Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019
Κυριακή 16 Ιουνίου 2019
Σάββατο 15 Ιουνίου 2019
Τα μάτια σου
Όμορφα που είναι
να με κοιτάς
Εκεί μέσα στη σιωπή σου
σιγεί η άνοιξη
κι ανθίζουν οι νότες
των ρόδων
Ακούω τον ήχο
της ανάσας σου
να τραγουδά
την μελωδία της αγάπης
Στερεύει το ηλιοβασίλεμα
στα μάτια σου
κι αρχίζουν τα καράβια μου
να ταξιδεύουν
στο φέγγος του ονείρου
Στενεύει η θάλασσα
κι εγώ στροβιλίζομαι
στο κύμα του βυθού σου
Σαν με κοιτάς
πόσο μικραίνει ο κόσμος
και γίνεται …΄΄ δυο μάτια ΄΄
να με κοιτάς
Εκεί μέσα στη σιωπή σου
σιγεί η άνοιξη
κι ανθίζουν οι νότες
των ρόδων
Ακούω τον ήχο
της ανάσας σου
να τραγουδά
την μελωδία της αγάπης
Στερεύει το ηλιοβασίλεμα
στα μάτια σου
κι αρχίζουν τα καράβια μου
να ταξιδεύουν
στο φέγγος του ονείρου
Στενεύει η θάλασσα
κι εγώ στροβιλίζομαι
στο κύμα του βυθού σου
Σαν με κοιτάς
πόσο μικραίνει ο κόσμος
και γίνεται …΄΄ δυο μάτια ΄΄
Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019
Ολόλευκα
Οι αποσκευές μας
μικρά πολύχρωμα βότσαλα
που ανταμώνουν
στις πατούσες της θάλασσας
θεριεύουν στο πιόμα
του ουρανού
ζυγώνουν τον ήλιο
με μάτια από φως
θωπεύουν το φέγγος
της χαραυγής
στη σταλιά του χρόνου
στο δρόμο του γέλιου
μικρά πολύχρωμα βότσαλα
που ανταμώνουν
στις πατούσες της θάλασσας
θεριεύουν στο πιόμα
του ουρανού
ζυγώνουν τον ήλιο
με μάτια από φως
θωπεύουν το φέγγος
της χαραυγής
στη σταλιά του χρόνου
στο δρόμο του γέλιου
Ξύπνα
με ένα ξάστερο φιλί
να βρει ο ισκιος αγκαλιά
σταυρώνει η ομίχλη την καρδιά
Ξύπνα
να χρωματίσουμε
τον κόσμο
σταυρώνει η ομίχλη την καρδιά
Ξύπνα
να χρωματίσουμε
τον κόσμο
στον πίνακα της μέρας
φυλούν με λόγια απλά
αυτα που ζουν αληθινά !
Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019
Μπορώ
Κι ενώ τόσα διάβαζα
στην άμμο
στα δάχτυλα
στο φως
στους κήπους
στα μικρά ρυάκια
στους άφιλτρους καπνούς
στα μίζερα σοκάκια
στις χορταριές
που τρίφυλλα ανθίζαν
πάντα σε κείνες
τις δυό λέξεις απαντούσα
'' είμαι εδώ ''
εκεί στα φύλλα
της τελείας
έστηνα τα σημάδια
με ένα '' κι εγω ''
κι έφτανε να χτιστεί
ένα διπλό '' μπορώ''
στην άμμο
στα δάχτυλα
στο φως
στους κήπους
στα μικρά ρυάκια
στους άφιλτρους καπνούς
στα μίζερα σοκάκια
στις χορταριές
που τρίφυλλα ανθίζαν
πάντα σε κείνες
τις δυό λέξεις απαντούσα
'' είμαι εδώ ''
εκεί στα φύλλα
της τελείας
έστηνα τα σημάδια
με ένα '' κι εγω ''
κι έφτανε να χτιστεί
ένα διπλό '' μπορώ''
Τρίτη 11 Ιουνίου 2019
Δίστομο
Στα ανθισμένα χώματα
εκεί που ακόμη
στράφτουν οι φωνές
κι αντιλαλούν
γέλια μαυροντυμένων
Γυναίκα εσύ
θα εγκυμονείς
τη φορεσιά της λευτεριάς
Παιδί εσύ αγέννητο
θα τραγουδάς
το πόνημα του ήλιου
Άντρας εσύ θα πολεμάς
του άγριου καιρού
στυφό μελτέμι να περάσεις
με τα άρμπουρα του λυτρωμού
το άχρονο νερό να πιεις
ειρήνη να κεράσεις
Τούτη η γη σου πως μιλά
μ αντρειοσύνη στα πουλιά
κι αφήνει για προικιό
βήμα μικρό να ανοίξουνε οι δρόμοι
μύριες πνοές να σβήσουν το θεριό
Εσύ ψυχή που γέννησες
ξάστερο φως του ουρανού
με το γυμνό δοξάρι
Κέντησες άσπρα νυφικά
στης παραμάνας το σχολειό
κι έσπειρες με σαϊτιά καρδιά
που να χει αετού φτερά
για δες τι γράφουν τα βουνά
πέτρα την πέτρα περνά η ιδέα
που κουβαλά ιδανικά
να στήσει λάβαρο θυμάρι να μυρίζει
κι απ το κουκούτσι μιας ελιάς
να φυτευτεί κόκκινο δέντρο ανθρωπιάς!
