Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019
Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019
Άρχισα να γράφω
Το μελάνι σκιαγραφούσε
τον χορό των δαχτυλιδιών
στα στρόγγυλα γράμματα
κι οι γωνίες παραφυλούσαν
τον τόνο της μουσικής
Ετρεχε το μολύβι να προλάβει
σαν αλλος μαραθωνοδρόμος
που γιορταζε τα πατίνια του στο χαρτί
μια σελίδα ..μπα οχι αυτο
τσαλάκωμα ..πεταμα
ξανά απο την αρχή
Θέλω να σου πω..
πίσω παλι η μύτη της γραφής
με βηματα βαλς μια εδω μια εκει
θαρρεις και ήθελε να κερδίσει χρόνο
μεχρι την επόμενη κινηση
Σκυτάλη στα δάχτυλα
προχωράτε
δυο χιλιοστα απ το πέλαγο
μισό μίλι απ την στερια
Ανοιξε η αμπάρα των λέξεων
ποια θα περασει πρώτη
το ταξιδι γλυκό σαν νεράντζι
να σπάει το φτερό της γλώσσας
Στροβιλίζει η ανέμη
τα κουδουνίσματα φτάσαν
στην άκρη του λαιμού
κι η ανασα κομμενη απ τη λαχταρα
Περνά το κυμα σβήνει κι άλλο
γελά ενα κοραλι του βυθού
κι απλωνει τα κλαδιά του
να ρίξει χρώματα
Κοιτάζω ..γελώ
τρυφερά κρατώ στο στόμα
το κόκκινο φύλλο
Πόσος δρόμος
για ένα τόσο δα .. μου λείπεις !
Το μελάνι σκιαγραφούσε
τον χορό των δαχτυλιδιών
στα στρόγγυλα γράμματα
κι οι γωνίες παραφυλούσαν
τον τόνο της μουσικής
Ετρεχε το μολύβι να προλάβει
σαν αλλος μαραθωνοδρόμος
που γιορταζε τα πατίνια του στο χαρτί
μια σελίδα ..μπα οχι αυτο
τσαλάκωμα ..πεταμα
ξανά απο την αρχή
Θέλω να σου πω..
πίσω παλι η μύτη της γραφής
με βηματα βαλς μια εδω μια εκει
θαρρεις και ήθελε να κερδίσει χρόνο
μεχρι την επόμενη κινηση
Σκυτάλη στα δάχτυλα
προχωράτε
δυο χιλιοστα απ το πέλαγο
μισό μίλι απ την στερια
Ανοιξε η αμπάρα των λέξεων
ποια θα περασει πρώτη
το ταξιδι γλυκό σαν νεράντζι
να σπάει το φτερό της γλώσσας
Στροβιλίζει η ανέμη
τα κουδουνίσματα φτάσαν
στην άκρη του λαιμού
κι η ανασα κομμενη απ τη λαχταρα
Περνά το κυμα σβήνει κι άλλο
γελά ενα κοραλι του βυθού
κι απλωνει τα κλαδιά του
να ρίξει χρώματα
Κοιτάζω ..γελώ
τρυφερά κρατώ στο στόμα
το κόκκινο φύλλο
Πόσος δρόμος
για ένα τόσο δα .. μου λείπεις !
Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019
Θέλω τόσα να σου πω
να σου μιλήσω
Για κείνη τη γέφυρα
εχεις προσέξει
πόσο αρμονικά ακούει
το κάθε βήμα;
για κεινα τα γεράνια
που ακόμα κι αν απο καποιο
χώμα ξεγλιστρούν
βουιζουν τον τόπό
με την ομορφιά τους
τα μικρα χελιδόνια
που μόλις ξετσουμίσουν
στην αγκαλιά
ζητουν το γάλα της άνοιξης
είδες πως κοιτα η γραμμή
του ουρανού
να στρώσει το δρόμο
να βαδίσουν τ αστέρια
και κείνα τα χέρια
τα χέρια μας
καθώς ενώνουν τα δάχτυλα
πως γελά το ασημένιο τάσι
να σου μιλήσω
Για κείνη τη γέφυρα
εχεις προσέξει
πόσο αρμονικά ακούει
το κάθε βήμα;
για κεινα τα γεράνια
που ακόμα κι αν απο καποιο
χώμα ξεγλιστρούν
βουιζουν τον τόπό
με την ομορφιά τους
τα μικρα χελιδόνια
που μόλις ξετσουμίσουν
στην αγκαλιά
ζητουν το γάλα της άνοιξης
είδες πως κοιτα η γραμμή
του ουρανού
να στρώσει το δρόμο
να βαδίσουν τ αστέρια
και κείνα τα χέρια
τα χέρια μας
καθώς ενώνουν τα δάχτυλα
πως γελά το ασημένιο τάσι
μικρές ιστορίες μάτια μου
μα καθε μια εχει
και το δικό της μίλημα
όπως ζωή , έρωτας
φιλί και ηλιαχτίδα
όπως αγάπη
κι ακου τίποτε δεν ειναι βουβό
μια λεπτούλα φωνή
ηχογραφει τους ηχους της καρδιάς !
