Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Γυρολόγος

Μέσα στις ρωγμές του χρόνου
σε ανελέητους χτύπους του πόνου
σέρνεσαι να βρεις ουρανό
να ξεπεράσεις σκόνες βουνό
να πιεις ανάσας καθάριο το νερό

μετράς χάντρες του γέλιου και σφιχτά τις κρατάς 
στ ακριβό τους το χάδι τη ματιά σου κυλάς
στα κελιά των χεριών σου τις κλειδώνεις διπλά
μη και χάσουν τη λάμψη μη τις βρει παγωνιά

κυνηγάς τις σκιές και σκορπάς 
μες στις στάχτες μια σπίθα ζητάς
κομματιάζεσαι μα άστρα κοιτάς
κουβεντιάζεις μα ποτέ δε μιλάς 
τη σιωπή στην ψυχή σου κεντάς

των ονείρων τα κάστρα κύκλωσαν χίλιοι ιστοί
στα θολά σου τα μάτια ειν οι κήποι κλειστοί
να μπορούσες να δεις μονοπάτι αυγής
να θρηνούσες το χθες με βιγόνιες λευκές 

βουτηγμένη η ανάσα σε τοπίο πικρό
και το χνώτο που βγαίνει νεκρό
ξεδιψάς με αλμύρας ποτάμι
ξαποσταίνεις σε σταυρού το λιμάνι
η πληγή στην καρδιά σου σημάδι 

σε μαρμάρινους τοίχους ζωγραφίζεις φωνές
παίρνεις χρώματα ήχους να ντυθούν γιορτινές
τις ελπίδες σαν βρέφη τις θηλάζεις να πιούν
γάλα κόκκινο δάκρυ κάποιο ήλιο να δουν!


τι πιστεύεις..τι γυρεύεις..που πας; τ άγνωστο συναντάς
        μα ακόμα … ακόμα 
την αγάπη στα στήθια κρατάς και μ αυτήν …προχωράς!


Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

Αθέατοι

Ποιος να μας γνωρίσει
αόρατοι  γίναμε  
κρατώντας απ το χέρι
την αγάπη  !



Ξέστηθα

Γυμνός να πετάς
λευτερος που είσαι
λιακάδα στο χιόνι !

Με κείνα τα λιγοστά βαγόνια
γυρίζει η ανέμη των λουλουδιών!

Φύσα αγέρι
να σκορπιστεί η σκόνη
θηλάζουν οι φλογέρες !

Μοιράσου τον ήλιο
να κρατηθούν οι παπαρούνες !

Ένα πουλί
δάσκαλος να μου γίνει
να κελαηδώ τον κόσμο !

Μια φέτα από φιλί
να ξοδευτεί η αγάπη !

Χόρεψε ο έρωτας
γλώσσες φωτιάς
άναψαν το καντήλι !

Να απλώνεις το χέρι
μικραίνει ο ουρανός !



Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Ενα φιλί

Ότι χωρά στην αγκαλιά
ένα φιλί
αυτό που ενώνει
την ώρα που τρυφερά
απλώνει το χέρι
η καρδιά !

Κυκλάμινο και γιασεμί

Αλλιώτικο τούτο το καλοκαίρι
φοβέρες , καπνοί , σπασμένες ιδέες
βροχές του χαμού σε άγνωστο τόπο
ένα σημειωματάριο  με ψηλά τις σημαίες
χαμηλά κοντάρια  και κρόσσια
που δένουν κενά

κι έχει έναν φως  να κρυφογελά

παιδιά που βαδίζουν χωρίς προορισμό
σε άγνωρους δρόμους κι αφέντη καιρό
Δοξάρια που σμίγουν στου χτες τη βολή
χορδές που θροΐζουν μια σκάλα
να ανέβει στον ήλιο γυμνή η πατούσα
το χώμα να βρει γιασεμί

