Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

Αλλιώτικοι δρόμοι

Έτοιμος λοιπόν γραβατωμένος και στη τρίχα ο Γιάννης
Το ραντεβού του για συνέντευξη στη Εταιρεία Άστρον 
ήταν στις 11.30 .Ραντεβού για δουλειά
Πρωινοί όλοι και στο πόδι χαρά κι αγωνία στο κόκκινο.

Η Αλεξάνδρα μάνα καθώς ήταν κλωθογύριζε πίσω του 
πότε με ένα κουλουράκι στα χέρια,πότε με ένα κομμάτι
σπανακόπιτα που από τις 5 το χάραμα την είχε σηκώσει,
να ναι ζεστή για τον κανακάρη της.Μη πάει μ άδειο
στομάχι το παιδί.Μαθημένη βλέπεις 35 χρόνια
τον κυνηγά από μωρό λιγόφαγος ειναι έλεγε
κι ενώ ο Γιάννης έφτανε το 1,80 κείνη πάντα
σταλιά τον έβλεπε ίσα που να χωρούσε στην ποδιά της
Η Δημητρούλα βιαστική ετοίμαζε το σάκο της 

για το σχολείο,τρίτη λυκείου φέτος άλλοι νταλκάδες
Άλλωστε το ξερε πως σήμερα απαρατήρητα
θα περνούσε μιας και η ιεροτελεστία που
βάφτιζε την κουζίνα ήταν στο όνομα του Γιάννη
Ε ρε τι σου ειναι τα χρόνια μουρμούρισε
ο Μπάρμπα Γιάννης ο παππούς.
Στα περασμένα μας ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον
για δουλειά και τώρα για δες βαδίζεις σαν λιμοκοντόρος
που πάει να βρει το σανίδι να αρχίσει η παράσταση .
Τρία χρόνια άνεργος ο Γιάννης και που δεν έψαξε .
Κα να δυο βολέματα σε ένα μπαράκι,δυο τρεις νυχτιές 

στην ταβέρνα του κυρ Θωμά μα μιας βδομάδας 
μερτικό πουθενά.Και να που κατά τύχη συνάντησε 
ο Πατέρας του τον Θοδωρή.Με τα καλημερίσματα 
άρχισαν κι οι κουβέντες.Τι κάνει βρε Παναγιώτη
ο γιος σου,σπουδαίο παιδί και αριστούχος ε; 
φαντάζομαι που θα ναι.Με ένα ειρωνικό χαμόγελο 
απάντησε ο Παναγιώτης ναι αριστούχος αλλά άνεργος .
Τέλειωσε τα ΤΕΙ στο τμήμα Ηλεκτρονικών
υπολογιστικών συστημάτων,α !! τούτο το πτυχίο 

θα έχει δουλειά του λέγανε όλοι.Όλα με τους υπολογιστές 
γίνονται σήμερα θα τον ψάχνουν.Φαίνεται όμως πως άλλη
γνώμη είχε η πραγματικότητα.Καλό το τμήμα μα πολλά
τα παιδιά που τέλειωσαν.Καλό πράμα η εξέλιξη μα να που 
άρχισε να κόβει χέρια και να δουλεύει με πλήκτρα .
Προχωρά η ζωή Παναγή του μήνυσε ο Θόδωρος
και κουβέντα στην κουβέντα από κείνες
που θαρρείς αν τις απλώσεις ,χιλιόμετρα βγάζουν
φτάσανε και στο διαταυτα.Ο Θοδωρής του είπε για την

καινούργια εταιρεία που άνοιξε ο Θανάσης.Τον θυμάσαι 
βρε τον Θανασάκη; Μήτε το λύκειο τελείωσε
μα τι τον ένοιαζε,είχε ο πατέρας του λεφτά κι ένα παλιό
εργοστάσιο τζαμιών.Άφηνε το γυαλί κι έτσι πλήθαιναν 
οι χάρτινοι αφέντες στις τσέπες .
Σαν γύρισε απ το στρατιωτικό ο Θανάσης έπιασε το νόημα 
Έγινε καταστηματάρχης ηλεκτρονικών από υπολογιστές,
παιχνίδια αναλώσιμα ότι θες . είχε βέβαια 2 υπαλλήλους

ηλεκτρονικούς να κάμουν την δουλειά του .
Μα παντρεύτηκε ο ένας και έφυγε για την Δράμα
εκεί βλέπεις είχε το σπίτι η κυρα του μακριά απ τα νοίκια
Κι έτσι χηρευε η θέση . Χηρευάμενη η θέση αδειανές 

οι τσέπες του Γιάννη ότι έπρεπε να γυρίσει ο τροχός
Συνεντεύξεις έπαιρνε ο Θανάσης πολλοί οι δουλευτές .
Να σου πω Θοδωρή ρώτησε ο Παναγής δεν πιστεύω να ναι
από αυτούς που ρουφούν το αίμα.

Αστειεύεσαι Παναγή μου;Δημοκράτες άνθρωποι ειναι
ξέρουν από πάτημα ποδιού.Καλοί άνθρωποι μα κι εσύ
πες του δυο κουβέντες .Θυμάμαι μικρός μπαϊράκι σήκωνε 
κι ούτε μύγα στο σπαθί του.Μα άλλαξαν τα πράγματα . 
Κι οι μύγες άλλαξαν τόπο και ότι από σπαθί έμεινε,
κόβει ποδάρια και μαρτυράει τα νομίσματα του καιρού.
Τα πε ο Θοδωρής μίλησε κι ο Παναγής στο Γιάννη
Να προσέχεις γιε μου να σαι ο εαυτός σου
όχι πολύ ,ίσα που να τους δείξεις τι αξίζεις μη θαρρούν
πως θα σε χωρέσουν στην κονσέρβα.Να σαι αυθόρμητος 

να λες την άποψη σου,όχι πολύ,ίσα που να σε προσέξουν
μα να φυλάγεσαι πολύς κόσμος εκεί κοίτα να αρέσεις 

σ όλους.Να σαι κύριος να φανεί η αξία του χαρακτήρα σου
όχι πολύ,μη και σε περάσουν για ξύπνιο κι αρχίσουν 

οι τρικλοποδιές .Άκουγε ο Γιάννης φόρτωσε στο νου,
όλα τα όχι πολύ και κίνησε για την εταιρεία .
Κονδυλοφόρων 8 έγραφε στο σημείωμα , 

μια μεγάλη γυάλινη πολυκατοικία είπε ο Θοδωρής .
'' ε !! κάτι μεράκια που τον περίμεναν''

Γεμάτο το αστικό αγνώστους,που αλλού γύριζε ο νους 
κι αλλού το σώμα.Βάσανα ο κόσμος ..σκληρές εποχές 
και μόνο ένα μικρό με τις πλεχτές του κοτσίδες έσκαγε
τη σιωπή από ερωτήσεις κι ανέμελα λόγια .
Γέλαγε η κοπελιά από δίπλα καμαρώνοντας 
το αγγελούδι της,που τόσα μάτια ζέσταιναν πάνω τους
την παιδική τους ψυχή. Λιγοστή διαδρομή και έφτασε 
στον προορισμό της. Κατέβηκε απ το κουτί , με τον κόσμο
απέναντι του να αναζητά το ζητούμενο στου καθενός 
τον κύκλο .Θαρρείς και κρέμονταν απ τον ουρανό 
ένα γυάλινο κτίριο που μόνο και μόνο γίνηκε 
να παρακολουθεί τα βήματα του κόσμου .
Πολυτέλειες σκέφτηκε που πάω να μπλέξω ,
εδώ ακόμη κι ο δρόμος άηχα κυλούσε.
Προχώρησε στο εξωτερικό ασανσέρ και μπαίνοντας ,

χαζεύοντας το δρόμο σκαλί σκαλί προς τα ψηλά ,
άρχισε το ταρακούνημα της σκέψης .
Ε !! εδώ θα μαι άρχοντας. Πως θα πω στη γειτονιά 

να ρθουν να με δουν.Σιγά μην πω. Εδω θα μαστε 
όλοι κύριοι. Που να φανούν τα μπλου τζιν.. απα πα..
'' πολλά δε θέλει ο άνθρωπος να ψωνιστεί''
Προχώρησε προς την μεριά που ένα καλοστολισμένο