μα καθε μια εχει
και το δικό της μίλημα
όπως ζωή , έρωτας
φιλί και ηλιαχτίδα
όπως αγάπη
κι ακου τίποτε δεν ειναι βουβό
μια λεπτούλα φωνή
ηχογραφει τους ηχους της καρδιάς !
Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019
Κι ότι με κράτησε πλάι σου
ένα ζεστό χαμομήλι
Κανείς δε γνώριζε τη δροσιά του
παρά τα μάτια μου
που είδανε τα φύλλα
τα χείλη μου που γεύτηκαν
του κόσμου την πνοή
σε μια τους στάλα
κι εκείνο το λιόγερμα
που βάσταγε την ουρά του ήλιου
- θα ρθεις την ώρα των πουλιών;
- θα μαι στα βλέφαρα του Μάη
- μη βγάλεις την κορδέλα απ τα μαλλιά σου
- το φουλάρι σου θα φορώ στο λαιμό μου
- μοιάζει τριαντάφυλλο που χόρτασε τον κόσμο
- οδός Αριστοτέλους μη ξεχάσεις
- θα βρω το δρόμο των περιστεριών
- έχω φτιάξει μια φωλιά απ' όνειρο
- στις πέργκολες πίσω απ τις πέργκολες θα μαι
- θα βρω τ' άρωμά σου να κυματίζει στο δρόμο
- περιμένοντας να ξες θα ανοίγω τα πέταλα
- μη φωνάξεις θέλω να σε βρω στον ίσκιο της λεύκας
- το πιο ψηλό κλωνάρι μου παντιέρα στην κορφή
- θα σε φιλήσω να με δεις
- θα γνώριζα το στόμα σου σε μύρια σκοτάδια
- το όνομά σου;
- ζωή
- το δικό σου;
- αγάπη
- αγκάλιασε με
- μικρός ο κόσμος δυο δάχτυλα πως γέμισαν τον ουρανό!
ένα ζεστό χαμομήλι
Κανείς δε γνώριζε τη δροσιά του
παρά τα μάτια μου
που είδανε τα φύλλα
τα χείλη μου που γεύτηκαν
του κόσμου την πνοή
σε μια τους στάλα
κι εκείνο το λιόγερμα
που βάσταγε την ουρά του ήλιου
- θα ρθεις την ώρα των πουλιών;
- θα μαι στα βλέφαρα του Μάη
- μη βγάλεις την κορδέλα απ τα μαλλιά σου
- το φουλάρι σου θα φορώ στο λαιμό μου
- μοιάζει τριαντάφυλλο που χόρτασε τον κόσμο
- οδός Αριστοτέλους μη ξεχάσεις
- θα βρω το δρόμο των περιστεριών
- έχω φτιάξει μια φωλιά απ' όνειρο
- στις πέργκολες πίσω απ τις πέργκολες θα μαι
- θα βρω τ' άρωμά σου να κυματίζει στο δρόμο
- περιμένοντας να ξες θα ανοίγω τα πέταλα
- μη φωνάξεις θέλω να σε βρω στον ίσκιο της λεύκας
- το πιο ψηλό κλωνάρι μου παντιέρα στην κορφή
- θα σε φιλήσω να με δεις
- θα γνώριζα το στόμα σου σε μύρια σκοτάδια
- το όνομά σου;
- ζωή
- το δικό σου;
- αγάπη
- αγκάλιασε με
- μικρός ο κόσμος δυο δάχτυλα πως γέμισαν τον ουρανό!