νιούτσικο πως σφυρίζει κι η φυλλωσιά γυαλίζει

ρυτίδες που τρέμουν την παλιά τους σκιά
μη ζυγώσει το αμπέλι  το σκιάχτρο
που απαλά τη σφεντόνα κρατά
που να πήγε ο Γκάτσος που γυρνά η Αμοργός
σε ποιάς δόξας το χέρι μυρίζει κοπάδι
που χει φάει ο λύκος κι έμεινε ο σκορπιός

πως το κυκλάμινο θωρεί του βράχου τη ρωγμή

Αλλιώτικο τούτο το καλοκαίρι
μα κοίτα πως έλιωσε η άνοιξη σε ένα του φιλί
κι ο αργαλειός χτυπά βελόνι την αυγή
πλέκει τον άνεμο η κλωστή με χρώματα της ίριδας
να κρύψει το μωρό που θήλασε γάλα από βυζί
που χε φωτιά στο στέρνο από ελπίδας γη

μοσχοβολά ο μίσχος που τρέφει άγουρη πνοή
με δυό δροσοσταλιές σε κόκκινη πηγή !






Σάββατο 23 Ιουνίου 2018

Άτιτλο

Άτιτλα γνωρίζεις τις γωνιές του κύκλου
κι εχει τόση ομορφιά το πέρασμα
σε ένα κελάηδημα αηδονιού!



Ερμηνείες

Ανιχνεύεις 
την ψυχή μου 
σπιθαμή προς σπιθαμή 
λέξεις και όρια 

κομματιάζεις 
κάθε αντοχή μου
που σπάει θρύψαλα
σε γυμνό γυαλί

ιχνηλάτης στου κόσμου μου
την ασημένια γη 
μαζεύοντας σπόρους 
αστείρευτης βροχής

ψηλαφίζεις 
την ανάσα μου 
κεντάς τον χτύπο της καρδιάς μου
σε ανέμη της στιγμής

κοιτάς
μα πες μου ..
αλήθεια …. με βλέπεις ;


Βήματα ήλιου

Έφηβος ξύπνησες
τα μάτια σου χρωματιστή κολόνια
να ξεδιψά η αλμύρα
Ένα μπουκέτο σπυριά από κεράσια
φυτρώνουν ανέμελα στο φως
Μυρίζει ακόμα η μουσική το φλάουτο
Βλέπεις όλη τη νύχτα
νανούριζες τις γέννες της καρδιάς
πως να μη ζηλέψει η χαραυγή
το διάφανο πουκάμισο
Η χλόη ζωντανή, οι παπαρούνες
κοπελιές καμαρωτές στον άνεμο
και τούτο το σχήμα
πως θάλασσα απλώνει

ζεστό το χάδι της τρυφεράδας κυλά 
κι εχει έναν ήλιο το περπάτημα!



Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Γλυκιά μου αγκαλιά

Γιοματάρι μεσημεριανού.
Οι φωνές στους δρόμους λιγόστεψαν
τα στεγνά τους βήματα
Ήταν καιρός πια να τραγουδήσουν
τα γαρύφαλλα κι οι ανεμώνες.
Βάραινε και η τροφή του αγέρα
σκεπάζοντας τα πόδια των περιστεριών.
Μήτε που ήξερα τι μου συνέβαινε
Αλλιώτικη μέρα. Τα χέρια σου
έγραφαν στα δαχτυλά μου,
τα μάτια μου φευγάτα
σε άλλες γειτονιές.
Η φωνη μου χαμενη γυρνουσε
στο στομα σου, να ακουστω ηθελα
κι ετρεχε απ τα χειλη μου το χαμογελο σου
Τι εγινε; που πηγα,που χαθηκα;
Τρομαξα κι ο πανικος μου σε καλουσε
το κορμί μου γύρευε επιβεβαίωση
της υπαρξης του, κι εκεινη η καρδια μου
άλλο ψιθύρισμα δεν είχε παρά μονάχα
το " δε μένω εδώ "
Άρχισε να τρέχει η ανάσα μου
Να σε ψάχνει στις πλατείες των αστεριών.
στο συντριβάνι της γαλήνης,
στα πεζοδρόμια των φύλλων, 
στο στέκι των ονείρων ,
στα μικρά καφενεδάκια των ψυχών,
στο ξάγναντο του έρωτα
που να σαι. Σε χρειάζομαι.
Σαν από μηχανής θεός ένα γλυκό κουδούνισμα
ένα μικρο ντριν, μου χτύπησε το παράθυρο
της ύπαρξης μου. Άνοιξα με λαχτάρα
κι ένα τραγούδι μου μιλούσε απ τα χείλη σου 
Τα φιλιά του ένα ένα κυρίευαν τα κύτταρα μου 
Πνοές που πέφταν δροσοσταλιδες να φανεί 
το σώμα μου. Άρπαξα μια μελωδία απ το χέρι
Τρέχα τρέχα της φώναξα και πες του
Πες του να προσέχει τα μάτια του
τσουζουν τα βλέφαρα μου στα δάκρυα τους
Τα χέρια του..τα χέρια του να αφήνει στο φως
να κρατούν οι χούφτες μου ηλιαχτίδες
Να γελάει να χαίρεται η λίμνη στα στήθια μου
Α!κι αν δεις πως πλησιάζει τ αγέρι πάνω του
σκέπασε τον.Να σου δίνω την ψυχή μου 
να την φορέσει.
Αντάλλαξαν τα λόγια τους οι μουσικές
και με ένα φιλί έκλεισαν 
το επόμενο ραντεβού τους
Ησύχασα..ήξερα πια που θα με βρω.  
Έκλεισα τα μάτια και πατώντας
 στις μύτες των ποδιών 
μη σε ξυπνήσω ξάπλωσα πλάι σου.
Άνοιξα σιγά σιγά την πόρτα του ονείρου
και σιγανά ακούστηκα σςςςςς εγώ είμαι.
Ένιωσα την καρδιά σου 
να ανοίγει την αγκαλιά της 
κουρνιασα μέσα της.. εκεί ήμουν
Αγκαλιά στο όνειρο μας!





Συμπληγάδες

Γεννήθηκες 
σαν μια μικρή πυγολαμπίδα
απο κοιλιά μιάς απνοης νύχτας
σε κουκούλι πρωιμης ηλιαχτίδας
κούρνιασες
σε μια γωνιά λευκής στιγμής
αντικρύζοντας το λαμπερό του πάγου
απ το παράθυρο λουλουδιασμένου ουρανού
ζεστάθηκες 
απο τα χνώτα της ατέρμονης ζωγραφιάς
τυλιγμένη στα στάχυα χρυσαυγής
δεμένη στον ομφάλιο λώρο της αλήθειας
βύζαξες 
γλυκόπικρο γάλα απ της θηλές του ονείρου
ξεδιψώντας τα χείλη στην κρήνη των άστρων
ματώνοντας τον ουρανίσκο 
η αλμύρα άχρωμου χρόνου
κι ... ύστερα ... ύστερα 
σε κύκλωσαν στοιχειωμένες ανάσες χιονιού
δράκοι που καίγαν τα πέταλα της ψυχής
χάραζαν το δέρμα με νύχια διπρόσωπης οχιάς 
ρίζωσε ο φόβος στα σπλάχνα της ανασαιμιάς σου
άπλωνε κλαδιά η αγριάδα της υποκρισίας 
κρύβοντας το μωβ της ανεμώνης σου
πάγωσε το φιλί του δειλινού σε θολά χρώματα
κάλπικα νομίσματα διπλού γκρίζου γέλιου
γονάτισε η αντοχή ... 
κύρτωσε το φωτεινό σου βλέμμα
πάγωσαν τα φτερά σου ... σταλαχτίτες οι ήχοι
χάθηκες ... πνίγηκες ....
ανάμεσα στη γαλανή σου θάλασσα 
και στις συμπληγάδες ενός κήπου με κισσούς 
πλεγμένες στα δίχτυα λέξεων .. άηχων λόγων
κάποια αγριολούλουδα στέκονταν όρθια ακόμα
στις μαυρες σφαίρες των ματιών σου 
φώτιζαν σαν λαμπιόνια σε στρατί σκοταδιού
μα εσυ .. εσυ ... έπαψες να ανασαίνεις 
έγειρες στα σέπαλα μιας γλυκιάς βραδιάς
έκλεισες τη φωνή σα θρόισμα 
στο πέρασμα απ τ άγγιγμα του αγεριού
κι έμεινες μια κηλίδα ... σε άγραφη σελίδα!