γραφείο, καθρέφτιζε μια όμορφη γυναίκα 
και με χαμηλή φωνή λες και στη τόση ησυχία ακόμη
και το φύλλο θα ακουγόταν ρώτησε που μπορεί 
να βρει τον Κο Δημητρίου..έτσι λέγανε τον Θανασάκη.
Η ευγενική Κυρία τον ρώτησε αν έχει ραντεβού , 
δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις κι έτσι έμελλε να βρεθεί 
καθισμένος στις βαθυκόκκινες ντυμένες καρέκλες
που στέκονταν καμαρωτές για το σπίτι που βρισκόταν .
Στο μεταξύ παρακολουθούσε κάθε κίνηση που πέρναγε

μπροστά του.Απόλυτη ησυχία λες και εδώ οι άνθρωποι
δεν είχαν μιλιά παρά μονάχα τα γραπτά τους τέντωναν 
τα χείλη . Σηκώνοντας τα μάτια είδε εκείνα τα μικρά 
ματογυάλια που αδιάκοπα παρακολουθουν σε κάθε γωνιά. 
Αγχώθηκε λίγο αλλά έτσι ειναι οι μεγάλες εταιρείες 
απάντησε στο μέσα του.Επί τέλους 11.30 ακριβώς .. 
Περάστε του είπε με χαμόγελο η όμορφη γυναίκα
Προχώρησε στο μεγάλο γραφείο κι έτσι ήρθε απέναντι 

-απέναντι με τον Θανασάκη. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος
ήταν . Η συζήτηση εξελίχθηκε ομαλά δίνοντας και τις 
απαραίτητες συστάσεις για τον Κο Θόδωρο , γνώσεις κ.λ.π.
Έτσι ξεκίνησαν να μπαίνουν στην σειρά και τα θέλω

του Κου Θανασάκη για την συμμετοχή του στον κόσμο 
του γυάλινου κτιρίου .Αφού κατέγραψε ο νους του 
τις λεπτομέρειες χαιρετήθηκαν με μια ψυχρή
χειραψία και ο καθένας στο δρόμο και στον πάγκο του

που λένε.Περπάταγε να βρει την στάση της επιστροφής
κι ο νους του μάζευε στη σειρά,κείνα τα ματογυάλια 
απ το ταβάνι που νυχτερίδες τις έκαμνε .
Την άοσμη μυρουδιά των λουλουδιών σε κάθε 

μάρμαρο που θύμιζε άφωνη χρωματωσιά . Ένας κόμπος 
έκατσε στο λαιμό του,μα λαγός ο νους κι ως τρέχει 
του φερε στα μάτια κουστούμια που χόρευαν πάνω του,
κι εκείνο το στητό ύφος σα μπαστούνι κι έτσι άλλαξε 
το σκηνικό της σκέψης . Καμαρωτή ,ένοιωσε με μάτια 
που κόλλησαν τα τσίνορα ακίνητα προς τα πάνω,
τραβώντας και τη μύτη όλο και πιο ψηλά.

''αχ και πως αλλάζουν οι καιροί'' 
Το βάδισμα της επιστροφής στη γειτονιά έμοιαζε να χει ένα αχνό παρελθόν .Τα σοκάκια της όμως μαρτυρούσαν γέλιο , αγνότητα κι εκείνες οι ροζ μπιγκόνιες στο πιθάρι έσταζαν βάλσαμο αδερφικό . Ο μικρός καφενές
με τα ασπρομάλλικα μαλλιά ασκούσε όλη την πολιτική 

του κόσμου στα μπλε του παράθυρα. 
Τι τάχατες θα γιόρταζε η αυλή μήτε που το ξερε .
Στο άνοιγμα της πόρτας, καθισμένοι γύρω απ'
το τραπέζι καθόταν η οικογένεια,
περιμένοντας με λαχτάρα το μίλημα του .
Με το πέρασμα στο δωμάτιο ακούστηκε ο παππούς . Άιντε παλικάρι μου μας έσκασες . Κι ήταν τόσο κυματιστή η φωνή του που από σπάργανα έβγαινε . Τράβηξε μια καρέκλα πλάι του .Ναι την πήρα την δουλειά φώναξε από αύριο ξεκινώ κι άρχισε να ιστορεί τις εντυπώσεις του. Κρέμονταν απ τα χείλη του και στις μικρές του παύσεις, τρέχαν τα ερωτήματα . Πως τούτο τι το άλλο , κι ύστερα άνοιγε μια περγαμηνή που κρατούσε τις εντολές στο σωστό μονοπάτι . Γιόρτασαν στρώνοντας το τραπέζι με πλιγούρι ,λίγο κρέας κοκκινιστό,και μπόλικο χύμα κρασί . 

Το άξιζε μωρέ τούτη η μέρα τόση χαρά τους έδωκε. Μετά το φαγοπότι ένας ηλιόλουστος ύπνος τους έμεινε να ξαποστάσει ο νους απ τις αδάμαστες σκέψεις που μια στο λιβάδι τρέχαν μια φανέρωναν το πείσμα τους σε ένα ερωτηματικό . Το απόγευμα ο Γιαννης συναντήθηκε στο μικρό καφέ μπαρ με το Διονύση . Παιδικός φίλος και πάντα πλάι του . Με ένα πλατύ χαμόγελο ήταν η αγκαλιά του Διονύση με ένα μαζεμένο χέρι η δική του . Αδερφέ 
τι έμαθα; μπράβο μπράβο πολύ σε χάρηκα . 
Ε καλά θα δούμε χλιαρή απάντηση του Γιάννη .
Ξεχρέωσαν κάνα δυο ώρες στα λόγια της παρέας και κίνησε πάλι για το σπίτι . Στο νου του βασίλευαν κείνες οι πλουμιστές εικόνες κι ήθελε να ξεκουραστεί να χωρέσει αύριο μέσα τους και να μείνει εκεί.
Πρώτο πρωινό κι αφού κουρντίστηκε το μπλε κουστούμι που χε από το γάμο τς ξαδέρφης του της Ευδοκίας κίνησε για το γυάλινο κτίριο.
Η πρώτη μέρα του πέρασε με χειραψίες , συστάσεις , την γνωριμία του με το χώρο που θα εργάζεται ,τα αντικείμενα μήτε που κατάλαβε πως τέλειωσε ο χρόνος . Ξεφύλλιζαν οι μέρες τα κιτάπια τους βολεύονταν κι ο Γιάννης και κύλαγε το ρυάκι της καινούργιας ζωής .
Σιγά σιγά πλήθαιναν τα ρούχα της ντουλάπας έβγαινε κι ο Γιάννης με νέες παρέες κι άρχισε να χάνεται απ την παλιά γειτονιά . Τον γύρευε ο φίλος ο Διονύσης μα πάντα κάτι άλλο του βγαινε και δεν προλάβαινε να βρεθούν .
Ώσπου μια μέρα έσκασε στη γειτονιά το βόλι πως ο Γιάννης θα μετακόμιζε στο κέντρο . Ήθελε λέει πια σπίτι κοντά στη δουλειά κουράζονταν με το λεωφορείο . Τώρα δα που είχε και το αμάξι του δύσκολα τον κρατούσε η αυλή . Του τηλεφώνησε ο Διονύσης για να του πει , φίλε να ρθω να βοηθήσω στη μετακόμιση . Μπαα όχι του απάντησε ξερά ο Γιαννης.
Θα τα κάνει όλα η μεταφορική και με ένα στεγνό ευχαριστώ του έκλεισε το τηλέφωνο . Πόσες φορές προσπάθησε ο Διονύσης να τον συναντήσει.
Μα ο Γιάννης ήταν πια περιζήτητος κι άξιος κομπιουτεράς . Η Άστρον τον είχε το δεξί της χέρι και τούτος δε της χάλαγε ποτέ χατίρι αφού γέμιζε με κάνα δυο καρυδότσσουφλα παραπάνω τις τσέπες του .
Όχι πως έπαιρνε κανένα βαρβάτο μισθό ίσα που του έφταναν να φαίνεται αξιοπρεπής.
Μα σαν έλεγε Αστρον Α.Ε. κατέβαζε ακόμα κι ο ουρανός τα μάτια και κείνος πως να σκοντάψει πάνω στα μικρομάγαζα που κάθε βράδυ ένα παράπονο έσταζε στα κεπέγκια τους . . Κάποιες φορές θύμωνε με το ρολόι

