστου δροσοσταλιά Σεπτέμβρη τη βροχή
σαν μοίρα να σου τραγουδά σε δύση και σ ανατολή

να αντάλλαζα μιας άνοιξης πολύχρωμης τους σπόρους
το γκρίζο από τα μάτια σου να σβηνα με το φως
να χεις τον ήλιο για ματιά τα άστρα συνοδοιπόρους
κι ότι σ αγγίζει να γελά χαρμόσυνα να σου μιλά 

μέσα στη σκέψη σου να μπω μια νύχτα μ αγιοκέρι
να σου ζεσταίνω την καρδιά με μιας αγάπης τη σκιά 
σαν ένα χάδι από παιδί που σου κρατά το χέρι
άδολη αηδονιού φωνή να σου μιλά κάθε πρωί

μικρός ο κόσμος στο βλέμμα μου περνά ο χρόνος
σαν ένα νούφαρο που ανοίγει πέταλα και φτερά 
ανέμισμα που σε τυλίγει ποτέ μην είσαι μόνος
να χεις μια αγκαλιά στον άνεμο και στη φωτιά !



Ακροβάτες

Σαν σχοινοβάτες σε σχοινί
που βιαστικά βαδίσαν
τρομάζοντας κάθε στιγμή
τα όνειρα που σβήσαν

διψώντας ήπιαμε το φως
σε τάσι του θανάτου
αντίκρυ μας όλο το βιός
μια στάλα άγριου βάτου

εμείς για αλλού κινήσαμε για αλλού
με άγουρα τα λιγοστά μας κύματα
σε ενός λεπτού τρελού γιαλού
που ψαχνε να βρει άσπρα θύματα

ζωσμένοι απ των καιρών φυλές
σε νύχτες δίχως χρώμα
στρώσαμε των φιδιών φωλιές
και σπάσαμε στο χώμα

χάρτινοι οι πύργοι της φωτιάς
σε μια δροσιά από λάβα
στάξανε μύρο ερημιάς
και κάηκαν στο διάβα

τι να σου πω τι να μου πεις
κλείσε τα μάτια μη μιλάς
φτωχά τα λόγια της στιγμής
μα άκου τους χτύπους της καρδιάς !

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2018

Μη πεις τίποτα 
δεν θέλω άλλα λόγια
μη μιλάς ..για αγάπη
φόρεσε την ....στα μάτια σου 
κι άσε με να κολυμπήσω 
στον ωκεανό της 
χώρεσε την ... στην καρδιά σου 
να ανασαίνω απ την πνοή της
να χτυπώ στο ρυθμό της
ζωγράφισε την... στο χαμόγελό σου
να ανθίσω στο περιβόλι των χειλιών σου
μυρίζοντας τ ακριβό άρωμα της
ψιθύρισε την ... άηχα .. σιωπηλά
να νιώσω τις καμπάνες της 
να αντηχούν...στο ξωκλήσι 
της ψυχής μου!





Τα όνειρά μικρές τρομπέτες 
από την μήτρα της άνοιξης
και το χάδι του καλοκαιριού
Τροβαδούροι του μίσχου και της μυγδαλιάς
Γεννήματα των κυττάρων που ασπάστηκαν
τον ήλιο την ώρα του φιλιού .
Πλανόδιοι μουσικάντες που σεργιανούν
το άγγιγμα και το πέλαγο .
Κι εγώ ο διαβατάρης τους που άκουσε τον αυλό τους
και λύτρωσε στα χέρια τις χορδές τους.
Τα όνειρα μου μετανάστες του άπιαστου
και κάτοικοι του ορατού της καρδιάς .
Στις χούφτες άγγελοι της ανηφοριάς
κι ανάσες να βαστηχτεί ουράνιο τόξο
Στην κορυφή τους το αγώι που πετά
παιδιάστικα το βλέμμα να μικρύνει το σύμπαν .
Τα όνειρα μου μεγαλώνουν στη σιγή
κι ακούν τις φλέβες . Τυμπανιστές σιωπής
κι αθόρυβης πηγής . Στους κρότους δεν ακούν
μοιράζονται τους ψίθυρους μα σκόρπια δε γυρνούν
Τα όνειρα ειναι το βιός του καθενός
να χει το λόγο να μετρά ο δρόμος που μένει η χαρά
και που το θάμα θε να βρει που αναδύεται η ψυχή !




