Κυριακή 10 Ιουνίου 2018
Σάββατο 9 Ιουνίου 2018
Γιατί υπάρχεις
Άνοιξε τα μάτια σου
όχι όχι μην κοιτάς
να βλέπεις σου ζήτω
Ξέρεις ο χρόνος κρύβεται
σε δυο κλαδιά του ηλίου
κι ανθίζει γιατί υπάρχεις
Τα μελλούμενα κοχλάζουν
στο πηγάδι αναζητώντας
το στόμα σου να λυτρωθούν
κείνα τα διάσπαρτα λιβάδια
τρέχουν στους παλμούς
στο άσπρο άλογο που ανασαίνεις
Όχι όχι μην κοιτάς
πέρα απ τα μάτια
θωρεί το ύψος της καρδιάς
Αγαλιαζει η κορυφή
στο πέταγμα των βλεφάρων σου
ζεστός ο ίσκιος ποτίζει τη θάλασσα
Άναψε ο φάρος την άκρη του κύκλου
να χορέψουν χαρούμενα πουλιά
η ύπαρξη σου μελωδία που μεθά
γελά το τραγούδι φιλά το λουλούδι
η άρπα δένει τα σχοινιά
κι η διαδρομή παίρνει
ψυχή και σάρκα
να κατακτήσει απάτητα βουνά
γιατί.. υπάρχεις!
τρέφει η ματιά ουράνιο τόξο σε βροχή
σαν θέλει η καρδιά τα κύματα να αφήσουν
στο βράχο της ένα γλυκό φιλί!
όχι όχι μην κοιτάς
να βλέπεις σου ζήτω
Ξέρεις ο χρόνος κρύβεται
σε δυο κλαδιά του ηλίου
κι ανθίζει γιατί υπάρχεις
Τα μελλούμενα κοχλάζουν
στο πηγάδι αναζητώντας
το στόμα σου να λυτρωθούν
κείνα τα διάσπαρτα λιβάδια
τρέχουν στους παλμούς
στο άσπρο άλογο που ανασαίνεις
Όχι όχι μην κοιτάς
πέρα απ τα μάτια
θωρεί το ύψος της καρδιάς
Αγαλιαζει η κορυφή
στο πέταγμα των βλεφάρων σου
ζεστός ο ίσκιος ποτίζει τη θάλασσα
Άναψε ο φάρος την άκρη του κύκλου
να χορέψουν χαρούμενα πουλιά
η ύπαρξη σου μελωδία που μεθά
γελά το τραγούδι φιλά το λουλούδι
η άρπα δένει τα σχοινιά
κι η διαδρομή παίρνει
ψυχή και σάρκα
να κατακτήσει απάτητα βουνά
γιατί.. υπάρχεις!
τρέφει η ματιά ουράνιο τόξο σε βροχή
σαν θέλει η καρδιά τα κύματα να αφήσουν
στο βράχο της ένα γλυκό φιλί!
Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018
Διάφανο
Και να δεις που
καμιά φορά
θα γελάσουν τόσο δυνατά
εκείνα τα μυστικά
που ακόμα κι οι στιγμές τους
θα σπάσουν
σαν ένα παλιό παραμύθι
με κιτρινισμένες σελίδες
θα θυμίζουν την κριμένη άνοιξη
μα αν δεις τις άκρες τους
τσαλακωμένες στους καιρούς
μουντζουρωμένες στην οχθρα
σβησμένες στο ναύλον
τελείες ερωτηματικών
σ ατέρμονο δρόμο
ολόδροσα να ψιχαλίζουν
κείνο που δεν ξεχνά
μα με τόσο ωραία μυρουδιά
και να δεις που
καμιά φορά
κρεμασμένα στα χείλη
θα μιλούν τα χαμόγελα
σαν ένα τώρα αναγραμματισμού
που ρωτά το γιατί στην αρχή
κι ένα ατέλειωτο τέλος
θα του δείχνει ένα βέλος να ρθει πάλι εκεί
απαντώντας .. δε σπάει η κόκκινη ραφή
κρύβεται απ τον ήλιο χορεύει στη βροχή
με ένα διπλό σανδάλι και άρωμα από πηγή !