που μετρούσε ακόμα και το κατούρημα του , με το μελάνι 
που όταν στέγνωνε στη σφραγίδα του, έπρεπε
να δικαιολογήσει πως έγινε αυτό και να προσέχει να κάνει 
λίγο οικονομία,να σταματά στην καλημέρα και ύστερα 
στο γεια γιατί κάθε χαμένος χρόνος κόστος έβγαζε 
κι έπρεπε να μετρά το ξόδεμα για το καλό της εταιρείας
μα..μεγάλη ιστορία η Άστρον
'' αξόδευτα του όνειρα και που να κοιμηθούνε ''
Η γειτονιά παρ όλες τις μικρές αλλαγές ,όπως το μεγάλωμα του σπιτιού του Διονύση που έχτισε δυο δωμάτια και μια μικρή κουζίνα πάνω από το πατρικό τους παρέμεινε ίδια . Βλέπεις το δικό του πτυχίο ήταν Μηχανικός Δομικών έργων κι έτσι αυτά που χρειαζόταν ήταν χρήματα για τα εργατομεροκάματα και υλικά . Λίγο 
οι οικονομίες των γονιών του ,λίγο οι δικές του από την τεχνική εταιρεία που συνεργαζόταν, κάτι τυχερά που έβγαιναν στο δρόμο με λιγοστές ανακαινίσεις, ένα μικρό σπιτάκι το κατάφερε. Μα σήμερα ακόμη κι ο βασιλικός στις αυλές είχε στήσει το μπόι του να απλώσει η μοσχοβολιά του. Οι μυρουδιές από ψημένη ζύμη και το βράσιμο από γλυκό του κουταλιού έπιαναν τις μύτες με ένα κλωνάρι 
απ άκρη σ άκρη.Σήμερα είχαν χαρές. Από τα παράθυρα έβγαινε ένα χαμόγελο ίσα με τον ήλιο και κείνες οι μουσικές μέλισσες τριγυρνούσαν πέταλο στο πέταλο να αρμενίσουν οι νότες στα περβάζια , να πετάξουν στα κεραμίδια , φτερά στον άνεμο στα πλήκτρα του τραγουδιού .Ήταν τ αρραβωνιάσματα του Διονύση
με την Αθηνά κι όλα γελούσαν .Μέρες πριν ο Διονύσης 
μίλησε στο τηλέφωνο με τον Γιάννη να τον καλέσει.
Θα προσπαθήσω του είχε πει . Στεναχωρήθηκε για λίγο 
ο Διονύσης μα σαν έφερε στο νου την Αθηνά όλα ξεχάστηκαν.Ο Παναγής μίλησε κι αυτός με το γιο του . 
Από παιδιά είστε μαζί του είπε ,γίνεται να λείπεις; Μέσα του ήξερε κι αυτός πως δε θα ρθει. Πάει καιρός που και σε κείνους ακόμη δεν ήταν ίδιος . Τους επισκέπτονταν που και που , πάντα με γεμάτα χέρια δε λέω σκέφτηκε, μα αυτό του λείπε; Το γέλιο του μωρέ ..αυτό λαχταρούσε.Κι ύστερα ποιος άκουγε πάλι τη γκρίνια 
της κυρά Αλεξάνδρας;Κείνο το μαθημένο πια μας ξέχασε. 
Και τι να της πει . Όχι πως δεν έβρισκε δικαιολογίες μα να καμιά φορά κόμπιαζε κι ο ίδιος Ας είναι καλά το παιδί έλεγε . Κι εκεί σφράγιζε τα χείλη κι η Αλεξάνδρα 
Ο Αρραβώνας έγινε, ο χρόνος κάθε μέρα έκαιγε 
κι ένα σπίρτο του,ο Διονύσης προχωρούσε τη δουλειά του,
σιγά σιγά πήρε κι ένα δεύτερο πτυχίο Βιομηχανικού
σχεδιασμού ,δούλευε και σαν ωρομίσθιος εκπαιδευτικός,
ε! με δύο δουλειές τα κατάφερνε να στρώνει τη ζωή του
όπως χτίζουν τα όνειρα . Νερό στο φτερό και χώμα 
στο αυλάκι. Η Άστρον Α.Ε. μάζευε λεφτά ,ο Γιάννης 
στο πόστο του κι ένα πρωινό του ανακοινώθηκε πως
η εταιρεία θα κάνει σεμινάριο και πως κάποιος πολύ 
σπουδαίος θα ρθει να τους ενημερώσει . 
Μέσα σε όλα θα πρότεινε και νέες υποδομές ηλεκτρονικών συσκευών για επαγγελματικούς χώρους . Καθόλου δε του άρεσε του Γιάννη μέχρι τώρα ο Θανασάκης για ότι ήθελε ρωτούσε εκείνον .
Τώρα τι; θα τον παράβλεπε για να ακούσει κάποιον ξένο;
Είχανε γίνει φίλοι τρώγανε μαζί ,στις αγορές για την εταιρεία ήταν ο πρώτος ακόλουθος του . Τώρα τι; Το σημερινό διάλειμμα της μισής ώρας θα το αφιέρωνε σ αυτό . Δεν θα περνούσε έτσι θα μιλούσε τον Θανασάκη
Δωδεκάμισι με μια το μεσημέρι το διάλειμμα. Το στομάχι του γουργούριζε απ την πείνα και ως τις πέντε τ απόγευμα που θα σχολούσε πως θα κρατιόταν. Μα δε βαριέσαι μια μέρα ειναι αλλά θα το λύσω το θέμα σκέφτηκε. Ρώτησε τη Μάγδα την ιδιαιτέρα του Κου Δημητρίου αν είναι μέσα κι αφού εκείνη με ένα νεύμα του απάντησε ναι ..προχώρησε στο γραφείο του . Άρχισε να τον ρωτά για την χρησιμότητα του σεμιναρίου προσπαθώντας να του θυμίσει πως μέχρι τώρα όλα τα λέγανε αυτό γιατί το έμαθε τελευταίος; Γιάννη μου καιρό τώρα σκέφτομαι την επέκταση της Άστρον βρέθηκε και ο κατάλληλος χώρος και μιας και το αλισβερίσι μας με το εξωτερικό καλά κρατεί θα αρχίσουμε να εισάγουμε ανταλλακτικά και θα συναρμολογούμε εδώ ,κάποια παιδικά παιχνίδια ηλεκτρονικά ,με τη φίρμα της Αστρον Μάλιστα σκέφτομαι να σε βάλω στο πόστο αυτό εσένα μιας και κατέχεις σωστά το επάγγελμα . Δουλειές Γιάννη μου δουλειές εξελισσόμαστε . Στην συζήτηση μπήκε και ο τόπος . Το Λευκοχώρι μια ώρα διαδρομή από την Άστρον . Ένα παλιό εργοστάσιο ήταν το ψευτοφτιάξαμε 

θα ακούσουμε τις προτάσεις του Κου Αυγερινού για τις εγκαταστάσεις και ξεκινάμε 
Ο Γιάννης ένιωσε να χάνεται η γη κάτω απ τα πόδια του .Κάλυψε τα μάτια του με ένα χαμηλωμένο βλέμμα και για να μην φανεί η ταραχή του ένα ωραία...τα ξαναλέμε ,είπε στον Θανασάκη . Να προλάβω να τσιμπήσω κάτι. Βγαίνοντας απ το γραφείο νόμιζε θα σωριαστεί .
Με γρήγορα βήματα έφτασε στο δικό του χώρο . Κάθισε σαν από κουρασμένος χρόνια κι έβαλε τα χέρια στους κροτάφους του .Τι να πρωτοσυμαζεψει στις σκέψεις του .
Ο σπουδαίος Κος Αυγερινού ήταν ο φίλος του ο Διονύσης που είχε χρόνια να δει . Το εργοστάσιο μια ώρα δρόμος, αμ τ άλλο ; υπεύθυνος παιδικών παιχνιδιών σε ένα παλιό φτιαγμένο κτίριο;
'' τροχός η ζωή κι αλίμονο σ αυτόν που μόνο ίσια κοιτά'' 