Τόσο απλά που μιλά η αγάπη 
στο θρόισμα των φύλλων της 
που ακόμη κι εκεινο το δείλι 
φόρτωσε στις πλάτες 
το ρόδινο βλέμμα της 
Πιτσιλώντας τον αέρα το φιλί 
της αγκαλιάς 
απο στόμα σε στόμα !


Σεπτέμβρης

Φορώντας την πανοπλία του τρυγητή
φάνηκε στο κατώφλι του χρόνου
στα μάτια του στάζει απ την πηγή
παράπονο αντίλαλος απ τη βοή του πόνου

οτι του αφήσαν καμμένα πέταλα στη γη
λίγες σταγόνες λευκής δροσιάς απο γέλιο
ένα ασημένιο φεγγάρι για αγάπη να μονολογεί
κι ένα κομματι απ αντοχή που μοιάζει με ευαγγέλιο

μύριοι οι αμπελώνες του προσμένανε τον ερχομό
γιομάτοι οι κοιτώνες του μικρές χρυσές ελπίδες
απ τα τσαμπιά οι ρόγες του στήνουν τρελό χορό
κι οργή απο τα σπάργανα να κόβουν τις ρυτίδες

τ αγέρι του απαλά φιλά της νύχτας χείλη δροσερά
ανάκλιντρα χρωματιστά των αστεριών τα σώματα 
να ξαποσταίνουν οι ψυχές σ όνείρων τα νερά
πνοές κρυστάλινες βαθιές με ρίζες στ άσπρα χώματα

στο βλέμμα του η νηνεμία μια κάλμα θάλασσα πλατιά
μα καίει στα σωθικά φωτια να σπάσει το φράγμα
στα χέρια του οι μέρες μ ασπίδες και ρόδα αγκαλιά 
να βγει απ το κωμα ο νους ..λευτεριας να γίνουν τάγμα!





Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Κι απόψε πάλι θα σ αγκαλιάσω 
σαν να σουν εδω σφιχτά θα σε κρατήσω
έτσι όπως η κάθε νύχτα το φεγγάρι της 
Στρώνω το μαξιλάρι σου πλαι μου
κι ολες οι μουσικές γεννιούνται εκει
Τα μάτια μου σκεπάζουν 
τα βλέφαρα σου με φιλιά 
κι η λαχτάρα της προσμονής μου 
σεργιάνι στο βυθό σου 
Ο έρωτας μου ένα σκέπαστρο θα γίνει 
στα βρεγμένα σου όνειρα 
Η αγάπη μου ένας ατέλειωτος δρόμος
που αμίλητα ψιθυρίζει το όνομα σου 
Είναι που ξέρω τα γράμματα
διάβασα τις φωτιές κι αφέθηκα στον ίσκιο τους
στα ανείπωτα αγγίγματα τη δροσιά τους μύρισα
κι απ την αλμύρα τους κέντησα υφαντό 
καρδιάς χτυπήματα να χεις για φυλαχτό 
Κι απόψε θα σ αγκαλιάσω 
σαν να σουν εδώ .. πόσο σ αγαπώ !









 Ναι ..
μπήξε
τα νύχια σου 
μάτωσε 
την πληγή μου
σπάσε 
τα όρια μου 
κάψε 
την σκέψη 
γίνε 
ο δήμιος του καιρού μου
κλέψε 
απ τα κύτταρα 
λίγο απ την πνοή μου

μα ασε με ..