στράφτουν οι φωνές
κι αντιλαλούν
γέλια μαυροντυμένων
Γυναίκα εσύ
θα εγκυμονείς
τη φορεσιά της λευτεριάς
Παιδί εσύ αγέννητο
θα τραγουδάς
το πόνημα του ήλιου
Άντρας εσύ θα πολεμάς
του άγριου καιρού
στυφό μελτέμι να περάσεις
με τα άρμπουρα του λυτρωμού
το άχρονο νερό να πιεις
ειρήνη να κεράσεις
Τούτη η γη σου πως μιλά
μ αντρειοσύνη στα πουλιά
κι αφήνει για προικιό
βήμα μικρό να ανοίξουνε οι δρόμοι
μύριες πνοές να σβήσουν το θεριό
Εσύ ψυχή που γέννησες
ξάστερο φως του ουρανού
με το γυμνό δοξάρι
Κέντησες άσπρα νυφικά
στης παραμάνας το σχολειό
κι έσπειρες με σαϊτιά καρδιά
που να χει αετού φτερά
για δες τι γράφουν τα βουνά
πέτρα την πέτρα περνά η ιδέα
που κουβαλά ιδανικά
να στήσει λάβαρο θυμάρι να μυρίζει
κι απ το κουκούτσι μιας ελιάς
να φυτευτεί κόκκινο δέντρο ανθρωπιάς!
Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019
Νύχτα
Είναι η ώρα που φορά
το μαύρο δαντελένιο της νυφικό
Ο ουρανός την καλεί
προσφέροντας τη βέρα της γαλήνης
Γλυκιά σαν νεράιδα
χτένισε τα μαλλιά της
με πολύχρωμες κορδέλες στιγμών
φυσαλίδες φιλιών ζέσταιναν τα χείλη της
Ανάγλυφα στο κορμί της
φάνταζαν τα κόκκινα χαμόγελα
που αποζητούν την αγκαλιά της
Τα ανεμοσάνδαλα δένουν
τα κορδόνια της μουσικής
κι εκείνη με ψίθυρους
καλεί τις ψυχές
στο χορό των ονείρων
..ακούς;
Ο ουρανός την καλεί
προσφέροντας τη βέρα της γαλήνης
Γλυκιά σαν νεράιδα
χτένισε τα μαλλιά της
με πολύχρωμες κορδέλες στιγμών
φυσαλίδες φιλιών ζέσταιναν τα χείλη της
Ανάγλυφα στο κορμί της
φάνταζαν τα κόκκινα χαμόγελα
που αποζητούν την αγκαλιά της
Τα ανεμοσάνδαλα δένουν
τα κορδόνια της μουσικής
κι εκείνη με ψίθυρους
καλεί τις ψυχές
στο χορό των ονείρων
..ακούς;
Χωρίς ήχο
Κι έμεινα να σε κοιτώ
έτσι άηχος καθώς ήσουν
οι νότες σου
μπλεγμένες στα δάχτυλα
της βροχής μοιάζαν
Να μύριζαν άραγε
τα χρώματα
του ουράνιου τόξου
ή απλά έσκιαζαν
κείνες οι μικρές πεταλούδες
που στα πλήκτρα
ακούμπαγαν τα φτερά τους
α!!! μάτια μου
τεντώνουν τα κορμιά
οι ψίθυροι
σαν θέλουν να τραγουδήσουν
στην μελωδία της καρδιάς!
έτσι άηχος καθώς ήσουν
οι νότες σου
μπλεγμένες στα δάχτυλα
της βροχής μοιάζαν
Να μύριζαν άραγε
τα χρώματα
του ουράνιου τόξου
ή απλά έσκιαζαν
κείνες οι μικρές πεταλούδες
που στα πλήκτρα
ακούμπαγαν τα φτερά τους
α!!! μάτια μου
τεντώνουν τα κορμιά
οι ψίθυροι
σαν θέλουν να τραγουδήσουν
στην μελωδία της καρδιάς!