Να που έφτασε η μέρα κι ήταν τόσο αγχωμένη που ο ιδρώτας της έτρεχε καταμεσής της σκέψης . Θα συναντούσε τον παλιό του φίλο .
Κάποιες σκυφτές ενοχές γύριζαν γύρω του μουρμουρίζοντας στιγμές που δεν γνώρισε  Θα του μιλούσε άραγε; εδώ που τα λέμε θα είχε τα δίκια του να κάνει πως δεν τον γνώριζε .Μα δεν ήταν τέτοιος ο Διονύσης ..μήπως εκείνος ήταν;
Μια ελαφρόπετρα έκατσε στο νου του κι εκείνος βάζο με λουλούδια την είδε . Μπας και δεν αγάπαγε τον Διονύση; τόσες ζωές μαζί . Σβούριζαν άηχα ,τα λόγια του

στο στέρνο του κι ο Γιάννης που θα πρεπε να σκέφτεται 
τώρα την αίθουσα,το έδρανο ,τα λόγια στο μόνο 
που σεργιανούσαν ήταν στο παιδί που ξύπνησε μέσα του.
Τα χέρια του νιούτσικα κλαριά που πασπάτευαν το χώμα 
να φανούν τα μπόλια τους .Ο βυθός της ματιάς του 
ένα ξεπεταρούδι κύμα που ωκεανός ήθελε να μοιάσει .
Γυμνές φυλλωσιές του που νόμιζαν πως αν ξεχωρίσουν το δέντρο θα φανεί στο ξέφωτο το δάσος . Ύστερα πάλι γέμισε τη θωριά του με κείνο το Λευκοχώρι
Α !! τούτη η διαδρομή πως μύριζε πρασινάδα κι οι λεύκες που πλάι απ το δρόμο στεκόταν μες το μισό του χειμώνα, πως ίσκιοι να κρατιούνται τα πουλιά γίνονταν .
Το μικρό παλιό γεφύρι φόρτωνε κομμάτια πάγου να νοτίζουν τα σπασμένα καλάμια . Κι έπειτα τι; λίγο το χεις 

να φτιάχνεις παιχνίδια ; πόσα τρυφερούδια θα αγγίξουν
τη χαρά ,θα παίξουν με το τρεχαλητό, θα κρυφτούν
μέσα σε ένα σιδερένιο μικροσκοπικό τζιπ να ταξιδέψουν .
Άσε που δε θα είχε πια τα ματογυάλια 
να ψαχουλέψουν 
τη σκιά του.Θα μπορούσε βρε αδερφέ να φτερνιστεί 
δίχως να τρομάξει το πάτωμα στη σιωπή του . 
Πέντε - έξι νοματαίοι θα ήταν εκεί θα άκουγε 
το γέλιο τους .Και τ' άλλο; δεν θα χρειαζόταν πια 
κουστούμια κι έτσι τα τζιν του θα κράταγαν στις τσέπες 
για κάτι που θέλει να χαρεί .Όλα σήμερα ήταν αλλιώς . 
Ίσως ο ερχομός του Διονύση να έβγαλε απ τον λήθαργο 
κείνα τα μικρά καμπανάκια που κουβαλούν όλα 
τα μυρωδάτα ξόρκια της αγάπης. Όχι πως θα χάριζε 
στην ΆΣΤΡΟΝ Α.Ε. θα τα έπαιρνε τα δίκια του .
Μα τώρα ήξερε τι θα χε για μπροστάρη .
''Το παλεύεις το δίκιο δε το περιμένεις ψιθύρισε'' .
Η ώρα πλησίασε . Στρώθηκε σε μια καρέκλα

από τη μπροστινή σειρά απ τους πρώτους . Σε λίγο
φάνηκε από την πόρτα της αίθουσας εκδηλώσεων
ο Κος Δημητρίου με τη συνοδεία του .Με απλωμένο 

το χέρι σαν άλλος ξεχασμένος ιππότης έκανε ένα νεύμα
στο διπλανό του ..περάστε .
Ο Διονύσης ..ο δικός του Διονύσης . Η καρδιά του κόντευε

να σπάσει τα έχασε .Τι θα κανε πως θα του μιλούσε; 
Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω του
Ένα λαχανιασμένο περπάτημα έκανε κρότο .
Ο Διονύσης έκανε πιο γρήγορο το βήμα στο 

αντίκρισμα του και νατονε .Με μια δυνατή αγκαλιά
κι ένα χτύπημα στην πλάτη ,όπως τότε όπως παλιά
τα πάντα λύθηκαν. 
''Πόσο φτωχά είναι τα λόγια καμιά φορά ''. 
Ο Θανασάκης έμεινε αποσβολωμένος . Κάποια στιγμή
που βρήκε την αυτοκυριαρχία του ρώτησε .. μα γνωρίζεστε;
Μα είμαστε φίλοι απάντησαν και οι δυο με ένα στόμα .
Και πόσο χαρούμενο ακούστηκε που ξέσπασαν σε γέλια .
Σε λίγο το σεμινάριο άρχισε . Ο Κος Δημητριου προλόγισε τα αναμενόμενα οφέλη της εταιρίας κι ύστερα έδωσε τον λόγο στον Διονύση . Ο Γιάννης παρακολουθούσε το φιλαράκι με καμάρι χαμογελώντας ως το μεδούλι του .
Το τέλος του σεμιναρίου τους βρήκε μαζί στην έξοδο να κουβεντιάζουν τι ώρα θα βρεθούν στο παλιό στέκι . Καινούργια αρχή λοιπόν.
Πόσες αρχές έχει άραγε ετούτη η ζωή και πως μπερδεύει η κλωστή την άκρη της να δει που είναι η δύση και που η ανατολή .
Μα να που ότι δεν βρίσκει λόγο μέσα στα πόδια σου σιωπή
μια στιγμή και μια αγκαλιά γίνεται όλον και ζωή , νόημα και αξία η αληθινή φιλία. 


lena Monastiriotou




Ασίγαστο πουλί


Από ένα Α κεφαλαίο
ξεκινάν όλα
κι εσύ μια Κυριακή 
που βυζαίνει κόκκινο ήλιο

της νιότης ασίγαστο πουλί
σπόριασες κι άνθισες ζωή
να τραγουδά
σ' ατέλειωτη γιορτή !


Σάββατο 3 Αυγούστου 2019

Άγραφο ποίημα

- Πως να ξεχωρίσεις την ποίηση από την ποίηση

- Δυο λευκά σύννεφα μόνο πως ήπιαν τόσο ουρανό

- Εκεί επάνω στις νότες ακόμη μιλούν τ ανείπωτα

- Ποτέ δε χόρτασαν τα χείλη τους σιωπή

     κι έμειναν να διαβάζουν το ποίημα στο βλέμμα
       πως ρόδισε η νύχτα στο φως του !

Παράθυρο με θέα

Όμορφο σούρουπο 
Έμεινα να κοιτάζω το κτενάκι της μέρας . 
Σιγά σιγά έκλεινε τις περσίδες του
Μια γλυκιά μελωδία φυσά
το χρυσοκόκκινο του καλοκαιριού 
Σιωπηλός με κείνη την φωνή των ματιών σου
άνοιξες το παράθυρο να μπουν τ αστέρια
Παίζοντας με τα χέρια μου 
σου φτιάχνω χελιδόνια . 
Είδες δεν έφυγαν σου λέω .
Γέλασες με κείνα τα μήλα στο πρόσωπο
να στάζουν φύλλα γιασεμιού 
Πάμε; σε ρώτησα. Μου δωσες το χέρι
δίχως να με ρωτήσεις που.
Τόσος ουρανός τόση γη 
κι ένας απέραντος δρόμος 
να περπατήσει η αγάπη
Για δες σμίξανε τα παραθυρόφυλλα 
και κάνει τόση ζεστασιά !