να κρέμομαι 
στ αλφαβητάρι σου
δεμένη 
απ το κατάρτι του ουρανού σου
να ξεδιψώ στης γης σου 
το ηλιόστρωμα 
να ορμηνεύω τα λόγια σου 
απ τη φλογέρα 
της δροσιάς του ίσκιου σου
της φλόγας σου 
τη γλώσσα πύρινου ρυθμού
να κλέβω κρινολουλουδα
απ το μπουκέτο
της μυρωδιάς σου 

Μα .. μη σιωπάς 
να μου μιλάς 
..Ψυχή μου 



Όταν άρχισαν 
να σου πετούν τις λάσπες 
βούλιαξες 
από τη θλίψη 
και της άγριας πλάνης
τον αργυραμοιβό 
Μετα σε ρώτησαν γιατί
με του Ιούδα το φιλί 
Κι ήρθαν εκείνες οι ευθύνες 
να σου ζητήσουν αμοιβή 
τις πλήρωσες 
ασήμι και χρυσό 
το τίμημα ακριβό 
Μα τώρα ξέρεις 
πως με τους λιγοστούς πετάς 
δικό σου και το τίμημα 
δικό σου και το ζω 
και ζει ακόμη στις πλάτες 
το φτερό !



Πλανόδιος ζωγράφος
.......................................
Πόσα λίγα του χρειαζόταν 
πάντα για να χρωστά στη ζωή
Ένα χαμόγελο μια ζεστή κουβέντα να τον σκεπάζει
τις κρύες νύχτες κι εκείνη η αγκαλιά του ουρανού
που έκρυβε όλα τα ανείπωτα στις τσέπες της
φύλαγε τα μικρά του μυστικά στα χείλη της .
Μα κι όταν έβγαιναν σεργιάνι τα σύννεφα 
εκείνος έφτιαχνε το δικό του γαλανό .Έτσι και σήμερα .
Άρπαξε στο ένα χέρι τον τρίποδα την παλέτα του
στο άλλο τον καμβά φόρεσε τα χρώματα  στα μάτια του
και ξεκίνησε να βρει την άνοιξη στην αγκαλιά του χειμώνα .
Το πλατύσκαλο που χώριζε τη θάλασσα απ τα πλακάκια της γης
ήταν εκεί και τον περίμενε. Σαν να του έσκαγε 
ένα μικρό 
γελάκι ο ήλιος και εκείνος τον χαιρέτισε κουνώντας το κεφάλι .    
Το πινέλο έπαιζε στα χέρια του σαν ένα άλλο βιολί 
σκιτσάρισε τις νότες της ψυχής του στα πεζοδρόμια 
και πόσο μίκραινε ο κόσμος στη χούφτα του .
Δυο γλάροι φάνηκαν να ζηλεύουν την ηχώ των χρωμάτων του
κι έστησαν το κουβεντολόι  καταπίνοντας το ρυθμό των κυμάτων 
Τα δάχτυλά του μέτρησαν τις νότες και στα πλήκτρα της καρδιάς του
μια γλυκιά φυσαρμόνικα άνοιξε τις φυσαλίδες της να ακουστεί 
το ρεφρέν της μυγδαλιάς. Ο καμβάς του χώραγε τόσα ταξίδια 
όσα κι ο ίδιος περπατούσε στις χώρες των ονείρων του .
Μια σπίθα του νου άναψε το φως της κι άρχισε να ζωγραφίζει 
Το πινέλο χόρευε στα μάτια ενός παιδιού το χρώμα έβαφε 
τα χνότα της ειρήνης ,ο άνεμος στέγνωνε τις λευκές στάλες ,
που κούρνιαζαν στα βλέφαρα του κι ο λευκός του καμβάς 
έκρυβε τον παράδεισο . 
Θεέ μου πόση άνοιξη χωρά στο βλέμμα της ψυχής !  
Φωτογραφία: Πλανόδιος ζωγράφος