καμιά φορά
θα γελάσουν τόσο δυνατά
εκείνα τα μυστικά
που ακόμα κι οι στιγμές τους
θα σπάσουν
σαν ένα παλιό παραμύθι
με κιτρινισμένες σελίδες
θα θυμίζουν την κριμένη άνοιξη
μα αν δεις τις άκρες τους
τσαλακωμένες στους καιρούς
μουντζουρωμένες στην οχθρα
σβησμένες στο ναύλον
τελείες ερωτηματικών
σ ατέρμονο δρόμο
ολόδροσα να ψιχαλίζουν
κείνο που δεν ξεχνά
μα με τόσο ωραία μυρουδιά
και να δεις που
καμιά φορά
κρεμασμένα στα χείλη
θα μιλούν τα χαμόγελα
σαν ένα τώρα αναγραμματισμού
που ρωτά το γιατί στην αρχή
κι ένα ατέλειωτο τέλος
θα του δείχνει ένα βέλος να ρθει πάλι εκεί
απαντώντας .. δε σπάει η κόκκινη ραφή
κρύβεται απ τον ήλιο χορεύει στη βροχή
με ένα διπλό σανδάλι και άρωμα από πηγή !
Απλά
Όπως η πρωινή καλημέρα
ένα μικρό σπουργίτι που μόλις έμαθε
πόσο κοστίζει η ομορφιά στον άνεμο
την πρώτη ανάσα
που δίνει χρόνο στο χορτάρι
το γέλιο της αυλής
στο λίκνισμα του κρίνου
σαν ατέλειωτος έρωτας
του φεγγαριού με τη θάλασσα
κείνον τον άγνωστο που πλάι σου περνά
μα εχει κάτι δικό σου κάτι δικό του σε κερνά
κείνη την ξέφτερνη χαρά που δε ρωτά
μα σε τυλίγει κι απλώνει ζεστασιά
το μίλημα του ένα γεια που κλείνει
σε μια χούφτα τον κόσμο σ αγκαλιά
έτσι απλά ανοίγουν τα φτερά
κι εχει στα πόδια τα πέταλα η μοιρασιά
το ένα της μάτι στο νερό τ άλλο στη γη κοιτά
μα φτάνει μια χαραματιά να βρει το νόημα δροσιά
βελόνι να χει και κλωστή να ράβει ρούχο η καρδιά
κατάσαρκα να το φορά.
Έτσι απλά .. η αγάπη ...κυβερνά!
ένα μικρό σπουργίτι που μόλις έμαθε
πόσο κοστίζει η ομορφιά στον άνεμο
την πρώτη ανάσα
που δίνει χρόνο στο χορτάρι
το γέλιο της αυλής
στο λίκνισμα του κρίνου
σαν ατέλειωτος έρωτας
του φεγγαριού με τη θάλασσα
κείνον τον άγνωστο που πλάι σου περνά
μα εχει κάτι δικό σου κάτι δικό του σε κερνά
κείνη την ξέφτερνη χαρά που δε ρωτά
μα σε τυλίγει κι απλώνει ζεστασιά
το μίλημα του ένα γεια που κλείνει
σε μια χούφτα τον κόσμο σ αγκαλιά
έτσι απλά ανοίγουν τα φτερά
κι εχει στα πόδια τα πέταλα η μοιρασιά
το ένα της μάτι στο νερό τ άλλο στη γη κοιτά
μα φτάνει μια χαραματιά να βρει το νόημα δροσιά
βελόνι να χει και κλωστή να ράβει ρούχο η καρδιά
κατάσαρκα να το φορά.
Έτσι απλά .. η αγάπη ...κυβερνά!
Κόσμος για δυο
Οι γλάροι πια παρέδιδαν τα ραβασάκια
της θάλασσας στ' ακρογιάλια.