Στα βήματα της Πανσέληνου
Οι μουσικές φόρεσαν τα ακριβά τους ρούχα
στολισμένες γιρλάντες στις νότες με χρώματα
προκαλούσαν την κλεφτή της ματιά
να κολλήσει στα σκαλιά του πιάνου.
Σιγά σιγά η μέρα χαμήλωνε τα φώτα της
στήνοντας την αυλαία της αναμονής
όπου φωτίζει το βλέμμα και τραγουδά
η γύρη των λουλουδιών .
Η σκέψη στριφογύριζε στο πέρασμα της
σαν αναδυόμενη ονειροπαγίδα
που γεννιέται στα σπάργανα της φωτιάς
να λιώσει τις παγωμένες πατούσες της γης .
Φέτα ..φέτα συμπληρώνει
το γυμνό ανάγλυφο κορμί της.
Το ασημί σατέν σκεπάζει τους ώμους
κεντώντας το επιβλητικό φωτοστέφανο
που ξεχνά τα πόδια ., σκουντά τη μιλιά
σβήνει τα μουρμουρητά του νου ,
αφήνεται στο άκουσμα του παφλασμού της ψυχής
Τα λόγια σιωπούν , τα δάχτυλα απλώνουν τις φτερούγες τους
ενώνονται οι χτύποι στην ανεμόσκαλα του ουρανού .
Στην αίγλη της φιλούν τα αστέρια το βέλος του έρωτα
δένουν τους κρίκους στο μενταγιόν της πεθυμιάς
Μια πινελιά που ζωγραφίζει το κάδρο της Πανσέληνου.
α!! αγάπη .. τι όμορφα πετάς στο βλέμμα
και πως βουτώντας στην κόκκινη μελάνη
.. διαβάζει ο ουρανός!
στολισμένες γιρλάντες στις νότες με χρώματα
προκαλούσαν την κλεφτή της ματιά
να κολλήσει στα σκαλιά του πιάνου.
Σιγά σιγά η μέρα χαμήλωνε τα φώτα της
στήνοντας την αυλαία της αναμονής
όπου φωτίζει το βλέμμα και τραγουδά
η γύρη των λουλουδιών .
Η σκέψη στριφογύριζε στο πέρασμα της
σαν αναδυόμενη ονειροπαγίδα
που γεννιέται στα σπάργανα της φωτιάς
να λιώσει τις παγωμένες πατούσες της γης .
Φέτα ..φέτα συμπληρώνει
το γυμνό ανάγλυφο κορμί της.
Το ασημί σατέν σκεπάζει τους ώμους
κεντώντας το επιβλητικό φωτοστέφανο
που ξεχνά τα πόδια ., σκουντά τη μιλιά
σβήνει τα μουρμουρητά του νου ,
αφήνεται στο άκουσμα του παφλασμού της ψυχής
Τα λόγια σιωπούν , τα δάχτυλα απλώνουν τις φτερούγες τους
ενώνονται οι χτύποι στην ανεμόσκαλα του ουρανού .
Στην αίγλη της φιλούν τα αστέρια το βέλος του έρωτα
δένουν τους κρίκους στο μενταγιόν της πεθυμιάς
Μια πινελιά που ζωγραφίζει το κάδρο της Πανσέληνου.
α!! αγάπη .. τι όμορφα πετάς στο βλέμμα
και πως βουτώντας στην κόκκινη μελάνη
.. διαβάζει ο ουρανός!
Κυριακή 9 Ιουνίου 2019
Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019
Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019
Δροσοσταλίδες
Όλα τα γνώρισα που έμεινα
στο άγνωστο δεν ξέρω
τα βύζαξα στις αρμαθιές της οξείας
Το πάντα της γραμματικής είδα
τυφλή στο κενό και τίποτε στο είμαι

στο άγνωστο δεν ξέρω
τα βύζαξα στις αρμαθιές της οξείας
Το πάντα της γραμματικής είδα
τυφλή στο κενό και τίποτε στο είμαι
Από ένα σύμφωνο
που μίλαγε σε φωνήεν γεννήθηκα
Έτσι έμαθα να μιλώ
με τα λουλούδια
να στρώνω στις πέτρες
του ουρανού να ξαποστάσω
μα δες .. τα λόγια σου αστέρια
κουβαλώ στις ράχες
στο χώμα μου μετρώ το βήμα σου
λίγο από σένα λίγο από μένα
έτσι που σαν με φοράς
να μυρίζεις το ειναι μου
έτσι που σαν σε κοιτώ
να λαφραίνω το βλέμμα σου
Έτσι γεννιούνται οι άνθρωποι
σταυρώνοντας τα χέρια
λύνουν τον κόμπο
ακροβατώντας ζυγίζουν το φως
έτσι απλά σαν κάποτε
να ήταν μαζί
σαν τώρα να φτερουγίζουν
στον ίδιο ουρανό
σαν αύριο να αποζητούν
τη βάρκα στο άγνωστο που κοιτούν
Έτσι σαν μικρές δροσοσταλίδες
που γέννησαν προτού
ακόμη γεννηθούν!
