Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018
Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018
Να αφήνεις .. να αφήνεις ένα κάτι
ένα σημάδι να βλέπει μακριά η καρδιά
μια φέτα απ το νου της μοιρασιάς
ένα γλυκό λόγο να ανάβει το φεγγάρι
δυο δάχτυλα από χάδι να σκεπαστεί η ερημιά
ένα τραγούδι να απλώνει δίχτυα η ζεστασιά
κι εκείνο το λουλούδι που γέννησε η ψυχή
άστο τα φύλλα του να ρίχνει απαλά
στο άστεγο σκεπή να γίνει αγκαλιά
να βρουν φωλιά γυμνά πουλιά
ειναι όμορφο το φως του σκοταδιού που κελαηδά
να ρθει το γλυκοχάραμα με κέφι να γελά !
Κουράστηκε τόσο η ψυχή μου
Τόσα μαύρα ποτάμια τόσοι καπνοί να πνίγουν τον ήλιο ,
δάκρυα που αμάζευτα σέρνανε την άσφαλτο .
Πεθύμησα φως λίγο φως .
Άφησα τα πόδια λευτερα κι αυτά στο δάσος με πήγαν
Απόλυτη ησυχία .Μονάχα λιγες φυλλωσιές κινιόταν
Και κεινα τα μυρμήγκια που αμέριμνα
κουβαλούσαν το βιός τους .Πιστοί εργάτες
Α!! και να δεις τη στιβαξιά πως προσέχουν
Ψηλόκορμα ζευγάρια φιλιόταν στον άνεμο
Και κεινα τα φτερωτά με τις κορώνες τους κατόπι με πήραν .
Σαν συντρόφια που κρυφά θα με γνώριζαν στον καπετάν
γνώστη της άνοιξης
Γνώρισα και τι δε γνώρισα
Λαγοπόδαρους που έτρεχαν στο κυνηγητό του χρόνου
πιτσιλωτές κυράδες που άπλωναν τις πλεξούδες στα χόρτα
λαφίνες που κόρδωναν την ομορφιά
Περγαμηνές που θα ρθουν στα μελλούμενα
ψιθύριζαν πως πάνω στα κληματάρια,
κρέμονταν ασπίδες ξύλου με μυτερά κλαριά ,
σιμώνουν να οργώσουν τον κόσμο
αναθάρρεψα σαν απ τη γύρη τους να ήπια
νέκταρ από το σίτεμα μελιού κι άγουρης νιότης το φιλί
κι εγώ που νόμιζα πως μόνος σαν Δον Κιχώτης
τριγυρνούσα πως φίλεψα το κάστρο της γης στο στέρνο
και το τραγούδι μου έβρισκε το σκοπό του
Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018
Ξυπνάς κουρασμένος
και τούτο το βράδυ ξεχάστηκαν τα όνειρα
σε μιας σπηλιάς την αστραπή
πέτρωσαν στον κύκλο της σιωπής
Σ ένα αλήτη καιρό ξαγρυπνάς
με μάτια κλειστά σε δρόμο γυαλί
Παραμονεύει το τίποτα σε κοιτά το γιατί
κι η αλμύρα στα χείλη δεν αργεί να φανεί
Ρακοντυμένη η ψυχή περπατά σ άγνωστους δρόμους
σέρνει βήματα μοναξιάς θωπεύοντας ίχνη ερημιάς
σκουριασμένες κηλίδες του ελέους ζητάς
κόντρα στο πουθενά τρέχει μια σταγόνα χαράς
στον αλήτη καιρό ρίχνει πείσμα.. στανιό
η θολή σου ανάσα φωτιά σιγοκαίει στεγανά
αλυχτά σε σοκάκι φιλιωμένης προσμονής
κρατά τα φτερά μιας μικρής ηλιαχτίδας
''κι άλλοι πέρασαν καιροί τράνταζαν ουρανό και γη''
μα η ελπίδα μάνα με μυρωμένη αχτίδα
γεννά του ανέμου παιδιά στου ήλιου την δροσοσταλιά
καρπούς με γεύση του μελιού κι από υφή μετάξι
στο γαλανό του ουρανού τάζει αμέτρητα πουλιά
στρώνει λευκό για ξαστεριά
Κοίτα .. κοίτα ψηλά δε χάθηκε η ανατολή
κάθε ξημέρωμα σε κάθε χαραυγή
σταλάζει …ένα της …φιλί
απ το αγκάθι μυρίζει ανθός !