Περί ισοτιμίας ο λόγος

Καταμεσήμερο κι η ντάλα έκαιγε τα μπαλκόνια
φουσκώνοντας άλλη μια φορά την ανάσα
του καλοκαιριού . Το μήνυμα στάλθηκε
και στις τέσσερις και ήταν ένα σαφές ερώτημα
Θα συντονιστούμε ποτέ να πάμε για έναν καφέ;
Αποστολέας Ρηνιώ . Παραλήπτες Μαρία , Δήμητρα
Γιώτα , Αντιγόνη . Συμμαθήτριες από το γυμνάσιο
και οι πέντε. Μεγάλωσαν . 
Διαφορετικές πια οι ζωές τους
μα τούτος ο κρίκος καλά κρατούσε. Αγώνας που νικήθηκε
και από τις πέντε κι ας ήταν άλλες πια.
Κείνα τα μολύβια που έγραφαν είχαν γερές μύτες κι έτσι
χαράκωσαν δεμένα τα χέρια τους στο δέντρο . 
Μίλαγαν στο τηλέφωνο όποτε μπορούσαν μα βρε αδερφέ
η Ρηνιώ είχε πεθυμήσει πια τα πρόσωπά τους . Κείνες τις 
γκριμάτσες που θαρρείς και φορούσαν τις εποχές σε κάθε
μια χαραμάδα στα μάτια στα χείλη.Είχε πεθυμήσει
τα χέρια τα χορευτάρικα που γυρνοβολούσαν τα δάχτυλα
να σκιτσάρουν το φόρεμα της έκφρασης .Μάλιστα σήμερα
το Ρηνιώ μόνιμο πειραχτήρι της παρέας είχε αποφασίσει 
πως αν απαντούσαν στο μήνυμα της,θα τις έλεγε 
για το θέμα συζήτησης της συνάντησης του.
Α!! το διαδίκτυο τεχνολογία παιδί μου. 
Όπου και να σαι τσουπ θα σε βρει . Δε μπορείς να μιλήσεις 
γράφεις σαν εκείνα τα σήματα μορς ένα πράγμα 
που δείχνανε το σήμα τους ακόμα και πίσω απ τα 
γράμματα.Καπνοί που πιάναν από ένα άκρο του ορίζοντα
για να βρεθούν στη μέση του κύκλου .
Ζέστη κι απέναντι της η θάλασσα πλατσούριζε στα κορμιά
των ανθρώπων δροσίζοντας ακόμα και την τελευταία
στάλα του ιδρώτα . Τα βλέφαρα της άρχισαν να παίζουν 

πάνω κάτω σκιτσάροντας μια μια τις αγαπημένες φίλες .
Η Μαρία μαία στο επάγγελμα δούλευε σε ένα δημόσιο
νοσοκομείο έχοντας φτιάξει μια οικογένεια που 

ανάμεσα στα πόδια της έπαιζε ένα μικρό κατάξανθο 
αγγελούδι,δυόμιση χρονών η Ναταλία.Όμορφη κοπέλα
η Μαρία κι ο Μιχάλης όμορφος α!! όλα κι όλα ταιριαστό 
ζευγάρι.Ακόμα κι η Ρηνιώ που υπεραγαπούσε 
την κολλητή της κι όλοι της φαινόταν λίγοι πλάι της,
από την εφηβεία τους το παραδέχονταν.
Η Δήμητρα βρεφονηπιοκόμος σε ιδιωτικό
παιδικό σταθμό φρεσκοπαντρεμένη πάνω στα μέλια
και στις αγκαλίτσες με το Γιώργο της.
Μια συνηθισμένη κοπέλα συνεσταλμένη και ήσυχη . 
Η γαλήνη της παρέας.Η Γιώτα πρόσφατα άνεργη 
από την εταιρεία που δούλευε σαν ρεσεψιονίστ
ξέρεις από αυτές που ακούν τα πάντα και πρέπει 

να ξέρουν τα πάντα κάτι σαν μικροί θεοί ας πούμε. 
Ευτυχώς μόνη.Κοίτα τώρα φτάσαμε να λέμε ευτυχώς 
άλλα ένα στόμα εκεί πάει το ευτυχώς όλα τα άλλα λες 
και δεν ειναι ζωή . Τέλος πάντων δε θέλω γκρίζο
πάνω της σκέφτηκε η Ρηνιώ.Η Δήμητρα ειναι ένας
άνθρωπος έξω ψυχή που λένε . Πάντα ένας καλός 
λόγος θα ριχνε τη μπίλια του στο τραπέζι να πεταχτούν 
πεταλούδες.Και η τελευταία της παρέας η Αντιγόνη 
ειναι αυτό που λένε μπουμπούκα μου και τ αγκαλιάζεις 
για αυτό το ύφος το παιδικό το ονειροπαρμένο, 
το λίγο δεν πατώ στη γη κι αυτά τα μάτια της 
δυο θάλασσες σ ωκεανό.Η Αντιγόνη ζωγράφος εχει κάνει
ενα δώμα του σπιτιού΄της εργαστήρι κι ανάβει τα φώτα 
του φεγγαριού πετώντας τις πινελιές της .
Είναι σε μια σχέση πρόσφατη με τον Μηνά όμορφα μαζί.
Μα ακόμα η παρέα δεν εχει δώσει τα διαπιστευτήρια 
της έγκρισης αφού ακόμα κι εκείνη το ψάχνει. 
Η Ρηνιώ κοίταξε το ρολόι της.Να πάρει η ευχή 
πήγε μια το μεσημέρι κι έπρεπε να αρχίσει να ετοιμάζει
το φαγητό. Θα γυρνούσαν από τη θάλασσα ο Μίλτος 
με τα παιδιά ξελιγωμένα απ την πείνα.Στις διακοπές 
ανοίγει η όρεξη λένε .Εκείνη σήμερα δεν πήγε μαζί τους
ήθελε λίγο τη Ρηνιώ σε ησυχία . Όλο το χρόνο όρθια 

σε ένα πολυκατάστημα ε!! δεν της ανήκει 
και λίγο διακοπή στις διακοπές;
Κλείνοντας τον υπολογιστή που ξεχασμένος 

άναβε τη λάμπα του στις σκέψεις της, άφησε να φύγει
απ το στόμα της ενα .. Άντε κορίτσια να σας δω. 
Κάτι θα περίσσευε απ την ώρα το χρόνου και θα έβλεπε
τις απαντήσεις τους . Τώρα όμως στη μελωδία 
του μεσημεριανού .Μόνο στη σκέψη με την καινούργια
σκαρωσιά της για το θέμα της συνάντησης ένα ζεστό
χαμόγελο ξεδίπλωνε απ τα χείλη της
Αχού !! γλέντια που θα ακουστούν ..

Περασμένες έντεκα πια.
Τα παιδιά κουρασμένα απ το τρεχαλητό 
των παιχνιδιών βρισκόταν στο κρεβάτι τους
απολαμβάνοντας την αγκαλιά της γλυκόλαλης νεράιδας
που βασίλευε στα όνειρά τους . Ο Μίλτος είχε 

ακολουθήσει μια μικρή αντροπαρέα για μπυρίτσα .
Γέμισε ένα ποτήρι με χυμό φράουλας άπλωσε τα πόδια
στη μπροστινή της πολυθρόνα κι άνοιξε το παράθυρο
του λάπτοπ . Τα μάτια της ξέφυγαν για λίγο
πέφτοντας πάνω στο μεγάλο λευκό πανί
του θερινού κινηματογράφου που βρισκόταν απέναντι
Ιστορίες του μικυ μαους χόρευαν στο πανί
άρχισε να γελά . Πόσες και πόσες ώρες ξοδεύτηκαν
φωτίζοντας τα μάτια της η χαρά βλέποντας τούτους
τους μικρούς ποντικούς να μοιράζονται τις σκανταλιές 

τους,να αγαπούν το χορτάρι που παιζε στα βήματα τους
τις απρόβλεπτες γκάφες του ντόναλτ να συγχωρούν

όλα τα λάθη και σε μια αγκαλιά να παίζει το δοξάρι
της παρέας.Χωμένη στην αγκαλιά του μπαμπά
μύριζε το γέλιο τους στο στόμα της κι εκείνος ένα γινόταν
παιδί και κρύβονταν στην αγκαλιά της.
Οι φράουλες απ το φουστάνι της εσπαγαν στον ουρανίσκο
κι εκείνα τα κεράσια σκουλαρίκια τα φορούσε 