που μίλαγε σε φωνήεν γεννήθηκα
Έτσι έμαθα να μιλώ
με τα λουλούδια
να στρώνω στις πέτρες
του ουρανού να ξαποστάσω
μα δες .. τα λόγια σου αστέρια
κουβαλώ στις ράχες
στο χώμα μου μετρώ το βήμα σου
λίγο από σένα λίγο από μένα
έτσι που σαν με φοράς
να μυρίζεις το ειναι μου
έτσι που σαν σε κοιτώ
να λαφραίνω το βλέμμα σου
Έτσι γεννιούνται οι άνθρωποι
σταυρώνοντας τα χέρια
λύνουν τον κόμπο
ακροβατώντας ζυγίζουν το φως
έτσι απλά σαν κάποτε
να ήταν μαζί
σαν τώρα να φτερουγίζουν
στον ίδιο ουρανό
σαν αύριο να αποζητούν
τη βάρκα στο άγνωστο που κοιτούν
Έτσι σαν μικρές δροσοσταλίδες
που γέννησαν προτού
ακόμη γεννηθούν!

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019
Θα ρθει μια μέρα
Θα ρθει μια μέρα
ο κόσμος θα ναι όμορφος
θα ξυπνά στο φιλί τη χαραυγής
δίχως φόβο
Δεν θα τρομάζουν τα πουλιά
η αγρύπνια των δράκων
Θα ξεστομίσει η λαχτάρα τα λόγια της
κι αυτά σπαθιά θα κόβουν
τα πυρωμένα αγκάθια
που φύτρωσαν σε στεγνή γενιά
θα ρθει μια μέρα που ο ουρανός
θα λάμπει φωτεινός
δε θα λυγίζει στις κραυγές
Θα ακούει ψίθυρους
από μικρές γωνιές
θα ρθει μια μέρα θα το δεις
καρπούς να δώσει το κερί
φτάνει να το πιστέψεις
να το φοράς , να το μιλάς
να μην τα παρατάς .
Κι αν ειναι ο δρόμος σου βουνό
να ξεδιψάς στην άκρη της βουνοπλαγιάς
Κι αν έρθουν λίθινοι καιροί
στερνό τους φράγμα
της λευτεριάς το φλάμπουρο
πηγή κι ανθρώπου θάμα
θα ρθει μια μέρα θα το δεις
που όλοι θα γίνουμε ..εμείς !
θα ξυπνά στο φιλί τη χαραυγής
δίχως φόβο
Δεν θα τρομάζουν τα πουλιά
η αγρύπνια των δράκων
Θα ξεστομίσει η λαχτάρα τα λόγια της
κι αυτά σπαθιά θα κόβουν
τα πυρωμένα αγκάθια
που φύτρωσαν σε στεγνή γενιά
θα ρθει μια μέρα που ο ουρανός
θα λάμπει φωτεινός
δε θα λυγίζει στις κραυγές
Θα ακούει ψίθυρους
από μικρές γωνιές
θα ρθει μια μέρα θα το δεις
καρπούς να δώσει το κερί
φτάνει να το πιστέψεις
να το φοράς , να το μιλάς
να μην τα παρατάς .
Κι αν ειναι ο δρόμος σου βουνό
να ξεδιψάς στην άκρη της βουνοπλαγιάς
Κι αν έρθουν λίθινοι καιροί
στερνό τους φράγμα
της λευτεριάς το φλάμπουρο
πηγή κι ανθρώπου θάμα
θα ρθει μια μέρα θα το δεις
που όλοι θα γίνουμε ..εμείς !
Φτάνει να είσαι εσύ
-Ποια μέρα να φορέσω; ρώτησε
-Αυτή που θα χει τα χρώματα
-Αυτή που θα χει τα χρώματα
απ το βλέμμα σου
και θα χωρά τόσους ουρανούς
και θα χωρά τόσους ουρανούς
να ταξιδέψω
- κι αν έχει σύννεφα;
θα ζωγραφίσω τον ήλιο
- κι αν έχει σύννεφα;
θα ζωγραφίσω τον ήλιο
στα δάχτυλα
- κι αν πέσει βροχή
θα λούσω την ψυχή
- κι αν πέσει βροχή
θα λούσω την ψυχή
στα ξυπόλητα βράχια της
- κι αν τραγουδήσει φάλτσα;
θα ακούσω την άρπα των ματιών
κι αν ... αν
Δεν έχει άλλα αν
φτάνει να είσαι εσύ
- κι αν τραγουδήσει φάλτσα;
θα ακούσω την άρπα των ματιών
κι αν ... αν
Δεν έχει άλλα αν
φτάνει να είσαι εσύ
αυτό ..