Έρωτας
κάθε μέρα..κάθε ώρα
που σε ζητώ
κάθε στιγμή που με κρατάς
στην αγκαλιά σου
και μου λείπεις
κάθε που λαχταρώ
να νιώσω την ανάσα σου
ακόμη και τότε που σε ψάχνω
ακούγοντας
τους χτύπους σου
στην καρδιά μου
τότε που κυλάς μέσα μου
σαν το αίμα της ψυχής μου
τότε που πατάω τα βήματα σου
και μαθαίνω να περπατώ
ο ήλιος ..που ανατέλλει
στο φως των ματιών σου
το ηλιοβασίλεμα
που χάνεται στη σκιά σου
το φεγγάρι που φέγγει
παίρνοντας τη μορφή σου
τ αστέρια που λάμπουν
στο χαμόγελό σου
η νύχτα που χάνεται
μέσα στα βλέφαρα σου
το κελάηδημα των πουλιών
ήχος ..νότες απ τη φωνή σου
η μυρωδιά των λουλουδιών
φοράει το άρωμά σου
τ απέραντο της θάλασσας
στη δίνη που χει το βλέμμα σου
ο ουρανός ..... η γη
ο κόσμος μου όλος ...εσύ
''ο έρωτας δεν ειναι μια μέρα
ειναι γιορτή ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ''
κάθε μέρα..κάθε ώρα
που σε ζητώ
κάθε στιγμή που με κρατάς
στην αγκαλιά σου
και μου λείπεις
κάθε που λαχταρώ
να νιώσω την ανάσα σου
ακόμη και τότε που σε ψάχνω
ακούγοντας
τους χτύπους σου
στην καρδιά μου
τότε που κυλάς μέσα μου
σαν το αίμα της ψυχής μου
τότε που πατάω τα βήματα σου
και μαθαίνω να περπατώ
ο ήλιος ..που ανατέλλει
στο φως των ματιών σου
το ηλιοβασίλεμα
που χάνεται στη σκιά σου
το φεγγάρι που φέγγει
παίρνοντας τη μορφή σου
τ αστέρια που λάμπουν
στο χαμόγελό σου
η νύχτα που χάνεται
μέσα στα βλέφαρα σου
το κελάηδημα των πουλιών
ήχος ..νότες απ τη φωνή σου
η μυρωδιά των λουλουδιών
φοράει το άρωμά σου
τ απέραντο της θάλασσας
στη δίνη που χει το βλέμμα σου
ο ουρανός ..... η γη
ο κόσμος μου όλος ...εσύ
''ο έρωτας δεν ειναι μια μέρα
ειναι γιορτή ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ''
Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2019
Θυμαμαι εκεινη τη στιγμή
τη στιγμή που άπλωσες το χέρι σου
κι ας μην ήξερες χρώμα , υφή
Τόσο ζεστά που ένιωσα
που κατάλαβα πρώτη φορά
πως ειναι να κρατάς ουρανό
Ύστερα σου εδειξα το βιογραφικό μου
όνομα .. άνθρωπος
επίθετο .. σαν ολους τους άλλους
επαγγελμα ..ισόβιος μαθητής
γλώσσα .. ασύνορη
γελώντας συμπλήρωσες
''κοινά χαρακτηριστικά ''
κι άρχισες να μιλάς και να σ 'ακούω
ή μήπως μιλούσα και άκουγες
πάντα μπερδευομαι
Να φευγεις απο οπου σε πνίγει
να μένεις αυτό που εισαι
ποιός ειπε; τι είπε
κι έφευγα κι εμενες
και γύριζες και σε περίμενα
και πάντα ανταμώνουμε
στο ίδιο σοκάκι
Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019
Αθέατοι διαβάτες
Σαν παιδιά που ποτέ δε μεγάλωσαν
Σαν παιδιά που ποτέ δε μεγάλωσαν
έφηβοι που λιάστηκαν στον ήλιο
κι έμειναν να κοιτούν
τα πολύχρωμα φανάρια της νιότης
ξεχασμένοι στη βαρκάδα
της κλεμμένης τους θάλασσας
τι κι αν βαρούν μπουνάτσες
προσκέφαλο απανέμι στα μαλλιά καρφώσαμε
κι εκείνο το δίχτυ που πάντα φιλούσε στα πόδια
μήτε ποτέ του κλείδωσε τα φτερά μας
κάπως έτσι βαδίζουν τα μάτια μας
αθέατοι διαβάτες στο ακρογιάλι του ονείρου
στεριώσαμε τη στιγμή στο πάντα
κι απ τη βρύση της ξεδιψά η φωτιά
φτάνει τ’ άγγιγμα της πούπουλο να φορά
να στάξει ένα χάδι να μελώνει η καρδιά
κι εγώ που σε κοιτώ πως λαχταράει η ψυχή
κι εσύ πως με μια ανέγγιχτη αγκαλιά
Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019
Το πατρικό σπίτι
Τόσο ίδια και τόσο αλλαγμένα όλα .