στήνοντας το μίσχο της στα τακούνια της μαμάς . 
Τα παπούτσια της τώρα μύριζαν τις πατούσες
των δικών της μικρών σβούρων. Τα δάχτυλα μεγάλωσαν
κι έγιναν αγκαλιά να ρουφάν τις μικρές πινελιές

των χυμών της.Η γνωριμία της με τον σύντροφό της 
ένας μικρός πόλεμος.Αλλιώς ειναι οι άνθρωποι 
κι αυτό τους κάνει πιo όμορφους
κι αγνάντι από το λόφο περίμενε ένα φιλί .
Να μάθει το δρόμο του να γνωριστεί με την αυλή της
να πετάξουν τα πρέπει να διώξουν τα τάχα να μείνουν

γυμνοί φορώντας μονάχα μια λωρίδα που να χωρίζει 
τον κόσμο από κείνους.Να μπορεί να βλέπει το βλέμμα 
ακόμη κι αν ήταν θολό.Ένα συμπλήρωμα των δυο τους
που να μη δείχνει κανένα μισό τοπίο
Πόσες γραντζουνιές φόρεσαν μέχρι να ρθει κείνο το ρόδι
να δείξει τους σπόρους του . Σπορά σπορά 

σε ένα κήπο καρδιάς.Και τι όμορφα που πέταγαν 
τα χελιδόνια κερδίζοντας τον ουρανό πλεγμένα 
στα δάχτυλά τους.Να περπατάς μαζί στον ίδιο ήλιο 
με ξέχωρα φτερά μεγάλο πράγμα.Μήτε το όρος μήτε
η κατηφοριά διστάζουν στο κολύμπι της ίδιας θάλασσας
Ωχου !! ξεχάστηκε . Α! νάτο το πρώτο μήνυμα .
Γυρίζω την Πέμπτη . Είμαι μέσα κανόνισε το

με τις άλλες Γιώτα. Ε ναι !!το ήξερε πρώτη θα απαντούσε
η Γιώτα δεν είχε υποχρεώσεις.
Υποχρεώσεις τι άχαρη λέξη λες και μιλάς 

για καταναγκαστικά έργα.Κι όμως όσα κάνεις 
ειναι όσα θες όσα αφήνεις εσύ κι αυτά που αγαπάς
εκτός κι αν τα λένε εργασία . Εκεί άλλος ο εργολάβος.
Άντε κορίτσια να μαζευόμαστε επιτέλους ..ψιθύρισε
Τα κλειδιά στην πόρτα έφερναν το Μίλτο .
Τι ωραία που μύρισε η βραδιά αγάπη !!

Σε αναμονή λοιπόν αφού απάντησε η Γιώτα 
θα ξετσούμιζαν και οι άλλες σιγά σιγά
βγαίνοντας από την κυψέλη τους σαν μικρές
μελισσούλες που έμαθαν να ζουζουνίζουν
στο τριαντάφυλλο της φιλίας.
Η Γιώτα μια γυναίκα που πάλεψε να αποδείξει
πως ειναι άνθρωπος . Φέρνοντας στο νου
τα πρώτα χρόνια της δουλειάς στην εταιρεία '' Βαβυλών ''
Ανδροκρατούμενος χώρος βλέπεις τότε το

να είσαι λογιστής απαιτούσε μυαλό .
Και άντε να το βρεις στις γυναίκες.Αυτές για κανα δυο 
κουτσούβελα ήταν ή για κάποια πρόσοψη
βιτρίνας προσελκύοντας τον κόσμο .
Είδε και έπαθε να καταφέρει να μην πατήσει

τις μπανονόφλουδες. Να μάθουν να την αποκαλούν 
με το επώνυμό της και μόνο οι λίγοι που εκείνη,
διάλεξε να φωνάζουν το όνομά της. Μα μήπως 
κι οι γονείς της που μεγάλωσαν σε φτωχούς καιρούς
δεν τραβούσαν το τιμόνι ρίχνοντας βάρος στη βάρκα της .
Παντρέψου παιδί μου να ησυχάσεις . Λες κι ο γάμος 

ήταν η λύτρωση όλα ωραία όλα ανθηρά .
Μα σε κείνη δεν είχε κάνει το κλικ που θα την έδενε 
με ένα άνθρωπο που να ξυπνά και να κοιμάται 
στην ίδια γωνιά. Ελεύθερος άνθρωπος ..τι αστείο
πόσο ελεύθερα να αναπνεύσεις ανάμεσα σε καπνούς.
Μα κείνη είχε το τρόπο της . Μετέφερε την άνοιξη 
ακόμα και στα χιόνια. Δυνατός άνθρωπος.Στα μάτια γυρνά
η εικόνα από κείνο το βράδυ ,που διηγώντας μας 
το περιστατικό τα γέλια μας έφταναν στα κλαδιά 
του δέντρου και σαν πολλαπλασιαστές άνοιγαν φύλλα
στο χώρο της ψυχής .Που λέτε πάω να πιω ένα ποτό 
στο μπαράκι της γωνίας εχει μια πανέμορφη τραγουδοποιό
με μελωδικότατη φωνή που με μαγεύει . 
Μπαίνοντας στο μπαρ νιώθω εκείνο το γυναίκα μόνη
ψάχνει.Όχι βρε αδερφέ άνθρωπος θέλει να ακούσει 
το τραγούδι.Στο δίπλα τραπεζάκι τρεις τύποι 
σεργιανούσανε στο τριγύρω . Σε λίγο μου ρχεται
ένα σφηνάκι από τον κύριο μου λέει η κοπέλα 
με το δίσκο. Στον κύριο της απαντώ με επιστροφή .
Βρε φίλε αν ήθελα κάποιον να με προσέχει θα τον 
είχα μαζί .Μα μη νομίζεται όχι μονάχα οι άντρες 
α!! να είμαστε δίκαιοι.Στο απέναντι τραπέζι μια παρέα
γυναικών γεμάτο κους κους και τρέλα φανέρωναν 
τα μάτια τους πάνω μου . Αχ πως την ξέρω αυτή τη σκέψη
της άβουλης γνωριμίας με το σώμα . Απ το λυπητερό ύφος στο εκείνο αχ η καημένη που έμενα μου ίσιωνε το μαλλί από σγουρό που ήταν, μέχρι το
τι θέλει τώρα μόνη καμία από αυτές θα ειναι . 

Όμοιες των ομοίων.Το τι γελούσα μέσα μου δεν λέγεται .
Όχι όχι δεν ήμουν από κείνες που άμα πατήσουν
ένα αντρικό φύλλο σηκώνουν παντιέρα .
Το χέρι χέρι ειναι το φυλαχτό μου μα να πάρει,

τώρα θέλω να κεράσω τον εαυτό μου .
Να τον βγάλω βόλτα να ξεκουράσω 
τα πόδια της μέρας μου.Σε λίγο μια όμορφη ξανθιά 
κοπέλα με ρωτούσε .Έχετε μήπως αναπτήρα;
Με χαρά έδωσα τον αναπτήρα στην κοπέλα. 
Ευχαριστώντας με έκατσε στο μπροστινό τραπεζάκι . 
Στάνιαρα που λένε κι ένα χαμόγελο πήρε το μέρος
της καρδιάς ψελλίζοντας ειρωνικά . Δυο γυναίκες μόνες
Η αγγελική φωνή της Δάφνης σκόρπισε κάθε σκέψη μου

και ξαναγύρισα στο αρχικό μου στάδιο . Άνθρωπος.
Αχ η Γιώτα τι όμορφη ψυχή ένας κρίκος που έδενε

σ' αγιάζι και ήλιο φωτίζοντας μονάχα το πλευρό
των γέλιων .Όμορφο που ναι να αγαπάς !!!!!
Πρωινός καφές τι απόλαυση
Τα παιδιά για παιχνίδι στην αυλή.
Ο Μίλτος στο πρωινό του περπάτημα
κι εγώ αφημένη στο μπαλκόνι
με μια κούπα να αχνίζει τη μυρουδιά του καφέ .
Μμμ ώρα λοιπόν να δω τι κάναν τα κορίτσια μου
''έχετε δύο μηνύματα '' διαβάζοντας τούτες τις λέξεις
τα μάτια μου πέφτουν στα γλαρόπουλα .
Έρχεται καράβι κι αυτά μες την τρελή χαρα
μακρινοί φύλακες των πλοίων σιγοντάρουν
τη ρότα για το αραξοβόλι με τα φτερά τους .
Ωχου πάλι ξέφυγα . Ένα κλικ και στην οθόνη
η πιο κάλμα θάλασσα η Δήμητρα.
''Είμαι μέσα πες πότε .άντε γιατί πουλάκια
έκαναν τα μάτια μου να σας δω''
κι ακριβώς από κάτω '' καλημερααα
καιρός ήταν σφύρα κι έρχομαι'' Αντιγόνη
Τούτο το πετμέζι της λαλιάς η Δήμητρα
πως της είχε λείψει .Τούτη η γυναίκα 