που ένιωσα εμένα
να τραγουδώ
στο δρόμο της σιωπής
δίχως να αναρωτιέμαι
αν ..άκουγε ..κανείς !
που ένιωσα εμένα
να τραγουδώ
στο δρόμο της σιωπής
δίχως να αναρωτιέμαι
αν ..άκουγε ..κανείς !
Φαμίλια ουρανού και γης
Τούτος ο τόπος γεμάτος κοχύλια
περαστικά χελιδόνια πότισε
θαρρείς και στις πλάτες
φαγούριζε μονάχη η ορφάνια
Τούτη η υγρή άμμο
γιοματάρια τσαμπιών μεγάλωσε
κι αρμένισαν στυφά κρασιά
ξύσιμο σμύρνας η ελπίδα
Τούτη η φαμίλια ουρανού και γης
γέννησε φλάμπουρα του ήλιου
κι αστέρωσε φωτιάς παιδιά
σπορά Αχέροντα και άδετη θηλιά
Τούτη η άρπα αγρύπνια εχει για χορδή
ροδίζει ο άνεμος και στα πουλιά μιλά
στεφάνι στην κορφή φορά
κι έμαθε να γελά στ αδράχτι και στην ερημιά
Τούτο το χώμα ψηλά το χτίσανε γερανοί
κι έγινε ο χρόνος τους φωλιά
αέναα να αναζητά διψά , λιοπύρι , πέταγμα
λυμένο ένα τραγούδι που σε χορό ξεσπά
Σπάστε χορτάρια τη σιωπή
τούτη η φωνή δε μένει στη σιγή
ανοίγει πέταλα στα θαλασσί της τα νερά
βρίσκει κοράλλια ανείπωτη ιστορία
γράφει περγαμηνές για νέα μελωδία !
περαστικά χελιδόνια πότισε
θαρρείς και στις πλάτες
φαγούριζε μονάχη η ορφάνια
Τούτη η υγρή άμμο
γιοματάρια τσαμπιών μεγάλωσε
κι αρμένισαν στυφά κρασιά
ξύσιμο σμύρνας η ελπίδα
Τούτη η φαμίλια ουρανού και γης
γέννησε φλάμπουρα του ήλιου
κι αστέρωσε φωτιάς παιδιά
σπορά Αχέροντα και άδετη θηλιά
Τούτη η άρπα αγρύπνια εχει για χορδή
ροδίζει ο άνεμος και στα πουλιά μιλά
στεφάνι στην κορφή φορά
κι έμαθε να γελά στ αδράχτι και στην ερημιά
Τούτο το χώμα ψηλά το χτίσανε γερανοί
κι έγινε ο χρόνος τους φωλιά
αέναα να αναζητά διψά , λιοπύρι , πέταγμα
λυμένο ένα τραγούδι που σε χορό ξεσπά
Σπάστε χορτάρια τη σιωπή
τούτη η φωνή δε μένει στη σιγή
ανοίγει πέταλα στα θαλασσί της τα νερά
βρίσκει κοράλλια ανείπωτη ιστορία
γράφει περγαμηνές για νέα μελωδία !
Τρίτη 4 Ιουνίου 2019
Παράθυρο ψυχής
Ναι ..ναι ακόμη κι όταν βρέχει
είσαι όμορφος .
Περνά ο ουρανός στα μάτια σου
με εκείνο το μισό θάλασσα μισό σύννεφο.
Χορεύουν με τα κοχύλια οι στάλες σου
κι εκεί στην κουπαστή των βλεφάρων σου
γεννιέται μια υγρή σανίδα να ταξιδέψει στο απέραντο
Αλλάζεις χρώματα παίζοντας στο γαλαζοπράσινο
χορτάρι που ξεδιψά στο βλέμμα σου
Περνά ένα αλαφρύ αεράκι κι εσύ κυματίζεις
σαν μια γωνιά ήλιος που μόλις πρωτοξύπνησε
πιάνοντας απ το χέρι φυντάνια ηλιαχτίδες
να αρχίσουν να ντύνονται οι ανεμώνες
και τα κρίνα . Στολίζουν τα κατάρτια σου
τρίγωνες πολύχρωμες σημαιούλες της άνοιξης
κι έτσι ανθίζουν οι κήποι.