και τούτο το βράδυ ξεχάστηκαν τα όνειρα
σε μιας σπηλιάς την αστραπή
πέτρωσαν στον κύκλο της σιωπής
Σ ένα αλήτη καιρό ξαγρυπνάς
με μάτια κλειστά σε δρόμο γυαλί
Παραμονεύει το τίποτα σε κοιτά το γιατί
κι η αλμύρα στα χείλη δεν αργεί να φανεί
Ρακοντυμένη η ψυχή περπατά σ άγνωστους δρόμους
σέρνει βήματα μοναξιάς θωπεύοντας ίχνη ερημιάς
σκουριασμένες κηλίδες του ελέους ζητάς
κόντρα στο πουθενά τρέχει μια σταγόνα χαράς
στον αλήτη καιρό ρίχνει πείσμα.. στανιό
η θολή σου ανάσα φωτιά σιγοκαίει στεγανά
αλυχτά σε σοκάκι φιλιωμένης προσμονής
κρατά τα φτερά μιας μικρής ηλιαχτίδας
''κι άλλοι πέρασαν καιροί τράνταζαν ουρανό και γη''
μα η ελπίδα μάνα με μυρωμένη αχτίδα
γεννά του ανέμου παιδιά στου ήλιου την δροσοσταλιά
καρπούς με γεύση του μελιού κι από υφή μετάξι
στο γαλανό του ουρανού τάζει αμέτρητα πουλιά
στρώνει λευκό για ξαστεριά
Κοίτα .. κοίτα ψηλά δε χάθηκε η ανατολή
κάθε ξημέρωμα σε κάθε χαραυγή
σταλάζει …ένα της …φιλί
απ το αγκάθι μυρίζει ανθός !
Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018
Υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω
που τη ζωή στα σύρματα κρεμάσανε
ψάχνοντας τον ήλιο να τους βρει
Παιδιά που ζητιανεύουν
ότι τους υποσχέθηκε η ζωή
υπάρχουν άνθρωποι εδώ
στα πεζοδρόμια των πολλών
που αναζητούν την ψίχα
σε φλούδες μανταρινιών
μες σε σακούλες σκουπιδιών
υπάρχουν άνθρωποι αλλού
ανάσα σε πολέμου τη βοή
Στο πέρασμα άδικου καπνού
που η φυγή τους έταξε
να ναι μονάχα αυτή Ανατολή
υπάρχουν άνθρωποι εκεί μέσα
που στα κρεβάτια και στους τοίχους
ζωγράφισαν αναπνοή
να τους κρατήσει αγκαλιά
άλλη μια φλόγα από ψυχή
κι εσύ με βλέμμα μελαγχολικό
να με κοιτάς να σε ρωτώ που ναι το τέρμα
κι εγώ που μέσα μου σε κουβαλώ
να σ αντικρίζω να αποζητάς το έλεος από ουρανό
Καρδιά μου ο έρωτας μας
μια στιγμή στου κόσμου την οχλαγωγή
Μονάχα η αγάπη μας κρατάει το σχοινί
σαν να ναι ατέρμονο φιλί
Ενώνοντας τις ακριες γίνεται ο κύκλος αγκαλιά
Αναζητώ..
Την αγάπη στα πεζοδρόμια της ζητιανιάς
κουβαλώ την άνοιξη του χιονιού
ζητώ απ το στέρνο μιας άγριας κυδωνιάς
σπόρο στυφό με γεύση του μελιού
το σεβασμό σε ροζιασμένα χέρια ερημιάς
γέρνω στα περασμένα του μυαλού
γυρεύω λίγες στάλες στο βλέμμα παγωνιάς
κεριά που σιγοκαίνε στην άκρη του γιαλού
τις Κυριακές που χάθηκαν σε στέκι του χαμού
καπνίζοντας μιας ρουφηξιάς ανασαιμιά
κομμάτια ψίχας σε ζύμη ενός τρελού λυγμού
δεμένα με καρτέρι στο πόδι του καιρού
Περνώ τα σύνορα του στρουθοκαμηλισμού
καυτό το βλέμμα ατίθασο μόνο του τριγυρνά
σε λάβας κόκκινα νερά με κόφτη του τριγμού
σμίλη που σπάει τα σωθικά ματώνει και πονά
ψήγματα γέλιου σε δυο μάτια παιδικά
κι απ των ψυχών τους την ελιά στήνω θηλιά
μες το βυθό τους πνίγω τη λέξη απανθρωπιά
φυτεύω κρίνα όνειρα από αγριομηλιά
απ τα σεντούκια της ζωής ξεθάβω την αλήθεια
αραχνιασμένο νυφικό σκισμένο μες το χρόνο
ακίδες στα ακροδάχτυλα που κρύβει η συνήθεια
φτιαγμένα είδωλα νεκρά μ ένα εγώ στον ώμο
Αναζητώ ..
την αγάπη στα σπάργανα μια λεπτής κλωστής
ζωσμένης από φασκιά μιας θαλπωρής λατρείας
σπάνιας .. πολύτιμης ..ζεστής.. ανάσα αορτής
αγέρωχης δυνατής κραυγής ατέρμονης πορείας !