Οι τροβαδούροι του ήλιου
στη θέση τους.
Κάτω από το μπαλκόνι
της χρυσοκόκκινης μπάλας
που σε λίγο θα ρουφουσε
κάποιο περαστικό κύμα.
Σε περίμενα κι όλα άλλαζαν
Αρχίνισα να γράφω δίχως να ξέρω τι
γνώριζα στη σιωπή τη φωνή της καρδιάς μου
Απόλυτη σιγή.
Σώπασαν τα πουλιά ακούγοντας
το γλυκό σου κελάηδημα
Η τριανταφυλλιά μου κλεινε το μάτι χαμογελώντας
Ζηλιάρα καθώς είναι φοβάται το άρωμα σου
κι έτσι έκλεισε τα φύλλα της στο στόμα μου
Ένας ολόδροσος ουρανός με κάλμα νερά
άπλωνε το σεντόνι του μόνο για μας
Μονάχα απ' το παραθυράκι του φεγγαριού
μια σπίθα άναβε το κορμί της
να συντροφεύει τα άστρα
Το δωμάτιο γέμισε μικρά πολύχρωμα μπαλόνια
που έπαιζαν. Πιρουέτες λαχτάρας και πάθους
Κάθε στιγμή μια αιωνιότητα στο δρόμο της αγάπης
Έκλεισα τα μάτια να δέσω το φουλάρι του ονείρου
τόσο άμορφα ντυμένο να ξεκινήσει το ταξίδι του
Άρπαξα βιαστικά απ το συρτάρι
το δαντελένιο της ψυχής
Στο διάφανο του θα φόραγα
όλους μου τους χτύπους
Πόσο μ αρέσει καθώς σαν
μικροί τυμπανιστές συναντιουνται
με τους δικούς σου και πως με τα λόγια τους
μια μπάντα ζωής παίζει το πιο γλυκό τραγούδι
Έσπασα ένα κεράσι στα χείλη να βάψουν
πορφυρό φιλί κι ύστερα ξεδίπλωσα
με τα δάχτυλα τα σχήματα
που θα άφηνα στα μαλλιά σου .
Μικροί κύκλοι τρυφεράδας σβούριζαν το χτένι τους
μπούκλες από κυκλάμινα και ροζ μπουκαμβίλιες
Τα μάτια σου μια πίστα χορού στο βαλς του βυθού μου
Έλυσα τα χέρια από τους ώμους κι άφησα τα λευκά
πουπουλένια φτερωτά να γέρνουν πλάι μου
δένοντας τις κλωστές τους στις φλέβες μου
στροβιλίζοντας το υγρό του φιλιού με το δέρμα μου
Απαλή σαν αεράκι να αγγίξω το βελούδο σου
Είναι φορές που τρέμω μη γρατζουνίσω
τους σταλακτίτες του είναι σου
Με πήρε το βράδυ .
Οι κουρτίνες έκρυβαν την σκιά σου
κι η πόρτα γύρευε τα κλειδιά σου .
Ένα κλικ κι από το σκοτάδι
θα μπει ολόφωτη η νυχτερινή ηλιαχτίδα
Αλήθεια ξέρεις πως βάφεται η νύχτα;
Μια παλέτα έρωτα τινάζει τις φλόγες της
και δυο σταγόνες φιλιού ξεδιψούν το ταγκό της αγάπης
Φίλα με !
Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018
Πέμπτη 31 Μαΐου 2018
Σπόγγος
Χρειάστηκαν μόνο λίγα λεπτά
για να καρφωθεί
εκείνο το τρομαγμένο βλέμμα
που κρέμονταν
από ένα μικρό ξανθό ανθρωπάκι
γέμισε ο βυθός μου
εκατοντάδες φοβισμένα μικρά βόλια
που τρεχαν να κρυφτούν
από το κοίταγμα μου
μακριά απ το μεγάλο μου δρόμο
τα βλέφαρα αρνήθηκαν
να χαμηλώσουν
έτσι ακίνητα κράτησαν τον τρόμο
ανάμεσα στις γρίλιες τους
κι ύστερα απότομα
έπεσαν καταγής
απ το φόρτο που χαν στην ράχη τους
το βάρος από ένα δάκρυ
έπεφτε στη ψυχή
γ…. ω τον κόσμο μας !