Ξέρεις σε βλέπω πάντα απ τ ανοιχτό παράθυρο
της ψυχής μου να περπατάς μέσα μου
ατέλειωτο φιλί . Θα μπορούσα να σου μιλώ
και να σε βαφτίζω απέραντη γη μα πως να ονοματίσεις
το νόημα της ζωής , να φυλλομετρήσεις την μυρουδιά
των χτύπων στο θρόισμα της ρίζας.
Και τούτο το καναρίνι πως τιτιβίζει το γέλιο μου !
είσαι όμορφος .
Περνά ο ουρανός στα μάτια σου
με εκείνο το μισό θάλασσα μισό σύννεφο.
Χορεύουν με τα κοχύλια οι στάλες σου
κι εκεί στην κουπαστή των βλεφάρων σου
γεννιέται μια υγρή σανίδα να ταξιδέψει στο απέραντο
Αλλάζεις χρώματα παίζοντας στο γαλαζοπράσινο
χορτάρι που ξεδιψά στο βλέμμα σου
Περνά ένα αλαφρύ αεράκι κι εσύ κυματίζεις
σαν μια γωνιά ήλιος που μόλις πρωτοξύπνησε
πιάνοντας απ το χέρι φυντάνια ηλιαχτίδες
να αρχίσουν να ντύνονται οι ανεμώνες
και τα κρίνα . Στολίζουν τα κατάρτια σου
τρίγωνες πολύχρωμες σημαιούλες της άνοιξης
κι έτσι ανθίζουν οι κήποι.
Ξέρεις σε βλέπω πάντα απ τ ανοιχτό παράθυρο
της ψυχής μου να περπατάς μέσα μου
ατέλειωτο φιλί . Θα μπορούσα να σου μιλώ
και να σε βαφτίζω απέραντη γη μα πως να ονοματίσεις
το νόημα της ζωής , να φυλλομετρήσεις την μυρουδιά
των χτύπων στο θρόισμα της ρίζας.
Και τούτο το καναρίνι πως τιτιβίζει το γέλιο μου !
Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019
Μυρωδιά φρέσκου αγεριού
Όχι φίλε μου
ο κόσμος μας δεν ειναι
σπαρμένος από ρόδα
μα να .. ειναι που έμαθα
να σπέρνω στα μάτια μου
δυο τρεις φυλλωσιές βασιλικού
ειναι που γέμισες τα στήθια σου
μ αέρα ηλιόσπορου
ειναι που εκείνοι μοίρασαν
αντίδωρα χαμομηλιού
οι άλλοι που ξεχώρισαν
στάχυα στην άκρη του γκρεμού
κι αυτοί που δε λησμόνησαν
τη μυρωδιά του φρέσκου αγεριού
Και στήθηκε μια άνοιξη
στα πέλαγα του νου
κι ωρίμασαν μες τις καρδιές
βατόμουρα κι αγριοκερασιές
να ναι οι μέρες καρπερές
σε μιας αγκαλιάς τ αμπέλι
φάρος σε λαμπερές ακρογιαλιές
Μ αγάπη να ορίζουμε την ούγια του καιρού
λευκοί επαναστάτες του ήλιου του φιλιού !
ο κόσμος μας δεν ειναι
σπαρμένος από ρόδα
μα να .. ειναι που έμαθα
να σπέρνω στα μάτια μου
δυο τρεις φυλλωσιές βασιλικού
ειναι που γέμισες τα στήθια σου
μ αέρα ηλιόσπορου
ειναι που εκείνοι μοίρασαν
αντίδωρα χαμομηλιού
οι άλλοι που ξεχώρισαν
στάχυα στην άκρη του γκρεμού
κι αυτοί που δε λησμόνησαν
τη μυρωδιά του φρέσκου αγεριού
Και στήθηκε μια άνοιξη
στα πέλαγα του νου
κι ωρίμασαν μες τις καρδιές
βατόμουρα κι αγριοκερασιές
να ναι οι μέρες καρπερές
σε μιας αγκαλιάς τ αμπέλι
φάρος σε λαμπερές ακρογιαλιές
Μ αγάπη να ορίζουμε την ούγια του καιρού
λευκοί επαναστάτες του ήλιου του φιλιού !
Ανάγλυφες δαχτυλιές
Και να λοιπόν που ήρθε η ώρα
Αθέατοι δραπέτες δυο δάκρυα που σέρναν
τόσο
βαρύ φορτίο στα μαγουλά της ,που
θαρρείς
αυλακιές θα άνοιγαν να
τρυπήσουν το παλιό σεντούκι
Άνοια
..τούτη η λέξη βελόνιασε όλο το σώμα της .