Παλέτα και πινέλα

Τι ειρωνεία!
Αυτοί που σου καψαν
τα χρώματα 
να σου δείχνουν 
την παλέτα 
που εσυ 
στα χέρια τους 
παρέδωσες 
με πινέλο καρδιάς

κι ακόμα αμετανόητη 

τους χτύπους σου κρατάς !

Αποτυπώματα

Ειδαν 
οτι κοιτούσαν 
καμμενα χαρτιά
τσαλακωμενες εικόνες 
μουντζουρωμένα χρώματα
άδεια καθίσματα 
γκρί συναισθήματα 

είπαν 
καταθλιπτικός 
απόκοσμος
εγωκεντρικός
απαισιόδοξος
εσωστρεφής
συμπαθής
λυπηρός

πως η ανάγκη 
γράφει ιστορία 
πέταξε..
κανείς δεν είδε 
οτι ήταν 
άνθρωπος; 



Γυμνό

Μένω εδω να βουρλίζομαι 
με την πολυλογία του ήλιου 
αναμμενη 
στα νερά της γύμνιας 
να μιλώ 
με μια γλώσσα που δεν ξέρω
στα αρμιρίκια
και τα στεγνά των βράχων 
Δεμένος με μια κλωστή 
να ισορροπώ το αδύνατο 
και γέννες τριανταφυλλιάς να σπάει 
ανήκουστος αέρας 
στις πρασινες φυλλωσιές 
του άσπρου δρόμου 
δίχως χέρια μονάχα 
ένας ζυγός κανένας 
που όλα τα αγκαλιάζει 
με δάχτυλα βουτηγμένα
στα χρωματα της πεταλούδας 
Μένω εδω ζυγιασμένος 
στα χείλη των ρόδων 
αμέθυστος στη ράχη της ηλιόπετρας
αόρατος να γεννιέμαι 
σπόρος στο φώς μικρός 
να ανατέλλω 
σε μιας δροσοσταλιάς
την αγκαλιά 
πρωτότοκος της γιός !


Αν

Αν ήξερε η άγνοια
πόσο κακό
της εχει κάνει
η πονηριά
τα ρούχα τα λευκά της
θα έβαφε με λυγμό
σε ένα ποτάμι
μελανό!  

Φύλακας άγγελος

Κι αν κάποτε 
εκείνα που στέκουν
ανάμεσα μας
τις μάσκες τους πετάξουν
μη φοβηθείς 
ένα λουλούδι φύτεψα 
στα βλέφαρα σου
να σκεπάσει τον τρόμο 

μην πεις τι έχασες 

ποτέ δε θα χαθώ
θα μαι 
φεγγάρι στις νύχτες 
στο πρωινό πουλί
που κελαηδά
μια γωνιά στη σκέψη σου
να σου κρατάει συντροφιά

κι αν κάποτε φύγω ψηλά

θα μαι 
μια λεύτερη καρδιά
φύλακας άγγελος σου
για αγάπη να μίλα
στόμα με ένα ροδο
βαστώντας ένα όνειρο
κι εσένα αγκαλιά !


Πέμπτη 21 Ιουνίου 2018

Ασυμβίβαστα

Τίποτε λιγότερο
απ την αγάπη δε μ αγγίζει

τίποτε πιότερο 

από σένα δεν με κυβερνά!