πάνω που πήγα να γράψω
ένα χαμόγελο
σαν σπόγγος το γκρίζο
……με έσβησε!
για να καρφωθεί
εκείνο το τρομαγμένο βλέμμα
που κρέμονταν
από ένα μικρό ξανθό ανθρωπάκι
γέμισε ο βυθός μου
εκατοντάδες φοβισμένα μικρά βόλια
που τρεχαν να κρυφτούν
από το κοίταγμα μου
μακριά απ το μεγάλο μου δρόμο
τα βλέφαρα αρνήθηκαν
να χαμηλώσουν
έτσι ακίνητα κράτησαν τον τρόμο
ανάμεσα στις γρίλιες τους
κι ύστερα απότομα
έπεσαν καταγής
απ το φόρτο που χαν στην ράχη τους
το βάρος από ένα δάκρυ
έπεφτε στη ψυχή
γ…. ω τον κόσμο μας !
πάνω που πήγα να γράψω
ένα χαμόγελο
σαν σπόγγος το γκρίζο
……με έσβησε!
Τετάρτη 30 Μαΐου 2018
Εξομολόγηση
Βαρέθηκα
τις άδειες τρύπες
δίχως μάτια
τα στέκια
με σπασμένους καθρέφτες
τις γρίλιες
των χαμένων ονείρων
τα κούφια χρώματα
τις τάχα αγαπησιάρικες
και συμπονετικές ματιές
που κρεμούν καρφιά
Πρόκες θανάτου ,
σβούρες απομόνωσης
γαμψές αγκαλιές
σκορπώ στον άνεμο
το χτένι του στα μαλλιά μου
δεν θέλω
το πιόμα της πίκρας σας
μεθώ στο κόκκινο κρασί
τον άνθρωπο
τρέφω στο στόμα
να γεννηθεί λέξη από δυόσμο
τον ήλιο αγαπώ
δεν ντύνομαι σκιά
στα στήθη μου
βυζαίνουν τριανταφυλλιές
γλυκές σιωπές της τρυφεράδας
ψίθυροι του αργαλειού στο χάδι
λάτρεψα τα μάτια της χαραυγής
στην κούνια της κορδέλας της κλαρί
δεν ταιριάζω της συνήθειας
το πέλμα μου φωτιά και βροχή
να αγαπάω έμαθα
κι έσβησα κάθε ξέμπαρκο σ αγαπώ
οι χούφτες μου λιθόστρωτες αυλές
να γεννιούνται όνειρα
από φασκιάς να γράφουν μουσικές
το φιλί ρουφά ουρανό
κι αστράφτει λίμνη από καθαρό νερό
λύστε τα ζωνάρια να φανούν οι ουλές
ειναι άγιο πότισμα του δρόμου οι μαχαιριές
στάζουν δροσοσταλίδες κρυστάλλινες πνοές
δε χωρώ στο παντού πετώ στο πουθενά
φτερά μου δίνει ο μπάτης κι ανάπλι ένα γιασεμί
βαρέθηκα
να είμαι ένα σ οχλου βουητό
θέλω να μαι ο σπόρος
σ αγέννητο βυθό
κι ας είμαι ο κανένας
με επώνυμο κενό
σώμα από ένα αδράχτι
σε ένα παιδί ορφανό
που θέλησε να κοιμηθεί
σε χώμα άσπαρτο ζεστό
τον άνθρωπο να αγκαλιάζει
με νοτισμένο δέρμα
κι ας είμαι ένα κέρμα
που εχει για επιγραφή νόημα αληθινό !