Μα
η μαμά της αυτό; Εκείνη έσφυζε από ζωή
Φιλούσε νυχτέρια να σκεπάσει το φως με
τα τραγούδια της
Τα
πόδια της μικροί ανεμοστρόβιλοι που έτρεχαν
να προφτάσουν τα πάντα. Κι
εκείνος ο νους σπιρτόζικα
γύριζε κι άναβε το καντήλι του
γέλιου.
Ποιος; άνεμος κλέφτης τα φύσηξε.Κανένας
έγινε .
Όλα ήταν πρωτόγνωρα ακόμα κι εκείνος
ο φόβος στα μάτια της.
Ποιοι
είναι αυτοί τι θα της κάνουν; Φόβος .
Άναψε το φως μην έρθει το σκοτάδι
Ποια
ήταν που πήγαινε πως ήρθε; Κενό παντού κενό
Λίγες
αναλαμπές σαν ξεχασμένες σπίθες κι ύστερα τίποτα
Είχε
πόδια μα ήξερε να περπατήσει ή θα έπεφτε ;
Τρομακτικά
όλα αυτά για τον άνθρωπο
Μα
να που τούτος ο διάολος την είχε βρει
και
δεν άφηνε ούτε μια προσευχή για κείνη .
Η
Μαίρη ζέσταινε στο μπρίκι το γάλα
Η Κυρία Ελπινίκη ούτε που θυμόταν πια
που έπεφτε η κουζίνα κι ας τόσα αποτυπώματα της
μύριζαν στον πάγκο ,στα πιατικά, ακόμα κι εκείνα
Η Κυρία Ελπινίκη ούτε που θυμόταν πια
που έπεφτε η κουζίνα κι ας τόσα αποτυπώματα της
μύριζαν στον πάγκο ,στα πιατικά, ακόμα κι εκείνα
τα πιρούνια τα δάχτυλα της κρατούσαν .
Όλα την περίμεναν κι εκείνη ούτε
το βλέμμα της δεν έστελνε .
Το σούρουπο χώρεσε στο σπίτι σαν ένας όμορφος
επισκέπτης που όσο μεγάλωνε πιότερο ομόρφυνε.
Αγκάλιαζε τη φρουτιέρα κι αυτή θαρρείς
Αγκάλιαζε τη φρουτιέρα κι αυτή θαρρείς
και τον καρτερούσε στα ανάγλυφα της λουλούδια
κι άφηνε να ροδοχρυσίζει πάνω στο γείσο της .
Οι κουρτίνες έτοιμες πια να σκεπάσουν τη θέα της μέρας
και να τυλίξουν μέσα τους το μεγαλείο της ζεστασιάς
και της σιγής . Αυτής της απάνεμης δροσιάς
και της σιγής . Αυτής της απάνεμης δροσιάς
που προσκυνητάρι της είχε το νυχτικό της ψυχής .
Στη Μαίρη είχαν απλώσει τα παρακλάδια της θύμησης
Στη Μαίρη είχαν απλώσει τα παρακλάδια της θύμησης
στολίζοντας τα μαλλιά της μύρια ρόδα .
Κράτησε τη ζεστή κούπα με το βυθισμένο της
κουτάλι που έμοιαζε βάρκα έτοιμη να χτυπήσει
κουτάλι που έμοιαζε βάρκα έτοιμη να χτυπήσει
τα κουπιά της,έσπασε μέσα της δυο παξιμάδια
να ναι χορτάτες οι γουλιές και πλησίασε
το κρεβάτι της κυρίας Ελπινίκης .
Ωραία κοιμωμένη με ανθούς στα μάτια
Ωραία κοιμωμένη με ανθούς στα μάτια
κι ένα χαμόγελο που μόνιμα έμενε εκεί
έχοντας στα φτερά του όλα κεινα τα χαμόγελα
που της χρωστούσαν τα χρόνια.
Κούνησε λίγο το κουτάλι κι άρχισε να της μιλά.
Που λες μαμά τούτο το γάλα δε μοιάζει
που της χρωστούσαν τα χρόνια.
Κούνησε λίγο το κουτάλι κι άρχισε να της μιλά.
Που λες μαμά τούτο το γάλα δε μοιάζει
με κείνο το πρωτόγαλα
Μα κοίτα τώρα πόσα μου είπε να σου πω .
Μα κοίτα τώρα πόσα μου είπε να σου πω .
Εκεί που είσαι μαζεύονται τα λουλούδια κάτω
από ένα μεγάλο πλατάνι κι αρχίζουν το τραγούδι.
Πολλά πολλά νιούτσικα ποδαράκια με γέλια παιδιών
τ
ακούν και τρέχουν να χορέψουν .