Αναζητώ..
Την αγάπη στα πεζοδρόμια της ζητιανιάς
κουβαλώ την άνοιξη του χιονιού
ζητώ απ το στέρνο μιας άγριας κυδωνιάς
σπόρο στυφό με γεύση του μελιού
το σεβασμό σε ροζιασμένα χέρια ερημιάς
γέρνω στα περασμένα του μυαλού
γυρεύω λίγες στάλες στο βλέμμα παγωνιάς
κεριά που σιγοκαίνε στην άκρη του γιαλού
τις Κυριακές που χάθηκαν σε στέκι του χαμού
καπνίζοντας μιας ρουφηξιάς ανασαιμιά
κομμάτια ψίχας σε ζύμη ενός τρελού λυγμού
δεμένα με καρτέρι στο πόδι του καιρού
Περνώ τα σύνορα του στρουθοκαμηλισμού
καυτό το βλέμμα ατίθασο μόνο του τριγυρνά
σε λάβας κόκκινα νερά με κόφτη του τριγμού
σμίλη που σπάει τα σωθικά ματώνει και πονά
ψήγματα γέλιου σε δυο μάτια παιδικά
κι απ των ψυχών τους την ελιά στήνω θηλιά
μες το βυθό τους πνίγω τη λέξη απανθρωπιά
φυτεύω κρίνα όνειρα από αγριομηλιά
απ τα σεντούκια της ζωής ξεθάβω την αλήθεια
αραχνιασμένο νυφικό σκισμένο μες το χρόνο
ακίδες στα ακροδάχτυλα που κρύβει η συνήθεια
φτιαγμένα είδωλα νεκρά μ ένα εγώ στον ώμο
Αναζητώ ..
την αγάπη στα σπάργανα μια λεπτής κλωστής
ζωσμένης από φασκιά μιας θαλπωρής λατρείας
σπάνιας .. πολύτιμης ..ζεστής.. ανάσα αορτής
αγέρωχης δυνατής κραυγής ατέρμονης πορείας !
Όταν μιλάς για καρδιές
να κοιτάς τον ήλιο
Γεννιούνται μ αυτόν
βυζαίνουν το γάλα του
κι ανθούν
στους κήπους του ουρανού
Τα μάτια που κοιτούν αλλάζουν
Μα ειναι ζεστή η θάλασσα
σαν φοράς στο στέρνο
μια παπαρούνα
Φιλί φιλί αγκαλιάζει
το σκοτάδι το φως
Μίλα με χάδι
δροσοσταλιές να στάξουν
να αγγίξει η ψυχή
την κόκκινη γιορτή !
να κοιτάς τον ήλιο
Γεννιούνται μ αυτόν
βυζαίνουν το γάλα του
κι ανθούν
στους κήπους του ουρανού
Τα μάτια που κοιτούν αλλάζουν
Μα ειναι ζεστή η θάλασσα
σαν φοράς στο στέρνο
μια παπαρούνα
Φιλί φιλί αγκαλιάζει
το σκοτάδι το φως
Μίλα με χάδι
δροσοσταλιές να στάξουν
να αγγίξει η ψυχή
την κόκκινη γιορτή !
Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018
Όλο τον κόσμο τριγυρνούν ...θάλασσες και βουνά περνούν
τριγήσαν αμπέλια ουρανούς... γνώρισαν χίλιους κεραυνούς
είδαν φωτιά μα κι αστραπές ...που βγαίνανε απο ψυχές
αντίκρυσαν την μοίρα ...μια μαυροφόρα κακομοίρα
κατάρα είχανε βαριά ...να μην κοιτάνε πιό βαθιά
ότι μπροστά τους θα περνά ...
να μην αφήνει ίχνη και πατημασιά
έτσι περνουσαν τον καιρό ...ζητούσαν να βρουν θησαυρό
κι απόμειναν σε μια γωνιά ...έρημα , μόνα ...σκοτεινά
δυό μάτια μόνο ανοιχτά .
περνά διαβάτης σκεπτικός κι αναρωτιέται μοναχός
πως βρέθηκαν αυτά εκεί ...χωρίς πνοή ;
η περιέργεια τον σκουντά ..
και τα ρωτάει τι έγινε και μείναν μοναχά;
αυτά σαν ένα μια φωνή του απαντούν
κατάρα τα έδωσε νεραϊδα ..μ΄άδεια την καρδιά...
πόσο λυπήθηκε ο φτωχός συνέχισε το δρόμο μοναχός...
παιρνει δρομάκια και ατραπούς ...