τις άδειες τρύπες
δίχως μάτια
τα στέκια
με σπασμένους καθρέφτες
τις γρίλιες
των χαμένων ονείρων
τα κούφια χρώματα
τις τάχα αγαπησιάρικες
και συμπονετικές ματιές
που κρεμούν καρφιά
Πρόκες θανάτου ,
σβούρες απομόνωσης
γαμψές αγκαλιές
σκορπώ στον άνεμο
το χτένι του στα μαλλιά μου
δεν θέλω
το πιόμα της πίκρας σας
μεθώ στο κόκκινο κρασί
τον άνθρωπο
τρέφω στο στόμα
να γεννηθεί λέξη από δυόσμο
τον ήλιο αγαπώ
δεν ντύνομαι σκιά
στα στήθη μου
βυζαίνουν τριανταφυλλιές
γλυκές σιωπές της τρυφεράδας
ψίθυροι του αργαλειού στο χάδι
λάτρεψα τα μάτια της χαραυγής
στην κούνια της κορδέλας της κλαρί
δεν ταιριάζω της συνήθειας
το πέλμα μου φωτιά και βροχή
να αγαπάω έμαθα
κι έσβησα κάθε ξέμπαρκο σ αγαπώ
οι χούφτες μου λιθόστρωτες αυλές
να γεννιούνται όνειρα
από φασκιάς να γράφουν μουσικές
το φιλί ρουφά ουρανό
κι αστράφτει λίμνη από καθαρό νερό
λύστε τα ζωνάρια να φανούν οι ουλές
ειναι άγιο πότισμα του δρόμου οι μαχαιριές
στάζουν δροσοσταλίδες κρυστάλλινες πνοές
δε χωρώ στο παντού πετώ στο πουθενά
φτερά μου δίνει ο μπάτης κι ανάπλι ένα γιασεμί
βαρέθηκα
να είμαι ένα σ οχλου βουητό
θέλω να μαι ο σπόρος
σ αγέννητο βυθό
κι ας είμαι ο κανένας
με επώνυμο κενό
σώμα από ένα αδράχτι
σε ένα παιδί ορφανό
που θέλησε να κοιμηθεί
σε χώμα άσπαρτο ζεστό
τον άνθρωπο να αγκαλιάζει
με νοτισμένο δέρμα
κι ας είμαι ένα κέρμα
που εχει για επιγραφή νόημα αληθινό !
Δευτέρα 28 Μαΐου 2018
Παρασκευή 25 Μαΐου 2018
Τετάρτη 23 Μαΐου 2018
Τρίτη 22 Μαΐου 2018
Κυριακή 20 Μαΐου 2018
Αδούλωτοι χοροί
Τρεχάτε χωριανοί
τα κροκοδείλια δάκρυα
ρίχνουν αφεντικοί
Η ειρωνεία χώρισε
για ένα παρτέρι δρόμο
κι έγινε αγαπητικιά
που ξεχωρίζει τα σφαχτά
με του Ηρώδη τα φασκιά
Ποιος φόνος να χει χωρατό
καρτέρι ο πόνος να του στήσει
να βρει παγίδα η καπνιά
Γυρεύουν μάνες ορφανά
να θρέψουν το βυζί τους
μικρά αγγελούδια του χιονιά
με μάτια φόβου ανοιχτά
κλαίνε την άνοιξη τους
περνούν και έρχονται καιροί
σκίστε κιτάπια απο ντροπή
σαθρό είν' το καράβι κι η σημαία ακριβή
Έβγα μπροστάρη αγέννητε
και δείξε του τον Πόντο
νερά μιλήστε να φανούν
οι ουλές από τον βαρύ σας ώμο
κότσαρι χόρεψαν στρατιές
ζωνάρι βρήκε η φωτιά,τ αθάνατο η πατρίδα
κι ενός παιδιού το δόρυ φυλάει την ηλιαχτίδα
Παρασκευή 18 Μαΐου 2018
Ανισόπεδες διαβάσεις
Είναι κι εκείνοι οι άνθρωποι
που δεν ντρέπονται να δείξουν τα χέρια τους
ρίζες , ρυτίδες , ουλές , στίγματα δρόμων
με ψηλά το κεφάλι .