Η σιδερένια εξώπορτα φυλούσε τα ακριβά της κι η κλειδωνιά που μόνο
το δικό του σκαλιστό κομμάτι γνώριζε έσκασε ένα χαμόγελο
καθώς το κλειδί του
χάιδεψε τα μαλλιά της με ένα απαλό φιλί.
Το χολ μια μικρή ασπίδα που θαρρείς έκρυβε
τον μεσημεριανό ύπνο του μπαμπά μη και φανεί από το μικρό
σαλονάκι ,
κείνο το ατέλειωτο βλέμμα ,που σβούριζε τον κόσμο στα
δάχτυλα
γυρίζοντας μια μια τις σελίδες κάποιου κιτρινισμένου μπουναμά
όπως συνήθιζε να λέει τα βιβλία . Αχ ακόμη άκουγε στα
αυτιά του
εκείνο το απαλό ξεδίπλωμα των φύλλων . Διαβάζεις μπαμπά ;οι
μικρές
ατέλειωτες απορίες των σπόρων του σπιτιού. Πώς να
καταλάβαινε τότε
πως τούτος ο μικρός αναπαμός ένας ωκεανός ήταν.
Με τα κύματα χωρούσε όλα του τα ταξίδια κι όλες εκείνες
τις γνωριμιές
με τα ασύνορα του
κόσμου.
Πόσο τρανός φαινόταν ο μπαμπάς . Τρίτη δημοτικού όλο κι όλο δικό του μερτικό
μιας και η γιαγιά κι ο παππούς απ το σχολειό του τσούρμου
εκείνου ήρθαν
απ την παλιά
πατρίδα .
Εκεί που τα πολίτικα ισλί μεγάλωναν τον ίσκιο τους πλάι
στις τριανταφυλλιές.
Τούτος γεννήθηκε στην νέα πατρίδα μα κι εδώ φτωχά τα
πόδια του να ανεβούν
όλες τις σκάλες
των σχολιών . Μα εκείνος σιγά που θα το βαζε κάτω .
Διάβαζε λέει γιατί οι λέξεις δεν είχαν ηλικία .
Μα τα παιδιά του τα θελε σπουδαγμένα να κάνετε ότι θέλετε
έλεγε μα να σπουδάζεται ζωή
Οι καιροί άλλαξαν μα τούτα τα ανεξίτηλα ,πήραν ταχίνι και
πετιμέζι να ταΐσουν τις θύμισες. Τόσα πινέλα που γυρίζουν στους τοίχους από τα
λόγια του τι να πρωτοδιαβάσεις .
Τα άκουε μόνο να
τα ψιθυρίζουν ο νους και η καρδιά του .
Ο απέναντι τοίχος
φυλούσε την κουζίνα . Αχ και πόσο μύριζε ακόμη τους λαχανοντολμάδες της μαμάς .Το
αυγολέμονο που τράταρε τα χείλη του γλυκόξινο νεράκι της άνοιξης Αγράμματη γυναίκα
μα τόσο γραμματιζούμενη από την γνώση της αγάπης,
που κανέναν λογαριασμό δεν έχανε αν πρώτα δεν χάριζε ένα
φιλί .
Η μαμά για όλα . Το φτέρνισμα την κλάψα το χάιδεμα κι όλες
εκείνες τις ζαβολιές
που όταν τις αφήνεις καταλαβαίνεις πως μεγάλωσες .
Το μικρό τούτο δώμα είχε σπουδάσει κανέλα και γαρύφαλλο κι
ανάμεσα στις γρίλιες του
κυμάτιζαν ανάλαφρα οι γρήγορες χρωματιστές πιρουνιές απ το γλυκό πορτοκάλι
και το πιπέρωμα από το φρεσκοψημένο ιμαμ . Οι δαντελωτές κουρτίνες ακόμη φορούσαν στις πλάτες τους τη
μυρουδιά του ζυμωτού ψωμιού και την ψίχα απ την μπουκιά της μαμάς
που πάντα πιο γλυκιά απ όλες ήταν. Από το παράθυρο το τζάμι
κρατούσε στις φτερούγες του τα ασπρόρουχα της αθωότητας στο μίσχο του γιασεμιού.