περνά τους δύσκολους καιρούς
αφήνει χρόνους χαλεπούς
σε όμορφο λιβάδι ...ξαπόστασε ένα βράδυ
ακούει χίλιες μουσικές βιολιά και λύρες μαγικές
στον κάμπο στήσανε χορό ..ψυχές με μεταξένιο ουρανό
τις πλησιάζει ..και αυτές.. γέλια του δίνουν και χαρές
του πρόσφεραν κρασί γλυκό ..για καλωσόρισμα αυτό
τραπέζι του στρώσαν ...να φάει και να πιεί
από μαγείρισα εκλεκτή ...Αγάπη .....στο όνομα αυτή.
οι κόρες της πυγολαμπίδες της ζωής ..ψυχές νεραϊδες αυτές.
δεν άντεξε στον πειρασμό τις είπε για τα μάτια...
κι όλες κοιτούσαν με καημό...και έναν λυγμό κομμάτια
μιά κόρη της πετάχτηκε και μ΄ένα γέλιο στο λαιμό
μια ελπίδα ζωγραφιά μ όμορφη φορεσιά
είπε εγώ θα πάω να τα βρώ κίνησε γή και ουρανό
βγήκε σε τούνελ μαγικό...
μα να που αντίκρυσε μπροστά τα μάτια εκείνα αδειανά
εκείνα ψάχναν τη χαρά εκείνη είχε αγάπη στην καρδιά
Αχώριστοι γίναν θαρείς σ΄ένα φεγγάρι μιας γιορτής
μην είναι μόνα τους αυτά τα κέντησε μες την ψυχή
μη χάσουνε ποτέ αυτή τα έκρυψε σαν φυλαχτό
μέσα στον άγιο της βυθό ...τώρα αν τύχει και τα βρείς...
είναι τα μάτια της ψυχής!
τριγήσαν αμπέλια ουρανούς... γνώρισαν χίλιους κεραυνούς
είδαν φωτιά μα κι αστραπές ...που βγαίνανε απο ψυχές
αντίκρυσαν την μοίρα ...μια μαυροφόρα κακομοίρα
κατάρα είχανε βαριά ...να μην κοιτάνε πιό βαθιά
ότι μπροστά τους θα περνά ...
να μην αφήνει ίχνη και πατημασιά
έτσι περνουσαν τον καιρό ...ζητούσαν να βρουν θησαυρό
κι απόμειναν σε μια γωνιά ...έρημα , μόνα ...σκοτεινά
δυό μάτια μόνο ανοιχτά .
περνά διαβάτης σκεπτικός κι αναρωτιέται μοναχός
πως βρέθηκαν αυτά εκεί ...χωρίς πνοή ;
η περιέργεια τον σκουντά ..
και τα ρωτάει τι έγινε και μείναν μοναχά;
αυτά σαν ένα μια φωνή του απαντούν
κατάρα τα έδωσε νεραϊδα ..μ΄άδεια την καρδιά...
πόσο λυπήθηκε ο φτωχός συνέχισε το δρόμο μοναχός...
παιρνει δρομάκια και ατραπούς ...
περνά τους δύσκολους καιρούς
αφήνει χρόνους χαλεπούς
σε όμορφο λιβάδι ...ξαπόστασε ένα βράδυ
ακούει χίλιες μουσικές βιολιά και λύρες μαγικές
στον κάμπο στήσανε χορό ..ψυχές με μεταξένιο ουρανό
τις πλησιάζει ..και αυτές.. γέλια του δίνουν και χαρές
του πρόσφεραν κρασί γλυκό ..για καλωσόρισμα αυτό
τραπέζι του στρώσαν ...να φάει και να πιεί
από μαγείρισα εκλεκτή ...Αγάπη .....στο όνομα αυτή.
οι κόρες της πυγολαμπίδες της ζωής ..ψυχές νεραϊδες αυτές.
δεν άντεξε στον πειρασμό τις είπε για τα μάτια...
κι όλες κοιτούσαν με καημό...και έναν λυγμό κομμάτια
μιά κόρη της πετάχτηκε και μ΄ένα γέλιο στο λαιμό
μια ελπίδα ζωγραφιά μ όμορφη φορεσιά
είπε εγώ θα πάω να τα βρώ κίνησε γή και ουρανό
βγήκε σε τούνελ μαγικό...
μα να που αντίκρυσε μπροστά τα μάτια εκείνα αδειανά
εκείνα ψάχναν τη χαρά εκείνη είχε αγάπη στην καρδιά
Αχώριστοι γίναν θαρείς σ΄ένα φεγγάρι μιας γιορτής
μην είναι μόνα τους αυτά τα κέντησε μες την ψυχή
μη χάσουνε ποτέ αυτή τα έκρυψε σαν φυλαχτό
μέσα στον άγιο της βυθό ...τώρα αν τύχει και τα βρείς...
είναι τα μάτια της ψυχής!
Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018
Ώσπου κατάλαβα ότι όσο και
να γεννιέται
η αγάπη δυναμώνει μέσα στην αγάπη
Μου το λέγε η φωνή στο άπιαστο βλέμμα σου
Για κάθε αγάπη υπάρχει ένα
α και ένα η
τα εισχωρούμενα είναι αυτά που την γεμίζουν
Στο πεντάγραμμο της
καρδιάς σου υποκλίνομαι
οι μεγαλύτεροι συνθέτες ανήμποροι
να γράφουν
τόσο όμορφα τραγούδια
Τόσες μουσικές σε μια
χούφτα κόκκινους χτύπους
Ένα μικρό ρεφρέν οι στάλες της ψυχής σου
που αγγίζουν τα πλήκτρα της καρδιάς μου
Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018
Ανισόπεδες διαβάσεις
Αγανακτείς με κάποιους ανθρώπους
Αγανακτείς με τα ευκολοφόρετα λόγια που σκορπούν
δίχως στάλα σκέψης . Αγανακτείς για τις ανέπαφες
κι ασκότιστες λογικές.
Βρέθηκε λέει μια καθαρίστρια με πλαστό απολυτήριο.
Ω! τι μέγα ατόπημα . Στην χώρα των υπαρκτών δοσίλογων,
στον τόπο όπου το ρουσφέτι σφράγισε την αξία,
εκεί που αποκαλύφθηκαν τα μη αναγνωρισμένα πτυχία γιατρών
που όριζαν για το πόσο και αν ζήσει κανείς , εκεί που ορίζεται
η φτώχεια από παχυλούς μισθούς , εκεί όπου το δίλημμα είσαι άνθρωπος
ή υπάνθρωπος ορίζεται με σφραγίδες πολυτελείας.
ω! τι κακό που μας βρήκε. Η αλήθεια ειναι πως τώρα κοιμάμαι ήσυχη.
Μπορώ να κατανοήσω πλήρως το δάκρυ των πολιτικών
που βρίσκονται σε άμοιρη θέση.
Μπορώ να δω με άλλο μάτι την αδέκαστη δικαιοσύνη να πρατει το έργο της
με πλήρη ελεύθερη σκέψη και άμεμπτο σεβασμό στο καθήκον της .
Μπορώ να ελπίζω ακόμα πως θα ρθουν καλύτερες μέρες
αφού έσπασε το απόστημα και επιτέλους αρχίζει η κάθαρση
Μπορώ να πάψω να φοβάμαι για τα παιδιά αφού τώρα πια θα ζουν
σε έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο . Πιάστηκαν οι μπαμπούλες.
Και η καθαρίστρια ειναι μέσα κι ο κουλουρτζής κι ο λαχειοπώλης .
Τέλος πια . Μείναν τα γιαταγάνια να μας καθαρίζουν
απο τους κατα τους καθαρούς , βρομιάρηδες πρόσφυγες.
Μείναν οι φορτωμένες βαλίτσες να μοιράζουν τα φακελάκια της ζωής
Μείναν οι προστάτες να συνοδεύουν το γκρίζο στα παιδιά
Α! και για να μην ξεχνώ κι εκείνη η απυρόβλητη στολή που φορά στο πηλήκιο
την αρχοντιά της μικρότητας και του ξέρεις ποιος είμαι εγώ .
Ε αει σιχτίρ κύριοι που θα λεγε κι η γιαγιά μου .
Υποτιμάτε την νοημοσύνη μας με τα φιογκάκια σας .
Ρίξτε και μια ματιά στους δρόμους . Ποιος δικάστηκε για τόσα χαρτόνια
ποιος πλήρωσε της καρέκλα σας το τίμημα .
Κατεβήτε από τον θώκο και δείτε τι σημαίνει ζωή .
Εσας , εσας τους κύριους και τις κυρίες της εδρας λέω
Δικάσατε ποτε και ποιόν για τις 100 ανθρώπινες ζωές που κάηκαν;
Μήπως αποφασίσατε για τα άδικο χαμό των παιδιών που ροκανίζει
η εν οψι νόμου φασιστική νεοναζί Χρυσή αυγή;
Λεύτερος ο φονιάς και φταίει το μαχαίρι είστε
Ποιος άραγε θα δικάσει τους δικαστές , τους τελώνες και φαρισαίους
που ανενόχλητοι , ανίδρωτοι σφουγγίζουν τον αέρα μας
Κι αν πιάσω τα αδικήματα που πραξανε χρωματιστες κορδέλες ,
τόμους πρέπει να βρω που να χωρούν κείνους
που δένουν κατά δοκούν τους νόμους .
Γελαστήκατε κύριοι δεν τρέμει ο άνθρωπος πια την φοβέρα σας .