Οι τολμηροί που δεν περνούν από καθρέφτη
να ανοίξουν την πόρτα τους
Ξυπνούν με ένα γέλιο στα μάτια κι αλλάζει
ο ουρανός μορφή .
Κείνοι που αγάπησαν τ άπιαστο και σώπασαν
Ρίσκαραν την απόρριψη και φώναξαν το εδώ
Δίχως μεζούρες αποστάσεων
και δεύτερης σκέψης
Κείνοι που δεν λογάριασαν πολύχρωμες τελείες
για να κρατήσουν ένα ζεστό κάστανο
Τολμώ θα πει βαραίνω το σώμα να αλαφρύνει η ψυχή
Σταράτοι , ντόμπροι κι ατόφιοι άνθρωποι
Δεν έπνιξαν το δάκρυ σε ένα φτιαχτό χαμόγελο
με κέρδος την πλαστή ταυτότητα του καιρού
Άσπροι, κίτρινοι , λευκοί, πορφυροί
που κλότσησαν τα θέλω τους κι όταν τα βρήκαν να μιλούν
άρπαξαν τη συγνώμη και με τα μάτια ανοιχτά γνώρισαν την χαρά
Υπομονή έχουν σταυρό στο όνομα την προσευχή
χίλιες φορές σπάζουν το τέλος και χτίζουν την αρχή
σαν να ναι απάτητο σκαλί κυκλάμινο κι Ανατολή.
Τούτους μην ψάχνεις να τους βρεις άμα τους χάσεις
στρώνουν την ευκαιρία ανοίγοντας λευκές σελίδες να γραφτείς
μα αν το μελάνι σου δεν νοιώθει δεν από τα σπάργανα μιλά
κωφεύουν στο άδειο σώμα κι ότι κρατούν στο στόμα
ένα τριαντάφυλλο που όπου κι αν σε συναντά
με ένα χαμόγελο να αφήνει ένα γεια .
Αν τύχη και τους δεις γυμνές σταγόνες της σιωπής
που χουν στο κούτελο καρδιάς τα μάτια της ψυχής
Πες τους μονάχα γεια χαρά κι άστους να φύγουν μακριά
ή δώσε τους μια αγκαλιά να σου χαρίσουν τη ζωή
σαν να ναι πρώτο τους φιλί .
Και μην ξεχνάς ετούτοι είδαν ότι τους έδειξες εσύ
το μέτριο ή το πολύ το λίγο τ αδειανό κουτί
Πέμπτη 17 Μαΐου 2018
Γκρίζο φτερό
Ξέφυγα
ξέφυγα πια απ το σκοτάδι σου
Γεμίζω χαμόγελα στις τσέπες
κόντρα στ αμίλητο
Οι μόνες λευκές σκιές
τα φτερά μου
Όχι πια
δε θα σ αφήσω
να μπεις στα στήθια μου
Ζεστός ο καιρός
κι οι παπαρούνες
ανθίζουν
Οι συμπληγάδες κοιμήθηκαν
κι απόμεινε στο χώμα τους
ένα Ρόδο να σε θυμίζει
Έσβησε η συνήθεια
της πληγής
Με νόμιζες όνειρο
μα εγώ είμαι καρδιά
Πορεύομαι στα κίτρινα στάχυα
βυζαίνοντας
κάθε στιγμή κάθε ώρα
τη ρόγα της αγάπης
Παιδί που τρέχει
στην χούφτα του ουρανού
ξορκίζοντας γκρίζα σκιά
Ερωτευμένη με το δαδί του ήλιου
πορφύρα που γεννήθηκε
πίνοντας μέλι και δροσιά
Καλό ταξίδι
αγριοπερίστερο
Ανάσες με δόσεις
Μοίραζες στις πλατείες φέιγβολάν με εκπτώσεις
πουλούσες σε παστίλιες αναπνοές με δόσεις
σου ταξανε για αμοιβή νόθες χαρές στυφές γιορτές