Πόσα λίγα του χρειαζόταν πάντα για να χρωστά στη ζωή
Ένα χαμόγελο μια ζεστή κουβέντα να τον σκεπάζει τις κρύες νύχτες
κι εκείνη η αγκαλιά του ουρανού που έκρυβε όλα τα ανείπωτα στις τσέπες της
φύλαγε τα μικρά του μυστικά στα χείλη της .
Μα κι όταν έβγαιναν σεργιάνι τα σύννεφα εκείνος έφτιαχνε το δικό του γαλανό
Έτσι και σήμερα . Άρπαξε στο ένα χέρι τον τρίποδα την παλέτα του
στο άλλο τον καμβά φόρεσε τα χρώματα στα μάτια του
και ξεκίνησε να βρει την άνοιξη στην αγκαλιά του χειμώνα .
Το πλατύσκαλο που χώριζε τη θάλασσα απ τα πλακάκια της γης
ήταν εκεί και τον περίμενε. Σαν να του έσκαγε ένα μικρό γελάκι ο ήλιος
και εκείνος τον χαιρέτισε κουνώντας το κεφάλι .
Το πινέλο έπαιζε στα χέρια του σαν ένα άλλο βιολί
σκιτσάριζε τις νότες της ψυχής του στα πεζοδρόμια
και πόσο μίκραινε ο κόσμος στη χούφτα του .
Δυο γλάροι φάνηκαν να ζηλεύουν την ηχώ των χρωμάτων του
κι έστησαν το κουβεντολόι καταπίνοντας το ρυθμό των κυμάτων
Τα δάχτυλά του μέτρησαν τις νότες και στα πλήκτρα της καρδιάς του μια γλυκιά φυσαρμόνικα άνοιξε τις φυσαλίδες της να ακουστεί
το ρεφρέν της μυγδαλιάς. Ο καμβάς του χώραγε τόσα ταξίδια
όσα κι ο ίδιος περπατούσε στις χώρες των ονείρων του .
Μια σπίθα του νου άναψε το φως της κι άρχισε να ζωγραφίζει
Το πινέλο χόρευε στα μάτια ενός παιδιού το χρώμα έβαφε τα χνότα της ειρήνης ο άνεμος στέγνωνε τις λευκές στάλες που κούρνιαζαν στα βλέφαρα του κι ο λευκός του καμβάς έκρυβε τον παράδεισο. Το γύρο του κόσμου στο θαύμα της ομορφιάς.
Θεε μου πόσα χρώματα χωρά το βλέμμα της ψυχής !



Μερικά αγριολούλουδα κράτησα 
κι ένα τσαμπί σταφύλια 
περάσματα κερασμένα στα δάχτυλα 
Μοναχικός ο δρόμος 
μα πάντα κάτι εχει να πει !



Ήρθα να σε πάρω σου είπα
μόνος πια δε θα σαι
Τα αρμυρίκια στόλιζαν τα μαλλιά σου
κι η θάλασσα θαρρείς ένα σεντόνι έγινε
που αγκάλιαζε το μυστικό μας
Τόσο φως καλέ μου
πως βρέθηκε στα μάτια σου
κι άναψαν οι φάροι .
Η ρότα τους λεπίδα που χαράζει
τη στεριά σε μικρά νησάκια
και κείνα φυντάνια γίνονται 
σπιτικό των πουλιών 
Όμορφος που είσαι σε κοιτώ κι ας μη σε βλέπω
σε είδα τις ώρες που μεγάλωναν τα αστέρια
τις ώρες των εποχών που βύζαιναν 
γλυκοί εσπερινοί των κάμπων 
τις ώρες της αγρύπνιας 
νανούρισμα στα σέπαλα του ήλιου 
Πάντα όμορφος ήσουν 
ακόμα κι ανάμεσα στις συμπληγάδες 
μαρτυράς το ξάστερο του γιαλού 
Μα δες ξύπνησαν τα δελφίνια
πλάι μας σεργιανουν ερωτευμένα
Γελά μάτια μου ο κόσμος μας 
ακούς ακούς τα νυχτερινά αηδόνια ;
Ήρθα να σε πάρω δος μου το χέρι σου
να περπατήσουμε στο φως 
αλλάζει ο κόσμος όταν γεννιούνται
δυο αχτίδες που φιλιούνται !






Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Και φεύγεις και μένω 
έρχεσαι ... φεύγω 
και μένουμε αγκαλιά
μισή μισή η καρδιά!





Κι όμως ακόμη τα νυχτολούλουδα 
γεμίζουν τις χούφτες της νύχτας 
με κόκκινο πιοτί να πίνουν οι καρδιές
Μεθούν τα ποτήρια που μ αγάπη 
τα χείλη φιλούν! 
Φωτογραφία: Κι όμως ακόμη τα νυχτολούλουδα
γεμίζουν τις χούφτες της νύχτας
με κόκκινο πιοτί να πίνουν οι καρδιές
Μεθούν τα ποτήρια που μ αγάπη
τα χείλη φιλούν!