Πεισμώνει και ας σιωπά. Να την φοβάστε την σιωπή
Βεγγαλικό γίνεται να φωτίσει και σπάει με κρότο και οργή
Οχι ο κόσμος γελά και θα γελά . Αργά τα βήματα του μα η μπότα του βαριά
Σιχάθηκε πια την σκουριά κι αποζητά το μέταλλο
που σβήνει την ομίχλη και ξάστερα πατά.
Αγανακτείς με κάποιους ανθρώπους
Αγανακτείς με τα ευκολοφόρετα λόγια που σκορπούν
δίχως στάλα σκέψης . Αγανακτείς για τις ανέπαφες
κι ασκότιστες λογικές.
Βρέθηκε λέει μια καθαρίστρια με πλαστό απολυτήριο.
Ω! τι μέγα ατόπημα . Στην χώρα των υπαρκτών δοσίλογων,
στον τόπο όπου το ρουσφέτι σφράγισε την αξία,
εκεί που αποκαλύφθηκαν τα μη αναγνωρισμένα πτυχία γιατρών
που όριζαν για το πόσο και αν ζήσει κανείς , εκεί που ορίζεται
η φτώχεια από παχυλούς μισθούς , εκεί όπου το δίλημμα είσαι άνθρωπος
ή υπάνθρωπος ορίζεται με σφραγίδες πολυτελείας.
ω! τι κακό που μας βρήκε. Η αλήθεια ειναι πως τώρα κοιμάμαι ήσυχη.
Μπορώ να κατανοήσω πλήρως το δάκρυ των πολιτικών
που βρίσκονται σε άμοιρη θέση.
Μπορώ να δω με άλλο μάτι την αδέκαστη δικαιοσύνη να πρατει το έργο της
με πλήρη ελεύθερη σκέψη και άμεμπτο σεβασμό στο καθήκον της .
Μπορώ να ελπίζω ακόμα πως θα ρθουν καλύτερες μέρες
αφού έσπασε το απόστημα και επιτέλους αρχίζει η κάθαρση
Μπορώ να πάψω να φοβάμαι για τα παιδιά αφού τώρα πια θα ζουν
σε έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο . Πιάστηκαν οι μπαμπούλες.
Και η καθαρίστρια ειναι μέσα κι ο κουλουρτζής κι ο λαχειοπώλης .
Τέλος πια . Μείναν τα γιαταγάνια να μας καθαρίζουν
απο τους κατα τους καθαρούς , βρομιάρηδες πρόσφυγες.
Μείναν οι φορτωμένες βαλίτσες να μοιράζουν τα φακελάκια της ζωής
Μείναν οι προστάτες να συνοδεύουν το γκρίζο στα παιδιά
Α! και για να μην ξεχνώ κι εκείνη η απυρόβλητη στολή που φορά στο πηλήκιο
την αρχοντιά της μικρότητας και του ξέρεις ποιος είμαι εγώ .
Ε αει σιχτίρ κύριοι που θα λεγε κι η γιαγιά μου .
Υποτιμάτε την νοημοσύνη μας με τα φιογκάκια σας .
Ρίξτε και μια ματιά στους δρόμους . Ποιος δικάστηκε για τόσα χαρτόνια
ποιος πλήρωσε της καρέκλα σας το τίμημα .
Κατεβήτε από τον θώκο και δείτε τι σημαίνει ζωή .
Εσας , εσας τους κύριους και τις κυρίες της εδρας λέω
Δικάσατε ποτε και ποιόν για τις 100 ανθρώπινες ζωές που κάηκαν;
Μήπως αποφασίσατε για τα άδικο χαμό των παιδιών που ροκανίζει
η εν οψι νόμου φασιστική νεοναζί Χρυσή αυγή;
Λεύτερος ο φονιάς και φταίει το μαχαίρι είστε
Ποιος άραγε θα δικάσει τους δικαστές , τους τελώνες και φαρισαίους
που ανενόχλητοι , ανίδρωτοι σφουγγίζουν τον αέρα μας
Κι αν πιάσω τα αδικήματα που πραξανε χρωματιστες κορδέλες ,
τόμους πρέπει να βρω που να χωρούν κείνους
που δένουν κατά δοκούν τους νόμους .
Γελαστήκατε κύριοι δεν τρέμει ο άνθρωπος πια την φοβέρα σας .
Πεισμώνει και ας σιωπά. Να την φοβάστε την σιωπή
Βεγγαλικό γίνεται να φωτίσει και σπάει με κρότο και οργή
Οχι ο κόσμος γελά και θα γελά . Αργά τα βήματα του μα η μπότα του βαριά
Σιχάθηκε πια την σκουριά κι αποζητά το μέταλλο
που σβήνει την ομίχλη και ξάστερα πατά.
Ευτυχώς γεννιούνται ακόμα πουλιά πετούν παιδιά
κι ανασαίνουν πατούσες ξυπόλυτες απο σαθρά νερά με λάβαρα μάτια ανοιχτά .