φέτα από ζύμη με πληγή μια κούπα από αργό θάνατο
κι ένα φιλί αράχνης στους τοίχους έβαφε ‘’ζωές ‘’
στα βλέφαρα οι χρόνοι σου μικροί
τραμπάλιζαν στα μάτια σου
φόβοι που γίνονταν θεοί
προδίδονταν τα αμούστακα γινάτια σου
κανείς τους δεν το πρόσεξε στιγμή
δυο πόδια που έτρεχαν γοργά
χώραγαν σαν σκιά μες τη ρωγμή
ήταν η σιγουριά οι νόμοι κι αν τα βρουν
παιδί .. είναι θα πουν
μα εσύ μεγάλωσες πριν από κείνους
έπλεξες μες τα χέρια σου τάγματα αντοχής
φόρεσες μες το πείσμα σου χιλιάδες αρλεκίνους
φύτεψες στα δυο βόλια σου αχτίδες της υπομονής
βύθιζες χάρτινα καράβια μια μέρα το βυθό να δεις
τρύπιο το νόμισμα της ψευτιάς άδειο σακί της ερημιάς
θα μεγαλώσω … φώναζες ψιθυριστά
φουρτούνιαζε η θάλασσα που καιγε μέσα σου βαθιά
κι έψαχνε τ ‘ άγριο κύμα να βρει ένα απάνεμο νησί
γυρνούσες το απόβραδο σε κάποιο ερημόσπιτο
που σφάλιζε μια αγκαλιά κρατώντας την ψίχα της αλήθειας
έκλεινες τα όνειρα σε ένα παλιό σπιρτόκουτο
άπλωνες το βλέμμα σου ψηλά κι αντάμωνες τα αστέρια
τα χείλη σου τα άδολα ψέλλιζαν σαν προσευχή δειλά
''σαν μεγαλώσω κράτα με μακριά απ τις συνήθειες
κι άσε μες την ψυχή μου ένα παιδί να βλέπει τις αλήθειες''
πουλούσες σε παστίλιες αναπνοές με δόσεις
σου ταξανε για αμοιβή νόθες χαρές στυφές γιορτές
φέτα από ζύμη με πληγή μια κούπα από αργό θάνατο
κι ένα φιλί αράχνης στους τοίχους έβαφε ‘’ζωές ‘’
στα βλέφαρα οι χρόνοι σου μικροί
τραμπάλιζαν στα μάτια σου
φόβοι που γίνονταν θεοί
προδίδονταν τα αμούστακα γινάτια σου
κανείς τους δεν το πρόσεξε στιγμή
δυο πόδια που έτρεχαν γοργά
χώραγαν σαν σκιά μες τη ρωγμή
ήταν η σιγουριά οι νόμοι κι αν τα βρουν
παιδί .. είναι θα πουν
μα εσύ μεγάλωσες πριν από κείνους
έπλεξες μες τα χέρια σου τάγματα αντοχής
φόρεσες μες το πείσμα σου χιλιάδες αρλεκίνους
φύτεψες στα δυο βόλια σου αχτίδες της υπομονής
βύθιζες χάρτινα καράβια μια μέρα το βυθό να δεις
τρύπιο το νόμισμα της ψευτιάς άδειο σακί της ερημιάς
θα μεγαλώσω … φώναζες ψιθυριστά
φουρτούνιαζε η θάλασσα που καιγε μέσα σου βαθιά
κι έψαχνε τ ‘ άγριο κύμα να βρει ένα απάνεμο νησί
γυρνούσες το απόβραδο σε κάποιο ερημόσπιτο
που σφάλιζε μια αγκαλιά κρατώντας την ψίχα της αλήθειας
έκλεινες τα όνειρα σε ένα παλιό σπιρτόκουτο
άπλωνες το βλέμμα σου ψηλά κι αντάμωνες τα αστέρια