βρε παιδί μου λες και είχε καταπιεί την ηρεμία
του κόσμου κι είχε χτίσει αηδόνια μέσα της ήταν .
Ακόμη κι όταν όλα σβούριζαν με θυμό όπως τότε
στην πρώτη της δουλειά που την απέλυσαν όχι γιατί
δεν έκανε τη δουλειά αλλά βλέπεις θα παντρευόταν
Αμάρτημα κι αυτό . Μα ναι όταν μας είπε 

πως η εργοδότης της,της μήνυσε πως, ξέρεις Δημητρούλα
πρέπεινα κάνουμε κάποιες περικοπές και να εσύ 
θα παντρευτείς κι αύριο μεθαύριο θα κάνεις και παιδιά
Έχουν υποχρεώσεις τα παιδιά κι εμείς εδώ θέλουμε

ένα άτομο να γίνεται η δουλειά μας χωρίς 
να τύχει να λείψει.Μα δε έχω λείψει της απάντησε 
Ναι αλλά μεθαύριο δεν ξέρεις .
Η Δήμητρα με ένα ήσυχο χαμόγελο της είχε απαντήσει
όπως νομίζεται κι απλά έφυγε . Όταν μας το πε;

καπνοί ρουθούνιζαν,σπάνανε βλέμματα , 
πετούσε η αγανάκτηση πάνω απ τα κεφάλια μας
Να πάρει για παιδικό σταθμό μιλούσαμε άμεσα σχέση
Μητέρα - παιδί . Πως τολμά . Α! και ποιος είπε
πως το συμφέρον εχει αισθήματα και φύλλο
Ανεξάρτητο ειναι να κουμαντάρει κάθε ποδάρι γης
Κι εκείνη .. δεν πειράζει βρε κορίτσια θα βρω αλλού .
Αλλού το αλλού ήταν μετά από ένα χρόνο .
Κορίτσια βρήκα δουλειά και το φώναζε τόσο χαρούμενη
λες και κέρδισε λαχνό. Μαζεμένες καθώς ειμασταν
στο σαλόνι της Μαρίας πεταχτήκαμε πάνω , αγκαλιές ,

φιλιά πειράγματα . Κοίτα που φτάσαμε να πανηγυρίζουμε
για αυτό που πουλάμε . Χέρια, πόδια , νου, 

αχ μα τι να πεις.Οκτάμηνο μη φανταστείτε έλεγε 
μετά βλέπουμε .Κι άρχισε να μιλά με κείνα τα μάτια 
για τα μικρούτσικα της.Όλα ένα κι ένα . 
Μικρές πεταλούδες που παίζανε,ζουζούνια που γύριζαν
με κοντά παντελόνια να ξυπνήσουν τον κόσμο
κεινα τα γέλια που σκόρπιζαν τα φύλλα και μυρίζουν ζωή
Μικρές κοντεσίνες που σκοντάφτουν στο φουρό τους
μόνο και μόνο να πιάσουν το σχοινάκι της ομάδας .
Κι εκείνοι οι μικροί ποπολάροι άγουροι επαναστάτες
στο κέρδος της μπάλας , του ύφους και του αγαπητικού.
Κι όσο η Δήμητρα κινιόταν στα μάτια μου ένας ήλιος
αγκάλιαζε το ειναι μου .
Πόση ευτυχία να χωρέσει σε λίγες στιγμές!!

Άρχισα να ακουμπώ τα πινέλα της Αντιγόνης
με κεινα τα μικρά καμπανάκια που σαν τρελά
χτυπούν κουβαλώντας πάνω τους μύριες μουσικές .
Ξέρεις τώρα θύμισες τις λένε . Τούτη η κοπελιά
με τα κόκκινα μαλλιά καμιά φορά νόμισες
πως ένας ουρανός την άφησε να πιάνει το χώμα
για να το μάθει να μιλάει . Να βλέπει ένα παράθυρο
κι απ το τζάμι να πετάγονται τα απομεινάρια της ζωής
Άλλοτε πάλι να την ξεβράζει η θάλασσα κι εκείνη
να παίζει με τα βότσαλα τραγούδι της χαράς.
Μα μήπως κι όταν γκρίζωνε το μέτωπό της
δεν φτερούγιζε ένας αρχινημένος χιονιάς
με κόκκινα φύλλα και χρυσοστόλιστες μπάντες.
Άμα η Αντιγόνη βάφτιζε τα πινέλα της τίποτε
δεν κινιόταν . Άντε το πολύ πολύ ένα απαλό αεράκι
να έσταζε στα μαλλιά της. Κι αυτό σιγανό 

μη και σκουντήξει την ανάσα της.Καλλιτέχνης. 
Χρόνια σπουδής κι ο τίτλος Ζωγράφος . 
Ξέρεις από εκείνους που μόλις απαντούν
ποια ειναι η δουλειά τους ένα α.. ακούγεται
να σφραγίζει την συνομιλία .
Κι εχει τόσες ερμηνείες πανάθεμα το . 

Γελά , κλαίει βαστά τα χέρια να μην βαρεθούνε 
ή και το αντίθετο να αγκαλιάσουν με λαχτάρα .
Α εδώ η ισοτιμία καλά κρατεί
Ακριβή η αναγνώριση στο πεζούλι 

κι ο άντρας και η γυναίκα
κι ας λαλεί ο πετεινός την άλλη μέρα .
Και να έβλεπα λέει τώρα πόσα πουλιά πετούν

στο κεφάλι της !!
Το τελευταίο κλικ το άκουσα την ώρα που ο Μίλτος 

έψαχνε να βρει κάτι παλιές φωτογραφίες μας 
με φίλους που είχα ανεβάσει .
Ωπ .τινάχτηκα.Το κοριτσάκι μου αυτή ειναι
η Μαρία τον ρώτησα ε; Μου απάντησε κουνώντας
καταφατικά το κεφάλι.Έτρεξα δίπλα να του να δω.
Κανόνισε το από βδομάδα που είμαι πρωινή
φιλάκια ..Μαρία.Μαία.Βάρδιες ..αυτές οι βάρδιες. 
Να καταλάβαιναν άραγε τι σημαίνει βάρδια
για μια γυναίκα; Ένα οργανόγραμμα που μήτε 
να ξεμυτίσεις απ την άκρη του δεν μπόραγες .
Δεμένα , η μαμά , η γυναίκα , η φίλη , η εργαζόμενη,
η νοικοκυρά σε ένα σπάγκο που όλο και άνοιγε . 
Τούτη την εβδομάδα τι να διαλέξω μας έλεγε
πολλές φορές ,να γίνω συγγενής να δω 
τους δικούς μου ή να κλέψω τις ώρες του Μιχάλη
να πιούμε κανένα ποτηράκι απ το ίδιο στόμα,
ή σεργιανίσω τις ώρες μου χαϊδεύοντας το σπίτι μου
Για το μαμά βέβαια ούτε λόγος. 

Αδιαπραγματευτος και μόνιμος αγκαλίτσας της μικρής 
Ναταλίας.Εδω δεν υπάρχουν ώρες και βάρδιες,
ειναι ο κόσμος όλος σε δυο μπούκλες.Σαν να την ακούω. 
Βρε παιδιά ξέρετε τι με ξεκουράζει ; κείνη
κείνη η ώρα που τραβώ ένα φυντάνι απ τη γη του
να δει τον ήλιο . Η στιγμή που όλοι οι πόνοι γίνονται
δάκρυα χαράς καθώς γεννιέται ένα αγγελούδι 
επί της γης.Κάθε φορά γεννιέμαι κι εγώ 
κάθε φορά που κείνο το τοσοδούλικο
που μ αρπάζει το δάχτυλο μου δείχνει 

γιατί συνεχίζω,μου μαθαίνει να τρέχω ,
με τα πατίνια της ελπίδας ,να σφουγγίζω 
κάθε χθες ζεσταίνοντας στον κόρφο μου πουλιά
κι ειναι όμορφα τα φτερά τους. Κόκκινα , κίτρινα,

μπλε,γαλάζια , πράσινα , μαβιά λουλούδια 
που δεν γνωρίζουν εποχές .
Τι βάρδια ομορφιάς θεέ μου !!!