Παρά κει το μικρό τους καμαράκι . Τρία επί τρία όλο κι όλο
. Δυο ντιβάνια να κοιμούνται
αυτός κι η αδερφή του ,το τραπεζάκι να γράφουν κι ότι έμενε
να γεμίζει παιχνίδια . Ολάκερη γη έμενε εδώ
.
Ζώα με φάρμες κάστρα με ιππότες και νεράιδες , αγρότες
και στάχυα μικρών σελίδων
που εικόνιζαν το πέρασμα της φαντασίας , πάζλ που χτίζαν
καινούργιους κόσμους .
Τόσα ονείρατα που άλλαζαν φορεσιές μια με κοντά
παντελονάκια μια με ολάνθιστα φορέματα άλλοτε πάλι με τα πρώτα γένια, τα πρώτα βαψίματα
χειλιών .
Ένα μακρινάρι ατέλειωτου θησαυρού που από όπου κι αν
αρχινούσε μπογιές
Κι ανάγλυφες ανάσες σμίλευαν . Τούτος ο χώρος με περιβόλι
έμοιαζε που κάθε
σπόρος μεγάλωνε κι ένα καρπό να δέσει στου ουρανού το
μαξιλάρι.
Κι από όπου κοιτάξεις γάργαρα γέλια ξεπηδούν.
Με δυο βήματα έφτασε στο καλό δωμάτιο . Το σαλόνι που
κέρναγε το βύσσινο και το καρύδι . Ετούτο το μεγάλο τραπέζι πόσες φυλές ψυχών
δεν φίλεψε. Οι καρέκλες του
Φιλοξένησαν ασπρομαλλούσες γελαστές ρυτίδες, γενιές που πάλευαν
να ενωθούν τα χέρια,
ραδιόφωνα που έπαιζαν την ίδια μουσική . Κι ο χορός α! ο
χορός μια τρελή σερπαντίνα
Που γύριζε από καρδιά σε καρδιά να ξεσηκώσει το κόκκινο χρώμα να φτάσει το μπόι η ψυχή του
απέραντου . Χρόνια που μάθαν να περνάν τα δύσκολα βιδώνοντας το μέλι στο στέρνο
. Μέρες που κύλησαν γοργά στο άγνωστο να πιάσουν συναξάρι η ρίζα μη χαθεί.
Το πέρασμα στο χαγιάτι ήταν ο ζεστός του στόλος. Εκεί που
οι μαχητές του αντάμωναν
την αγκαλιά της γιαγιάς με τα σπουδαία παραμύθια. Τούτο
ήταν το άγιασμα των ευχών
που έδινε το στόμα της να προχωρήσει χωρίς σταματημό το αύριο
.
Γιάβρουμ περνανε
τα χρόνια όμορφα άμα τους δίνεις τόπο να κατοικεί ζεστά η αγάπη
Κι εκεί που κοιμούνται τα μικρά χουχουλιασμένα μπαλόνια με ένα φιλί τρανεύουν
στο ξημέρωμα παπούτσια να χουν να περπατούν με κορδωμένες φυλλωσιές σε όποιο
καιρό
κι αν συναντούν. Ο βασιλικός στη γωνιά άκουγε τόσα που αμάραντα
έγραφε το όνομά του .
Όλα τούτα σε λίγο θα άλλαζαν . Βλέπεις προίκα της Μαρίας της
αδερφής του είναι και τούτη για το δικό της
μερτικό στη ζωή το πουλάει ανάγκες που
έλεγε η γιαγιά γέρνουν τα μάτια να αγκαλιάσουν την καρδιά ην ώρα που σωπαίνουν
τα πουλιά και πόσο δίκιο είχε.
Το σπίτι του θα γινόταν σκεπή για άλλες ψυχές άλλες ζωγραφιές άλλα καρδιοχτυπήματα
που κι αυτές με τη σειρά τους τα χρόνια τους θα
μπογιατίσουν.