τα χείλη σου τα άδολα ψέλλιζαν σαν προσευχή δειλά
''σαν μεγαλώσω κράτα με μακριά απ τις συνήθειες
κι άσε μες την ψυχή μου ένα παιδί να βλέπει τις αλήθειες''
Πόσοι τάχα νομίζαν
Σε μια άνοιξη νόθα ψάχνεις στάχυα αυγής
γεννημένη στ αμπάρι περασμένου καιρού
στο μετά σου κουβαλάς δυο σπόρους ζωής
να φυτέψεις τον ήλιο χρυσαφένιου βολβού
πόσοι τάχα νομίζαν πως σε ειχανε μάθει
χαραγμένοι οι δρόμοι στο βυθό των ματιών
μα η άμυνα σου των χρωμάτων τα πάθη
κι ένα γέλιο να σώνει τις πηγές των ευχών
στο σταθμό σου βαδίσαν τρίαινες μιας ουλής
σεργιανίσαν ανταύγειες μολυβένιας στιγμης
τραγουδούσες στ αγέρι μιας μικρής αμυχής
οδηγούσες τις νότες σε καρνάγιο ψυχής
πόσοι τάχα πως σε είδαν νομίζαν
κρεμασμένη μαρκίζα στο δικό τους νυχτέρι
να κρατάς ότι εκείνοι χρόνια γκρεμίζαν
να φορτώνεις το κρίμα στο δικό τους μαχαίρι
μια ειρωνεία μονάχα σε κοιτάει βαθιά
κι είναι εκείνη που πάντα σε κρατά σταθερά
το βιός σου όλο αγάπη πουχει νοιώσει η καρδιά
κι απλόχερα αφήνει να γλιστρά στα νερά
κι εσύ που νομίζεις πως σε εμένα εσένα κοιτάς
στα δικά μου αγγεία χτυπάς μα εσύ πολεμάς
κι αν εμένα νε χάσω μην τρομάξεις φτάνει μόνο να δεις
το δικό σου τ αχνάρι για να ρθεις να με βρεις!
γεννημένη στ αμπάρι περασμένου καιρού
στο μετά σου κουβαλάς δυο σπόρους ζωής
να φυτέψεις τον ήλιο χρυσαφένιου βολβού
πόσοι τάχα νομίζαν πως σε ειχανε μάθει
χαραγμένοι οι δρόμοι στο βυθό των ματιών
μα η άμυνα σου των χρωμάτων τα πάθη
κι ένα γέλιο να σώνει τις πηγές των ευχών
στο σταθμό σου βαδίσαν τρίαινες μιας ουλής
σεργιανίσαν ανταύγειες μολυβένιας στιγμης
τραγουδούσες στ αγέρι μιας μικρής αμυχής
οδηγούσες τις νότες σε καρνάγιο ψυχής
πόσοι τάχα πως σε είδαν νομίζαν
κρεμασμένη μαρκίζα στο δικό τους νυχτέρι
να κρατάς ότι εκείνοι χρόνια γκρεμίζαν
να φορτώνεις το κρίμα στο δικό τους μαχαίρι
μια ειρωνεία μονάχα σε κοιτάει βαθιά
κι είναι εκείνη που πάντα σε κρατά σταθερά
το βιός σου όλο αγάπη πουχει νοιώσει η καρδιά
κι απλόχερα αφήνει να γλιστρά στα νερά
κι εσύ που νομίζεις πως σε εμένα εσένα κοιτάς
στα δικά μου αγγεία χτυπάς μα εσύ πολεμάς
κι αν εμένα νε χάσω μην τρομάξεις φτάνει μόνο να δεις
το δικό σου τ αχνάρι για να ρθεις να με βρεις!
Τετάρτη 16 Μαΐου 2018
Τρίτη 15 Μαΐου 2018
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
