Αλλάζουν οι άνθρωποι

Αλλάζουν οι άνθρωποι αλλάζεις κι εσύ 
Κόσμος παει κι ερχεται 
κάτι τους πήρες κάτι σου πήραν 
κι εκεινα που χρωστας ακόμη δεν ήρθαν
και τ άλλα που έδωσες 
πετάχτηκαν σαν χάρτινα μπαλόνια 
μα ακόμη κι αν τα λογάριαζες 
οι χούφτες ανοιχτές πάλι θα μεναν
Ηθελες και τα δωσες για σένα 
ειναι όμορφο να δίνεις σε κάνει 
καλύτερο άνθρωπο ετσι ελεγε η γιαγια 
κι εμελε να μάθεις πως το ωραιότερο 
παραμύθι ειναι αυτό που γράφει η ζωή 
κάποιοι περπάτησαν τόσο μεσα σου 
που ενα με σενα γιναν 
αλλοι πάλι φορτώσαν το σκάφαντρο 
της σιωπής κι εμαθες το τραγούδι της 
Καμάρωσαν τα αισθήματα το μπόι τους 
κι εσυ σαν Δον Κιχώτης 
σε ενα μπαλκόνι στη Δουλτσινέα σου μιλάς 
μήτε που ξές αν θα σ ακούσει 
μα ειναι ζεστό να μυρίζεις το γιασεμί 
στα χείλη της . 
Κάθε σου σ αγαπώ κι ενα λουλούδι 
που διαφανο φιλά τον ουρανίσκο 
Για τίποτε μην πεις δεν αξιζε 
έμαθες , γνώρισες , λάτρεψες 
έκλαψες , γέλασες κι αφέθηκες 
στη γευση του φιλιού 
κι ολα μαθήματα που αδιάβαστα τα πέρασες 
και τίτλοι σου γινήκαν 
Φιμώνεις το στόμα της ασχήμιας 
φοράς το πατίνι και πάλι στο δρόμο κοιτάς
ας  ειναι .. τα καραβάκια κοιτούν τη θάλασσα 
ο ήλιος φιλά στο στόμα την κορυφή του βουνού
ενα τζιτζίκι σπάει το χορό της πεταλούδας 
απο ενα μάτι της τριανταφυλλιάς 
μικρό ξεπεταρούδι σεργιανά
και τούτος ο κόσμος εσυ 
εσυ εισαι εκεινος κι εκεινος εσυ 
τόσο αλλιώτικα ίδιος 
που φτάνει άνθρωπος να πεις 
κι ακούγεται εμείς 
κι αναμεσα στο σούρουπο κι ένα γιατί 
άσβηστη φλόγα θα καίει σαν κερί 
Το κέρδος σου κι η ατέλειωτη αρχή!  

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018

Ανάλαφρο

Παράξενα γλυκιά τούτη η νύχτα
ζεσταίνουν βήματα που δεν ακούς
γελούν κοριτσίστικα νάζια
με δυο κουφέτα καραμέλες
Βαραίνουν τα κύματα
κι ανάλαφρα οι γλάροι
κοιμούνται στα βράχια
Μα να που πάλι θα αρχίσει ο χορός
ένα μπλουζ ανάμεσα στα αστέρια
βλέπεις ποιος σταματά τη θάλασσα
Τι όμορφα που μυρίζει η γη!