Μα σε τούτη την επιστροφή γέλασε στα γρατζουνισμένα του γόνατα
από το χώμα της γειτονιάς , κλώτσησε την μπάλα κι έβαλε γκολ στο τέρμα ,
ξούρισε το πρώτο του χνούδι ,
ένιωσε στον ουρανίσκο το πρώτο του φιλί στα χείλη του
έρωτα , είδε τα κλαδιά του να μεγαλώνουν στον κορμό της αγάπης .
Έκρυψε το μπουγέλο στα στήθια να λούζεται η καρδιά , πήρε
τα μάτια του μπαμπά από άγραφη σελίδα , το ζέσταμα απ το βυζί που χε το πρώτο
γάλα , το μοίρασμα που του μαθε
πως ότι κρατά γεννά και σ άλλα χέρια κι εκεινο το
κρινολούλουδο στο πέτο από το γάμο των γενιών αμάραντα να σπέρνει ηλιαχτίδες. Τούτη η κληρονομιά του πλούτισε καρδιά .
Οι δρόμοι αλλάζουν μα τούτη η επιστροφή δεν έχει τέλος και αρχή στη
ρίζα βγάζει
τα φτερά κι απ το βυθό σπουδάζει με ανοιχτά πανιά .
Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019
Πέρασαν τόσα τα βήματα
μέχρι να μυρίσουν τον κήπο της θάλασσας
Κι εγώ που σπόρος στη ρίζα γεννιόμουν
άπλωσα τα κλαριά
να ακούσω το μίλημα του ήλιου
Γύρω φώλιαζαν ζεστές σιωπές
Άφησα την καρδιά στα χέρια του κρίνου
πότισα τ αυλάκι του ουρανού
ένα μπουκέτο μουσικές
πέντε κιθάρες οι φίλοι
εφτά τραγούδια οι ξάστερες φωνές
τέσσερις φέτες ψωμί το τάισμα του χρόνου
τρεις νότες απ το γέλιο
δυο χούφτες να ενώνουν το χάδι
το βιός κι ο θησαυρός
το μέσα της γύρης το κόκκινο σημάδι
ετούτα φτάνουν να αγκαλιάσεις
το μεράκι του κόσμου
Κελάηδησες πουλί
στα πόδια της γαλήνης
κι είναι γλυκιά η προσμονή
Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019
Γέμισε και τούτο το βιβλίο του χρόνου
κρατά η καρδιά τα διαλεχτά της
Λευκές σελίδες περιμένουν τα χρώματα
τα πινέλα μας έτοιμα στην παλέτα
να ζωγραφίσουν τη μυρουδιά του κόσμου
Το βιός μας ψυχή και δάχτυλα ανέμου
το μύρο μας αγάπη ,ειρήνη κι αντοχή
Μακριά απ την κακία την γκρίνια και την ανοχή
Βουτάμε τις καρδιές μας σε πέλαγο γλυκό
να στάξουν οι πνοές μας λάβδανο σε σταυρό
τίποτε δεν τελειώνει όσο υπάρχει στην πηγή
Στις τσέπες τα όνειρά μας να σεργιανίσουνε ζωή
με ενός παιδιού το βλέμμα και γέλιο από ψυχή
Χτίζουμε τη φωλιά μας σε μια εικόνα φωτεινή
κι ανοίγουμε χορό στης μελωδίας τη φωνή
Κανείς δεν περισσεύει μια θέση κρύβει η αορτή
να ναι τα μάτια του ήλιου στο στέρνο λαμπερά
Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019
Κοίτα πως μπήκε το φεγγάρι ολόγιομο
Να ναι που θέλει να δείξει την αγκαλιά του
στα πέταλα του χρόνου;
να ναι που στα πλευρά του χιονιά
φόρεσε τα ασημένια του ρούχα
να σκεπάσει την γύμνια των ψυχών
να ναι που απόψε θέλει να πιει γλυκό κρασί
στο στέκι των ανθρώπων
παρέα με το Γιάννη , τη Φρόσω , τη Φανή
να ναι που το τραγούδι στα κύματα ανθεί
τα σύννεφα που κρύβονται σε ένα χαμόγελο
που απ τη ψυχή γεννά της τρυφεράδας τα φιλιά
Η αγάπη αηδόνι που από βαθιά λαλεί
κι εχει για δεύτερη φωνή τη ζεστασιά
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

