κι ανασαίνουν πατούσες ξυπόλυτες απο σαθρά νερά με λάβαρα μάτια ανοιχτά .
Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018
Αν κάτι ειναι πολύτιμο να δίνεται απλόχερα
για να θυμάται ο νους να παίρνει αίμα η καρδιά
να ακούν τα μάτια να σέρνει το χορό το χάραμα
με ένα καρβέλι γέλιου ειναι εκείνο το σπαρτό
που κελαηδά από καρδιά αγάπη κι ακολουθεί
δρόμο ψυχής στο φως να το θηλάζει.
δρόμο ψυχής στο φως να το θηλάζει.
Στον ήλιο ο ηλιόσπορος και ζεστασιά στο κρύο
ετούτο ειναι ο θησαυρός σου
Αγρύπνια ανεκτίμητη για κεινα που θα ρθουν
κι απόσταγμα για να βαστά το σήμερα
λίγες πνοές να ξεκουράσει τ αύριο.
Κι ειναι που ακόμα καρτερά το παιδί
να μοιραστεί το μπουκέτο του λιβαδιού
κι εκείνες οι παπαρούνες συθέμελα ανθούν !
Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018
Ο γυρισμός το χρόνου
Ξεφλούδιζε ο χρόνος άλλη μια μέρα.
Πρόσθεσε άλλο ένα σπόρο κουκουναριού
στο ακριβό του κοφίνι
Η νύχτα του χάριζε την ομορφιά της, μετρούσε τα βήματα του.
Στη γειτονιά των ανθρώπων ,στόλιζαν τα χρυσάνθεμα
τις μικρές πέτρινες αυλές,ο βασιλικός άπλωνε το άρωμα του
κυκλώνοντας την υγρασία που έμπαζε απ τη μελαγχολία του χειμώνα
Λίγα μέτρα πιο πέρα θόλωναν οι ανάσες το ραγισμένο τζάμι
Έριξε τα μάτια του στη σχισμή του,κάτι σκιές γύρναγαν
μα που να ξεχωρίσεις στο σκοτάδι ,μα ..να φως
ένα φως παράξενα δυνατό ,στο τραπέζι είχε ακουμπήσει ένα ‘’ λουξ ΄΄
Φάνηκαν τα πρόσωπα . Δύο μικρά αγγελούδια έπαιζαν γύρω του
δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο παιχνίδι.
Το φερε ο μπαμπάς και η μαμά έκλαιγε όταν το άναβαν
οι μικρές τους σκέψεις αναρωτιόταν γιατί; αφού δεν ήταν κακό
ααα... όμως η μαμά είχε μάθει με τη λάμπα κι αυτό θα την πείραξε
δεν είχαν όμως ρεύμα . Λίγο πιο κει στο καμινέτο,
άχνιζε απ την κατσαρόλα και μοσχομύριζε ο τραχανάς
τα πιάτα περίμεναν στο τραπέζι ,κι ο μπαμπάς κρατούσε στα χέρια δυο ξύλα
να ρίξει στη σόμπα να ζεσταθούν λιγο οι τοίχοι
Φτάνουνε λέει μέχρι να κοιμηθούμε . Το τρεχαλητό των μικρών ,
σβούρες που κέρδιζαν ζωή στέγνωναν τη θάλασσα των ματιών της μαμάς
κι απλώθηκε ενα λιμάνι γεμάτο πεταλούδες χαμόγελου .
Ο μπαμπάς έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά της μικρής κυρίας
να κρατήσει ζεστό το δρόμο του πηγαιμού και κείνη
που με τσαχπίνικο ύφος και με νάζι καλούσε τον μικρό της ηρωα
να αναμετρηθεί με το ύψος της καρέκλας , φάνταζε κόκκινη νεράιδα
που μόλις άφηνε σταξιές βατόμουρου να πιει το πάτωμα και να γεμίσει χρώματα.
Το λουξ άρχισε να κοιτά τις ρυτίδες .Εμπαινε μες το βρεγμένο βλέμμα της μαμάς,
χωνόταν ανάμεσα στη σκοτούρα του μπαμπά,
χαμογελούσε στα απορριγμμένα μάτια των παιδιών
ακίνητος ο χρόνος … τρόμαξε .. τι έγινε; κοιμήθηκε τόσο ; ξέχασε να ξυπνήσει;
από αυτή την γειτονιά είχε ξαναπεράσει, τις ίδιες εικόνες τις ειχε ξαναδει
ειχε πάρει τα αποτυπώματα τους
ναι ..τις ήξερε απο παλιά.Μα ήταν νιός και τώρα γκρίζαραν τα μαλλιά
γιατί και ποιοι τον πήγαν πίσω; ετούτος έμαθε να προχωρά μπροστά
ποιος τώρα τη λήθη στη ράχη του ρίχνει ξανά;
αχ.. άνθρωποι αγύρτες του κλέψαν πάλι ..τα κλειδιά!