Προσφυγάκι τυχαίας ζωής

Καθισμένος στων ονείρων την άκρη
αρμενίζεις τον κόσμο που ποτέ σου δεν είδες
τις κρυμμένες λιαχτίδες να αγγίξεις ζητάς
μα τις πήρε τ' αγέρι τις σκεπάζει ο χιονιάς
αλάργεψες από της ερημιάς το τέρμα
φορώντας γκρίζο της πίκρας το δέρμα
στο δισάκι σου πάντα λίγες στάλες βροχής
το λιοπύρι σαν βγει να τις βρεις να τις πιεις
της χαράς το γεφύρι προσπαθείς να περάσεις
μα της θλίψης τα σύνορα ποιο κρασί να κεράσεις
να μεθύσει ένα αστέρι να σε πάρει απ το χέρι
να κρατήσεις στη χούφτα γέλιο σαν περιστέρι
κουρασμένος γυρνάς από στέκια πλάνης ψευτιάς
την αλήθεια ζητάς σε απάτητη γη πεθυμιάς
προσφυγάκι μιας τυχαίας ζωής ψάχνεις δρόμο
να γράφει ''ελπίς ''συναντάς την φοβία τον τρόμο
σε ερμηνεύουν με μαύρα φιλιά και οι λέξεις βουβές
κανείς δεν σε ξέρει την σκιά σου κρατούν οι σιωπές
φεύγεις για που; ποιο παιδί σου γελάει
κι απ την μνήμη κλαρί ένα γέλιο που σπάει!



Που αγαπώ τον ήλιο

Μεγάλωσα 
κι έτσι μου φτάνει 
να ξέρω 
πως απ το σκοτάδι 
γεννιέται το φως
πως κάτω απ το τραπέζι 
ο σκύλος κοιμάται 
στα πόδια μου 
γνωρίζοντας τον φίλο 
πως όσο και να κόψεις 
τσαμπιά σταφύλια 
τ αμπέλι τον τρυγητή 
θα ψάχνει
Μου φτάνει
να βρίσκω το παιδί 
που κρύβεται ανάμεσα 
στα στήθια μου 
κι ας παίζοντας 
μου βγάζει τη γλώσσα
μου φτάνει 
που δίπλα απ τα αρμυρίκια 
περνά η θάλασσα 
κι αυτά απτόητα 
πίνουν το μέλι τους 
που μια πέτρα άμα σπάσει 
στα χέρια μου 
θα πεταχτεί ένας βράχος 
Που αγαπώ τον ήλιο 
το ίδιο με το περιστέρι 
που διψώ κι η βροχή με ποτίζει
που ραντεβού με το χάραμα 
βρίσκω τον κόσμο να γελά 
μου φτάνει που κάτω απ το μαξιλάρι 
ξάγρυπνα μυρίζει το όνειρό μου 
Μεγάλωσα για να μπορώ 
να παίρνω ότι μου δίνουν 
και μου φτάνει 
που κάθε μέρα , κάθε στιγμή 
πίσω από κάθε τοίχο 
κάτω από ένα λιθαράκι 
υπάρχει μια ρίζα 
κι ένα τραγούδι φυλά 
το διάφανο της ψυχής 
μαθαίνω .. μαθαίνω 
αυτά που ξέρω και δε γνωρίζω 
που τόσο αγάπησα 
μαθητής της αγάπης !

Τρυγητες λουλουδιών

Έτσι ειναι μάτια μου 
κάποιοι πεντόβολα πετούν 
κάποιοι μαζεύουν λουλούδια
αλίμονο σ αυτούς που έμαθαν 
μόνο να παίζουν !



Κοχύλια

Λογιών λογιών τα τραγούδια 
μα αν δεις την άμμο 
στους παφλασμούς της
μετράς το ρυθμό τους 
αχ! και να έβλεπες
τι όμορφα στοιχίζονται τα κοχύλια 
κανένα χρώμα τους δε μοιάζει
κι όμως μια χορωδία της θάλασσας
ακούει στο άγγιγμα τους ! 



Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Χάδι

Αδύνατον
να δεις
τα χρώματα της νύχτας
με άδεια γλώσσα.
Λύσε
τους ψίθυρους
να δέσει η αγκαλιά!


Βυθός

Ως να δικαιωθούν τα ονείρατα 
τα δάχτυλα θα γρατζουνούν την κιθάρα 
ατόφια να χορταίνει η μουσική 
τον ήχο από ψυχή!

Γιατί

Δεν θέλω 

να μου λες 

πως μ αγαπάς

μα..

να μου θυμίζεις 

κάθε μέρα

γιατί ...

Σ ΄ αγαπώ!