Η
κυρία Ελπινίκη άπλωσε το χέρι κι η Μαίρη
το έκλεισε στη χούφτα της .
Τα φιλιά κάνουν
κύκλο να σ αγκαλιάσουν
και τούτη η βαρκούλα που μπαίνει στο στόμα σου
έρχεται σαν κυματάκι να σου ζεσταίνει
τον ουρανίσκο και να παίξει με πιτσιλιές στα χείλη σου .
Μικρά πολύχρωμα στολίδια πλέκουν
το δέντρο σου να
φωτίσουν την νύχτα .
Γλυκά
που σ αγκάλιασε ο Μορφέας.
Το γάλα τέλειωσε .Κοιμήσου μαμά ..
Το γάλα τέλειωσε .Κοιμήσου μαμά ..
αύριο πάλι θα βρούμε άλλο παραμύθι
Αύριο ένας άλλος ήλιος θα μας δει κι εμείς
θα του στείλουμε έναν χαρταετό που
να φορά
χίλια χαμόγελα! Σ αγαπάω μαμά !
Κυριακή 2 Ιουνίου 2019
Συνοδοιπόροι
Ναι
ειναι εκείνα τα μάτια
που σκονταφτεις επάνω τους
χτυπάς στα φτερά τους
κι ανοίγουν
οι πύλες του ουρανού
Κείνες οι λέξεις σου
που ακούγονται από ηχώ
να ακουμπούν
τις νότες που σιωπηλά
έγραψες στη μελωδία
της θάλασσας
Ναι
ειναι τούτα τα μάρμαρα
που χάραξες
ακροβατώντας στα πέταλα
αυτά που χαρίζουν
την αιώνια νιότη της άνοιξης
συνοδοιπόροι
στο μήκος της ψυχής !
ειναι εκείνα τα μάτια
που σκονταφτεις επάνω τους
χτυπάς στα φτερά τους
κι ανοίγουν
οι πύλες του ουρανού
Κείνες οι λέξεις σου
που ακούγονται από ηχώ
να ακουμπούν
τις νότες που σιωπηλά
έγραψες στη μελωδία
της θάλασσας
Ναι
ειναι τούτα τα μάρμαρα
που χάραξες
ακροβατώντας στα πέταλα
αυτά που χαρίζουν
την αιώνια νιότη της άνοιξης
συνοδοιπόροι
στο μήκος της ψυχής !
Αλαφροϊσκιωτο κύμα
Άρχισα να τρέχω
ήμουνα το νερό που κυλούσε
Κατέβαινα απ τα όρη των σκιών
γκριμάτσες που πέφταν στις χούφτες μου
κι ύστερα μεταμορφωνόταν σε νούφαρα
Άφησα τον ήλιο να κρυσταλλίζει στις πλάτες
και προχώρησα ανάμεσα στις καλαμιές
της ελπίδας .
Μόλις ξύπνησαν οι πάπιες
σκαρφάλωσαν στα μάτια μου
κορδώνοντας τα ολόλευκα φτερά τους
στον κόσμο .
Σήκωσα το μπόι μου
αλαφροίσκιωτο κύμα που χόρευε
στο ακρωτήρι της ψυχής
Κράτησα στα δάχτυλα το σώμα μου
κι άρχισα να πιτσιλώ τη ζωή
Α!! και πως το δρόσο της με βρήκε
στον κόσμο της να σεργιανώ
με το τραγούδι της
στις νότες της να ακούω
ένα λουλούδι πλεγμένο
σα γαϊτάνι σε κύκλο φωτεινό!
ήμουνα το νερό που κυλούσε
Κατέβαινα απ τα όρη των σκιών
γκριμάτσες που πέφταν στις χούφτες μου
κι ύστερα μεταμορφωνόταν σε νούφαρα
Άφησα τον ήλιο να κρυσταλλίζει στις πλάτες
και προχώρησα ανάμεσα στις καλαμιές
της ελπίδας .
Μόλις ξύπνησαν οι πάπιες
σκαρφάλωσαν στα μάτια μου
κορδώνοντας τα ολόλευκα φτερά τους
στον κόσμο .
Σήκωσα το μπόι μου
αλαφροίσκιωτο κύμα που χόρευε
στο ακρωτήρι της ψυχής
Κράτησα στα δάχτυλα το σώμα μου
κι άρχισα να πιτσιλώ τη ζωή
Α!! και πως το δρόσο της με βρήκε
στον κόσμο της να σεργιανώ
με το τραγούδι της
στις νότες της να ακούω
ένα λουλούδι πλεγμένο
σα γαϊτάνι σε κύκλο φωτεινό!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




