Συνάντηση ..
Μεγάλος σαματάς . Αγκαλίτσες, φιλάκια, χαιρετούρες 
και κείνες οι κουβέντες των κοριτσιών, που ξέρεις 
από μια ράγα ξεκινάν κι αρχίζουν να γράφουν χιλιόμετρα 
τα χείλη , τα χέρια , τα μάτια . 
Καταφέραμε να βρεθούμε σήμερα . Τετάρτη απόγευμα 
Μέσα στο γλυκό τραγούδι της γλώσσας ένα ανεμάκι που μύριζε αγάπη .
Είδα τη Μαρία να κουβαλά γυναίκες βάρδιες ,

την Δήμητρα κοπελιές να κάνουν τραμπάλα 
στα σκαλάκια του χρόνου ,
Τη Γιώτα να ζώνεται από γυναίκες που ορθώνουν βήμα
πατώντας βιασμούς ψυχής,γυναίκες να αγωνίζονται
στο δικαίωμα στο ζύγι ισόβαρης ζυγαριάς της κοινωνίας , 
της παιδείας οχι αυτής που λυγά στους καιρούς 
μα αυτής που φουσκώνει το στέρνο στο ύψος της ανθρωπότητας ,
στο ακέφαλο βυζί που θηλάζει το δάσος,
στα δάχτυλα που πλέκουν καταγάλανες θάλασσες ,
των νόμων, δικαίωμα στον άνθρωπο .
Την Αντιγόνη να κουβαλά γυναίκες παπαρούνες 

να ομορφαίνουν τα λιβάδια,στυλώνοντας το φως τους
κι εμένα να αγκαλιάζω γυναίκες , μαύρες , άσπρες 
κίτρινες ,άχραντες μολυβιές να βλέπουν 

το τίμημα της φλόγας,της γιορτής ΓΥΝΑΙΚΑ 
κι έτσι είδα το δρόμο της ισοτιμίας . 
Μακρύς κι ατέρμονος . Μα θα τον περπατήσουμε !







Lena Monastiriotou


Κι ειναι τούτα τα πρωινά 
που θες να κεράσεις 
τον κόσμο όλο 
γιατί κοιτάς το φως 
γιατί ακόμη η καρδιά σου 
ξυπνά με ένα παιδί 
έτοιμο να πάει στο σχολειό της ζωής 
Γιατί βλέπεις το χαμόγελο σου 
να τραμπαλίζεται στους μίσχους των πουλιών
γιατί ανάβεις εντός σου τον ήλιο
Θες να φωνάξεις καλημέρα κόσμε
να ακουστεί απ άκρη σ άκρη 
κι ύστερα απλά να αφουγκραστεις 
τον αντίλαλο σε τόσες ανάσες 
Ανοίγεις τις χούφτες και με ένα φύσημα 
πετούν τα περιστέρια με ένα τιτίβισμα γλυκό
να ανθίσουν γη και ουρανό !   


Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

Πόσο εσυ πόσο εγώ

Τόσο 
λίγο σε γνώρισα
που όλη 
τη ζωή μου είδα

ακόμα πετούν 
τα πουλιά 
να φυλάξουν ..το γέλιο!


Άτιτλο

Άσε με να σε προσέχω 
όταν ξεχνάς .. να σ αγαπάς !


Διπλά

Να χαμε ένα ποδήλατο αερικό 
να φτάναμε εκεί που γελούν τα βότσαλα 
καθώς κοιτούν τις ψυχές μας
να παίζουν στην άμμο με τα αστέρια 
σα δίδυμες θάλασσες !


Κόκκινο φύλλο

Έτρεχαν τόσο
εκείνα τα λιβάδια μέσα μου
που από μακριά σε είδα
ένα ολόλευκο χαμογελαστό κρίνο
Έριξα τα χέρια
στις φωτιές 
γεννήθηκαν παπαρούνες
τα πόδια
γυμνά να αναπνέουν το χώμα
κι αγέλες βημάτων
χτυπούσαν στο στέρνο μου
το στόμα
στο ρολόι του άπειρου
κι ήρθε η στιγμή
καβαλώντας το βλέμμα
της μελωδίας
έμπλεξαν
τα χρώματα
φλόγες , χάδι
προσκέφαλο , λιαχτιδες
Πέταξα
μακριά τα φύλλα
να γνωρίσω το δέντρο
στη φλούδα του
κρεμόταν η καρδιά μου
κόκκινο σπόρος
πιασμένο απ τ ανεμάκι
ανάμεσα στο δάσος
Μουρμούρισαν
τ αγριολούλουδα
πως κει ..γεννιόταν τ όνειρο
κι είδα το φως της θάλασσας
να μου χαμογελά !








Επιστολή

Αγαπητή Ελεονόρα 
Τα δανεικά λόγια 
κι οι δανεικές ζωές 
κάποτε τελειώνουν 
Το σκιάχτρο που έστησες 
το παίζουν τα πουλιά 
κι οι σπόροι τους γεννούν
άφθαρτες τριανταφυλλιές 
Βρες κάτι δικό σου 
μη σπαταλάς τον ουρανό 
δωρίζοντας σκοτάδι 
Θηλάζει η νύχτα φως 
και μεγαλώνει τ άστρα 
Το κενό δε γεμίζει 
με χάρτινες πεταλούδες 

με καμία εκτίμηση 
ο καθρέφτης σου !

Ηλιογεννημένο

Ανάμεσα 
στα μάτια της ψυχής 
γελά ο ήλιος !

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Άτιτλο

Σςςςςς σώπασε νύχτα .. τ αστέρι μου κοιμάται  !


Κακή αντιγραφή

Κούφια που έμεινε 
στο άδειο της κρεβάτι 
φυλούσε ρούχα 
που ποτέ δε γνώρισε 
Μονάχα τα κενά κουστούμια
χόρευαν στα πλευρά της 

ακόμα και η πιστή αντιγραφή 
ορθά 
τα γράμματα ζητούσε !

Τόσο κοντα τοσο μακριά

Κι οσο λειπεις θα γεμίζω τα πανέρια του Αυγουστου 
με κερασιές απ τα λιβάδια , με άστρα του εσπερινού 
ο βράχος μου θα φυλά τα άλογα της θάλασσας 
στο σταυλο του φωτεινού ασημένιου κυκλου, 
τα φύλλα μου ποτισμένα στο χώμα θα ζουν 
σαν άνοιξες που νιούτσικα γεννιούνται ,
στις μπούκλες του άνεμου κορδέλλες 
ήλιου θα ανεμίζουν μπαλάντες του καλοκαιριού,
κι όσο εσυ λείπεις στο στήθος που σε φορώ 
κρατω διπλό το απέραντο και το ακριβό ! 

Το χρώμα της απουσίας

Τόσος ντόρος
τόση φασαρία 
κι όταν 
μαζεύτηκαν 
οι ευθύνες 
γλυκοφιλώντας 
το κορμί τους 
χάιδεψαν 
με τα νύχια 
το τελευταίο 
κατηγορούμενο
γιατί .

Η αιτία 
πάντα είχε
το χρώμα 
της απουσίας !


Άτιτλο

Γεμίσαμε χάρτινους ήλιους 
και μονο η βροχή 
ανάγλυφα μοιράζει ουρανό 
απ το βυζί του στέρνου !

Αντανάκλαση

Φύτεψα 
ενα ήλιο στα μάτια 
κι αυτός 
χαμόγελο άνθισε! 

Άτιτλο

Καληνύχτα Μαργαρίτα 
έτσι γυμνά αφέσου 
δίχως σάρκα 
σ αναγνωρίζουν 
οι άλαλες φωνές !