^ λουξ - φωτιστική συσκευή επιφάνειας που λειτουργεί με πετρέλαιο
(Συλλογή - Μάτια ψυχής )
Πρόσθεσε άλλο ένα σπόρο κουκουναριού
στο ακριβό του κοφίνι
Η νύχτα του χάριζε την ομορφιά της, μετρούσε τα βήματα του.
Στη γειτονιά των ανθρώπων ,στόλιζαν τα χρυσάνθεμα
τις μικρές πέτρινες αυλές,ο βασιλικός άπλωνε το άρωμα του
κυκλώνοντας την υγρασία που έμπαζε απ τη μελαγχολία του χειμώνα
Λίγα μέτρα πιο πέρα θόλωναν οι ανάσες το ραγισμένο τζάμι
Έριξε τα μάτια του στη σχισμή του,κάτι σκιές γύρναγαν
μα που να ξεχωρίσεις στο σκοτάδι ,μα ..να φως
ένα φως παράξενα δυνατό ,στο τραπέζι είχε ακουμπήσει ένα ‘’ λουξ ΄΄
Φάνηκαν τα πρόσωπα . Δύο μικρά αγγελούδια έπαιζαν γύρω του
δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο παιχνίδι.
Το φερε ο μπαμπάς και η μαμά έκλαιγε όταν το άναβαν
οι μικρές τους σκέψεις αναρωτιόταν γιατί; αφού δεν ήταν κακό
ααα... όμως η μαμά είχε μάθει με τη λάμπα κι αυτό θα την πείραξε
δεν είχαν όμως ρεύμα . Λίγο πιο κει στο καμινέτο,
άχνιζε απ την κατσαρόλα και μοσχομύριζε ο τραχανάς
τα πιάτα περίμεναν στο τραπέζι ,κι ο μπαμπάς κρατούσε στα χέρια δυο ξύλα
να ρίξει στη σόμπα να ζεσταθούν λιγο οι τοίχοι
Φτάνουνε λέει μέχρι να κοιμηθούμε . Το τρεχαλητό των μικρών ,
σβούρες που κέρδιζαν ζωή στέγνωναν τη θάλασσα των ματιών της μαμάς
κι απλώθηκε ενα λιμάνι γεμάτο πεταλούδες χαμόγελου .
Ο μπαμπάς έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά της μικρής κυρίας
να κρατήσει ζεστό το δρόμο του πηγαιμού και κείνη
που με τσαχπίνικο ύφος και με νάζι καλούσε τον μικρό της ηρωα
να αναμετρηθεί με το ύψος της καρέκλας , φάνταζε κόκκινη νεράιδα
που μόλις άφηνε σταξιές βατόμουρου να πιει το πάτωμα και να γεμίσει χρώματα.
Το λουξ άρχισε να κοιτά τις ρυτίδες .Εμπαινε μες το βρεγμένο βλέμμα της μαμάς,
χωνόταν ανάμεσα στη σκοτούρα του μπαμπά,
χαμογελούσε στα απορριγμμένα μάτια των παιδιών
ακίνητος ο χρόνος … τρόμαξε .. τι έγινε; κοιμήθηκε τόσο ; ξέχασε να ξυπνήσει;
από αυτή την γειτονιά είχε ξαναπεράσει, τις ίδιες εικόνες τις ειχε ξαναδει
ειχε πάρει τα αποτυπώματα τους
ναι ..τις ήξερε απο παλιά.Μα ήταν νιός και τώρα γκρίζαραν τα μαλλιά
γιατί και ποιοι τον πήγαν πίσω; ετούτος έμαθε να προχωρά μπροστά
ποιος τώρα τη λήθη στη ράχη του ρίχνει ξανά;
αχ.. άνθρωποι αγύρτες του κλέψαν πάλι ..τα κλειδιά!
^ λουξ - φωτιστική συσκευή επιφάνειας που λειτουργεί με πετρέλαιο
(Συλλογή - Μάτια ψυχής )
Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018
Όσο μου μίλαγες σε άκουγα
μια μια η λέξη στην κουπαστή
Βρόχινα κύλησες στις φλέβες μου
κι από το χώμα μου βγήκε γιασεμί
Ξεδίψασε η πείνα ,
έπλυνε τα πόδια του παιδιού ,
έλουσε τα μαλλιά της ρυτίδας .
Τα ασπρόρουχα του ήλιου
έχουν το όνομά σου .
Την λευτεριά σου άνθισες
κι ένας μικρός ουρανός έγινα
να κατοικήσω με τα φτερά μου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






















